01998L0026 — EL — 08.04.2024 — 006.001
Το κείμενο αυτό αποτελεί απλώς εργαλείο τεκμηρίωσης και δεν έχει καμία νομική ισχύ. Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεν φέρουν καμία ευθύνη για το περιεχόμενό του. Τα αυθεντικά κείμενα των σχετικών πράξεων, συμπεριλαμβανομένων των προοιμίων τους, είναι εκείνα που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι διαθέσιμα στο EUR-Lex. Αυτά τα επίσημα κείμενα είναι άμεσα προσβάσιμα μέσω των συνδέσμων που περιέχονται στο παρόν έγγραφο
|
ΟΔΗΓΙΑ 98/26/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 19ης Μαΐου 1998 (ΕΕ L 166 της 11.6.1998, σ. 45) |
Τροποποιείται από:
|
|
|
Επίσημη Εφημερίδα |
||
|
αριθ. |
σελίδα |
ημερομηνία |
||
|
ΟΔΗΓΙΑ 2009/44/ΕΚ ΤΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 6ης Μαΐου 2009 |
L 146 |
37 |
10.6.2009 |
|
|
ΟΔΗΓΙΑ 2010/78/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 24ης Νοεμβρίου 2010 |
L 331 |
120 |
15.12.2010 |
|
|
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 648/2012 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 4ης Ιουλίου 2012 |
L 201 |
1 |
27.7.2012 |
|
|
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 909/2014 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 23ης Ιουλίου 2014 |
L 257 |
1 |
28.8.2014 |
|
|
ΟΔΗΓΙΑ (ΕΕ) 2019/879 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 20ής Μαΐου 2019 |
L 150 |
296 |
7.6.2019 |
|
|
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2024/886 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Μαρτίου 2024 |
L 886 |
1 |
19.3.2024 |
|
ΟΔΗΓΙΑ 98/26/ΕΚ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
της 19ης Μαΐου 1998
σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού στα συστήματα πληρωμών και στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων
ΤΜΗΜΑ 1
ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ
Άρθρο 1
Οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας εφαρμόζονται:
στα συστήματα, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 στοιχείο α), τα οποία διέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους και τα οποία διενεργούν πράξεις σε οιοδήποτε νόμισμα, σε ►M1 ευρώ ◄ , ή σε διάφορα νομίσματα αμοιβαίως μετατρέψιμα
στους συμμετέχοντες σε τέτοια συστήματα·
Άρθρο 2
Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας νοούνται ως:
«σύστημα»: η τυπική συμφωνία
Με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, ένα κράτος μέλος δύναται να χαρακτηρίζει σύστημα την τυπική συμφωνία της οποίας το αντικείμενο συνίσταται στην εκτέλεση εντολών, μεταβίβασης όπως ορίζονται στη δεύτερη περίπτωση του στοιχείου ι) και, σε περιορισμένη κλίμακα, στην εκτέλεση εντολών με αντικείμενο άλλα μέσα της κεφαλαιαγοράς, εάν αυτό το κράτος μέλος κρίνει ότι υφίστανται τα εχέγγυα από πλευράς συστημικού κινδύνου.
Ένα κράτος μέλος δύναται επίσης να χαρακτηρίζει, κατά περίπτωση, ως σύστημα την τυπική συμφωνία δύο συμμετεχόντων, στους οποίους δεν συναριθμούνται ο τυχόν διακανονιστής, ο τυχόν κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, το τυχόν συμψηφιστικό γραφείο ή ο τυχόν εμμέσως συμμετέχων, εάν το κράτος μέλος κρίνει ότι υφίστανται τα εχέγγυα από πλευράς συστημικού κινδύνου.
Συμφωνία που συνάπτεται μεταξύ διαλειτουργικών συστημάτων δεν συνιστά σύστημα·
«ίδρυμα»:
Εάν ένα σύστημα τελεί υπό εποπτεία βάσει της εθνικής νομοθεσίας και εκτελεί μόνον εντολές μεταβίβασης όπως ορίζονται στο στοιχείο θ) δεύτερη περίπτωση, καθώς και πληρωμές που προκύπτουν από αυτές τις εντολές, το κράτος μέλος δύναται να αποφασίσει ότι οι επιχειρήσεις που συμμετέχουν σε αυτό το σύστημα και είναι υπεύθυνες για την εκπλήρωση των οικονομικών υποχρεώσεων που απορρέουν από εντολές μεταβίβασης στο πλαίσιο του εν λόγω συστήματος, μπορούν να θεωρηθούν ιδρύματα, υπό την προϋπόθεση ότι τρεις τουλάχιστον συμμετέχοντες στο εν λόγω σύστημα εμπίπτουν στις κατηγορίες που παρατίθενται στο πρώτο εδάφιο του παρόντος στοιχείου και ότι η απόφαση αυτή είναι δικαιολογημένη όσον αφορά τον συστημικό κίνδυνο·
«κεντρικός αντισυμβαλλόμενος» ή «CCP»: ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος (CCP) όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·
«διακανονιστής»: ο οργανισμός ο οποίος παρέχει, σε ιδρύματα ή/και σε κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που συμμετέχουν σε συστήματα, λογαριασμούς διακανονισμού μέσω των οποίων γίνεται ο διακανονισμός εντολών μεταβίβασης στο πλαίσιο των συστημάτων αυτών και ο οποίος, αν συντρέχει περίπτωση, παρέχει την πίστωση στα εν λόγω ιδρύματα ή/και κεντρικούς αντισυμβαλλομένους χάριν του διακανονισμού·
«συμψηφιστικό γραφείο»: ο οργανισμός που είναι υπεύθυνος για τον υπολογισμό της καθαρής θέσης των ιδρυμάτων, του τυχόν κεντρικού αντισυμβαλλομένου ή/ και τυχόν διακανονιστή·
«συμμετέχων»: ίδρυμα, κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, διακανονιστής, συμψηφιστικό γραφείο, διαχειριστής συστήματος ή εκκαθαριστικό μέλος ενός κεντρικού αντισυμβαλλόμενου, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012.
Σύμφωνα με τους κανόνες του συστήματος, ο ίδιος συμμετέχων μπορεί να δρα ως κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, διακανονιστής ή συμψηφιστικό γραφείο ή να εκτελεί μέρος ή το σύνολο αυτών των καθηκόντων.
Ένα κράτος μέλος μπορεί, για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, να θεωρήσει έναν έμμεσο συμμετέχοντα ως συμμετέχοντα, όταν αυτό δικαιολογείται για λόγους συστημικού κινδύνου, γεγονός που, ωστόσο, δεν περιορίζει την ευθύνη του συμμετέχοντος μέσω του οποίου ο έμμεσος συμμετέχων διαβιβάζει εντολές μεταβίβασης στο σύστημα·
«έμμεσος συμμετέχων»: ίδρυμα, κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, διακανονιστής, συμψηφιστικό γραφείο ή διαχειριστής συστήματος που έχει με συμμετέχοντα σε σύστημα το οποίο εκτελεί εντολές μεταβίβασης συμβατική σχέση η οποία του, επιτρέπει να δίδει εντολές μεταβίβασης μέσω του συστήματος, υπό τον όρο ότι ο έμμεσος συμμετέχων είναι γνωστός στον διαχειριστή του συστήματος·
«αξιόγραφα»: όλα τα μέσα που αναφέρονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος Ι της οδηγίας 2004/39/ΕΚ·
«εντολή μεταβίβασης»:
«διαδικασία αφερεγγυότητας»: το συλλογικό μέτρο το οποίο προβλέπεται από το δίκαιο κράτους μέλους ή τρίτης χώρας και αφορά είτε την εκκαθάριση είτε την αναδιοργάνωση του συμμετέχοντος, εφόσον αυτό το μέτρο συνεπάγεται την αναστολή των μεταβιβάσεων ή των πληρωμών ή την επιβολή περιορισμών σ' αυτές·
«συμψηφισμός»: η μετατροπή σε καθαρή απαίτηση ή καθαρή οφειλή, απαιτήσεων και οφειλών που προκύπτουν από εντολές μεταβίβασης τις οποίες ένας συμμετέχων ή συμμετέχοντες απευθύνουν προς ή λαμβάνουν από έναν ή περισσότερους άλλους συμμετέχοντες με τελικό εξαγόμενο μία μόνον καθαρή απαίτηση ή καθαρή οφειλή·
«λογαριασμός διακανονισμού»: λογαριασμός σε κεντρική τράπεζα, διακανονιστή ή κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που χρησιμοποιείται για την κατοχή κεφαλαίων ή αξιογράφων, καθώς και για το διακανονισμό συναλλαγών μεταξύ των συμμετεχόντων σε σύστημα·
«ασφάλεια»: όλα τα ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, περιλαμβανομένων, χωρίς περιορισμούς, των χρηματοοικονομικών ασφαλειών που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 4, στοιχείο α) της οδηγίας 2002/47/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Ιουνίου 2002, για τις συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας ( 5 ), τα οποία παρέχονται δυνάμει ενεχύρου (συμπεριλαμβανομένου του χρήματος που παρέχεται με αυτόν τον τρόπο), συμφωνίας επαναγοράς ή παρεμφερούς συμφωνίας ή με άλλο τρόπο, με σκοπό την ασφάλιση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που ενδέχεται να προκύψουν σε συνάρτηση με ένα σύστημα, ή παρέχονται στις κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών ή στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα·
ο όρος «εργάσιμη ημέρα» καλύπτει τόσο τους ημερήσιους όσο και τους νυκτερινούς διακανονισμούς και περιλαμβάνει όλα τα γεγονότα που συμβαίνουν κατά τον επιχειρησιακό κύκλο του συστήματος·
«διαλειτουργικά συστήματα»: δύο ή περισσότερα συστήματα των οποίων οι διαχειριστές συστημάτων έχουν συνάψει μεταξύ τους συμφωνία που περιλαμβάνει τη διασυστημική εκτέλεση εντολών μεταβίβασης·
«διαχειριστής συστήματος»: η οντότητα ή οντότητες που είναι νομικά υπεύθυνες για τη λειτουργία του συστήματος. Ένας διαχειριστής συστήματος μπορεί επίσης να ενεργεί ως διακανονιστής, κεντρικός αντισυμβαλλόμενος ή συμψηφιστικό γραφείο.
ΤΜΗΜΑ II
ΣΥΜΨΗΦΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΝΤΟΛΕΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗΣ
Άρθρο 3
Οι εντολές μεταβίβασης και ο συμψηφισμός είναι νομικά εκτελεστοί και αντιτάσσονται έναντι των τρίτων ακόμη και σε περίπτωση διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά συμμετέχοντος, εφόσον οι εντολές μεταβίβασης εισήχθησαν στο σύστημα πριν από το χρονικό σημείο έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας όπως ορίζεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1. Αυτό ισχύει ακόμη και σε περίπτωση διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά συμμετέχοντος (στο οικείο σύστημα ή σε διαλειτουργικό σύστημα) ή κατά διαχειριστή διαλειτουργικού συστήματος ο οποίος δεν είναι συμμετέχων.
Εντολές μεταβίβασης που εισάγονται στο σύστημα μετά το χρονικό σημείο έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας και εκτελούνται εντός της εργάσιμης ημέρας, όπως ορίζεται από τους κανόνες του συστήματος, κατά τη διάρκεια της οποίας επήλθε η έναρξη της διαδικασίας, είναι νομικά εκτελεστές και αντιτάσσονται έναντι των τρίτων μόνον εάν ο διαχειριστής του συστήματος μπορεί να αποδείξει ότι, κατά τον χρόνο που οι εν λόγω εντολές μεταβίβασης κατέστησαν αμετάκλητες, δεν γνώριζε ούτε όφειλε να γνωρίζει την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας.
Άρθρο 4
Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά συμμετέχοντος ή κατά διαχειριστή συστήματος διαλειτουργικού συστήματος δεν κωλύει τη χρησιμοποίηση κεφαλαίων ή αξιογράφων, που είναι διαθέσιμα στο λογαριασμό διακανονισμού αυτού του συμμετέχοντος, για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του στο σύστημα ή σε διαλειτουργικό σύστημα την εργάσιμη ημέρα έναρξης της διαδικασίας αφερεγγυότητας. Επιπλέον, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η πιστωτική διευκόλυνση η οποία παρασχέθηκε σ’ αυτόν τον συμμετέχοντα σε συνάρτηση με το σύστημα, θα χρησιμοποιείται έναντι διαθέσιμης υφιστάμενης ασφάλειας για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του συμμετέχοντος στο σύστημα ή σε διαλειτουργικό σύστημα.
Άρθρο 5
Η εντολή μεταβίβασης δεν ανακαλείται ούτε από συμμετέχοντα στο σύστημα ούτε από τρίτον, μετά τη χρονική στιγμή που ορίζουν οι κανόνες του συστήματος.
Στην περίπτωση διαλειτουργικών συστημάτων, κάθε σύστημα καθορίζει στους δικούς του κανόνες το χρονικό σημείο του αμετάκλητου, προκειμένου να εξασφαλίζεται, κατά το δυνατόν, ο συντονισμός, ως προς το σημείο αυτό, των κανόνων όλων των σχετικών διαλειτουργικών συστημάτων. Οι κανόνες ενός συστήματος όσον αφορά το χρονικό σημείο του αμετάκλητου δεν πρέπει να επηρεάζονται από οποιουσδήποτε κανόνες των άλλων συστημάτων με τα οποία είναι διαλειτουργικό εκτός εάν οι κανόνες όλων των συστημάτων που συμμετέχουν στα διαλειτουργικά συστήματα προβλέπουν ρητώς κάτι διαφορετικό.
ΤΜΗΜΑ III
ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΦΕΡΕΓΓΥΟΤΗΤΑΣ
Άρθρο 6
Άρθρο 7
Τα αποτελέσματα της διαδικασίας αφερεγγυότητας επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ενός συμμετέχοντος που προκύπτουν από ή συνδέονται με τη συμμετοχή του σε σύστημα δεν ανατρέχουν σε χρόνο προγενέστερο της κατ’ άρθρο 6 παράγραφος 1 ενάρξεως της διαδικασίας. Τούτο ισχύει, μεταξύ άλλων, σε σχέση με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις ενός συμμετέχοντος σε διαλειτουργικό σύστημα ή του διαχειριστή συστήματος ενός διαλειτουργικού συστήματος ο οποίος δεν είναι συμμετέχων.
Άρθρο 8
Σε περίπτωση ενάρξεως διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά συμμετέχοντος σε σύστημα, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη συμμετοχή του στο σύστημα ή που συνδέονται με αυτήν, διέπονται από το δίκαιο που διέπει το σύστημα.
ΤΜΗΜΑ IV
ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΥΠΕΡ ΩΝ Η ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΑΠΟ ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΦΕΡΕΓ-ΓΥΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΧΩΡΟΥΝΤΟΣ
Άρθρο 9
Τα δικαιώματα διαχειριστή συστήματος ή συμμετέχοντος επί της ασφάλειας που τους παρασχέθηκε σε συνάρτηση με σύστημα ή οποιοδήποτε διαλειτουργικό σύστημα, και τα δικαιώματα των κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών ή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας επί της ασφάλειας που τους παρασχέθηκε, δεν θίγονται από τη διαδικασία αφερεγγυότητας έναντι:
του συμμετέχοντος (στο οικείο σύστημα ή σε διαλειτουργικό σύστημα),
του διαχειριστή συστήματος διαλειτουργικού συστήματος που δεν είναι συμμετέχων,
αντισυμβαλλόμενου κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών ή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ή
οποιουδήποτε τρίτου παρέσχε την ασφάλεια.
Αυτή η ασφάλεια είναι δυνατόν να ρευστοποιηθεί προς ικανοποίηση αυτών των δικαιωμάτων.
Όταν διαχειριστής συστήματος έχει παράσχει ασφάλεια σε άλλον διαχειριστή συστήματος σε συνάρτηση με διαλειτουργικό σύστημα, τα δικαιώματα του παρέχοντος διαχειριστή συστήματος επί της εν λόγω ασφάλειας δεν θίγονται από διαδικασία αφερεγγυότητας έναντι του λαμβάνοντος διαχειριστή συστήματος.
ΤΜΗΜΑ V
ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 10
Τα κράτη μέλη κατονομάζουν τα συστήματα και τους αντίστοιχους διαχειριστές των συστημάτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας, τα κοινοποιούν στην ΕΑΚΑΑ και την ενημερώνουν σχετικά με τις αρχές που έχουν επιλέξει σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει τις πληροφορίες αυτές στον ιστότοπό της.
Ο διαχειριστής του συστήματος γνωστοποιεί στο κράτος μέλος του οποίου το δίκαιο είναι εφαρμοστέο, τους συμμετέχοντες στο σύστημα, τους τυχόν έμμεσους συμμετέχοντες καθώς και κάθε μεταβολή αυτών.
Εκτός από τη γνωστοποίηση που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο, τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν στο πλαίσιο των συστημάτων που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία τους εποπτεία ή υποχρεώσεις αδειοδότησης.
Ένα ίδρυμα ενημερώνει, κατόπιν αιτήσεως, οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον για τα συστήματα στα οποία αυτό συμμετέχει και για τους βασικούς κανόνες που διέπουν τη λειτουργία των εν λόγω συστημάτων.
Σύστημα που έχει αναγνωριστεί προτού τεθούν σε ισχύ οι εθνικές διατάξεις εφαρμογής της οδηγίας 2009/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Μαΐου 2009, για την τροποποίηση της οδηγίας 98/26/ΕΚ σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού στα συστήματα πληρωμών και στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων καθώς και της οδηγίας 2002/47/ΕΚ για τις συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας, όσον αφορά συνδεδεμένα συστήματα και πιστωτικές απαιτήσεις ( 7 ), εξακολουθεί να αναγνωρίζεται για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, όπως έχει τροποποιηθεί.
Εντολή μεταβίβασης η οποία εισάγεται σε σύστημα πριν από τη θέση σε ισχύ των διατάξεων για την ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας 2009/44/ΕΚ, διακανονίζεται όμως μετά τη θέση σε ισχύ των διατάξεων αυτών, θεωρείται εντολή μεταβίβασης για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.
Άρθρο 10α
Άρθρο 11
Οι διατάξεις αυτές, όταν θεσπίζονται από τα κράτη μέλη, αναφέρονται στην παρούσα οδηγία ή συνοδεύονται από την αναφορά αυτή κατά την επίσημη δημοσίευσή τους. Οι λεπτομερείς διατάξεις της αναφοράς αυτής εκδίδονται από τα κράτη μέλη.
Άρθρο 12
Το αργότερο εντός τριών ετών από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 11 παράγραφος 1, η Επιτροπή θα υποβάλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, συνοδευόμενη, αν χρειάζεται, από προτάσεις για την αναθεώρησή της.
Άρθρο 12α
Έως τις 28 Ιουνίου 2021, η Επιτροπή επανεξετάζει τον τρόπο με τον οποίο τα κράτη μέλη εφαρμόζουν την παρούσα οδηγία στα ιδρύματα της χώρας τους που συμμετέχουν άμεσα σε συστήματα που διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας και στην πρόσθετη ασφάλεια που παρέχεται σε συνάρτηση με τη συμμετοχή στα εν λόγω συστήματα. Η Επιτροπή αξιολογεί ιδίως την ανάγκη για τυχόν περαιτέρω τροποποιήσεις στην παρούσα οδηγία όσον αφορά τα συστήματα που διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας. Η Επιτροπή υποβάλλει σχετική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, συνοδευόμενη, όπου αρμόζει, από προτάσεις για την αναθεώρηση της παρούσας οδηγίας.
Άρθρο 13
Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την ημέρα της δημοσίευσής της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.
Άρθρο 14
Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.
( 1 ) Κανονισμός (EE) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 (ΕΕ L 176 της 27.6.2013, σ. 1).
( 2 ) Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (ΕΕ L 173 της 12.6.2014, σ. 349).
( 3 ) Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2015, σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ (ΕΕ L 337 της 23.12.2015, σ. 35).
( 4 ) Οδηγία 2009/110/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 2009, για την ανάληψη, άσκηση και προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, την τροποποίηση των οδηγιών 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ και την κατάργηση της οδηγίας 2000/46/ΕΚ (ΕΕ L 267 της 10.10.2009, σ. 7).
( 5 ) ΕΕ L 168 της 27.6.2002, σ. 43.
( 6 ) ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 84.
( 7 ) ΕΕ L 146 της 10.6.2009, σ. 37