Eureka 02014R0909-20250117 Sign in

02014R0909 — EL — 17.01.2025 — 005.001


Το κείμενο αυτό αποτελεί απλώς εργαλείο τεκμηρίωσης και δεν έχει καμία νομική ισχύ. Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεν φέρουν καμία ευθύνη για το περιεχόμενό του. Τα αυθεντικά κείμενα των σχετικών πράξεων, συμπεριλαμβανομένων των προοιμίων τους, είναι εκείνα που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι διαθέσιμα στο EUR-Lex. Αυτά τα επίσημα κείμενα είναι άμεσα προσβάσιμα μέσω των συνδέσμων που περιέχονται στο παρόν έγγραφο

►B

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 909/2014 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 23ης Ιουλίου 2014

σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και για την τροποποίηση των οδηγιών 98/26/ΕΚ και 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(ΕΕ L 257 της 28.8.2014, σ. 1)

Τροποποιείται από:

 

 

Επίσημη Εφημερίδα

  αριθ.

σελίδα

ημερομηνία

►M1

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2016/1033 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ  της 23ης Ιουνίου 2016

  L 175

1

30.6.2016

►M2

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2022/858 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ  της 30ής Μαΐου 2022

  L 151

1

2.6.2022

►M3

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2022/2554 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ  της 14ης Δεκεμβρίου 2022

  L 333

1

27.12.2022

►M4

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2023/2845 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ  της 13ης Δεκεμβρίου 2023

  L 2845

1

27.12.2023


Διορθώνεται από:

►C1

Διορθωτικό, ΕΕ L 349, 21.12.2016, σ.  176 (909/2014)




▼B

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) αριθ. 909/2014 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΫ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 23ης Ιουλίου 2014

σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και για την τροποποίηση των οδηγιών 98/26/ΕΚ και 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)



ΤΙΤΛΟΣ I

ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ, ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΟΡΙΣΜΟΙ

Άρθρο 1

Αντικείμενο και πεδίο εφαρμογής

1.  
Ο παρών κανονισμός θεσπίζει ενιαίες απαιτήσεις για τον διακανονισμό χρηματοπιστωτικών μέσων στην Ένωση και κανόνες σχετικά με την οργάνωση και τη λειτουργία των κεντρικών αποθετηρίων τίτλων (ΚΑΤ), με σκοπό την προώθηση ασφαλούς, αποτελεσματικού και ομαλού διακανονισμού.
2.  
Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στον διακανονισμό όλων των χρηματοπιστωτικών μέσων και των δραστηριοτήτων των ΚΑΤ, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.
3.  
Ο παρών κανονισμός ισχύει με την επιφύλαξη των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης σχετικά με συγκεκριμένα χρηματοπιστωτικά μέσα και, ιδίως, της οδηγίας 2003/87/ΕΚ.
4.  
Τα άρθρα 10 έως 20, 22 έως 24 και 27, το άρθρο 28 παράγραφος 6, το άρθρο 30 παράγραφος 4 και τα άρθρα 46 και 47, οι διατάξεις του τίτλου IV και οι απαιτήσεις υποβολής στοιχείων στις αρμόδιες αρχές ή στις σχετικές αρχές ή συμμόρφωσης προς τις εντολές τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού δεν εφαρμόζονται στα μέλη του ΕΣΚΤ, σε άλλους εθνικούς φορείς των κρατών μελών που επιτελούν παρόμοιες λειτουργίες ή σε άλλους δημόσιους φορείς που έχουν αναλάβει τη διαχείριση του δημόσιου χρέους ή παρεμβαίνουν σε αυτήν στην Ένωση, σε σχέση με οποιοδήποτε ΚΑΤ το οποίο διαχειρίζονται άμεσα οι ανωτέρω φορείς υπό την ευθύνη του ίδιου διοικητικού οργάνου, το οποίο έχει πρόσβαση στα κεφάλαια του φορέα αυτού και δεν αποτελεί χωριστή οντότητα.

Άρθρο 2

Ορισμοί

1.  

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1) 

ως «κεντρικό αποθετήριο τίτλων» ή «ΚΑΤ» νοείται νομικό πρόσωπο το οποίο διαχειρίζεται σύστημα διακανονισμού αξιογράφων που αναφέρεται στο τμήμα Α σημείο 3 του παραρτήματος και παρέχει τουλάχιστον μία ακόμη βασική υπηρεσία αναφερόμενη στο τμήμα Α του παραρτήματος·

2) 

ως «ΚΑΤ τρίτης χώρας» νοείται νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο σε τρίτη χώρα το οποίο παρέχει παρόμοια υπηρεσία με τη βασική υπηρεσία που αναφέρεται στο τμήμα Α σημείο 3 του παραρτήματος και εκτελεί τουλάχιστον μία ακόμη βασική υπηρεσία αναφερόμενη στο τμήμα Α του παραρτήματος·

3) 

ως «ακινητοποίηση» νοείται η πράξη συγκέντρωσης των υλικών τίτλων σε ΚΑΤ, κατά τρόπο ώστε οι μεταγενέστερες μεταφορές να μπορούν να πραγματοποιηθούν με λογιστική εγγραφή·

4) 

ως «άυλη μορφή» νοείται η μορφή των χρηματοπιστωτικών μέσων τα οποία υπάρχουν μόνον ως αρχεία λογιστικών εγγραφών·

5) 

ως «ΚΑΤ στο οποίο απευθύνεται αίτημα» νοείται το ΚΑΤ στο οποίο υποβάλλει αίτημα άλλο ΚΑΤ, προκειμένου να έχει πρόσβαση στις υπηρεσίες του μέσω σύνδεσης KAT («CSD link»)·

6) 

ως «αιτούν ΚΑΤ» νοείται το ΚΑΤ το οποίο υποβάλλει αίτημα για πρόσβαση στις υπηρεσίες άλλου ΚΑΤ, μέσω σύνδεσης ΚΑΤ·

7) 

ως «διακανονισμός» νοείται η ολοκλήρωση μιας συναλλαγής αξιογράφων οπουδήποτε πραγματοποιείται, με στόχο την εκπλήρωση των υποχρεώσεων των μερών της εν λόγω συναλλαγής μέσω της μεταφοράς μετρητών ή αξιογράφων ή και των δύο·

8) 

ως «χρηματοπιστωτικά μέσα» ή «αξιόγραφα» νοούνται τα χρηματοπιστωτικά μέσα όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 15 της οδηγίας 2014/..65/ΕΕ για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων·

9) 

ως «εντολή μεταβίβασης» νοείται η εντολή μεταβίβασης όπως ορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο θ) δεύτερη περίπτωση της οδηγίας 98/26/ΕΚ·

10) 

ως «σύστημα διακανονισμού αξιογράφων» νοείται ένα σύστημα κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο α) πρώτη, δεύτερη και τρίτη περίπτωση της οδηγίας 98/26/ΕΚ, το οποίο δεν τελεί υπό τη διαχείριση κεντρικού αντισυμβαλλόμενου και η δραστηριότητα του οποίου συνίσταται στην εκτέλεση εντολών μεταβίβασης·

11) 

ως «εσωτερικοποιητής διακανονισμού» νοείται οποιαδήποτε οντότητα, περιλαμβανομένων αυτών που έχουν αδειοδοτηθεί σύμφωνα με την οδηγία 2013/36/ΕΕ ή την οδηγία 2014/65/ΕΕ, η οποία εκτελεί εντολές μεταβίβασης για λογαριασμό πελατών ή για ίδιο λογαριασμό, αλλά όχι μέσω συστήματος διακανονισμού αξιογράφων·

12) 

ως «προβλεπόμενη ημερομηνία διακανονισμού» νοείται η ημερομηνία η οποία προβλέπεται στο σύστημα διακανονισμού αξιογράφων ως η ημερομηνία του διακανονισμού και κατά την οποία οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν να πραγματοποιηθεί ο διακανονισμός·

13) 

ως «περίοδος διακανονισμού» νοείται η χρονική περίοδος που μεσολαβεί μεταξύ της ημερομηνίας διαπραγμάτευσης και της προβλεπόμενης ημερομηνίας διακανονισμού·

14) 

ως «εργάσιμη ημέρα» νοείται η εργάσιμη ημέρα όπως ορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο ιδ) της οδηγίας 98/26/ΕΚ·

15) 

ως «αδυναμία διακανονισμού» νοείται η μη πραγματοποίηση ή η μερική πραγματοποίηση του διακανονισμού συναλλαγής αξιογράφων κατά την προβλεπόμενη ημερομηνία διακανονισμού, λόγω έλλειψης αξιογράφων ή χρημάτων, ανεξάρτητα από την υποκείμενη αιτία·

16) 

ως «κεντρικός αντισυμβαλλόμενος» (ή «CCP») νοείται ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·

17) 

ως «αρμόδια αρχή» νοείται η αρχή η οποία ορίζεται από έκαστο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 11, εκτός αν ορίζεται άλλως στον παρόντα κανονισμό·

18) 

ως «σχετική αρχή» νοείται οποιαδήποτε από τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 12·

19) 

ως «συμμετέχων» νοείται κάθε συμμετέχων, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο στ) της οδηγίας 98/26/ΕΚ σε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων·

20) 

ως «συμμετοχή» νοείται η συμμετοχή κατά την έννοια της πρώτης πρότασης του άρθρου 2 σημείο 2 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ, ή η άμεση ή έμμεση κατοχή του 20 % ή πλέον των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης·

21) 

ως «έλεγχος» νοείται η σχέση μεταξύ δύο επιχειρήσεων όπως περιγράφεται στο άρθρο 22 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ·

22) 

ως «θυγατρική» νοείται μια θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 10 της οδηγίας 2013/34/ΕΕ·

23) 

ως «κράτος μέλος καταγωγής» νοείται το κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένο το ΚΑΤ·

24) 

ως «κράτος μέλος υποδοχής» νοείται το κράτος μέλος, εκτός του κράτους μέλους καταγωγής, στο οποίο έχει υποκατάστημα ή παρέχει τις υπηρεσίες του το ΚΑΤ·

25) 

ως «υποκατάστημα» νοείται τόπος επιχειρηματικής δραστηριότητας διαφορετικός από την έδρα, ο οποίος αποτελεί μέρος του ΚΑΤ, στερείται νομικής προσωπικότητας και παρέχει υπηρεσίες ΚΑΤ για τις οποίες έχει αδειοδοτηθεί το ΚΑΤ·

▼M4

26) 

ως «αθέτηση υποχρέωσης» νοείται, σε σχέση με συμμετέχοντα, η κατάσταση κατά την οποία κινείται διαδικασία αφερεγγυότητας έναντι συμμετέχοντος, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο ι) της οδηγίας 98/26/ΕΚ ή ένα γεγονός που ορίζεται στους εσωτερικούς κανόνες του ΚΑΤ ως αθέτηση υποχρέωσης·

▼B

27) 

ως «παράδοση έναντι πληρωμής» (ή «DVP») νοείται ένας μηχανισμός διακανονισμού αξιογράφων που συνδέει μια μεταφορά αξιογράφων με μια μεταφορά μετρητών, κατά τρόπο ώστε η παράδοση των αξιογράφων να πραγματοποιείται μόνο εάν πραγματοποιηθεί η αντίστοιχη μεταφορά μετρητών και αντιστρόφως·

28) 

ως «λογαριασμός αξιογράφων» νοείται ο λογαριασμός στον οποίο μπορούν να χρεώνονται ή να πιστώνονται αξιόγραφα·

29) 

ως «σύνδεση ΚΑΤ» νοείται η συμφωνία μεταξύ ΚΑΤ, σύμφωνα με την οποία ένα ΚΑΤ συμμετέχει στο σύστημα διακανονισμού αξιογράφων άλλου ΚΑΤ, προκειμένου να διευκολυνθεί η μεταβίβαση αξιογράφων από τους συμμετέχοντές του δεύτερου ΚΑΤ στους συμμετέχοντες του πρώτου ΚΑΤ ή ένα ΚΑΤ έχει πρόσβαση σε άλλο ΚΑΤ εμμέσως μέσω μεσάζοντος. Στις συνδέσεις ΚΑΤ συγκαταλέγονται οι τυποποιημένες συνδέσεις, οι εξατομικευμένες συνδέσεις, οι έμμεσες συνδέσεις και οι διαλειτουργικές συνδέσεις·

30) 

ως «τυποποιημένη σύνδεση» νοείται η σύνδεση ΚΑΤ στο πλαίσιο της οποίας ένα ΚΑΤ συμμετέχει στο σύστημα διακανονισμού αξιογράφων άλλου ΚΑΤ υπό τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που ισχύουν για κάθε άλλο συμμετέχοντα στο σύστημα διακανονισμού αξιογράφων που διαχειρίζεται το δεύτερο ΚΑΤ·

31) 

ως «εξατομικευμένη σύνδεση» νοείται η σύνδεση ΚΑΤ στο πλαίσιο της οποίας σε ένα ΚΑΤ που συμμετέχει στο σύστημα διακανονισμού αξιογράφων άλλου ΚΑΤ παρέχονται ειδικές υπηρεσίες επιπλέον αυτών που παρέχονται κανονικά από το εν λόγω ΚΑΤ στους συμμετέχοντες στο σύστημα διακανονισμού αξιογράφων·

32) 

ως «έμμεση σύνδεση» νοείται σύνδεση μεταξύ ΚΑΤ και τρίτου συμβαλλόμενου, εκτός ΚΑΤ, ο οποίος συμμετέχει στο σύστημα διακανονισμού αξιογράφων άλλου ΚΑΤ· Τέτοια σύνδεση θεσπίζεται από ένα ΚΑΤ προκειμένου να διευκολύνει τη μεταφορά αξιογράφων στους δικούς του συμμετέχοντες από τους συμμετέχοντες άλλου ΚΑΤ·

33) 

ως «διαλειτουργική σύνδεση» νοείται η σύνδεση ΚΑΤ στο πλαίσιο της οποίας τα ΚΑΤ συμφωνούν να θεσπίσουν αμοιβαίες τεχνικές λύσεις για διακανονισμό στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων που διαχειρίζονται·

34) 

ως «διεθνείς ανοικτές διαδικασίες επικοινωνίας και πρότυπα» νοούνται διεθνώς αποδεκτά πρότυπα για τις διαδικασίες επικοινωνίας, όπως τυποποιημένοι μορφότυποι μηνυμάτων και απεικόνιση δεδομένων, που διατίθενται κατά τρόπο δίκαιο, ανοικτό και αμερόληπτο σε κάθε ενδιαφερόμενο μέρος·

35) 

ως «κινητές αξίες» νοούνται οι κινητές αξίες όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 44 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

36) 

ως «μετοχές» νοούνται οι κινητές αξίες που αναφέρονται στο σημείο 44 στοιχείο α) του άρθρου 4 παράγραφος 1 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

37) 

ως «μέσα χρηματαγοράς» νοούνται τα μέσα χρηματαγοράς όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 17 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

38) 

ως «μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων» νοούνται τα μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων όπως αναφέρονται στο παράρτημα I τμήμα Γ σημείο 3 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

39) 

ως «δικαίωμα εκπομπής» νοείται το δικαίωμα εκπομπής όπως περιγράφεται στο σημείο 11 του τμήματος Γ του παραρτήματος I της οδηγίας 2014/65/ΕΕ εξαιρουμένων των παραγώγων δικαιωμάτων εκπομπής·

40) 

ως «ρυθμιζόμενη αγορά» νοείται η ρυθμιζόμενη αγορά όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 21 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

41) 

ως «πολυμερής μηχανισμός διαπραγμάτευσης» ή «ΠΜΔ» νοείται ο πολυμερής μηχανισμός διαπραγμάτευσης όπως ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 22 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

42) 

ως «τόπος διαπραγμάτευσης» νοείται ένας τόπος διαπραγμάτευσης κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 σημείο 24 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ.

43) 

ως «διακανονιστής» νοείται ο διακανονιστής όπως ορίζεται στο άρθρο 2 στοιχείο δ) της οδηγίας 98/26/ΕΚ·

44) 

ως «αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ» νοείται η αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 12 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

45) 

ως «διοικητικό όργανο» νοείται το όργανο ή τα όργανα του ΚΑΤ, τα οποία διορίζονται δυνάμει του εθνικού δικαίου και τα οποία εξουσιοδοτούνται να καθορίζουν τη στρατηγική, τους στόχους και τη γενική κατεύθυνση του ΚΑΤ και τα οποία επιβλέπουν και ελέγχουν τη λήψη των αποφάσεων διαχείρισης. Σε αυτό συμμετέχουν πρόσωπα που πράγματι διευθύνουν την επιχειρηματική δραστηριότητα του ΚΑΤ.

Όταν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, το διοικητικό όργανο απαρτίζεται από διάφορα όργανα με συγκεκριμένες αρμοδιότητες, οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού εφαρμόζονται μόνο σε εκείνα τα μέλη του διοικητικού οργάνου που έχουν τις αντίστοιχες αρμοδιότητες δυνάμει του εθνικού δικαίου·

46) 

ως «ανώτατα διοικητικά στελέχη» νοούνται τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν εκτελεστικά καθήκοντα σε ΚΑΤ και τα οποία είναι υπεύθυνα και λογοδοτούν στο διοικητικό όργανο για την καθημερινή διαχείριση του ΚΑΤ·

▼M4

47) 

ως «όμιλος» νοείται όμιλος κατά την έννοια του άρθρου 2 σημείο 11) της οδηγίας 2013/34/ΕΕ·

48) 

ως «στενοί δεσμοί» νοούνται στενοί δεσμοί όπως ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 35) της οδηγίας 2014/65/ΕΕ·

49) 

ως «ειδική συμμετοχή» νοείται άμεση ή έμμεση συμμετοχή σε ΚΑΤ που αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 10 % του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου, όπως ορίζεται στα άρθρα 9, 10 και 11 της οδηγίας 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 1 ), ή που καθιστά δυνατή την άσκηση σημαντικής επιρροής στη διαχείριση του ΚΑΤ·

50) 

ως «προθεσμιακός καθαρός διακανονισμός» νοείται ένας μηχανισμός διακανονισμού βάσει του οποίου οι εντολές μεταβίβασης μετρητών ή αξιογράφων σε σχέση με συναλλαγές αξιογράφων των συμμετεχόντων στο σύστημα διακανονισμού αξιογράφων υπόκεινται σε συμψηφισμό και βάσει του οποίου ο διακανονισμός των καθαρών απαιτήσεων και υποχρεώσεων των συμμετεχόντων πραγματοποιείται στο τέλος προκαθορισμένων κύκλων διακανονισμού κατά τη διάρκεια ή στο τέλος της εργάσιμης ημέρας.

▼B

2.  
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει πράξεις κατ’ εξουσιοδότηση σύμφωνα με το άρθρο 67 όσον αφορά μέτρα για την περαιτέρω διευκρίνιση των επικουρικών υπηρεσιών μη τραπεζικού τύπου που αναφέρονται στο τμήμα Β σημεία 1 έως 4 του παραρτήματος και των επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου που αναφέρονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΔΙΑΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΑΞΙΟΓΡΑΦΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Λογιστική εγγραφή

Άρθρο 3

Λογιστική εγγραφή

1.  
Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, κάθε εκδότης εγκατεστημένος στην Ένωση που εκδίδει ή έχει εκδώσει κινητές αξίες που έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση ή είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε τόπους διαπραγμάτευσης μεριμνά για την απεικόνιση διά λογιστικής εγγραφής των εν λόγω αξιών μέσω ακινητοποίησης ή μετά από απευθείας έκδοση σε άυλη μορφή.
2.  
Σε περίπτωση που η συναλλαγή σε κινητές αξίες πραγματοποιείται σε τόπο διαπραγμάτευσης, οι σχετικές αξίες καταχωρίζονται ως λογιστική εγγραφή σε ΚΑΤ την προβλεπόμενη ημερομηνία διακανονισμού ή νωρίτερα, εκτός εάν έχουν ήδη καταχωριστεί με τον τρόπο αυτόν.

Σε περίπτωση που κινητές αξίες μεταβιβάζονται κατόπιν συμφωνίας παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2002/47/ΕΚ, οι εν λόγω κινητές αξίες καταχωρίζονται ως λογιστική εγγραφή σε ΚΑΤ πριν από την ημερομηνία του διακανονισμού, εκτός εάν έχουν ήδη καταχωριστεί με τον τρόπο αυτόν.

Άρθρο 4

Εφαρμογή

1.  
Οι αρχές του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο εκδότης που εκδίδει κινητές αξίες διασφαλίζουν την εφαρμογή του άρθρου 3 παράγραφος 1.
2.  
Οι αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία των τόπων διαπραγμάτευσης, περιλαμβανομένων των αρμόδιων αρχών που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 1 της οδηγίας 2003/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 2 ) διασφαλίζουν ότι εφαρμόζεται το άρθρο 3 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο του παρόντος κανονισμού, όταν οι αξίες που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε τόπους διαπραγμάτευσης.
3.  
Οι αρχές των κρατών μελών που είναι υπεύθυνες για την εφαρμογή της οδηγίας 2002/47/ΕΚ εξασφαλίζουν ότι το άρθρο 3 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο του παρόντος κανονισμού εφαρμόζεται κατά τη μεταβίβαση των αξιογράφων που αναφέρονται στο άρθρο 3 παράγραφος 1 του παρόντος κανονισμού, κατόπιν συμφωνίας παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 στοιχείο α) της οδηγίας 2002/47/ΕΚ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Περίοδοι διακανονισμού

Άρθρο 5

Προβλεπόμενες ημερομηνίες διακανονισμού

1.  
Κάθε συμμετέχων σε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων ο οποίος διακανονίζει εντός του συστήματος συναλλαγές σε κινητές αξίες, μέσα χρηματαγοράς, μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων και δικαιώματα εκπομπής, για ίδιο λογαριασμό ή εξ ονόματος τρίτου, διακανονίζει αυτές τις συναλλαγές κατά την προβλεπόμενη ημερομηνία διακανονισμού.
2.  
Όσον αφορά τις συναλλαγές σε κινητές αξίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι οποίες εκτελούνται σε τόπους διαπραγμάτευσης, η προβλεπόμενη ημερομηνία διακανονισμού είναι το αργότερο η δεύτερη εργάσιμη ημέρα από την ημερομηνία της διαπραγμάτευσης. Η απαίτηση αυτή δεν εφαρμόζεται σε συναλλαγές που είναι αντικείμενο ιδιωτικής διαπραγμάτευσης, αλλά εκτελούνται σε τόπους διαπραγμάτευσης, σε συναλλαγές που εκτελούνται διμερώς, αλλά αναφέρονται σε τόπο διαπραγμάτευσης ή στην πρώτη συναλλαγή όπου οι σχετικές κινητές αξίες υπόκεινται στην αρχική καταχώριση υπό μορφή λογιστικής εγγραφής, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2.
3.  
Οι αρμόδιες αρχές διασφαλίζουν την εφαρμογή της παραγράφου 1.

Οι αρχές που είναι αρμόδιες για την εποπτεία των τόπων διαπραγμάτευσης διασφαλίζουν την εφαρμογή της εν λόγω παραγράφου 2.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Συμμόρφωση προς τη διαδικασία διακανονισμού

Άρθρο 6

Μέτρα πρόληψης της αδυναμίας διακανονισμού

1.  
Οι τόποι διαπραγμάτευσης καθιερώνουν διαδικασίες που παρέχουν τη δυνατότητα επιβεβαίωσης των σχετικών λεπτομερειών των συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1, κατά την ημερομηνία που εκτελέστηκε η συναλλαγή.
2.  
Ανεξάρτητα από την απαίτηση που καθορίζεται στην παράγραφο 1, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν αδειοδοτηθεί δυνάμει του άρθρου 5 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ λαμβάνουν, κατά περίπτωση, μέτρα για τον περιορισμό του αριθμού των περιπτώσεων αδυναμίας διακανονισμού.

Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν, τουλάχιστον, διευθετήσεις μεταξύ της επιχείρησης επενδύσεων και των επαγγελματιών πελατών της, όπως αναφέρεται στο παράρτημα II της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, ώστε να διασφαλίζεται η άμεση γνωστοποίηση της διάθεσης αξιών σε συναλλαγή, η επιβεβαίωση της διάθεσης αυτής και η επιβεβαίωση της αποδοχής ή της απόρριψης των όρων εγκαίρως πριν από την προβλεπόμενη ημερομηνία διακανονισμού.

Η ΕΑΚΑΑ εκδίδει, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, κατευθυντήριες γραμμές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, σχετικά με τις τυποποιημένες διαδικασίες και τα πρωτόκολλα αποστολής μηνυμάτων που θα χρησιμοποιηθούν για τη συμμόρφωση με το δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

3.  
Για κάθε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων που διαχειρίζεται, το ΚΑΤ καθιερώνει διαδικασίες που διευκολύνουν τους διακανονισμούς συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 την προβλεπόμενη ημερομηνία διακανονισμού, με ελάχιστη έκθεση των συμμετεχόντων του σε κίνδυνο αντισυμβαλλομένου και κίνδυνο ρευστότητας και με χαμηλό ποσοστό περιπτώσεων αδυναμίας διακανονισμού. Προάγει την ταχεία πραγματοποίηση του διακανονισμού κατά την προβλεπόμενη ημερομηνία διακανονισμού μέσω κατάλληλων μηχανισμών.
4.  
Για κάθε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων που διαχειρίζεται, το ΚΑΤ λαμβάνει μέτρα για να παροτρύνει και να δώσει κίνητρα για τον έγκαιρο διακανονισμό των συναλλαγών από τους συμμετέχοντες σε αυτό. Τα ΚΑΤ απαιτούν από τους συμμετέχοντες να διακανονίζουν τις συναλλαγές τους κατά την προβλεπόμενη ημερομηνία διακανονισμού.

▼M4

5.  

Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικεύσει τα μέτρα για την πρόληψη της αδυναμίας διακανονισμού με σκοπό την αύξηση της αποτελεσματικότητας του διακανονισμού, και ιδίως:

α) 

τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνουν οι επιχειρήσεις επενδύσεων σύμφωνα με την παράγραφο 2 πρώτο εδάφιο·

β) 

τις λεπτομέρειες των διαδικασιών που διευκολύνουν τον διακανονισμό που αναφέρονται στην παράγραφο 3, οι οποίες θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν τη διαμόρφωση των μεγεθών των συναλλαγών, τον μερικό διακανονισμό των προβληματικών συναλλαγών και τη χρήση προγραμμάτων αυτόματης δανειοδότησης/δανεισμού που παρέχονται από ορισμένα ΚΑΤ· και

γ) 

τις λεπτομέρειες των μέτρων για την παρότρυνση και την παροχή κινήτρων για τον έγκαιρο διακανονισμό των συναλλαγών που αναφέρονται στην παράγραφο 4.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τη 17η Ιουλίου 2025.

▼B

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

▼M4

Άρθρο 7

Μέτρα αντιμετώπισης της αδυναμίας διακανονισμού

1.  
Για κάθε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων που διαχειρίζεται, το ΚΑΤ καθιερώνει σύστημα που παρακολουθεί τις περιπτώσεις αδυναμίας διακανονισμού των συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα, που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1. Το ΚΑΤ υποβάλλει τακτικές αναφορές στην αρμόδια αρχή και στις οικείες αρχές όσον αφορά τον αριθμό και τα στοιχεία των περιπτώσεων αδυναμίας διακανονισμού και τυχόν άλλες σχετικές πληροφορίες περιλαμβανομένων των μέτρων που εξετάζει το ΚΑΤ και οι συμμετέχοντες σε αυτό για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του διακανονισμού. Οι εν λόγω αναφορές δημοσιεύονται ετησίως σε συγκεντρωτική και ανώνυμη μορφή από το ΚΑΤ. Οι αρμόδιες αρχές ανταλλάσσουν με την ΕΑΚΑΑ τυχόν σημαντικές πληροφορίες που διαθέτουν σχετικά με περιπτώσεις αδυναμίας διακανονισμού.
2.  
Για κάθε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων το οποίο διαχειρίζεται, το ΚΑΤ καθιερώνει διαδικασίες που διευκολύνουν τον διακανονισμό των συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1, οι οποίες δεν έχουν διακανονιστεί κατά την προβλεπόμενη ημερομηνία διακανονισμού. Οι εν λόγω διαδικασίες προβλέπουν μηχανισμό κυρώσεων ο οποίος λειτουργεί ως αποτελεσματικό αποτρεπτικό μέσο για τους συμμετέχοντες που προκαλούν αδυναμία διακανονισμού.

Πριν από τη θέσπιση των διαδικασιών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, το ΚΑΤ διαβουλεύεται με τους σχετικούς τόπους διαπραγμάτευσης και τους κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους στους οποίους παρέχει υπηρεσίες διακανονισμού.

Ο μηχανισμός κυρώσεων που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο περιλαμβάνει χρηματικές ποινές για τους συμμετέχοντες που προκαλούν αδυναμία διακανονισμού (“υπερήμεροι συμμετέχοντες”). Οι χρηματικές ποινές υπολογίζονται σε ημερήσια βάση για κάθε εργάσιμη ημέρα καθυστέρησης του διακανονισμού της συναλλαγής μετά την προβλεπόμενη ημερομηνία διακανονισμού και έως ότου η συναλλαγή διακανονιστεί ή ακυρωθεί διμερώς. Οι χρηματικές ποινές δεν προβλέπονται ως πηγή εσόδων για το ΚΑΤ.

3.  

Ο μηχανισμός κυρώσεων που αναφέρεται στην παράγραφο 2 δεν εφαρμόζεται σε:

γ) 

πράξεις στις οποίες ο υπερήμερος συμμετέχων είναι κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, με εξαίρεση τις συναλλαγές που συνάπτονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, εφόσον δεν παρεμβάλλεται μεταξύ των αντισυμβαλλομένων· ή

δ) 

συναλλαγές στις οποίες κινείται διαδικασία αφερεγγυότητας έναντι του υπερήμερου συμμετέχοντος.

4.  
Ένας κεντρικός αντισυμβαλλόμενος μπορεί να θεσπίσει στους κανόνες του μηχανισμό για την κάλυψη των ζημιών που θα μπορούσε να υποστεί λόγω της εφαρμογής της παραγράφου 2 τρίτο εδάφιο.
5.  

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 67 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό παραμέτρων για τον υπολογισμό του αποτρεπτικού και αναλογικού επιπέδου των χρηματικών ποινών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 τρίτο εδάφιο του παρόντος άρθρου βάσει όλων των ακολούθων:

α) 

είδος περιουσιακού στοιχείου·

β) 

ρευστότητα του χρηματοπιστωτικού μέσου·

γ) 

είδος συναλλαγής·

δ) 

διάρκεια της αδυναμίας διακανονισμού.

Κατά τον προσδιορισμό των παραμέτρων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη το επίπεδο της αδυναμίας διακανονισμού ανά κατηγορία χρηματοπιστωτικών μέσων και τις επιπτώσεις που θα μπορούσαν να έχουν τα χαμηλά ή αρνητικά επιτόκια στα κίνητρα των αντισυμβαλλομένων και στις περιπτώσεις αδυναμίας διακανονισμού. Οι παράμετροι που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των χρηματικών ποινών διασφαλίζουν υψηλό βαθμό συμμόρφωσης προς τη διαδικασία διακανονισμού, καθώς και την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία των σχετικών χρηματοπιστωτικών αγορών.

Η Επιτροπή επανεξετάζει τις παραμέτρους για τον υπολογισμό του επιπέδου των χρηματικών ποινών σε τακτική βάση και τουλάχιστον κάθε τέσσερα έτη, με σκοπό την επαναξιολόγηση της καταλληλότητας και της αποτελεσματικότητας των χρηματικών ποινών σε σχέση με την επίτευξη ενός θεωρούμενου ως αποδεκτού επιπέδου περιπτώσεων αδυναμίας διακανονισμού στην Ένωση, λαμβανομένου υπόψη του αντίκτυπου στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης.

6.  
Έως τη 17η Ιανουαρίου 2026, η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει και επικαιροποιεί στον ιστότοπό της κατάλογο των χρηματοπιστωτικών μέσων που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 τα οποία έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση ή αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε τόπο διαπραγμάτευσης ή εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο.
7.  
ΚΑΤ, κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι και τόποι διαπραγμάτευσης θεσπίζουν διαδικασίες που τους δίνουν την ευχέρεια να αναστέλλουν, κατόπιν διαβουλεύσεων με τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές τους, τη συμμετοχή συμμετέχοντος που κατ’ επανάληψη και συστηματικά δεν παραδίδει τα χρηματοπιστωτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1 κατά την προβλεπόμενη ημερομηνία διακανονισμού, καθώς και να δημοσιοποιούν την ταυτότητα του εν λόγω συμμετέχοντος, μόνον αφού δώσουν στον συμμετέχοντα αυτόν την ευκαιρία να υποβάλει τις παρατηρήσεις του και υπό την προϋπόθεση ότι οι αρμόδιες αρχές των ΚΑΤ, των κεντρικών αντισυμβαλλομένων και των τόπων διαπραγμάτευσης, καθώς και του εν λόγω συμμετέχοντος έχουν ενημερωθεί δεόντως. Πέραν των διαβουλεύσεων πριν από την αναστολή, ΚΑΤ, κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι και τόποι διαπραγμάτευσης ενημερώνουν χωρίς καθυστέρηση τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές σχετικά με την αναστολή της συμμετοχής συμμετέχοντος. Η αρμόδια αρχή ενημερώνει αμέσως τις σχετικές αρχές σχετικά με την αναστολή της συμμετοχής συμμετέχοντος.

Η δημοσιοποίηση της αναστολής δεν περιλαμβάνει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα όπως ορίζονται στο άρθρο 4 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 3 ).

Η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται σε υπερήμερους συμμετέχοντες που είναι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι ή σε περιπτώσεις κατά τις οποίες κινείται διαδικασία αφερεγγυότητας κατά του υπερήμερου συμμετέχοντος.

8.  
Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται όταν ο κύριος τόπος διαπραγμάτευσης των μετοχών βρίσκεται σε τρίτη χώρα. Η τοποθεσία του κύριου τόπου διαπραγμάτευσης καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012.
9.  

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 67 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό:

α) 

των υποκείμενων αιτίων για τις περιπτώσεις αδυναμίας διακανονισμού οι οποίες πρέπει να θεωρείται ότι δεν μπορούν να αποδοθούν στους συμμετέχοντες στη συναλλαγή σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου· και

β) 

των περιστάσεων υπό τις οποίες οι πράξεις δεν θεωρούνται συναλλαγές σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο β) του παρόντος άρθρου.

10.  

Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθοριστούν τα κατωτέρω:

α) 

οι λεπτομέρειες του συστήματος παρακολούθησης των περιπτώσεων αδυναμίας διακανονισμού και των αναφορών για τις περιπτώσεις αδυναμίας διακανονισμού που αναφέρονται στην παράγραφο 1·

β) 

οι διαδικασίες είσπραξης και αναδιανομής των χρηματικών ποινών, όπως και κάθε άλλου πιθανού εσόδου που προκύπτει από τις ποινές αυτές σύμφωνα με την παράγραφο 2·

γ) 

οι συνθήκες υπό τις οποίες θεωρείται ότι ο συμμετέχων δεν παραδίδει κατ’ επανάληψη και συστηματικά τα χρηματοπιστωτικά μέσα, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 7.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τη 17η Ιανουαρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 7α

Διαδικασία υποχρεωτικής αγοράς κάλυψης “buy-in”

1.  
Με την επιφύλαξη του μηχανισμού κυρώσεων που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 και του δικαιώματος διμερούς ακύρωσης της συναλλαγής, κατόπιν διαβούλευσης με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου και βάσει της ανάλυσης κόστους-οφέλους που παρέχεται από την ΕΑΚΑΑ σύμφωνα με το άρθρο 74 παράγραφος 4, η Επιτροπή μπορεί, με εκτελεστική πράξη, να αποφασίσει σε ποια από τα χρηματοπιστωτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1, ή σε κατηγορίες συναλλαγών στα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα, πρέπει να εφαρμόζεται διαδικασία υποχρεωτικής αγοράς κάλυψης “buy-in” που αναφέρεται στις παραγράφους 4 έως 10 του παρόντος άρθρου, όταν η Επιτροπή θεωρεί ότι οι υποχρεωτικές αγορές κάλυψης “buy-in” αποτελούν αναγκαίο, κατάλληλο και αναλογικό μέσο για την αντιμετώπιση του επιπέδου αδυναμίας διακανονισμού στην Ένωση.

Η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει την αναφερόμενη στο πρώτο εδάφιο εκτελεστική πράξη μόνο εφόσον πληρούνται και οι δύο προϋποθέσεις που ακολουθούν:

α) 

η εφαρμογή του αναφερόμενου στο άρθρο 7 παράγραφος 2 μηχανισμού κυρώσεων δεν έχει οδηγήσει σε μακροπρόθεσμη, βιώσιμη μείωση των περιπτώσεων αδυναμίας διακανονισμού στην Ένωση ή στη διατήρηση ενός μειωμένου επιπέδου αδυναμίας διακανονισμού στην Ένωση, ακόμη και μετά από επανεξέταση του επιπέδου των χρηματικών ποινών σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 5 δεύτερο εδάφιο·

β) 

το επίπεδο αδυναμίας διακανονισμού στην Ένωση έχει ή ενδέχεται να έχει αρνητικές επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της Ένωσης.

Προκειμένου να καταλήξει στην αναφερόμενη στο πρώτο εδάφιο απόφαση, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη όλα όσα ακολουθούν:

α) 

τον δυνητικό αντίκτυπο της διαδικασίας υποχρεωτικής αγοράς κάλυψης “buy-in” στις χρηματοπιστωτικές αγορές στην Ένωση·

β) 

τον αριθμό, τον όγκο και τη διάρκεια των περιπτώσεων αδυναμίας διακανονισμού, συμπεριλαμβανομένου του αριθμού και του όγκου των εκκρεμών περιπτώσεων αδυναμίας διακανονισμού κατά τη λήξη της αναφερόμενης στην παράγραφο 4 περιόδου παράτασης·

γ) 

κατά πόσον ένα συγκεκριμένο χρηματοπιστωτικό μέσο ή μια συγκεκριμένη κατηγορία συναλλαγών στο εν λόγω χρηματοπιστωτικό μέσο υπόκειται ήδη σε κατάλληλες συμβατικές διατάξεις που παρέχουν στους αποδέκτες συμμετέχοντες το δικαίωμα να ενεργοποιήσουν την αγορά κάλυψης “buy-in”.

Η εκτελεστική πράξη εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 68 παράγραφος 2. Ορίζει ημερομηνία εφαρμογής η οποία θα είναι τουλάχιστον ένα έτος μετά από αυτή της έναρξης ισχύος της.

2.  
Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει και επικαιροποιεί στον ιστότοπό της κατάλογο των χρηματοπιστωτικών μέσων που καθορίζονται στην αναφερόμενη στην παράγραφο 1 εκτελεστική πράξη.
3.  

Πριν από την έκδοση της εκτελεστικής πράξης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, η Επιτροπή:

α) 

αξιολογεί την αποτελεσματικότητα και την αναλογικότητα του μηχανισμού κυρώσεων που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 και, όπου το κρίνει σκόπιμο, μεταβάλλει τη δομή ή την αυστηρότητα του μηχανισμού κυρώσεων προκειμένου να αυξηθεί η αποδοτικότητα του διακανονισμού στην Ένωση·

β) 

εξετάζει κατά πόσον πληρούνται οι αναφερόμενες στην παράγραφο 1 προϋποθέσεις, παρά την προηγούμενη εφαρμογή των μηχανισμού κυρώσεων που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2 και εξετάζει τη λογική και τις πιθανές επιπτώσεις στο κόστος που έχει η υπαγωγή συγκεκριμένων χρηματοπιστωτικών μέσων και κατηγοριών συναλλαγών στις υποχρεωτικές αγορές κάλυψης “buy-in”.

4.  
Με την επιφύλαξη του δικαιώματος διμερούς ακύρωσης της συναλλαγής, εάν η Επιτροπή έχει εκδώσει εκτελεστική πράξη σύμφωνα με την παράγραφο 1 και ο υπερήμερος συμμετέχων δεν έχει παραδώσει στον αποδέκτη συμμετέχοντα τα χρηματοπιστωτικά μέσα που καλύπτονται από την εν λόγω εκτελεστική πράξη εντός χρονικού διαστήματος μετά την προβλεπόμενη ημερομηνία διακανονισμού (“περίοδος παράτασης”) που ισούται με πέντε εργάσιμες ημέρες, ξεκινά διαδικασία υποχρεωτικής αγοράς κάλυψης “buy-in”.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, βάσει του είδους του τίτλου και της ρευστότητας των σχετικών χρηματοπιστωτικών μέσων, η περίοδος παράτασης μπορεί να αυξηθεί ως τις επτά εργάσιμες ημέρες, κατ’ ανώτατο όριο, όταν η πρόβλεψη βραχύτερης περιόδου παράτασης θα επηρέαζε την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία των σχετικών χρηματοπιστωτικών αγορών.

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο και από το δεύτερο εδάφιο, όταν η συναλλαγή αφορά χρηματοπιστωτικά μέσα που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ, η περίοδος παράτασης ορίζεται σε 15 εργάσιμες ημέρες, εκτός αν η εν λόγω αγορά αποφασίσει να εφαρμόσει βραχύτερη περίοδο.

5.  
Τα μέσα που υπόκεινται στη διαδικασία υποχρεωτικής αγοράς κάλυψης “buy-in” είναι διαθέσιμα για διακανονισμό και παραδίδονται στον αποδέκτη συμμετέχοντα εντός κατάλληλου χρονικού πλαισίου.
6.  
Σε περίπτωση αδυναμίας διακανονισμού σε μια αλυσίδα συναλλαγών που έχει ως αποτέλεσμα αδυναμία διακανονισμού μεταγενέστερων συναλλαγών στην αλυσίδα, κάθε συμμετέχων έχει το δικαίωμα να μεταβιβάσει την υποχρέωσή του να κινήσει την υποχρεωτική αγορά κάλυψης “buy-in” στον επόμενο συμμετέχοντα στην αλυσίδα.

Ο ενδιάμεσος αποδέκτης συμμετέχων θεωρείται ότι συμμορφώνεται με την υποχρέωση εκτέλεσης υποχρεωτικής αγοράς κάλυψης “buy-in” έναντι του υπερήμερου συμμετέχοντος όταν μεταβιβάζει την υποχρέωσή του σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο. Ο ενδιάμεσος αποδέκτης συμμετέχων μπορεί επίσης να μεταβιβάσει στον υπερήμερο συμμετέχοντα τις υποχρεώσεις του προς τον τελικό αποδέκτη συμμετέχοντα σύμφωνα με τις παραγράφους 8, 9 και 10.

Το σχετικό ΚΑΤ ενημερώνεται σχετικά με τον τρόπο επίλυσης του ζητήματος της αποτυχημένης συναλλαγής σε ολόκληρη την αλυσίδα συναλλαγών.

7.  

Η υποχρεωτική διαδικασία αγοράς κάλυψης “buy-in” που αναφέρεται στην παράγραφο 4 δεν εφαρμόζεται:

α) 

στις αδυναμίες διακανονισμού, τις πράξεις και τις συναλλαγές που απαριθμούνται στο άρθρο 7 παράγραφος 3·

β) 

σε συναλλαγές χρηματοδότησης τίτλων·

γ) 

σε άλλα είδη συναλλαγών που καθιστούν περιττή τη διαδικασία αγοράς κάλυψης “buy-in”·

δ) 

σε συναλλαγές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012.

8.  
Με την επιφύλαξη του μηχανισμού κυρώσεων που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφος 2, όταν το τίμημα των χρηματοπιστωτικών μέσων που είχε συμφωνηθεί κατά τον χρόνο της διαπραγμάτευσης διαφέρει από το τίμημα που καταβάλλεται για την εκτέλεση της αγοράς κάλυψης “buy-in”, η διαφορά καταβάλλεται από τον συμμετέχοντα που επωφελείται από την εν λόγω διαφορά τιμής στον άλλο συμμετέχοντα, το αργότερο τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα μετά την παράδοση των χρηματοπιστωτικών μέσων που ακολουθεί την αγορά κάλυψης.
9.  
Εάν η αγορά κάλυψης “buy-in” αποτύχει ή δεν είναι δυνατή, ο αποδέκτης συμμετέχων μπορεί να επιλέξει είτε να του καταβληθεί χρηματική αποζημίωση είτε να αναβληθεί ο χρόνος εκτέλεσης της αγοράς κάλυψης για κατάλληλη μεταγενέστερη ημερομηνία (“περίοδος αναβολής”). Εάν τα σχετικά χρηματοπιστωτικά μέσα δεν παραδοθούν στον αποδέκτη συμμετέχοντα έως το πέρας της περιόδου αναβολής, στον αποδέκτη συμμετέχοντα καταβάλλεται χρηματική αποζημίωση.

Η χρηματική αποζημίωση καταβάλλεται το αργότερο τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα μετά το πέρας είτε της αναφερόμενης στην παράγραφο 4 υποχρεωτικής διαδικασίας αγοράς κάλυψης “buy-in” είτε, στις περιπτώσεις στις οποίες ο αποδέκτης συμμετέχων επιλέγει την αναβολή της εκτέλεσης της υποχρεωτικής αγοράς κάλυψης “buy-in”, της περιόδου αναβολής.

10.  
Ο υπερήμερος συμμετέχων επιστρέφει στην οντότητα που εκτελεί την αγορά κάλυψης “buy-in” όλα τα ποσά που καταβλήθηκαν σε σχέση με τη διαδικασία υποχρεωτικής αγοράς κάλυψης “buy-in” που κινήθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 4 πρώτο εδάφιο, περιλαμβανομένων των τυχόν προμηθειών εκτέλεσης που προκύπτουν από την αγορά κάλυψης “buy-in”. Οι προμήθειες αυτές γνωστοποιούνται με σαφήνεια στους συμμετέχοντες.
11.  

Οι παράγραφοι 4 έως 10 εφαρμόζονται σε όλες τις συναλλαγές με αντικείμενο τα χρηματοπιστωτικά μέσα που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 1, τα οποία έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση ή αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε τόπο διαπραγμάτευσης ή αντικείμενο εκκαθάρισης από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, ως εξής:

α) 

για τις συναλλαγές που εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, ο εν λόγω κεντρικός αντισυμβαλλόμενος είναι η οντότητα που εκτελεί την αγορά κάλυψης “buy-in”, σύμφωνα με τις παραγράφους 4 έως 10·

β) 

για τις συναλλαγές που δεν εκκαθαρίζονται από κεντρικό αντισυμβαλλόμενο, αλλά εκτελούνται σε τόπο διαπραγμάτευσης, ο τόπος διαπραγμάτευσης προβλέπει, στους εσωτερικούς του κανόνες, υποχρέωση για τα μέλη του και τους συμμετέχοντες σε αυτόν να εφαρμόσουν τα μέτρα που αναφέρονται στις παραγράφους 4 έως 10.

γ) 

για όλες τις λοιπές συναλλαγές εκτός αυτών που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) του παρόντος εδαφίου, τα ΚΑΤ προβλέπουν, στους εσωτερικούς τους κανόνες, υποχρέωση για τους συμμετέχοντες σε αυτά να υποβληθούν στα μέτρα που αναφέρονται στις παραγράφους 4 έως 10.

Ένα ΚΑΤ παρέχει τις απαραίτητες πληροφορίες για τον διακανονισμό σε κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους και τόπους διαπραγμάτευσης, προκειμένου να είναι αυτοί σε θέση να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από την παρούσα παράγραφο.

Με την επιφύλαξη των στοιχείων α), β) και γ) του πρώτου εδαφίου, τα ΚΑΤ μπορούν να επιβλέπουν την εκτέλεση των αγορών κάλυψης “buy-in” που αναφέρονται στα εν λόγω στοιχεία, σε ό,τι αφορά πολλαπλές εντολές διακανονισμού, επί των ίδιων χρηματοπιστωτικών μέσων και με την ίδια ημερομηνία λήξης της προθεσμίας εκτέλεσης, με σκοπό την ελαχιστοποίηση του αριθμού των αγορών κάλυψης “buy-in” που πρέπει να εκτελεστούν και, ως εκ τούτου, του αντίκτυπου στις τιμές των σχετικών χρηματοπιστωτικών μέσων.

12.  
Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται όταν ο κύριος τόπος διαπραγμάτευσης των μετοχών βρίσκεται σε τρίτη χώρα. Η τοποθεσία του κύριου τόπου διαπραγμάτευσης καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012.
13.  
Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να συστήσει στην Επιτροπή να αναστείλει με αναλογικό τρόπο τον μηχανισμό αγοράς κάλυψης “buy-in” που αναφέρεται στις παραγράφους 4 έως 10 για συγκεκριμένες κατηγορίες χρηματοπιστωτικών μέσων, όταν αυτό είναι αναγκαίο, για την αποφυγή ή την αντιμετώπιση σοβαρής απειλής για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ή την εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών στην Ένωση. Η σύσταση αυτή συνοδεύεται από πλήρως αιτιολογημένη αξιολόγηση της αναγκαιότητάς της και δεν δημοσιοποιείται.

Πριν κάνει την αναφερόμενη στο πρώτο εδάφιο σύσταση, η ΕΑΚΑΑ διαβουλεύεται με τα μέλη του ΕΣΚΤ και με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου.

Η Επιτροπή, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά την παραλαβή της σύστασης, με βάση τους λόγους και τα αποδεικτικά στοιχεία που παρέχει η ΕΑΚΑΑ, είτε αναστέλλει τον μηχανισμό υποχρεωτικής αγοράς κάλυψης “buy-in” που αναφέρεται στις παραγράφους 4 έως 10 για τις συγκεκριμένες κατηγορίες χρηματοπιστωτικών μέσων μέσω εκτελεστικής πράξης είτε απορρίπτει τη συνιστώμενη αναστολή. Όταν η Επιτροπή απορρίπτει τη προτεινόμενη αναστολή, αναφέρει τους λόγους γραπτώς στην ΕΑΚΑΑ. Οι εν λόγω πληροφορίες δεν δημοσιοποιούνται.

Η εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 68 παράγραφος 3.

Η αναστολή του μηχανισμού υποχρεωτικής αγοράς κάλυψης “buy-in” κοινοποιείται στην ΕΑΚΑΑ και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στον δικτυακό τόπο της Επιτροπής.

Η αναστολή του μηχανισμού υποχρεωτικής αγοράς κάλυψης “buy-in” ισχύει για αρχική περίοδο που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες από την ημερομηνία εφαρμογής της εν λόγω αναστολής.

Όταν οι λόγοι για την αναστολή εξακολουθούν να ισχύουν, η Επιτροπή μπορεί, μέσω εκτελεστικής πράξης, να παρατείνει την αναστολή για πρόσθετες περιόδους τριών μηνών κατά μέγιστο όριο για εκάστη, με συνολική περίοδο αναστολής που δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες. Η παράταση της αναστολής δημοσιεύεται σύμφωνα με το πέμπτο εδάφιο.

Η εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στο έβδομο εδάφιο εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία στην οποία παραπέμπει το άρθρο 68 παράγραφος 3. Η ΕΑΚΑΑ, σε εύθετο χρόνο πριν από τη λήξη της αναστολής που αναφέρεται στο έκτο εδάφιο ή τυχόν παράτασης που αναφέρεται στο έβδομο εδάφιο, γνωμοδοτεί στην Επιτροπή σχετικά με το κατά πόσον εξακολουθούν να ισχύουν οι λόγοι της αναστολής.

14.  
Στις περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή έχει εκδώσει εκτελεστική πράξη σύμφωνα με την παράγραφο 1, επανεξετάζει την εν λόγω απόφαση σε τακτική βάση και τουλάχιστον κάθε τέσσερα έτη, προκειμένου να αξιολογήσει κατά πόσον εξακολουθούν να πληρούνται οι προϋποθέσεις που ορίζονται στην εν λόγω παράγραφο.

Στις περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή θεωρεί ότι η υποχρεωτική αγορά κάλυψης “buy-in” δεν είναι πλέον δικαιολογημένη ή δεν αντιμετωπίζει τις περιπτώσεις αδυναμίας διακανονισμού στην Ένωση και δεν είναι πλέον αναγκαία, κατάλληλη ή αναλογική, εκδίδει, χωρίς καθυστέρηση, εκτελεστικές πράξεις για την τροποποίηση ή την κατάργηση της εκτελεστικής πράξης που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Η εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 68 παράγραφος 2.

Στις περιπτώσεις στις οποίες η ΕΑΚΑΑ θεωρεί ότι η υποχρεωτική αγορά κάλυψης “buy-in” δεν είναι πλέον δικαιολογημένη ή δεν αντιμετωπίζει τις περιπτώσεις αδυναμίας διακανονισμού στην Ένωση και δεν είναι πλέον αναγκαία, κατάλληλη ή αναλογική, μπορεί να συστήσει στην Επιτροπή να τροποποιήσει ή να καταργήσει την εκτελεστική πράξη που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Η παράγραφος 13 πρώτο έως τέταρτο εδάφιο εφαρμόζεται κατ’ αναλογία.

15.  

Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθοριστούν περαιτέρω τα κατωτέρω:

α) 

οι λεπτομέρειες της λειτουργίας της κατάλληλης διαδικασίας αγοράς κάλυψης “buy-in” που αναφέρεται στις παραγράφους 4 έως 10, περιλαμβανομένων των κατάλληλων χρονικών πλαισίων, με στάθμιση ανάλογα με το είδος του τίτλου και τη ρευστότητα των χρηματοπιστωτικών μέσων, για την παράδοση του χρηματοπιστωτικού μέσου μετά τη διαδικασία αγοράς κάλυψης “buy-in”·

β) 

οι περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να επιμηκυνθεί η περίοδος παράτασης, ανάλογα με το είδος του τίτλου και τη ρευστότητα των χρηματοπιστωτικών μέσων, σύμφωνα με τους όρους της παραγράφου 4 δεύτερο εδάφιο, λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια εκτίμησης της ρευστότητας σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014·

γ) 

οι λεπτομέρειες του μηχανισμού μεταβίβασης σύμφωνα με την παράγραφο 6·

δ) 

άλλα είδη συναλλαγών που καθιστούν περιττή τη διαδικασία αγοράς κάλυψης “buy-in”, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 7 στοιχείο γ), όπως συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας ή συναλλαγές που περιλαμβάνουν ρήτρες εκκαθαριστικού συμψηφισμού·

ε) 

η μεθοδολογία υπολογισμού της χρηματικής αποζημίωσης που αναφέρεται στην παράγραφο 9·

στ) 

οι βασικές πληροφορίες για τον διακανονισμό που αναφέρονται στην παράγραφο 11 δεύτερο εδάφιο· και

ζ) 

οι λεπτομέρειες του τρόπου με τον οποίο οι συμμετέχοντες των ΚΑΤ, οι κεντρικοί αντισυμβαλλόμενοι και τα μέλη του τόπου διαπραγμάτευσης πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες των ιδιωτών επενδυτών κατά την εκτέλεση της υποχρεωτικής αγοράς κάλυψης “buy-in” σύμφωνα με την παράγραφο 11.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τη 17η Ιανουαρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

▼B

Άρθρο 8

Εφαρμογή

1.  
Η αρμόδια αρχή του ΚΑΤ που διαχειρίζεται το σύστημα διακανονισμού αξιογράφων, η σχετική αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία του οικείου συστήματος διακανονισμού αξιογράφων, καθώς και οι αρμόδιες αρχές για την εποπτεία των τόπων διαπραγμάτευσης, των επενδυτικών εταιρειών και των κεντρικών αντισυμβαλλομένων είναι αρμόδιες για τη διασφάλιση της εφαρμογής των άρθρων 6 και 7 από τους φορείς που τελούν υπό την επίβλεψή τους και για την παρακολούθηση της εφαρμογής των επιβαλλόμενων κυρώσεων. Όταν είναι αναγκαίο, οι αντίστοιχες αρμόδιες αρχές συνεργάζονται στενά. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την ΕΑΚΑΑ σχετικά με τις αρμόδιες αρχές που έχουν οριστεί, οι οποίες αποτελούν μέρος της εποπτικής δομής σε εθνικό επίπεδο.
2.  
Προκειμένου να διασφαλιστεί η εφαρμογή συνεπών, αποτελεσματικών και αποδοτικών εποπτικών πρακτικών εντός της Ένωσης σε σχέση με τα άρθρα 6 και 7 του παρόντος κανονισμού, η ΕΑΚΑΑ μπορεί, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.
3.  
Η παράβαση των κανόνων που περιέχονται στον παρόντα τίτλο δεν επηρεάζει το κύρος των ιδιωτικών συμβάσεων με αντικείμενο χρηματοπιστωτικά μέσα ούτε τη δυνατότητα των συμβαλλομένων να επιβάλλουν την εφαρμογή των όρων ιδιωτικών συμβάσεων με αντικείμενο χρηματοπιστωτικά μέσα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Εσωτερικοποιημένος διακανονισμός

Άρθρο 9

Εσωτερικοποιητές διακανονισμών

1.  
Οι εσωτερικοποιητές διακανονισμών υποβάλλουν σε τριμηνιαία βάση στις αρμόδιες αρχές του τόπου εγκατάστασής τους στοιχεία σχετικά με τον συνολικό όγκο και αξία όλων των συναλλαγών που διακανονίζουν εκτός συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων.

Οι αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν χωρίς καθυστέρηση στην ΕΑΚΑΑ τις πληροφορίες που λαμβάνουν δυνάμει του πρώτου εδαφίου και ενημερώνουν την ΕΑΚΑΑ σχετικά με οποιοδήποτε δυνητικό συστημικό κίνδυνο που προέρχεται από αυτήν τη δραστηριότητα διακανονισμού.

2.  
Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικευθεί περαιτέρω το περιεχόμενο της εν λόγω υποβολής στοιχείων.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

3.  
Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει τα τυποποιημένα έντυπα, υποδείγματα και διαδικασίες για την υποβολή των στοιχείων και τη διαβίβαση των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 18 Ιουνίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

ΤΙΤΛΟΣ III

ΚΕΝΤΡΙΚΑ ΑΠΟΘΕΤΗΡΙΑ ΤΙΤΛΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Αδειοδότηση και εποπτεία των ΚΑΤ

Τμήμα 1

Αρχές υπεύθυνες για την αδειοδότηση και την εποπτεία των ΚΑΤ

Άρθρο 10

Αρμόδια αρχή

Με την επιφύλαξη της επίβλεψης από τα μέλη του ΕΣΚΤ που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1, τα ΚΑΤ υπόκεινται σε χορήγηση άδειας και σε εποπτεία από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής τους.

Άρθρο 11

Ορισμός της αρμόδιας αρχής

1.  
Κάθε κράτος μέλος ορίζει την αρμόδια αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για την εκτέλεση των καθηκόντων που απορρέουν από τον παρόντα κανονισμό, όσον αφορά την αδειοδότηση και την εποπτεία των ΚΑΤ που είναι εγκατεστημένα στο έδαφός του και ενημερώνει σχετικά την ΕΑΚΑΑ.

Εάν κράτος μέλος ορίσει περισσότερες από μία αρμόδιες αρχές, προσδιορίζει τους αντίστοιχους ρόλους τους και ορίζει μία μόνον αρχή ως υπεύθυνη για τη συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών, τις σχετικές αρχές την ΕΑΚΑΑ και την ΕΑΤ στις περιπτώσεις που αναφέρονται συγκεκριμένα στον παρόντα κανονισμό.

2.  
Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει στον δικτυακό της τόπο κατάλογο των αρμόδιων αρχών που έχουν οριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 1.
3.  
Οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν τις εξουσίες εποπτείας και διερεύνησης που είναι αναγκαίες για την άσκηση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 12

Σχετικές αρχές

1.  

Οι ακόλουθες αρχές συμμετέχουν στην αδειοδότηση και την εποπτεία των ΚΑΤ στις περιπτώσεις που αναφέρονται συγκεκριμένα στον παρόντα κανονισμό:

α) 

η αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία του συστήματος διακανονισμού αξιογράφων υπό τη διαχείριση ΚΑΤ στο κράτος μέλος του οποίου το δίκαιο εφαρμόζεται στο εν λόγω σύστημα διακανονισμού αξιογράφων·

▼M4

β) 

οι κεντρικές τράπεζες της Ένωσης που εκδίδουν τα πιο σημαντικά νομίσματα στα οποία πραγματοποιείται ή θα πραγματοποιηθεί ο διακανονισμός·

γ) 

όπου αρμόζει, η κεντρική τράπεζα εντός της Ένωσης, στα βιβλία της οποίας διακανονίζονται ή θα διακανονιστούν οι πληρωμές τοις μετρητοίς του συστήματος διακανονισμού αξιογράφων που διαχειρίζεται το ΚΑΤ.

▼B

2.  
Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει στον δικτυακό της τόπο κατάλογο των σχετικών αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
3.  
Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να καθοριστούν οι όροι υπό τους οποίους τα νομίσματα της Ένωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχείο β) θεωρούνται ως τα πιο σημαντικά, καθώς και για να καθοριστούν αποτελεσματικές πρακτικές ρυθμίσεις για τη διαβούλευση με τις σχετικές αρχές που αναφέρονται στα στοιχεία β) και γ) της εν λόγω παραγράφου.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 18 Ιουνίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 13

Ανταλλαγή πληροφοριών

1.  
Οι αρμόδιες αρχές, οι σχετικές αρχές και η ΕΑΚΑΑ ανταλλάσσουν μεταξύ τους, κατόπιν αιτήματος και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων τους βάσει του παρόντος κανονισμού.
2.  
Οι αρμόδιες αρχές, οι σχετικές αρχές, η ΕΑΚΑΑ και άλλοι φορείς ή φυσικά ή νομικά πρόσωπα που λαμβάνουν εμπιστευτικές πληροφορίες κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δυνάμει του παρόντος κανονισμού τις χρησιμοποιούν μόνον κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων τους.

Άρθρο 14

Συνεργασία μεταξύ αρχών

1.  
Οι αρμόδιες αρχές, οι σχετικές αρχές και η ΕΑΚΑΑ συνεργάζονται στενά, μεταξύ άλλων ανταλλάσσοντας όλες τις πληροφορίες που είναι σημαντικές για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού. Όποτε κρίνεται κατάλληλο και σκόπιμο, η εν λόγω συνεργασία περιλαμβάνει άλλες δημόσιες αρχές και φορείς, ιδίως όσες/όσους έχουν συσταθεί ή οριστεί δυνάμει της οδηγίας 2003/87/ΕΚ.

Προκειμένου να διασφαλιστεί η εφαρμογή συνεπών, αποτελεσματικών και αποδοτικών εποπτικών πρακτικών εντός της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της συνεργασίας μεταξύ των αρμόδιων αρχών και των σχετικών αρχών στις διάφορες αξιολογήσεις που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, η ΕΑΚΑΑ μπορεί, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές για τις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

2.  
Κατά την άσκηση των γενικών καθηκόντων τους, οι αρμόδιες αρχές εκτιμούν δεόντως τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των αποφάσεών τους στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε όλα τα άλλα σχετικά κράτη μέλη, ιδίως σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης που αναφέρονται στο άρθρο 15, βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών.

Άρθρο 15

Καταστάσεις έκτακτης ανάγκης

Με την επιφύλαξη της ειδοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 6 παράγραφος 3 της οδηγίας 98/26/ΕΚ, οι αρμόδιες αρχές και οι σχετικές αρχές ενημερώνουν αμέσως την ΕΑΚΑΑ, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου που συστάθηκε με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 4 ) και η μια την άλλη σχετικά με οποιαδήποτε κατάσταση έκτακτης ανάγκης που αφορά ένα ΚΑΤ, συμπεριλαμβανομένων τυχόν εξελίξεων στις χρηματοπιστωτικές αγορές, οι οποίες ενδέχεται να έχουν αρνητικό αντίκτυπο στη ρευστότητα της αγοράς, στη σταθερότητα του νομίσματος στο οποίο πραγματοποιείται ο διακανονισμός, στην ακεραιότητα της νομισματικής πολιτικής ή στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε οποιοδήποτε από τα κράτη μέλη όπου είναι εγκατεστημένο το ΚΑΤ ή ένας από τους συμμετέχοντες σε αυτό.

Τμήμα 2

Προϋποθέσεις και διαδικασίες για την αδειοδότηση ΚΑΤ

Άρθρο 16

Αδειοδότηση ΚΑΤ

1.  
Κάθε νομικό πρόσωπο που εμπίπτει στον ορισμό του ΚΑΤ λαμβάνει άδεια λειτουργίας από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένο, πριν ξεκινήσει τις δραστηριότητές του.
2.  
Η άδεια λειτουργίας προσδιορίζει τις βασικές υπηρεσίες που αναφέρονται στο τμήμα Α του παραρτήματος και τις επικουρικές υπηρεσίες μη τραπεζικού τύπου που επιτρέπονται βάσει του τμήματος Β του παραρτήματος, τις οποίες επιτρέπεται να παρέχει το ΚΑΤ.
3.  
Το ΚΑΤ πληροί ανά πάσα στιγμή τους αναγκαίους όρους χορήγησης της άδειας λειτουργίας.
4.  
Το ΚΑΤ, όπως και οι ανεξάρτητοι ελεγκτές του, ενημερώνουν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση την αρμόδια αρχή σχετικά με κάθε σημαντική μεταβολή που επηρεάζει τη συμμόρφωση με τους όρους αδειοδότησης.

Άρθρο 17

Διαδικασία χορήγησης της άδειας λειτουργίας

1.  
Το αιτούν ΚΑΤ υποβάλλει αίτηση χορήγησης άδειας λειτουργίας στην αρμόδια αρχή του.
2.  
Η αίτηση χορήγησης άδειας λειτουργίας συνοδεύεται από όλες τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε να μπορέσει η αρμόδια αρχή να πεισθεί ότι το αιτούν ΚΑΤ έχει προβεί, κατά τη στιγμή της χορήγησης της άδειας λειτουργίας, σε όλες τις αναγκαίες ρυθμίσεις για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του βάσει του παρόντος κανονισμού. Η αίτηση άδειας λειτουργίας περιέχει πρόγραμμα δραστηριοτήτων που προσδιορίζει τα είδη των σκοπούμενων δραστηριοτήτων και την οργανωτική δομή του ΚΑΤ.

▼M4

Κατά παρέκκλιση από το πρώτο εδάφιο, όταν το αιτούν ΚΑΤ δεν συμμορφώνεται με όλες τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού, αλλά μπορεί εύλογα να υποτεθεί ότι θα το πράξει όταν ξεκινά τις δραστηριότητές του, η αρμόδια αρχή μπορεί να χορηγήσει την άδεια υπό την προϋπόθεση ότι το αιτούν ΚΑΤ διαθέτει όλες τις αναγκαίες ρυθμίσεις για τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού όταν ξεκινά τις δραστηριότητές του.

▼B

3.  
Εντός 30 εργάσιμων ημερών από τη λήψη της αίτησης, η αρμόδια αρχή κρίνει αν η αίτηση είναι πλήρης. Εάν η αίτηση δεν είναι πλήρης, η αρμόδια αρχή τάσσει προθεσμία εντός της οποίας το αιτούν ΚΑΤ οφείλει να παράσχει συμπληρωματικές πληροφορίες. Η αρμόδια αρχή ενημερώνει το αιτούν ΚΑΤ όταν η αίτηση θεωρηθεί πλήρης.

▼M4

4.  
Μόλις η αίτηση θεωρηθεί πλήρης, η αρμόδια αρχή διαβιβάζει όλες τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην αίτηση στις σχετικές αρχές και διαβουλεύεται με τις εν λόγω αρχές σχετικά με τα χαρακτηριστικά του συστήματος διακανονισμού αξιογράφων που τελεί υπό τη διαχείριση του αιτούντος ΚΑΤ.

Κάθε σχετική αρχή μπορεί να εκδώσει αιτιολογημένη γνώμη του πεδίου των αρμοδιοτήτων της προς την αρμόδια αρχή εντός τριών μηνών από τη λήψη των πληροφοριών από τη σχετική αρχή. Αν η σχετική αρχή δεν εκδώσει γνώμη εντός της εν λόγω προθεσμίας, θεωρείται ότι έχει εκδώσει θετική γνώμη.

Εάν τουλάχιστον μία από τις σχετικές αρχές εκδώσει αρνητική αιτιολογημένη γνώμη και η αρμόδια αρχή προτίθεται εντούτοις να χορηγήσει την άδεια, η εν λόγω αρμόδια αρχή, εντός ενός μηνός από την παραλαβή της αρνητικής γνώμης, γνωστοποιεί στις σχετικές αρχές τους λόγους για τους οποίους προτίθεται να χορηγήσει την άδεια παρά την αρνητική γνώμη.

Οποιαδήποτε από τις σχετικές αρχές που εξέδωσαν αρνητική γνώμη που αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΚΑΑ για συνδρομή σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Εάν το ζήτημα δεν διευθετηθεί εντός 1 μηνός από την παραπομπή στην ΕΑΚΑΑ, η αρμόδια αρχή που προτίθεται να χορηγήσει την άδεια λειτουργίας λαμβάνει τελική απόφαση και παρέχει στις σχετικές αρχές λεπτομερή εξήγηση της απόφασής της εγγράφως.

Αν η αρμόδια αρχή προτίθεται να αρνηθεί τη χορήγηση άδειας, το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΚΑΑ.

Μια αρνητική γνώμη όπως αναφέρεται στο τρίτο εδάφιο περιέχει έγγραφη, πλήρη και λεπτομερή αιτιολόγηση, η οποία εκθέτει τους λόγους για τους οποίους δεν πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού ή άλλης νομοθεσίας της Ένωσης.

▼B

5.  
Στις περιπτώσεις όπου το αιτούν ΚΑΤ σκοπεύει να παρέχει τις υπηρεσίες που αναφέρονται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 2 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, πέραν της παροχής των επικουρικών υπηρεσιών μη τραπεζικού τύπου που ρητώς απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος, η αρμόδια αρχή διαβιβάζει όλες τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην αίτηση στην αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 67 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ και διαβουλεύεται με την εν λόγω αρχή για την ικανότητα συμμόρφωσης του αιτούντος ΚΑΤ προς τις απαιτήσεις της οδηγίας 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014.
6.  

Η αρμόδια αρχή, προτού χορηγήσει άδεια στο αιτούν ΚΑΤ, διαβουλεύεται με τις αρμόδιες αρχές του άλλου εμπλεκόμενου κράτους μέλους, στις εξής περιπτώσεις:

α) 

εάν το ΚΑΤ είναι θυγατρική άλλου ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος·

β) 

εάν το ΚΑΤ είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης ενός ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος·

γ) 

εάν το ΚΑΤ τελεί υπό τον έλεγχο των ίδιων φυσικών ή νομικών προσώπων που ελέγχουν άλλο ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος.

7.  

Η διαβούλευση που αναφέρεται στην παράγραφο 6 καλύπτει τα ακόλουθα ζητήματα:

α) 

την καταλληλότητα των μετόχων και των προσώπων που αναφέρονται στο άρθρο 27 παράγραφος 6 και τη φήμη και την πείρα των προσώπων που διευθύνουν ουσιαστικά τις δραστηριότητες του ΚΑΤ που αναφέρονται στο άρθρο 27 παράγραφοι 1 και 4, στις περιπτώσεις που οι εν λόγω μέτοχοι και πρόσωπα είναι κοινά για το εν λόγω ΚΑΤ και για το ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος·

β) 

εάν οι σχέσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) και γ) της παραγράφου 6 μεταξύ του ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος και του αιτούντος ΚΑΤ δεν επηρεάζουν την ικανότητα του δεύτερου να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

▼M4

7α.  
Επιπλέον της διαβούλευσης με τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 6, η αρμόδια αρχή μπορεί, πριν χορηγήσει άδεια στο αιτούν ΚΑΤ, να διαβουλευθεί με άλλες αρχές που εποπτεύουν μια οντότητα που έχει ειδική συμμετοχή στο αιτούν ΚΑΤ σχετικά με τα θέματα που αναφέρονται στην παράγραφο 7.

▼B

8.  
Εντός έξι μηνών από την υποβολή της πλήρους αίτησης, η αρμόδια αρχή ενημερώνει εγγράφως το αιτούν ΚΑΤ, με πλήρως αιτιολογημένη απόφαση, αν έχει χορηγηθεί η άδεια λειτουργίας ή αν έχει απορριφθεί η αίτησή του.

▼M4

8α.  
Η αρμόδια αρχή ενημερώνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τις αρχές των οποίων ζητήθηκε η γνώμη σύμφωνα με τις παραγράφους 4 έως 7α σχετικά με τα αποτελέσματα της διαδικασίας αδειοδότησης, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διορθωτικών μέτρων.

▼B

9.  
Η ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχει το αιτούν ΚΑΤ στην αρμόδια αρχή με την αίτηση άδειας λειτουργίας.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 18 Ιουνίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

10.  
Η ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τα τυποποιημένα έντυπα, τα υποδείγματα και τις διαδικασίες για την αίτηση άδειας λειτουργίας.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 18 Ιουνίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα έγκρισης των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 18

Αποτελέσματα της άδειας λειτουργίας

1.  
Οι δραστηριότητες του ΚΑΤ που διαθέτει άδεια λειτουργίας περιορίζονται στην παροχή των υπηρεσιών οι οποίες καλύπτονται από την άδεια που έχει λάβει ή από κοινοποίηση σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 8.
2.  
Η διαχείριση των συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων μπορεί να πραγματοποιείται μόνον από τα ΚΑΤ που διαθέτουν άδεια λειτουργίας, περιλαμβανομένων των κεντρικών τραπεζών που λειτουργούν ως ΚΑΤ.
3.  
Το ΚΑΤ που διαθέτει άδεια λειτουργίας μπορεί να έχει συμμετοχή μόνο σε νομικό πρόσωπο, οι δραστηριότητες του οποίου περιορίζονται στην παροχή των υπηρεσιών που αναφέρονται στα τμήματα Α και Β του παραρτήματος, εκτός αν η συμμετοχή αυτή εγκριθεί από την αρμόδια αρχή του βάσει του ότι δεν αυξάνει σημαντικά το προφίλ κινδύνου του εν λόγω ΚΑΤ.
4.  
Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να εξειδικεύσει τα κριτήρια που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τις αρμόδιες αρχές για να εγκρίνουν τη συμμετοχή των ΚΑΤ σε νομικά πρόσωπα πέραν αυτών που παρέχουν τις υπηρεσίες που αναφέρονται στα τμήματα Α και Β του παραρτήματος. Στα κριτήρια αυτά μπορεί να συγκαταλέγεται το αν οι υπηρεσίες που παρέχονται από το εν λόγω νομικό πρόσωπο είναι συμπληρωματικές αυτών παρέχονται από το ΚΑΤ, καθώς και ο βαθμός έκθεσης του ΚΑΤ σε ζημίες που προκύπτουν από αυτήν τη συμμετοχή.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 18 Ιουνίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 19

Επέκταση και εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων και υπηρεσιών

1.  

ΚΑΤ που διαθέτει άδεια λειτουργίας υποβάλλει αίτημα χορήγησης άδειας στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, όποτε επιθυμεί να αναθέσει εξωτερικά μια βασική υπηρεσία σε τρίτους δυνάμει του άρθρου 30 ή να επεκτείνει τις δραστηριότητές του σε έναν ή περισσότερους από τους κατωτέρω τομείς:

α) 

τις πρόσθετες βασικές υπηρεσίες που αναφέρονται στο τμήμα Α του παραρτήματος οι οποίες δεν καλύπτονται από την αρχική άδεια·

β) 

επιπρόσθετες επικουρικές υπηρεσίες που επιτρέπονται δυνάμει του τμήματος Β του παραρτήματος αλλά δεν παρατίθενται ρητά σε αυτό, οι οποίες δεν καλύπτονται από την αρχική άδεια·

γ) 

τη λειτουργία άλλου συστήματος διακανονισμού αξιογράφων·

δ) 

τον διακανονισμό του συνόλου ή μέρους του χρηματικού σκέλους του συστήματος διακανονισμού αξιογράφων στα βιβλία άλλου διακανονιστή·

ε) 

τη δημιουργία διαλειτουργικής σύνδεσης, μεταξύ άλλων με ΚΑΤ τρίτης χώρας.

▼M4

2.  
Η χορήγηση άδειας για την εξωτερική ανάθεση βασικής υπηρεσίας σε τρίτο μέρος σύμφωνα με την παράγραφο 1 ή για την επέκταση δραστηριοτήτων σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχεία α), γ) και δ) ακολουθεί τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 17.

Για τη χορήγηση άδειας δυνάμει της παραγράφου 1 στοιχείο β) ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 17 παράγραφοι 1, 2, 3, 5 και 8α.

Για τη χορήγηση άδειας δυνάμει της παραγράφου 1 στοιχείο ε) ακολουθείται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 17 παράγραφοι 1, 2 και 3.

Η αρμόδια αρχή ενημερώνει το αιτούν ΚΑΤ αν η αίτησή του έχει εγκριθεί ή απορριφθεί, εντός τριών μηνών από την υποβολή της πλήρους αίτησης.

▼B

3.  
Τα ΚΑΤ που είναι εγκατεστημένα στην Ένωση και σκοπεύουν να δημιουργήσουν διαλειτουργική σύνδεση υποβάλλουν αίτηση για χορήγηση άδειας στις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές τους, όπως απαιτείται στο στοιχείο ε) της παραγράφου 1. Οι αρχές αυτές διαβουλεύονται μεταξύ τους σχετικά με την έγκριση της σύνδεσης ΚΑΤ. Σε περίπτωση που εκδοθούν αποκλίνουσες αποφάσεις και εφόσον συμφωνηθεί και από τις δύο αρμόδιες αρχές, το ζήτημα μπορεί να παραπεμφθεί στην ΕΑΚΑΑ, η οποία μπορεί να δράσει στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που της έχουν ανατεθεί βάσει του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.
4.  
Οι αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 3 αρνούνται τη χορήγηση άδειας σε σύνδεση μόνον όταν η εν λόγω σύνδεση ΚΑΤ μπορεί να απειλήσει την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών ή να προκαλέσει συστημικό κίνδυνο.
5.  
Οι διαλειτουργικές συνδέσεις ΚΑΤ που προβαίνουν σε εξωτερική ανάθεση ορισμένων υπηρεσιών τους, σχετικών με τις συνδέσεις αυτές, σε δημόσια οντότητα σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 5, καθώς και οι συνδέσεις ΚΑΤ που δεν αναφέρονται στο στοιχείο ε) της παραγράφου 1, δεν υπόκεινται σε αδειοδότηση βάσει του εν λόγω στοιχείου, αλλά σε κοινοποίηση στις αρμόδιες και στις σχετικές αρχές των ΚΑΤ, πριν από την υλοποίησή τους, παρέχοντας όλες τις σχετικές πληροφορίες που επιτρέπουν στις αρχές αυτές να αξιολογήσουν τη συμμόρφωσή τους προς τις απαιτήσεις του άρθρου 48.
6.  
Το ΚΑΤ που είναι εγκατεστημένο και έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση μπορεί να διατηρήσει ή να δημιουργήσει σύνδεση με ΚΑΤ τρίτης χώρας, σύμφωνα με τους όρους και τις διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν άρθρο. Όταν οι συνδέσεις δημιουργούνται με ΚΑΤ τρίτης χώρας, οι πληροφορίες που παρέχονται από το αιτούν ΚΑΤ επιτρέπουν στην αρμόδια αρχή να εκτιμήσει αν οι εν λόγω συνδέσεις συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις του άρθρου 48 ή προς απαιτήσεις ισοδύναμες με αυτές του άρθρου 48.
7.  
Η αρμόδια αρχή του αιτούντος ΚΑΤ απαιτεί από το ΚΑΤ να διακόψει τη σύνδεση ΚΑΤ που έχει κοινοποιηθεί, αν η εν λόγω σύνδεση δεν πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 48 και μπορεί, ως εκ τούτου, να απειλήσει την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών ή να προκαλέσει συστημικό κίνδυνο. Η αρμόδια αρχή που ζητεί από ΚΑΤ να διακόψει τη σύνδεση ΚΑΤ ακολουθεί τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 20 παράγραφοι 2 και 3.
8.  
Οι πρόσθετες επικουρικές υπηρεσίες που αναφέρονται ρητώς στο τμήμα Β του παραρτήματος δεν υπόκεινται σε αδειοδότηση, αλλά σε κοινοποίηση στην αρμόδια αρχή πριν από την παροχή τους.

Άρθρο 20

Ανάκληση της άδειας

1.  

Με την επιφύλαξη τυχόν διορθωτικών ενεργειών ή μέτρων δυνάμει του τίτλου V, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ανακαλεί την άδεια, αν συντρέχει οποιαδήποτε από τις κατωτέρω περιπτώσεις:

α) 

αν το ΚΑΤ δεν έχει κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας για χρονικό διάστημα 12 μηνών, αν παραιτείται ρητώς από αυτήν ή δεν έχει παράσχει υπηρεσίες ούτε έχει ασκήσει δραστηριότητες κατά το προηγούμενο εξάμηνο·

β) 

όταν το ΚΑΤ απέκτησε την άδεια βάσει ψευδών δηλώσεων ή με οποιονδήποτε άλλον αντικανονικό τρόπο·

γ) 

αν το ΚΑΤ δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας και δεν έχει προβεί στις διορθωτικές ενέργειες που ζήτησε η αρμόδια αρχή εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος·

δ) 

αν το ΚΑΤ έχει διαπράξει σοβαρές ή συστηματικές παραβάσεις των απαιτήσεων που θέτει ο παρών κανονισμός ή, κατά περίπτωση, η οδηγία 2014/65/ΕΕ ή ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014.

2.  
Μόλις λάβει γνώση ότι συντρέχει μια από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η αρμόδια αρχή διαβουλεύεται αμέσως με τις σχετικές αρχές και, κατά περίπτωση, με την αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 67 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, σχετικά με την ανάγκη ανάκλησης της άδειας λειτουργίας.
3.  
Η ΕΑΚΑΑ και κάθε σχετική αρχή και, κατά περίπτωση, η αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 67 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ δύνανται, οποτεδήποτε, να ζητήσουν από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής να εξετάσει κατά πόσον το ΚΑΤ εξακολουθεί να πληροί τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας.
4.  
Η αρμόδια αρχή μπορεί να περιορίσει την ανάκληση άδειας σε συγκεκριμένη υπηρεσία, δραστηριότητα ή χρηματοπιστωτικό μέσο.

▼M4

5.  
Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, το ΚΑΤ προβλέπει, εφαρμόζει και διατηρεί κατάλληλη διαδικασία που διασφαλίζει τον έγκαιρο και εύρυθμο διακανονισμό και μεταφορά των τίτλων των πελατών και των συμμετεχόντων σε άλλο ΚΑΤ. Οι εν λόγω διαδικασίες περιλαμβάνουν τη μεταφορά λογαριασμών έκδοσης ή παρόμοιων αρχείων που αποδεικνύουν την έκδοση τίτλων και αρχείων που συνδέονται με την παροχή των βασικών υπηρεσιών που αναφέρονται στο τμήμα Α σημεία 1 και 2 του παραρτήματος.

▼B

Άρθρο 21

Μητρώο ΚΑΤ

1.  
Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές δυνάμει των άρθρων 16, 19 και 20 κοινοποιούνται αμέσως στην ΕΑΚΑΑ.
2.  
Οι κεντρικές τράπεζες ενημερώνουν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση την ΕΑΚΑΑ σχετικά με οποιοδήποτε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων διαχειρίζονται.
3.  
Η ονομασία κάθε ΚΑΤ το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και στο οποίο έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας ή αναγνώριση δυνάμει του άρθρου 16, 19 ή 25, καταχωρίζεται σε μητρώο που προσδιορίζει τις υπηρεσίες και, κατά περίπτωση, τις κατηγορίες χρηματοπιστωτικών μέσων για τις οποίες έχει λάβει άδεια το ΚΑΤ. Το μητρώο περιλαμβάνει τα υποκαταστήματα που τελούν υπό τη διαχείριση του ΚΑΤ σε άλλα κράτη μέλη, τις συνδέσεις ΚΑΤ και τις πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 31 όταν τα κράτη μέλη έχουν κάνει χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει το μητρώο στον ειδικό δικτυακό της τόπο και το τηρεί ενήμερο.

Τμήμα 3

Εποπτεία των ΚΑΤ

Άρθρο 22

Επανεξέταση και αξιολόγηση

▼M4

1.  
Η αρμόδια αρχή επανεξετάζει τις ρυθμίσεις, τις στρατηγικές, τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που εφαρμόζονται από το ΚΑΤ, συμπεριλαμβανομένων των σχεδίων που αναφέρονται στο άρθρο 22α, όσον αφορά τη συμμόρφωση προς τον παρόντα κανονισμό, και αξιολογεί τους κινδύνους στους οποίους εκτίθεται ή ενδέχεται να εκτεθεί το ΚΑΤ ή τους κινδύνους που προξενεί για την ομαλή λειτουργία των αγορών τίτλων ή τη σταθερότητα των αγορών κινητών αξιών.

Η αρμόδια αρχή ορίζει τη συχνότητα και το βάθος της επανεξέτασης και της αξιολόγησης που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, έχοντας υπόψη το μέγεθος, τη συστημική σημασία, το προφίλ κινδύνου, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του σχετικού ΚΑΤ.

Η επανεξέταση και η αξιολόγηση επικαιροποιούνται τουλάχιστον κάθε τρία έτη.

▼M4 —————

▼B

5.  
Η αρμόδια αρχή υποβάλλει το ΚΑΤ σε επιτόπιες επιθεωρήσεις.

▼M4

6.  
Κατά την εκτέλεση της επανεξέτασης και της αξιολόγησης που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η αρμόδια αρχή διαβιβάζει, σε αρχικό στάδιο, τις αναγκαίες πληροφορίες στις σχετικές αρχές και, κατά περίπτωση, στην αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 67 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, και ζητεί τη γνώμη τους σχετικά με το αν οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού ή άλλης νομοθεσίας της Ένωσης πληρούνται από το ΚΑΤ όσον αφορά τη λειτουργία των συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων τα οποία διαχειρίζεται το ΚΑΤ.

Οι αρχές των οποίων ζητείται η γνώμη μπορούν να εκδώσουν αιτιολογημένη γνώμη στο πεδίο των αρμοδιοτήτων τους εντός τριών μηνών από την παραλαβή των πληροφοριών από την αρμόδια αρχή.

Αν η αρχή της οποίας ζητήθηκε η γνώμη δεν εκδώσει γνώμη μέσα στην προθεσμία, θεωρείται ότι έχει εκδώσει θετική γνώμη.

Αν μια αρχή της οποίας ζητήθηκε η γνώμη εκδώσει αρνητική αιτιολογημένη γνώμη και η αρμόδια αρχή διαφωνεί με αυτή, η εν λόγω αρμόδια αρχή, εντός ενός μηνός από την παραλαβή της αρνητικής γνώμης, παρέχει στην αρχή της οποίας ζητήθηκε η γνώμη το σκεπτικό που αιτιολογεί την αρνητική γνώμη.

Οποιαδήποτε από τις αρχές που εκλήθησαν να γνωμοδοτήσουν και που εξέδωσαν αρνητική γνώμη μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΚΑΑ για συνδρομή σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Εάν το ζήτημα δεν επιλυθεί εντός ενός μηνός από την εν λόγω παραπομπή στην ΕΑΚΑΑ, η αρμόδια αρχή λαμβάνει την τελική απόφαση σχετικά με την επανεξέταση και την αξιολόγηση και παρέχει γραπτώς λεπτομερή εξήγηση της απόφασής της στις σχετικές αρχές.

Στις αρνητικές γνώμες που αναφέρονται στο τέταρτο εδάφιο περιέχεται έγγραφη, πλήρης και λεπτομερής αιτιολόγηση, η οποία εκθέτει τους λόγους για τους οποίους δεν πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού ή άλλης νομοθεσίας της Ένωσης.

7.  
Η αρμόδια αρχή ενημερώνει τις σχετικές αρχές, την ΕΑΚΑΑ και, κατά περίπτωση, το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 24α του παρόντος κανονισμού και την αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 67 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ σχετικά με τα αποτελέσματα της επανεξέτασης και της αξιολόγησης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβανομένων των τυχών διορθωτικών ενεργειών ή των κυρώσεων.

▼B

8.  
Κατά την εκτέλεση της επανεξέτασης και της αξιολόγησης που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές που έχουν επιφορτιστεί με την εποπτεία των ΚΑΤ, οι οποίες διατηρούν τα είδη των σχέσεων που αναφέρονται στο άρθρο 17 παράγραφος 6 στοιχεία α), β) και γ) ανταλλάσσουν μεταξύ τους όλες τις σχετικές πληροφορίες που ενδέχεται να διευκολύνουν τα καθήκοντά τους.
9.  
Η αρμόδια αρχή απαιτεί από το ΚΑΤ που δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού να προβεί εγκαίρως στις απαραίτητες ενέργειες ή να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να αντιμετωπίσει την κατάσταση.
10.  

Η ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθοριστούν τα ακόλουθα:

α) 

οι πληροφορίες που παρέχει το ΚΑΤ στην αρμόδια αρχή για τους σκοπούς της επανεξέτασης και αξιολόγησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1·

▼M4

β) 

οι πληροφορίες που παρέχει η αρμόδια αρχή σύμφωνα με την παράγραφο 7·

▼B

γ) 

οι πληροφορίες που πρέπει να ανταλλάσσουν μεταξύ τους οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 8.

▼M4

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τη 17η Ιανουαρίου 2025.

▼B

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

11.  
Η ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τα τυποποιημένα έντυπα, τα υποδείγματα και τις διαδικασίες για την παροχή των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 10 πρώτο εδάφιο.

▼M4

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τη 17η Ιανουαρίου 2025.

▼B

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα έγκρισης των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

▼M4

Άρθρο 22α

Σχέδια ανάκαμψης και εύτακτης εκκαθάρισης

1.  
Το ΚΑΤ προσδιορίζει σενάρια που μπορούν ενδεχομένως να το εμποδίζουν να παρέχει τις κρίσιμες λειτουργίες και υπηρεσίες του ως λειτουργούσα επιχείρηση και αξιολογεί την αποτελεσματικότητα ενός πλήρους φάσματος επιλογών ανάκαμψης ή εύτακτης εκκαθάρισης. Τα σενάρια αυτά λαμβάνουν υπόψη τους διάφορους ανεξάρτητους και συναφείς κινδύνους στους οποίους εκτίθεται το ΚΑΤ. Χρησιμοποιώντας την εν λόγω ανάλυση, το ΚΑΤ καταρτίζει και υποβάλλει στην αρμόδια αρχή κατάλληλα σχέδια για την ανάκαμψη ή την εύτακτη εκκαθάρισή του.
2.  

Τα σχέδια που αναφέρονται στην παράγραφο 1 λαμβάνουν υπόψη το μέγεθος, τη συστημική σημασία, τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων του οικείου ΚΑΤ και περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα εξής:

α) 

ουσιαστική περίληψη των βασικών στρατηγικών ανάκαμψης ή εύτακτης εκκαθάρισης·

β) 

προσδιορισμό των κρίσιμων λειτουργιών και υπηρεσιών του ΚΑΤ·

γ) 

επαρκείς διαδικασίες που διασφαλίζουν τη συγκέντρωση πρόσθετου κεφαλαίου στις περιπτώσεις στις οποίες το μετοχικό κεφάλαιο του ΚΑΤ προσεγγίσει ή μειωθεί κάτω από τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 47 παράγραφος 1·

δ) 

επαρκείς διαδικασίες που διασφαλίζουν την εύτακτη εκκαθάριση ή την αναδιάρθρωση των δραστηριοτήτων και των υπηρεσιών του ΚΑΤ σε περίπτωση που το ΚΑΤ δεν μπορέσει να συγκεντρώσει νέα κεφάλαια·

ε) 

κατάλληλες διαδικασίες που διασφαλίζουν τον έγκαιρο και εύρυθμο διακανονισμό και μεταφορά των τίτλων των πελατών και των συμμετεχόντων σε άλλο ΚΑΤ σε περίπτωση που καταστεί οριστικά αδύνατο για το ΚΑΤ να αποκαταστήσει τις κρίσιμες λειτουργίες και υπηρεσίες του·

στ) 

περιγραφή των μέτρων που απαιτούνται για την εφαρμογή των βασικών στρατηγικών.

3.  
Το ΚΑΤ έχει την ικανότητα να προσδιορίζει και να παρέχει στις σχετικές οντότητες τις πληροφορίες που απαιτούνται για την εφαρμογή των σχεδίων εγκαίρως κατά τη διάρκεια σεναρίων ακραίων καταστάσεων.
4.  
Τα εν λόγω σχέδια εγκρίνονται από το διοικητικό όργανο ή από κατάλληλη επιτροπή του διοικητικού οργάνου.
5.  
Το ΚΑΤ επανεξετάζει και επικαιροποιεί τα σχέδια τακτικά και τουλάχιστον ανά διετία. Κάθε επικαιροποίηση των σχεδίων κοινοποιείται στην αρμόδια αρχή.
6.  
Εάν η αρμόδια αρχή θεωρεί ότι τα σχέδια του ΚΑΤ είναι ανεπαρκή, μπορεί να απαιτήσει από το ΚΑΤ να λάβει πρόσθετα μέτρα ή να καταρτίσει εναλλακτικά μέτρα.
7.  
Όταν ένα ΚΑΤ υπόκειται στην οδηγία 2014/59/ΕΕ και έχει καταρτιστεί σχέδιο ανάκαμψης δυνάμει της εν λόγω οδηγίας, το ΚΑΤ παρέχει το εν λόγω σχέδιο ανάκαμψης στην αρμόδια αρχή.

Όταν για ένα ΚΑΤ καταρτίζεται και τηρείται σχέδιο εξυγίανσης, σύμφωνα με την οδηγία 2014/59/ΕΕ, ή παρόμοιο σχέδιο, σύμφωνα με εθνικό δίκαιο, με σκοπό τη διασφάλιση της συνέχειας των βασικών υπηρεσιών του ΚΑΤ, η αρχή εξυγίανσης ή, εάν δεν υπάρχει τέτοια αρχή, η αρμόδια αρχή, ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ σχετικά με την ύπαρξη τέτοιου σχεδίου.

Εάν το σχέδιο ανάκαμψης και το σχέδιο εξυγίανσης σύμφωνα με την οδηγία 2014/59/ΕΕ, ή οποιοδήποτε παρόμοιο σχέδιο σύμφωνα με εθνικό δίκαιο, περιέχουν όλα τα στοιχεία που απαριθμούνται στην παράγραφο 2, το ΚΑΤ δεν υποχρεούται να καταρτίσει τα σχέδια σύμφωνα με την παράγραφο 1.

▼B

Τμήμα 4

Παροχή υπηρεσιών σε άλλο κράτος μέλος

Άρθρο 23

Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών σε άλλο κράτος μέλος

1.  
ΚΑΤ που διαθέτει άδεια λειτουργίας μπορεί να παρέχει υπηρεσίες που αναφέρονται στο παράρτημα στο έδαφος της Ένωσης, μεταξύ άλλων μέσω της ίδρυσης υποκαταστήματος, με την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω υπηρεσίες καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας.

▼M4

2.  
ΚΑΤ που διαθέτει άδεια λειτουργίας ή ΚΑΤ που έχει υποβάλει αίτηση άδειας λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 17 και σκοπεύει να παρέχει τις βασικές υπηρεσίες που αναφέρονται στο τμήμα Α σημεία 1 και 2 του παραρτήματος σχετικά με χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο άλλου κράτους μέλους, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 49 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α), ή να ιδρύσει υποκατάστημα σε άλλο κράτος μέλος, υπόκειται στη διαδικασία των παραγράφων 3 έως 9 του παρόντος άρθρου. Το ΚΑΤ μπορεί να παρέχει τις εν λόγω υπηρεσίες μόνο αφού λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 17 και όχι νωρίτερα από την ημερομηνία που εφαρμόζεται σύμφωνα με την παράγραφο 8 του παρόντος άρθρου.
3.  

Κάθε ΚΑΤ που σκοπεύει να παράσχει για πρώτη φορά τις υπηρεσίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο άλλου κράτους τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 49 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α), ή να τροποποιήσει το φάσμα των εν λόγω παρεχόμενων υπηρεσιών, κοινοποιεί τις ακόλουθες πληροφορίες στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής:

α) 

το κράτος μέλος υποδοχής·

β) 

πρόγραμμα δραστηριοτήτων το οποίο θα αναφέρει ιδίως τις υπηρεσίες τις οποίες σκοπεύει να παρέχει το ΚΑΤ, συμπεριλαμβανομένου του είδους των χρηματοπιστωτικών μέσων που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους υποδοχής, σε σχέση με τα οποία το ΚΑΤ σκοπεύει να παράσχει τις εν λόγω υπηρεσίες·

γ) 

το νόμισμα ή τα νομίσματα στα οποία το ΚΑΤ σκοπεύει να συναλλάσσεται·

δ) 

αξιολόγηση των μέτρων που σκοπεύει να λάβει το ΚΑΤ για να επιτρέψει στους χρήστες του να συμμορφωθούν με το δίκαιο του κράτους μέλους υποδοχής που αναφέρεται στο άρθρο 49 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α), σε σχέση με μετοχές.

4.  

Αν το ΚΑΤ σκοπεύει να ιδρύσει υποκατάστημα σε άλλο κράτος μέλος για πρώτη φορά ή να αλλάξει το φάσμα των βασικών υπηρεσιών που αναφέρονται στο σημείο 1 της ενότητας Α του παραρτήματος, ή των βασικών υπηρεσιών που αναφέρονται στο σημείο 2 της ενότητας Α του παραρτήματος, που παρέχει μέσω ενός υποκαταστήματος, κοινοποιεί τις ακόλουθες πληροφορίες στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής:

α) 

τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχεία α), β) και γ)·

β) 

την οργανωτική δομή του υποκαταστήματος και τα ονόματα των προσώπων που είναι υπεύθυνα για τη διοίκηση του υποκαταστήματος·

γ) 

αξιολόγηση των μέτρων που σκοπεύει να λάβει το ΚΑΤ για να μπορέσουν οι χρήστες του να συμμορφωθούν με το δίκαιο του κράτους μέλους υποδοχής που αναφέρεται στο άρθρο 49 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο στοιχείο α), σε σχέση με μετοχές.

5.  
Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής κοινοποιεί την αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 3 στοιχείο δ) ή στην παράγραφο 4 στοιχείο γ), κατά περίπτωση, στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής μπορεί να παρέχει μη δεσμευτική γνώμη σχετικά με την εν λόγω αξιολόγηση στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής εντός ενός μηνός από την παραλαβή της αξιολόγησης.
6.  
Εντός δύο μηνών από την παραλαβή όλων των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχεία α), β) και γ) ή στην παράγραφο 4 στοιχεία α) και β), κατά περίπτωση, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής κοινοποιεί τις πληροφορίες αυτές στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, εκτός εάν, λαμβάνοντας υπόψη την προβλεπόμενη παροχή υπηρεσιών, έχει λόγους να αμφιβάλλει για την επάρκεια της διοικητικής δομής ή της οικονομικής κατάστασης του ΚΑΤ που σκοπεύει να παρέχει υπηρεσίες στο κράτος μέλος υποδοχής ή για την επάρκεια των μέτρων που σκοπεύει να λάβει το ΚΑΤ σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο δ) ή την παράγραφο 4 στοιχείο γ), κατά περίπτωση. Εντός αυτής της περιόδου, κατά την οποία το ΚΑΤ παρέχει ήδη υπηρεσίες σε άλλα κράτη μέλη υποδοχής, μεταξύ άλλων και μέσω υποκαταστήματος, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ενημερώνει επίσης το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 24α.

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση τις σχετικές αρχές του εν λόγω κράτους μέλους σχετικά με κάθε κοινοποίηση που έλαβε σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο.

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ενημερώνει αμέσως το ΚΑΤ σχετικά με την ημερομηνία διαβίβασης της κοινοποίησης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο.

7.  
Εάν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής αποφασίσει σύμφωνα με την παράγραφο 6 να μην κοινοποιήσει τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 3 ή στην παράγραφο 4, κατά περίπτωση, στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, γνωστοποιεί τους λόγους της άρνησής της στο σχετικό ΚΑΤ εντός δύο μηνών από τη λήψη αυτών των πληροφοριών και ενημερώνει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής και το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 24α για την απόφασή της.
8.  
Το ΚΑΤ μπορεί να αρχίσει να παρέχει υπηρεσίες ή να ιδρύσει υποκατάστημα, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2, το νωρίτερο 15 ημερολογιακές ημέρες μετά την ημερομηνία διαβίβασης της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 6 πρώτο εδάφιο, από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής.
9.  
Σε περίπτωση μεταβολής των πληροφοριών που παρατίθενται στα έγγραφα που υποβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο 3 ή στην παράγραφο 4, κατά περίπτωση, το ΚΑΤ ειδοποιεί γραπτώς την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής για τη μεταβολή αυτή, ένα μήνα τουλάχιστον προτού υλοποιήσει τη μεταβολή. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ενημερώνει επίσης χωρίς καθυστέρηση την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής και το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 24α για την εν λόγω μεταβολή.
10.  
Η ΕΑΚΑΑ μπορεί να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 προκειμένου να προσδιορίσει το πεδίο εφαρμογής της αξιολόγησης που απαιτείται να παρέχει το ΚΑΤ σύμφωνα με την παράγραφο 3 στοιχείο δ) και την παράγραφο 4 στοιχείο γ) του παρόντος άρθρου.

▼B

Άρθρο 24

Συνεργασία μεταξύ αρχών των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής και διαδικασία αξιολόγησης από ομοτίμους

1.  
Εάν το ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε ένα κράτος μέλος ιδρύσει υποκατάστημα σε άλλο κράτος μέλος, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής και η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής συνεργάζονται στενά κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, ιδίως όταν διενεργούν επιτόπιες επιθεωρήσεις στο εν λόγω υποκατάστημα. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής μπορεί, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, να διενεργεί επιτόπιες επιθεωρήσεις στο εν λόγω υποκατάστημα αφού ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ή υποδοχής αντίστοιχα.

▼M4

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής μπορεί να καλέσει προσωπικό από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής και από την ΕΑΚΑΑ να συμμετάσχει σε επιτόπιες επιθεωρήσεις.

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής διαβιβάζει στην ΕΑΚΑΑ και στο σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 24α τα πορίσματα των επιτόπιων επιθεωρήσεων και πληροφορίες σχετικά με τυχόν διορθωτικά μέτρα ή κυρώσεις που αποφασίστηκαν από την εν λόγω αρμόδια αρχή.

▼B

2.  
Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ή του κράτους μέλους υποδοχής μπορεί να απαιτεί από τα ΚΑΤ που παρέχουν υπηρεσίες σύμφωνα με το άρθρο 23 να υποβάλλουν σε αυτήν περιοδικές εκθέσεις σχετικά με τις δραστηριότητές τους στα εν λόγω κράτη μέλη υποδοχής, μεταξύ άλλων με σκοπό τη συλλογή στατιστικών στοιχείων. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής παρέχει, κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής, αυτές τις περιοδικές εκθέσεις στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής.

▼M4

3.  
Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του ΚΑΤ, κατόπιν αιτήματος της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής και χωρίς καθυστέρηση, κοινοποιεί την ταυτότητα των εκδοτών που είναι εγκατεστημένοι στο κράτος μέλος υποδοχής και των συμμετεχόντων που κατέχουν χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία συστάθηκαν σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων που τελούν υπό τη διαχείριση του ΚΑΤ, το οποίο παρέχει βασικές υπηρεσίες που αναφέρονται στα σημεία 1 και 2 του τμήματος Α του παραρτήματος σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα τα οποία συστάθηκαν σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής, καθώς και τυχόν άλλες σχετικές πληροφορίες που αφορούν τις δραστηριότητες ενός ΚΑΤ που παρέχει βασικές υπηρεσίες στο κράτος μέλος υποδοχής μέσω υποκαταστήματος.

▼M4 —————

▼M4

5.  
Εάν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής έχει σαφείς και αποδείξιμους λόγους να πιστεύει ότι το ΚΑΤ που παρέχει υπηρεσίες στο έδαφός του σύμφωνα με το άρθρο 23 παραβιάζει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, την ΕΑΚΑΑ και το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 24α.

Εάν, παρά τη λήψη μέτρων από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, το ΚΑΤ εξακολουθεί να παραβιάζει τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, αφού ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα που απαιτούνται για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής ενημερώνει την ΕΑΚΑΑ και το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 24α σχετικά με τα εν λόγω μέτρα χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ή η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΚΑΑ, η οποία μπορεί να ενεργεί στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που της έχουν ανατεθεί δυνάμει του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

▼B

6.  
Με την επιφύλαξη του άρθρου 30 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, η ΕΑΚΑΑ, μετά από διαβούλευση με τα μέλη του ΕΣΚΤ, οργανώνει και διενεργεί τουλάχιστον κάθε τρία χρόνια αξιολόγηση από ομότιμους της εποπτείας των ΚΑΤ που κάνουν χρήση της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών σε άλλα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 23 ή συμμετέχουν σε διαλειτουργική σύνδεση.

Στο πλαίσιο της αξιολόγησης από ομοτίμους που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η ΕΑΚΑΑ ζητεί, όπου αρμόζει, γνώμη ή συμβουλή από την Ομάδα Συμφεροντούχων Κινητών Αξιών και Αγορών που αναφέρεται στο άρθρο 37 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

▼M4 —————

▼B

8.  
Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τα τυποποιημένα έντυπα, τα υποδείγματα και τις διαδικασίες για τη συνεργασία που αναφέρεται στις παραγράφους 1, 3 και 5.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 18 Ιουνίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα έγκρισης των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

▼M4

Άρθρο 24α

Σώμα εποπτών

1.  
Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής συγκροτεί σώμα εποπτών για την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 8 σε σχέση με ΚΑΤ του οποίου οι δραστηριότητες θεωρούνται ουσιαστικής σημασίας για τη λειτουργία των αγορών κινητών αξιών και την προστασία των επενδυτών σε τουλάχιστον δύο κράτη μέλη υποδοχής.
2.  

Το εν λόγω σώμα συγκροτείται εντός ενός μηνός από την ημερομηνία που:

α) 

η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής διαπιστώνει ότι οι δραστηριότητες που ασκεί το ΚΑΤ σε τουλάχιστον δύο κράτη μέλη υποδοχής είναι ουσιαστικής σημασίας· ή

β) 

η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ενημερώνεται από μία από τις οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο 4 ότι οι δραστηριότητες που ασκεί το ΚΑΤ σε τουλάχιστον δύο κράτη μέλη υποδοχής είναι ουσιαστικής σημασίας.

3.  
Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης διαχειρίζεται και προεδρεύει του σώματος.
4.  

Το σώμα απαρτίζεται από:

α) 

την ΕΑΚΑΑ·

β) 

την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής·

γ) 

τις σχετικές αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 12·

δ) 

τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής όπου οι δραστηριότητες του ΚΑΤ έχουν ουσιαστική σημασία·

ε) 

την ΕΑΤ, όταν ένα ΚΑΤ έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 3.

5.  
Όταν οι δραστηριότητες του ΚΑΤ για το οποίο έχει συσταθεί σώμα δεν είναι ουσιαστικής σημασίας σε ένα κράτος μέλος όπου είναι εγκατεστημένη θυγατρική που ανήκει στον ίδιο όμιλο εταιρειών με το ΚΑΤ ή τη μητρική του επιχείρηση ή όπου το ΚΑΤ για το οποίο έχει συγκροτηθεί σώμα δικαιούται να παρέχει υπηρεσίες σε άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 23 παράγραφος 2, η αρμόδια αρχή και οι σχετικές αρχές του εν λόγω κράτους μέλους μπορούν να συμμετέχουν στο σώμα κατόπιν αιτήματός τους.
6.  
Ο πρόεδρος κοινοποιεί στην ΕΑΚΑΑ τη σύνθεση του σώματος εντός ενός μηνός από τη σύστασή του και κάθε αλλαγή στη σύνθεσή του εντός ενός μηνός από την εν λόγω αλλαγή. Η ΕΑΚΑΑ και η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής δημοσιεύουν στους δικτυακούς τόπους τους χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση τον κατάλογο των μελών του εν λόγω σώματος και διατηρούν τον εν λόγω κατάλογο επικαιροποιημένο.
7.  
Η αρμόδια αρχή που δεν είναι μέλος του σώματος δύναται να ζητεί από το σώμα κάθε πληροφορία που την ενδιαφέρει προς εκτέλεση των εποπτικών της καθηκόντων.
8.  

Το σώμα, υπό την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων των αρμοδίων αρχών δυνάμει του παρόντος κανονισμού, μεριμνά για:

α) 

την ανταλλαγή πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένων των αιτημάτων παροχής πληροφοριών σύμφωνα με τα άρθρα 13, 14 και 15 και πληροφοριών σχετικά με τη διαδικασία επανεξέτασης και αξιολόγησης σύμφωνα με το άρθρο 22·

β) 

την αποτελεσματική εποπτεία, με την αποφυγή περιττών αλληλεπικαλυπτόμενων εποπτικών ενεργειών, όπως τα αιτήματα παροχής πληροφοριών·

γ) 

τη συμφωνία για την εκούσια ανάθεση καθηκόντων στα μέλη της·

δ) 

την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με επιτραπείσα εξωτερική ανάθεση ή επέκταση δραστηριοτήτων και υπηρεσιών δυνάμει του άρθρου 19·

ε) 

τη συνεργασία μεταξύ των αρχών του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής σύμφωνα με το άρθρο 24 όσον αφορά τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 3 στοιχείο δ) και τυχόν ζητήματα που ανακύπτουν κατά την παροχή υπηρεσιών σε άλλα κράτη μέλη·

στ) 

την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τη δομή του ομίλου, τα ανώτατα διοικητικά στελέχη, το διοικητικό όργανο και τους μετόχους σύμφωνα με το άρθρο 27·

ζ) 

την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με διαδικασίες ή ρυθμίσεις που έχουν σημαντικό αντίκτυπο στη διακυβέρνηση ή τη διαχείριση κινδύνων για τα ΚΑΤ που ανήκουν στον όμιλο.

9.  
Ο πρόεδρος συγκαλεί συνεδρίαση του σώματος τουλάχιστον μία φορά ετησίως ή κατόπιν αιτήματος μέλους του σώματος.

Προκειμένου να διευκολυνθεί η εκτέλεση των καθηκόντων που ανατίθενται στο σώμα σύμφωνα με την παράγραφο 8, τα μέλη του σώματος μπορούν να προσθέτουν σημεία στην ημερήσια διάταξη της συνεδρίασης.

Ο πρόεδρος μπορεί να προσκαλεί επιπλέον συμμετέχοντες στις συζητήσεις του σώματος σε ad hoc βάση για συγκεκριμένα θέματα.

Τα μέλη του σώματος πλην του προέδρου του μπορούν να αποφασίσουν να μη συμμετάσχουν σε συνεδρίαση του σώματος.

10.  

Κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε από τα μέλη του, το σώμα εκδίδει, σύμφωνα με την παράγραφο 11, μη δεσμευτικές γνώμες όσον αφορά:

α) 

ζητήματα που εντοπίστηκαν κατά τις διαδικασίες επανεξέτασης και αξιολόγησης σύμφωνα με το άρθρο 22 ή 60·

β) 

θέματα σχετικά με οποιαδήποτε εξωτερική ανάθεση ή επέκταση δραστηριοτήτων και υπηρεσιών δυνάμει του άρθρου 19· ή

γ) 

ζητήματα σχετικά με κάθε πιθανή παράβαση του παρόντος κανονισμού που προκύπτει από την παροχή υπηρεσιών σε κράτος μέλος υποδοχής, όπως αναφέρεται στο άρθρο 24 παράγραφος 5.

11.  
Το σώμα εκδίδει τις μη δεσμευτικές γνώμες του με απλή πλειοψηφία. Τα μέλη που αναφέρονται στην παράγραφο 4 στοιχεία β), γ) και δ), έχουν δικαίωμα ψήφου. Κάθε μέλος με δικαίωμα ψήφου διαθέτει μία ψήφο. Τα μέλη με δικαίωμα ψήφου που ενεργούν υπό περισσότερες από μία ιδιότητες, μεταξύ άλλων ως αρμόδια αρχή και ως σχετική αρχή, διαθέτουν μία ψήφο για κάθε ιδιότητα υπό την οποία ενεργούν. Η ΕΑΤ και η EAKAA δεν έχουν δικαίωμα ψήφου.
12.  
Η λειτουργία του σώματος βασίζεται σε γραπτή συμφωνία μεταξύ όλων των μελών του.

Στη συμφωνία καθορίζονται οι πρακτικές ρυθμίσεις λειτουργίας του σώματος, μεταξύ άλλων οι τρόποι επικοινωνίας μεταξύ των μελών του σώματος, και μπορεί να προσδιορίζονται τα καθήκοντα που πρόκειται να ανατεθούν σε αυτά.

13.  
Η EAKAA καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό των κριτηρίων βάσει των οποίων οι δραστηριότητες του ΚΑΤ σε κράτος μέλος υποδοχής μπορούν να θεωρούνται ουσιαστικής σημασίας για τη λειτουργία των αγορών κινητών αξιών και την προστασία των επενδυτών στο εν λόγω κράτος μέλος υποδοχής.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τη 17η Ιανουαρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

▼B

Τμήμα 5

Σχέσεις με τρίτες χώρες

Άρθρο 25

Τρίτες χώρες

1.  
ΚΑΤ τρίτης χώρας μπορεί να προσφέρει τις υπηρεσίες που αναφέρονται στο παράρτημα στο έδαφος της Ένωσης μεταξύ άλλων και μέσω της ίδρυσης υποκαταστήματος.
2.  
Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, ΚΑΤ τρίτης χώρας που σκοπεύει να παρέχει τις βασικές υπηρεσίες που αναφέρονται στα σημεία 1 και 2 του τμήματος Α του παραρτήματος, σχετικά με χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 49 παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ή να ιδρύσει υποκατάστημα σε κράτος μέλος υπόκειται στη διαδικασία που αναφέρεται στις παραγράφους 4 έως 11 του παρόντος άρθρου.
3.  
ΚΑΤ που έχει την έδρα του και έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ένωση μπορεί να διατηρεί ή να αποκτά σύνδεση με ΚΑΤ σε τρίτη χώρα σύμφωνα με το άρθρο 48.
4.  

Κατόπιν διαβούλευσης με τις αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 5, η ΕΑΚΑΑ μπορεί να αναγνωρίζει ΚΑΤ τρίτης χώρας που έχει υποβάλει αίτηση αναγνώρισης για την παροχή των υπηρεσιών που αναφέρονται στην παράγραφο 2, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

η Επιτροπή έχει εκδώσει απόφαση σύμφωνα με την παράγραφο 9·

β) 

το ΚΑΤ τρίτης χώρας υπόκειται σε αποτελεσματικές διαδικασίες αδειοδότησης, εποπτείας και επίβλεψης, ή, αν το σύστημα διακανονισμού αξιογράφων τελεί υπό τη διαχείριση κεντρικής τράπεζας, επίβλεψης, οι οποίες διασφαλίζουν την πλήρη συμμόρφωσή του με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας στην εν λόγω τρίτη χώρα·

γ) 

έχουν συναφθεί συμφωνίες συνεργασίας μεταξύ της ΕΑΚΑΑ και των υπεύθυνων αρχών της τρίτης χώρας αυτής («υπεύθυνες αρχές τρίτης χώρας»), σύμφωνα με την παράγραφο 10·

δ) 

ενδεχομένως, το ΚΑΤ τρίτης χώρας λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για να επιτρέψει στους χρήστες τους να συμμορφωθούν προς τις σχετικές εθνικές ρυθμίσεις του κράτους μέλους στο οποίο σκοπεύει να παρέχει υπηρεσίες ΚΑΤ, περιλαμβανομένων των ρυθμίσεων που αναφέρονται στο άρθρο 49 παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και η καταλληλότητα αυτών των μέτρων έχει επιβεβαιωθεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους, στο οποίο το ΚΑΤ τρίτης χώρας σκοπεύει να παρέχει υπηρεσίες ΚΑΤ·

▼M4

ε) 

το ΚΑΤ τρίτης χώρας είναι εγκατεστημένο ή έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε τρίτη χώρα που δεν προσδιορίζεται ως τρίτη χώρα υψηλού κινδύνου στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 9 παράγραφος 2 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 5 ).

▼B

5.  

Κατά την αξιολόγηση σχετικά με το κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 4, η ΕΑΚΑΑ πραγματοποιεί διαβουλεύσεις με:

α) 

τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στα οποία το ΚΑΤ τρίτης χώρας σκοπεύει να παρέχει υπηρεσίες ΚΑΤ, συγκεκριμένα σχετικά με το πως το ΚΑΤ τρίτης χώρας σκοπεύει να συμμορφωθεί με την απαίτηση που αναφέρεται στην παράγραφο 4 στοιχείο δ)·

β) 

τις σχετικές αρχές·

γ) 

τις υπεύθυνες αρχές τρίτης χώρας που είναι υπεύθυνες για την αδειοδότηση, την εποπτεία και την επίβλεψη των ΚΑΤ.

6.  
Το ΚΑΤ τρίτης χώρας που αναφέρεται στην παράγραφο 2 υποβάλλει την αίτηση αναγνώρισής του στην ΕΑΚΑΑ.

Το αιτούν ΚΑΤ παρέχει στην ΕΑΚΑΑ όλες τις πληροφορίες που κρίνονται αναγκαίες για την αναγνώρισή του. Εντός 30 εργάσιμων ημερών από τη λήψη της αίτησης, η ΕΑΚΑΑ κρίνει αν η αίτηση είναι πλήρης. Εάν η αίτηση δεν είναι πλήρης, η ΕΑΚΑΑ τάσσει προθεσμία εντός της οποίας το αιτούν ΚΑΤ οφείλει να παράσχει συμπληρωματικές πληροφορίες.

Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών στα οποία το ΚΑΤ τρίτης χώρας σκοπεύει να παρέχει υπηρεσίες ΚΑΤ αξιολογούν τη συμμόρφωση του εν λόγω ΚΑΤ τρίτης χώρας προς τις ρυθμίσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 4 στοιχείο δ) και ενημερώνουν την ΕΑΚΑΑ, με πλήρως αιτιολογημένη απόφαση, σχετικά με το αν πληρούνται ή όχι οι προϋποθέσεις, εντός τριών μηνών από τη λήψη όλων των αναγκαίων πληροφοριών από την ΕΑΚΑΑ.

Η απόφαση αναγνώρισης βασίζεται στα κριτήρια που ορίζονται στην παράγραφο 4.

▼M4

Εντός έξι μηνών από την υποβολή πλήρους αίτησης ή από την έκδοση απόφασης ισοδυναμίας από την Επιτροπή σύμφωνα με την παράγραφο 9, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι μεταγενέστερη, η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει εγγράφως το αιτούν ΚΑΤ, με πλήρως αιτιολογημένη απόφαση, σχετικά με το αν η αναγνώριση χορηγήθηκε ή απορρίφθηκε.

▼B

7.  

Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών -στα οποία το ΚΑΤ τρίτης χώρας, το οποίο έχει αναγνωριστεί δεόντως σύμφωνα με την παράγραφο 4, παρέχει υπηρεσίες ΚΑΤ- σε στενή συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ, δύνανται να ζητούν από τις υπεύθυνες αρχές τρίτης χώρας:

α) 

να υποβάλλουν περιοδικές εκθέσεις σχετικά με τις δραστηριότητες του εν λόγω ΚΑΤ τρίτης χώρας σε αυτά τα κράτη μέλη υποδοχής, μεταξύ άλλων με σκοπό τη συλλογή στατιστικών στοιχείων·

β) 

να κοινοποιούν εντός κατάλληλου χρονικού διαστήματος την ταυτότητα των εκδοτών και συμμετεχόντων στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων που διαχειρίζεται το ΚΑΤ τρίτης χώρας, το οποίο παρέχει υπηρεσίες στο εν λόγω κράτος μέλος υποδοχής, καθώς και κάθε άλλη σημαντική πληροφορία που αφορά τις δραστηριότητες του εν λόγω ΚΑΤ τρίτης χώρας στο κράτος μέλος υποδοχής.

8.  
Η ΕΑΚΑΑ, κατόπιν διαβούλευσης με τις αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 5, επανεξετάζει, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στις παραγράφους 4 έως 6, την αναγνώριση του ΚΑΤ τρίτης χώρας, σε περίπτωση επέκτασης των υπηρεσιών του στην Ένωση.

Η ΕΑΚΑΑ ανακαλεί την αναγνώριση του εν λόγω ΚΑΤ εάν οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 4 δεν πληρούνται πλέον ή στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 20.

9.  
Η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει εκτελεστικές πράξεις για να καθορίσει ότι οι νομικές και εποπτικές ρυθμίσεις τρίτης χώρας διασφαλίζουν ότι τα ΚΑΤ που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στην εν λόγω τρίτη χώρα συμμορφώνονται με νομικά δεσμευτικές απαιτήσεις που είναι πράγματι ισοδύναμες με τις απαιτήσεις που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, ότι τα εν λόγω ΚΑΤ υπόκεινται σε αποτελεσματική εποπτεία, επίβλεψη και επιβολή του νόμου στην εν λόγω τρίτη χώρα σε συνεχή βάση, καθώς και ότι το νομικό πλαίσιο της εν λόγω τρίτης χώρας προβλέπει αποτελεσματικό ισοδύναμο σύστημα για την αναγνώριση των ΚΑΤ που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει των νομικών καθεστώτων τρίτων χωρών. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης στην οποία παραπέμπει το άρθρο 68 παράγραφος 2.

Κατά τον καθορισμό που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, η Επιτροπή μπορεί επίσης να εξετάζει κατά πόσον αυτές οι νομικές και εποπτικές ρυθμίσεις τρίτης χώρας απηχούν τα διεθνώς συμφωνημένα πρότυπα των CPSS/IOSCO, εφόσον τα εν λόγω πρότυπα δεν αντιβαίνουν προς τις απαιτήσεις που θεσπίζονται στον παρόντα κανονισμό.

10.  

Σύμφωνα με το άρθρο 33 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, η ΕΑΚΑΑ θεσπίζει ρυθμίσεις συνεργασίας με τις υπεύθυνες αρχές τρίτης χώρας των οποίων τα νομοθετικά και εποπτικά πλαίσια έχουν αναγνωριστεί ως ισοδύναμα με τον παρόντα κανονισμό, σύμφωνα με την παράγραφο 9. Οι σχετικές ρυθμίσεις καθορίζουν τουλάχιστον:

α) 

τον μηχανισμό ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ της ΕΑΚΑΑ, των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής και των υπεύθυνων αρχών των σχετικών τρίτων χωρών, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε όλες τις πληροφορίες που ζητεί η ΕΑΚΑΑ για τα ΚΑΤ που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε τρίτες χώρες και, ιδίως, της πρόσβασης σε πληροφορίες στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 7·

β) 

τον μηχανισμό άμεσης ειδοποίησης της ΕΑΚΑΑ σε περίπτωση που υπεύθυνη αρχή τρίτης χώρας θεωρεί ότι ένα ΚΑΤ που τελεί υπό την εποπτεία της παραβιάζει τις προϋποθέσεις της άδειας λειτουργίας ή άλλο εφαρμοστέο δίκαιο·

γ) 

τις διαδικασίες που αφορούν τον συντονισμό των εποπτικών δραστηριοτήτων συμπεριλαμβανομένων, εάν κρίνεται σκόπιμο, των επιτόπιων επιθεωρήσεων.

Εάν η ρύθμιση συνεργασίας προβλέπει τη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων από κράτος μέλος, για την εν λόγω διαβίβαση τηρούνται οι διατάξεις της οδηγίας 95/46/ΕΚ και εάν η ρύθμιση συνεργασίας προβλέπει τη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων από την ΕΑΚΑΑ, για την εν λόγω διαβίβαση τηρούνται οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 45/2001.

11.  
Σε περίπτωση που ΚΑΤ τρίτης χώρας έχει αναγνωριστεί, σύμφωνα με τις παραγράφους 4 έως 8, το εν λόγω ΚΑΤ μπορεί να προσφέρει τις υπηρεσίες που αναφέρονται στο παράρτημα στο έδαφος της Ένωσης μεταξύ άλλων και μέσω της ίδρυσης υποκαταστήματος.
12.  
Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχει το αιτούν ΚΑΤ στην ΕΑΚΑΑ στην αίτηση αναγνώρισής του, σύμφωνα με την παράγραφο 6.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 18 Ιουνίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

▼M4

13.  

Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχει το ΚΑΤ τρίτης χώρας στην ΕΑΚΑΑ στην κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2α. Οι πληροφορίες αυτές περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση και εφόσον είναι διαθέσιμα, των εξής:

α) 

αριθμός των συμμετεχόντων που βρίσκονται στην Ένωση στους οποίους το ΚΑΤ τρίτης χώρας παρέχει ή σκοπεύει να παρέχει τις υπηρεσίες που αναφέρονται στην παράγραφο 2α·

β) 

αριθμός και όγκος των συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους και διακανονίστηκαν κατά το προηγούμενο έτος·

γ) 

αριθμός και όγκος των συναλλαγών που διακανονίστηκαν από συμμετέχοντες της Ένωσης κατά το προηγούμενο έτος.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τη 17η Ιανουαρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

▼B

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Απαιτήσεις όσον αφορά τα ΚΑΤ

Τμήμα 1

Οργανωτικές απαιτήσεις

Άρθρο 26

Γενικές διατάξεις

1.  
Το ΚΑΤ διαθέτει εύρωστο σύστημα διακυβέρνησης, που περιλαμβάνει σαφή οργανωτική δομή με ευκρινή, διαφανή και συνεπή κατανομή των αρμοδιοτήτων, αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων στους οποίους εκτίθεται ή ενδέχεται να εκτεθεί, καθώς και ενδεδειγμένες πολιτικές αποδοχών και κατάλληλους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, περιλαμβανομένων ορθών διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών.
2.  
Το ΚΑΤ εφαρμόζει πολιτικές και διαδικασίες οι οποίες είναι αρκούντως αποτελεσματικές, ώστε να εξασφαλίζεται συμμόρφωση με τον παρόντα κανονισμό, συμπεριλαμβανομένης της συμμόρφωσης των διοικητικών στελεχών και των υπαλλήλων του με όλες τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

▼M4

Όταν το ΚΑΤ προτίθεται να παρέχει επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου σε άλλα ΚΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 2α πρώτο εδάφιο στοιχείο β), το εν λόγω ΚΑΤ έχει θεσπίσει σαφείς κανόνες και διαδικασίες για την αντιμετώπιση πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων και τον μετριασμό του κινδύνου διακριτικής μεταχείρισης έναντι των εν λόγω άλλων ΚΑΤ και των συμμετεχόντων σε αυτά.

▼M4

3.  

Το ΚΑΤ διατηρεί και εφαρμόζει αποτελεσματικές γραπτές οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις προκειμένου να εντοπίζει και να διαχειρίζεται πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ των συμμετεχόντων σε αυτό ή των πελατών τους και του ίδιου του ΚΑΤ, συμπεριλαμβανομένων:

α) 

των διοικητικών στελεχών του ΚΑΤ·

β) 

των υπαλλήλων του ΚΑΤ·

γ) 

των μελών του διοικητικού οργάνου του ΚΑΤ·

δ) 

οποιουδήποτε προσώπου που ασκεί άμεσο ή έμμεσο έλεγχο στο ΚΑΤ·

ε) 

οποιουδήποτε προσώπου που έχει στενούς δεσμούς με οποιοδήποτε από τα πρόσωπα που απαριθμούνται στα στοιχεία α), β) και γ)· και

στ) 

οποιουδήποτε προσώπου που έχει στενούς δεσμούς με το ίδιο το ΚΑΤ.

Το ΚΑΤ διατηρεί και εφαρμόζει κατάλληλες διαδικασίες επίλυσης διαφορών, κάθε φορά που προκύπτει πιθανή σύγκρουση συμφερόντων.

▼B

4.  
Το ΚΑΤ δημοσιοποιεί τις ρυθμίσεις διακυβέρνησής του και τους κανόνες που διέπουν τη δραστηριότητά του.
5.  
Το ΚΑΤ διαθέτει κατάλληλες εσωτερικές διαδικασίες που επιτρέπουν στους υπαλλήλους του να επισημαίνουν ενδεχόμενες παραβιάσεις του παρόντος κανονισμού μέσω ειδικού διαύλου.
6.  
Το ΚΑΤ υπόκειται σε τακτικούς και ανεξάρτητους λογιστικούς ελέγχους. Τα αποτελέσματα των εν λόγω ελέγχων γνωστοποιούνται στο διοικητικό όργανο και τίθενται στη διάθεση της αρμόδιας αρχής και, σε περίπτωση που κρίνεται σκόπιμο να ληφθεί υπόψη πιθανή σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ των μελών της επιτροπής χρηστών και του ΚΑΤ, της επιτροπής χρηστών.
7.  
Το ΚΑΤ, σε περίπτωση που αποτελεί τμήμα ομίλου επιχειρήσεων που περιλαμβάνει άλλα ΚΑΤ ή πιστωτικά ιδρύματα που αναφέρονται στον τίτλο IV, θεσπίζει λεπτομερείς πολιτικές και διαδικασίες που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζονται οι απαιτήσεις του παρόντος άρθρου στον όμιλο και στις διάφορες οντότητές του.
8.  

Η ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει σε επίπεδο ΚΑΤ και σε επίπεδο ομίλου όπως αναφέρεται στην παράγραφο 7:

α) 

τα εργαλεία για την παρακολούθηση των κινδύνων, που αναφέρονται στην παράγραφο 1·

β) 

τις ευθύνες του αρμόδιου προσωπικού όσον αφορά τους κινδύνους του·

γ) 

τις πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων, που αναφέρονται στην παράγραφο 3·

δ) 

τις μεθόδους λογιστικού ελέγχου, που αναφέρονται στην παράγραφο 6, και

ε) 

τις συνθήκες υπό τις οποίες θα ήταν σκόπιμο, λαμβάνοντας υπόψη πιθανές συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ των μελών της επιτροπής χρηστών και του ΚΑΤ, να κοινοποιούνται τα αποτελέσματα του λογιστικού ελέγχου στην επιτροπή χρηστών σύμφωνα με την παράγραφο 6.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει στην Επιτροπή τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων το αργότερο στις 18 Ιουνίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

▼M4

9.  
Η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ και τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για την περαιτέρω διευκρίνηση των λεπτομερειών των κανόνων και των διαδικασιών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 δεύτερο εδάφιο.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τη 17η Ιανουαρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

▼B

Άρθρο 27

Ανώτατη διοίκηση, διοικητικό όργανο και μέτοχοι

1.  
Τα ανώτατα διοικητικά στελέχη του ΚΑΤ διαθέτουν τα απαιτούμενα εχέγγυα εντιμότητας και πείρας ώστε να διασφαλίζεται η χρηστή και συνετή διαχείριση του ΚΑΤ.
2.  
Το ΚΑΤ διαθέτει διοικητικό όργανο που απαρτίζεται τουλάχιστον κατά το ένα τρίτο από ανεξάρτητα μέλη, χωρίς τα ανεξάρτητα αυτά μέλη να μπορούν να είναι λιγότερα από δύο.

▼M4

Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ως ανεξάρτητο μέλος του διοικητικού οργάνου νοείται μέλος του διοικητικού οργάνου το οποίο δεν έχει επαγγελματική, οικογενειακή ή άλλη σχέση που δημιουργεί σύγκρουση συμφερόντων με το σχετικό ΚΑΤ ή με τους μετόχους που ασκούν τον έλεγχο, τη διοίκησή του ή τους συμμετέχοντές του, και το οποίο δεν είχε τέτοιου είδους σχέση κατά τα πέντε έτη πριν από τη συμμετοχή του στο διοικητικό όργανο.

▼B

3.  
Η αμοιβή των ανεξάρτητων και των λοιπών μη εκτελεστικών μελών του διοικητικού οργάνου δεν συνδέεται με τις επιχειρηματικές επιδόσεις του ΚΑΤ.
4.  
Το διοικητικό όργανο απαρτίζεται από κατάλληλα μέλη που διαθέτουν τα απαιτούμενα εχέγγυα εντιμότητας και κατάλληλο συνδυασμό δεξιοτήτων, πείρας και γνώσεων σχετικά με την οντότητα και με την αγορά. Τα μη εκτελεστικά μέλη του διοικητικού οργάνου καθορίζουν στόχο όσον αφορά την εκπροσώπηση του ανεπαρκώς εκπροσωπούμενου φύλου στο διοικητικό όργανο και θεσπίζουν πολιτική για την αύξηση του αριθμού των εκπροσώπων του φύλου αυτού στο διοικητικό όργανο προκειμένου να υλοποιηθεί ο στόχος. Ο στόχος, η πολιτική και η υλοποίησή τους δημοσιοποιούνται.
5.  
Το ΚΑΤ καθορίζει σαφώς τους ρόλους και τις αρμοδιότητες του διοικητικού οργάνου, σύμφωνα με το σχετικό εθνικό δίκαιο. Το ΚΑΤ θέτει τα πρακτικά των συνεδριάσεων του διοικητικού οργάνου, στη διάθεση της αρμόδιας αρχής και του ελεγκτή κατόπιν σχετικού αιτήματος.

▼M4

6.  
Η αρμόδια αρχή δεν χορηγεί άδεια λειτουργίας σε ΚΑΤ εκτός εάν της έχουν γνωστοποιηθεί η ταυτότητα των μετόχων ή των μελών, ανεξαρτήτως του αν πρόκειται για άμεσους ή έμμεσους, φυσικά ή νομικά πρόσωπα που κατέχουν ειδικές συμμετοχές στο ΚΑΤ, καθώς και το ύψος των εν λόγω ειδικών συμμετοχών.
7.  
Η αρμόδια αρχή αρνείται να χορηγήσει άδεια λειτουργίας σε ΚΑΤ, εάν δεν έχει πεισθεί για την καταλληλότητα των μετόχων ή των μελών που κατέχουν ειδικές συμμετοχές στο ΚΑΤ, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να διασφαλιστεί χρηστή και συνετή διαχείριση του ΚΑΤ.
8.  
Εάν υπάρχουν στενοί δεσμοί μεταξύ του ΚΑΤ και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων, η αρμόδια αρχή χορηγεί άδεια λειτουργίας μόνον εφόσον οι δεσμοί αυτοί δεν παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της αρμόδιας αρχής.
9.  
Σε περίπτωση που τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 6 ασκούν επιρροή η οποία είναι δυνατόν να είναι επιζήμια για την ορθή και συνετή διαχείρισης του ΚΑΤ, η αρμόδια αρχή λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για να τερματιστεί αυτή η κατάσταση, στα οποία μπορεί να περιλαμβάνεται η ανάκληση της άδειας του ΚΑΤ.
10.  
Η αρμόδια αρχή αρνείται να χορηγήσει άδεια λειτουργίας, εάν οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας που διέπουν ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα με τα οποία το ΚΑΤ διατηρεί στενούς δεσμούς, ή εάν οι δυσχέρειες που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή των εν λόγω νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων, παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών καθηκόντων της αρμόδιας αρχής.
11.  

Το ΚΑΤ, χωρίς καθυστέρηση:

α) 

παρέχει στην αρμόδια αρχή πληροφορίες σχετικά με την κυριότητα του ΚΑΤ και, ειδικότερα, σχετικά με την ταυτότητα και την κλίμακα των συμφερόντων οποιουδήποτε προσώπου έχει ειδική συμμετοχή στο ΚΑΤ·

β) 

δημοσιοποιεί:

i) 

τις πληροφορίες που παρέχονται στην αρμόδια αρχή σύμφωνα με το στοιχείο α)· και

ii) 

τη μεταβίβαση των δικαιωμάτων κυριότητας που έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβολή του ελέγχου του ΚΑΤ.

▼M4

Άρθρο 27α

Ενημέρωση των αρμόδιων αρχών

1.  
Το ΚΑΤ κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή του τυχόν μεταβολές στη διοίκησή του και παρέχει στην αρμόδια αρχή όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να εκτιμήσει τη συμμόρφωσή του με το άρθρο 27 παράγραφοι 1 έως 5.

Σε περίπτωση που η συμπεριφορά μέλους του διοικητικού οργάνου είναι δυνατόν να αποβεί εις βάρος της χρηστής και συνετής διαχείρισης του ΚΑΤ, η αρμόδια αρχή λαμβάνει κατάλληλα μέτρα, τα οποία δύναται να περιλαμβάνουν απομάκρυνση του εν λόγω μέλους από το διοικητικό όργανο.

2.  
Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο (ο υποψήφιος αγοραστής), το οποίο, μεμονωμένα ή σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα, έχει αποφασίσει είτε να αποκτήσει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε ΚΑΤ, είτε να αυξήσει περαιτέρω, άμεσα ή έμμεσα, την ειδική συμμετοχή σε ΚΑΤ, ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχει να φθάνει ή να υπερβαίνει το 10 %, το 20 %, το 30 % ή το 50 % ή να έχει ως αποτέλεσμα το ΚΑΤ να καταστεί θυγατρική του επιχείρηση (η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής), κατ’ αρχάς απευθύνει κοινοποίηση εγγράφως στην αρχή που είναι αρμόδια για το εν λόγω ΚΑΤ, προσδιορίζοντας το ύψος της σκοπούμενης συμμετοχής, καθώς και τις σχετικές πληροφορίες, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 27β παράγραφος 4.

Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αποφάσισε να παύσει να κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε ΚΑΤ (ο υποψήφιος πωλητής), κατ’ αρχάς απευθύνει κοινοποίηση εγγράφως στην αρμόδια αρχή, προσδιορίζοντας το ύψος της εν λόγω συμμετοχής του. Το εν λόγω πρόσωπο απευθύνει, ομοίως, κοινοποίηση στις αρμόδιες αρχές, εάν αποφασίσει να μειώσει την ειδική συμμετοχή του, ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχει να μειωθεί σε λιγότερο από το 10 %, το 20 %, το 30 % ή το 50 % ή τόσο ώστε το ΚΑΤ να παύσει να είναι θυγατρική του εν λόγω προσώπου.

3.  
Η αρμόδια αρχή, πάραυτα και, σε κάθε περίπτωση, εντός δύο εργασίμων ημερών από την παραλαβή της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 2 και των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 4, γνωστοποιεί εγγράφως στον υποψήφιο αγοραστή ή υποψήφιο πωλητή ότι τις παρέλαβε.

Η αρμόδια αρχή διαθέτει μέγιστη προθεσμία 60 εργασίμων ημερών μετά την ημερομηνία της γραπτής επιβεβαίωσης της παραλαβής της κοινοποίησης και όλων των εγγράφων που απαιτείται να επισυνάπτονται στην κοινοποίηση βάσει του καταλόγου του άρθρου 27β παράγραφος 4 (η περίοδος αξιολόγησης), προκειμένου να διενεργήσουν την αξιολόγηση που προβλέπεται στο άρθρο 27β παράγραφος 1 (η αξιολόγηση).

Η αρμόδια αρχή ενημερώνει τον υποψήφιο αγοραστή ή υποψήφιο πωλητή, κατά την επιβεβαίωση της παραλαβής, για την ημερομηνία λήξης της περιόδου αξιολόγησης.

4.  
Η αρμόδια αρχή δύναται, κατά την περίοδο αξιολόγησης αλλά όχι αργότερα από την 50ή εργάσιμη ημέρα της περιόδου αυτής, να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες οι οποίες είναι αναγκαίες για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Το αίτημα αυτό υποβάλλεται εγγράφως και καθορίζονται οι αναγκαίες πρόσθετες πληροφορίες.

Η περίοδος αξιολόγησης αναστέλλεται κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία ζητήθηκαν οι πληροφορίες από την αρμόδια αρχή και της ημερομηνίας παραλαβής της απάντησης του υποψήφιου αγοραστή. Η αναστολή δεν υπερβαίνει τις 20 εργάσιμες ημέρες. Η αρμόδια αρχή έχει τη διακριτική ευχέρεια να υποβάλλει περαιτέρω αιτήματα για τη συμπλήρωση ή τη διευκρίνιση των πληροφοριών, τούτο όμως δεν συνεπάγεται αναστολή της περιόδου εκτίμησης.

5.  
Η αρμόδια αρχή μπορεί να παρατείνει την αναστολή που αναφέρεται στην παράγραφο 4 δεύτερο εδάφιο για έως και 30 εργάσιμες ημέρες, εάν ο υποψήφιος αγοραστής είναι εγκατεστημένος ή υπόκειται σε ρυθμιστικό πλαίσιο εκτός της Ένωσης ή είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δεν υπόκειται σε εποπτεία δυνάμει του παρόντος κανονισμού ή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 ή δυνάμει της οδηγίας 2009/65/ΕΚ ( 6 ), 2009/138/ΕΚ ( 7 ) ή 2011/61/ΕΕ ( 8 ) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ή της οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή 2014/65/ΕΕ.
6.  
Εάν η αρμόδια αρχή, μόλις ολοκληρώσει την αξιολόγηση, αποφασίσει να αντιταχθεί στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, προβαίνει, εντός δύο εργασίμων ημερών, και χωρίς να υπερβεί την περίοδο αξιολόγησης, σε γραπτή ενημέρωση του υποψήφιου αγοραστή και σε αναφορά των λόγων αυτής της απόφασης. Υπό την επιφύλαξη του εθνικού δικαίου, η δέουσα αιτιολόγηση της απόφασης μπορεί να δημοσιοποιείται κατόπιν αιτήματος του υποψήφιου αγοραστή. Ωστόσο, η αρμόδια αρχή μπορεί να προβεί σε παρόμοια δημοσιοποίηση και ελλείψει αιτήματος του υποψήφιου αγοραστή, εφόσον αυτό προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο.
7.  
Εάν η αρμόδια αρχή δεν αντιταχθεί στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής εντός της περιόδου αξιολόγησης, τότε η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής θεωρείται ότι εγκρίθηκε.
8.  
Η αρμόδια αρχή δύναται να ορίζει μέγιστη προθεσμία για την ολοκλήρωση της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής και να παρατείνει την προθεσμία αυτή, όπου αρμόζει.
9.  
Τα κράτη μέλη δεν επιβάλλουν απαιτήσεις για την κοινοποίηση στην αρμόδια αρχή, και την έγκριση από αυτήν, άμεσης ή έμμεσης απόκτησης δικαιωμάτων ψήφου ή κεφαλαίου αυστηρότερες από τις προβλεπόμενες στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 27β

Αξιολόγηση

1.  

Κατά την αξιολόγηση της κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 27α παράγραφος 2 και των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 27α παράγραφος 4, η αρμόδια αρχή, προκειμένου να διασφαλίσει τη χρηστή και συνετή διοίκηση του ΚΑΤ για το οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής, και λαμβάνοντας υπόψη την ενδεχόμενη επιρροή του υποψήφιου αγοραστή στο ΚΑΤ, αξιολογεί την καταλληλότητα του υποψήφιου αγοραστή και την ορθότητα της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής, από χρηματοοικονομική άποψη, με βάση όλα τα ακόλουθα:

α) 

τη φήμη και την οικονομική ευρωστία του υποψήφιου αγοραστή·

β) 

τη φήμη, τις γνώσεις, τις δεξιότητες και την πείρα οιουδήποτε ατόμου θα διευθύνει τις δραστηριότητες του ΚΑΤ κατόπιν της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής·

γ) 

κατά πόσον το ΚΑΤ θα μπορέσει να συμμορφωθεί και να συνεχίσει να συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό·

δ) 

κατά πόσον υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι, σε σχέση με την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής, διαπράττεται, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας (ΕΕ) 2015/849, ή ότι η προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής είναι δυνατόν να αυξήσει αυτόν τον κίνδυνο.

Όταν αξιολογεί τη χρηματοοικονομική ευρωστία του υποψήφιου αγοραστή, η αρμόδια αρχή δίνει ιδιαίτερη προσοχή στο είδος των δραστηριοτήτων που ασκούνται ή προβλέπεται να ασκηθούν στο ΚΑΤ, για το οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής.

Όταν αξιολογεί την ικανότητα συμμόρφωσης του ΚΑΤ με τον παρόντα κανονισμό, η αρμόδια αρχή δίνει ιδιαίτερη προσοχή στο κατά πόσον ο όμιλος του οποίου θα καταστεί μέλος διαθέτει τέτοια δομή που καθιστά δυνατή την άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας, την αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμοδίων αρχών και τον προσδιορισμό της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ αυτών.

2.  
Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να αντιταχθούν στην προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής μόνον εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για αυτό, με βάση τα κριτήρια της παραγράφου 1, ή εάν οι πληροφορίες που διαβιβάστηκαν από τον υποψήφιο αγοραστή δεν είναι πλήρεις.
3.  
Τα κράτη μέλη ούτε επιβάλλουν εκ των προτέρων όρους όσον αφορά το ύψος της συμμετοχής που πρόκειται να αποκτηθεί, ούτε επιτρέπουν στις αρμόδιες αρχές τους να εξετάζουν την προτεινόμενη απόκτηση συμμετοχής με βάση τις οικονομικές ανάγκες της αγοράς.
4.  
Τα κράτη μέλη δημοσιοποιούν κατάλογο που διευκρινίζει τις αναγκαίες πληροφορίες για τη διενέργεια της αξιολόγησης, οι οποίες υποβάλλονται στις αρμόδιες αρχές κατά τη στιγμή της κοινοποίησης που αναφέρεται στο άρθρο 27α παράγραφος 2. Οι απαιτούμενες πληροφορίες είναι ανάλογες και προσαρμόζονται στη φύση του υποψηφίου αγοραστή και της προτεινόμενης απόκτησης συμμετοχής. Τα κράτη μέλη δεν απαιτούν πληροφορίες που δεν είναι σχετικές με την προληπτική αξιολόγηση.
5.  
Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 27α παράγραφοι 2 έως 5, εάν κοινοποιηθούν στην αρμόδια αρχή δύο ή περισσότερες προτάσεις για απόκτηση ή αύξηση ειδικών συμμετοχών στο ίδιο ΚΑΤ, η αρμόδια αρχή αντιμετωπίζει τους υποψήφιους αγοραστές χωρίς να εφαρμόζει διακρίσεις.
6.  
Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, εκατέρωθεν, κάθε ουσιαστική ή σχετική πληροφορία για την αξιολόγηση της απόκτησης. Οι αρμόδιες αρχές διαβιβάζουν εκατέρωθεν, κατόπιν αιτήματος, κάθε σχετική πληροφορία και διαβιβάζουν, με δική τους πρωτοβουλία, όλες τις ουσιαστικής σημασίας πληροφορίες. Στην απόφαση της αρμόδιας αρχής που έχει εκδώσει την άδεια λειτουργίας του ΚΑΤ, για τον οποίο προτείνεται η απόκτηση συμμετοχής, πρέπει να επισημαίνονται τυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις που εξέφρασε η αρμόδια αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για τον υποψήφιο αγοραστή.
7.  
Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΤ, εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 σχετικά με την αξιολόγηση της καταλληλότητας οποιουδήποτε θα διευθύνει τις δραστηριότητες του ΚΑΤ, καθώς και σχετικά με τους διαδικαστικούς κανόνες και τα κριτήρια αξιολόγησης για την προληπτική αξιολόγηση της άμεσης ή έμμεσης απόκτησης και της αύξησης συμμετοχών σε ΚΑΤ.

Άρθρο 27γ

Παρέκκλιση για τα ΚΑΤ που παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου

Τα άρθρα 27α και 27β δεν εφαρμόζονται σε ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 3 και υπόκειται στην οδηγία 2013/36/ΕΕ.

▼B

Άρθρο 28

Επιτροπή χρηστών

1.  
Το ΚΑΤ συγκροτεί επιτροπές χρηστών για κάθε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων που διαχειρίζεται, οι οποίες αποτελούνται από εκπροσώπους των εκδοτών και των συμμετεχόντων στα εν λόγω συστήματα. Οι συμβουλές της επιτροπής χρηστών είναι ανεξάρτητες από οποιαδήποτε άμεση επιρροή της διοίκησης του ΚΑΤ.
2.  
Το ΚΑΤ καθορίζει χωρίς να εισάγει διακρίσεις την εντολή κάθε συγκροτούμενης επιτροπής χρηστών, τις αναγκαίες ρυθμίσεις διακυβέρνησης για την κατοχύρωση της ανεξαρτησίας της και των λειτουργικών της διαδικασιών, καθώς και τα κριτήρια αποδοχής και τον μηχανισμό εκλογής των μελών της. Οι ρυθμίσεις διακυβέρνησης δημοσιοποιούνται και διασφαλίζουν ότι η επιτροπή χρηστών υποβάλλει αναφορές απευθείας στο διοικητικό όργανο και πραγματοποιεί τακτικές συνεδριάσεις.

▼M4

3.  
Οι επιτροπές χρηστών συμβουλεύουν το διοικητικό όργανο σχετικά με βασικές ρυθμίσεις που έχουν αντίκτυπο στα μέλη τους, συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων αποδοχής εκδοτών ή συμμετεχόντων στα αντίστοιχα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων τους και σε επίπεδο υπηρεσιών. Το επίπεδο υπηρεσιών περιλαμβάνει την επιλογή ρύθμισης εκκαθάρισης και διακανονισμού, λειτουργικής δομής του ΚΑΤ, πεδίου εφαρμογής των προϊόντων που διακανονίζονται ή καταχωρίζονται, χρήσης τεχνολογίας για τις δραστηριότητες του ΚΑΤ και σχετικών διαδικασιών.

▼B

4.  
Οι επιτροπές χρηστών μπορούν να υποβάλλουν μη δεσμευτικές γνωμοδοτήσεις στο διοικητικό συμβούλιο με εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση όσον αφορά τη διάρθρωση των τιμών του ΚΑΤ.
5.  
Με την επιφύλαξη του δικαιώματος των αρμοδίων αρχών να ενημερώνονται δεόντως, τα μέλη των επιτροπών χρηστών δεσμεύονται από υποχρεώσεις εμπιστευτικότητας. Εάν ο πρόεδρος επιτροπής χρηστών διαπιστώσει ότι ένα μέλος βρίσκεται σε κατάσταση πραγματικής ή δυνητικής σύγκρουσης συμφερόντων σε συγκεκριμένο θέμα, δεν επιτρέπεται στο εν λόγω μέλος να ψηφίσει επί του θέματος αυτού.
6.  
Το ΚΑΤ ενημερώνει αμέσως την αρμόδια αρχή και την επιτροπή χρηστών σχετικά με κάθε απόφαση όπου το διοικητικό όργανο αποφασίζει να μην ακολουθήσει τις συμβουλές της επιτροπής χρηστών. Η επιτροπή χρηστών μπορεί να ενημερώνει την αρμόδια αρχή για περιπτώσεις κατά τις οποίες θεωρεί ότι δεν εισακούστηκε η συμβουλή της επιτροπής χρηστών.

Άρθρο 29

Τήρηση αρχείων

1.  
Το ΚΑΤ διατηρεί, για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δέκα ετών, όλα τα αρχεία που αφορούν τις παρασχεθείσες υπηρεσίες και τις ασκηθείσες δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων των επικουρικών υπηρεσιών που αναφέρονται στα τμήματα Β και Γ του παραρτήματος, ούτως ώστε η αρμόδια αρχή να είναι σε θέση να παρακολουθεί τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.

▼M4

1α.  
Το ΚΑΤ απαιτεί από τους εκδότες να λαμβάνουν και να διαβιβάζουν στο ΚΑΤ έγκυρο αναγνωριστικό κωδικό νομικής οντότητας (LEI).

▼B

2.  
Το ΚΑΤ θέτει, κατόπιν αιτήματος, τα αρχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στη διάθεση της αρμόδιας αρχής και των σχετικών αρχών καθώς και κάθε άλλης δημόσιας αρχής η οποία δυνάμει του δικαίου της Ένωσης ή του εθνικού δικαίου των κρατών μελών υποδοχής έχει την εξουσία να απαιτεί πρόσβαση σε αυτά τα αρχεία, με σκοπό την εκτέλεση της αποστολής τους.
3.  
Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τις λεπτομέρειες των αρχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τα οποία πρέπει να τηρούνται για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης των ΚΑΤ με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 18 Ιουνίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

4.  
Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να προσδιορίσει το μορφότυπο των αρχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, τα οποία πρέπει να τηρούνται για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης των ΚΑΤ με τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 18 Ιουνίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα έγκρισης των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 30

Εξωτερική ανάθεση

1.  

Όταν το ΚΑΤ προβαίνει σε εξωτερική ανάθεση υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων σε τρίτους, παραμένει εξ ολοκλήρου υπεύθυνο για την εκπλήρωση όλων των υποχρεώσεών του βάσει του παρόντος κανονισμού και συμμορφώνεται ανά πάσα στιγμή με τους ακόλουθους όρους:

α) 

η εξωτερική ανάθεση δεν έχει ως αποτέλεσμα μεταβίβαση της ευθύνης του·

β) 

η σχέση και οι υποχρεώσεις του ΚΑΤ έναντι των συμμετεχόντων ή των εκδοτών του δεν μεταβάλλονται·

γ) 

δεν μεταβάλλονται ουσιαστικά οι όροι χορήγησης άδειας λειτουργίας στο ΚΑΤ·

δ) 

η εξωτερική ανάθεση δεν εμποδίζει την άσκηση των καθηκόντων εποπτείας και επίβλεψης, συμπεριλαμβανομένης της επιτόπιας πρόσβασης για τη λήψη σχετικών πληροφοριών που απαιτούνται για την εκπλήρωση των ανωτέρω καθηκόντων·

ε) 

η εξωτερική ανάθεση δεν έχει ως αποτέλεσμα να στερηθεί το ΚΑΤ τα αναγκαία συστήματα και μέσα ελέγχου προκειμένου να διαχειρίζεται τους κινδύνους που αντιμετωπίζει·

στ) 

το ΚΑΤ διατηρεί την αναγκαία εμπειρογνωμοσύνη και τους αναγκαίους πόρους προκειμένου να αξιολογεί την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών, την οργανωτική και κεφαλαιακή επάρκεια του παρόχου υπηρεσιών, καθώς και να εποπτεύει αποτελεσματικά τα ανατεθέντα καθήκοντα και να διαχειρίζεται σε συνεχή βάση τους κινδύνους που συνδέονται με την εξωτερική ανάθεση·

ζ) 

το ΚΑΤ έχει άμεση πρόσβαση στις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τις ανατεθείσες υπηρεσίες·

η) 

ο πάροχος υπηρεσιών συνεργάζεται με την αρμόδια αρχή και τις σχετικές αρχές όσον αφορά τις ανατεθείσες δραστηριότητες·

θ) 

το ΚΑΤ διασφαλίζει ότι ο πάροχος υπηρεσιών πληροί τα πρότυπα που ορίζονται από τη σχετική νομοθεσία προστασίας δεδομένων, η οποία θα εφαρμοζόταν εάν οι πάροχοι υπηρεσιών είχαν την έδρα τους στην Ένωση. Το ΚΑΤ είναι υπεύθυνο να διασφαλίζει ότι τα εν λόγω πρότυπα ορίζονται σε σύμβαση μεταξύ των μερών και ότι τα πρότυπα αυτά τηρούνται.

2.  
Το ΚΑΤ ορίζει σε γραπτή συμφωνία τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του παρόχου υπηρεσιών. Η συμφωνία εξωτερικής ανάθεσης επιτρέπει στο ΚΑΤ να καταγγείλει τη συμφωνία.
3.  
Το ΚΑΤ και ο πάροχος υπηρεσιών θέτουν στη διάθεση της αρμόδιας αρχής και των σχετικών αρχών, κατόπιν αιτήματος, όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, ώστε να είναι σε θέση να αξιολογήσουν τη συμμόρφωση των ανατεθέντων καθηκόντων προς τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού.
4.  
Η εξωτερική ανάθεση μιας βασικής υπηρεσίας υπόκειται σε έγκριση της αρμόδιας αρχής βάσει του άρθρου 19.
5.  
Οι παράγραφοι 1 έως 4 δεν εφαρμόζονται όταν το ΚΑΤ αναθέτει ορισμένες από τις υπηρεσίες ή δραστηριότητές του σε δημόσια οντότητα και όταν η εν λόγω ανάθεση διέπεται από ειδικό νομικό, κανονιστικό και λειτουργικό πλαίσιο που έχει συμφωνηθεί και επικυρωθεί από κοινού από τη δημόσια οντότητα και το σχετικό ΚΑΤ και έχει εγκριθεί από τις αρμόδιες αρχές βάσει των απαιτήσεων που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

Άρθρο 31

Υπηρεσίες παρεχόμενες από τρίτα μέρη πλην των ΚΑΤ

1.  
Με την επιφύλαξη του άρθρου 30, και εφόσον απαιτείται από το εθνικό δίκαιο, τρίτο πρόσωπο πλην των ΚΑΤ δύναται να έχει την ευθύνη για την καταχώριση εγγραφών σε λογαριασμούς αξιογράφων που τηρούνται από τα ΚΑΤ.
2.  
Τα κράτη μέλη που επιτρέπουν σε άλλα μέρη πλην των ΚΑΤ να παρέχουν ορισμένες βασικές υπηρεσίες που αναφέρονται στο τμήμα Α του παραρτήματος σύμφωνα με την παράγραφο 1, προσδιορίζουν στο εθνικό τους δίκαιο τις απαιτήσεις που θα εφαρμόζονται σε τέτοια περίπτωση. Οι απαιτήσεις αυτές περιλαμβάνουν τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού οι οποίες εφαρμόζονται τόσο στο ΚΑΤ όσο και, κατά περίπτωση, στο τρίτο μέρος.
3.  
Τα κράτη μέλη που επιτρέπουν σε άλλα μέρη πλην των ΚΑΤ να παρέχουν ορισμένες βασικές υπηρεσίες που αναφέρονται στο τμήμα Α του παραρτήματος σύμφωνα με την παράγραφο 1 κοινοποιούν στην ΕΑΚΑΑ όλες τις σχετικές πληροφορίες όσον αφορά την παροχή αυτών των υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των οικείων εθνικών ρυθμίσεων.

Η ΕΑΚΑΑ υποχρεούται να συμπεριλαμβάνει τις πληροφορίες αυτές στο μητρώο ΚΑΤ που αναφέρεται στο άρθρο 21.

Τμήμα 2

Κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας

Άρθρο 32

Γενικές διατάξεις

1.  
Το ΚΑΤ έχει σαφώς καθορισμένους στόχους και σκοπούς που είναι εφικτοί, για παράδειγμα στους τομείς των επιπέδων ελάχιστης εξυπηρέτησης, των προσδοκιών σχετικά με τη διαχείριση κινδύνου και των επιχειρηματικών προτεραιοτήτων.
2.  
Το ΚΑΤ διαθέτει διαφανείς κανόνες για τον χειρισμό των παραπόνων.

Άρθρο 33

Απαιτήσεις για τη συμμετοχή

1.  
Για κάθε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων που τελεί υπό τη διαχείρισή του, το ΚΑΤ δημοσιοποιεί κριτήρια συμμετοχής που επιτρέπουν ισότιμη και ανοικτή πρόσβαση σε όλα τα νομικά πρόσωπα που προτίθενται να γίνουν συμμετέχοντες. Τα εν λόγω κριτήρια είναι διαφανή, αντικειμενικά και αμερόληπτα, ώστε να διασφαλίζεται ισότιμη και ανοικτή πρόσβαση στο ΚΑΤ, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τους κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την ομαλή λειτουργία των αγορών. Κριτήρια που περιορίζουν την πρόσβαση επιτρέπονται μόνον στον βαθμό που αποσκοπούν, δικαιολογημένα στον έλεγχο συγκεκριμένου κινδύνου για το ΚΑΤ.
2.  
Το ΚΑΤ επεξεργάζεται αμέσως τα αιτήματα πρόσβασης, δίδοντας απάντηση στα εν λόγω αιτήματα το αργότερο εντός ενός μηνός, και δημοσιοποιεί τις διαδικασίες επεξεργασίας των αιτημάτων πρόσβασης.
3.  
Το ΚΑΤ δύναται να αρνηθεί την πρόσβαση σε συμμετέχοντα που πληροί τα κριτήρια που αναφέρονται στην παράγραφο 1, μόνον κατόπιν δέουσας γραπτής δικαιολόγησης και βάσει συνολικής ανάλυσης κινδύνου.

Σε περίπτωση άρνησης, ο αιτών συμμετέχων έχει το δικαίωμα να υποβάλει καταγγελία στην αρμόδια αρχή του ΚΑΤ που του αρνήθηκε την πρόσβαση.

Η εν λόγω αρμόδια αρχή εξετάζει δεόντως την καταγγελία, αξιολογώντας τους λόγους της άρνησης, και παρέχει στον αιτούντα συμμετέχοντα αιτιολογημένη απάντηση.

Η εν λόγω αρμόδια αρχή συμβουλεύεται την αρμόδια αρχή της έδρας του αιτούντος συμμετέχοντος σχετικά με την αξιολόγηση της καταγγελίας. Εάν η αρχή του αιτούντος συμμετέχοντος διαφωνεί με την παρασχεθείσα αξιολόγηση, οποιαδήποτε από τις δύο αρμόδιες αρχές δύναται να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΚΑΑ, η οποία μπορεί να ενεργήσει στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που της έχουν ανατεθεί βάσει του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Εάν η άρνηση του ΚΑΤ να παραχωρήσει πρόσβαση στον αιτούντα συμμετέχοντα θεωρηθεί αδικαιολόγητη, η αρμόδια αρχή του ΚΑΤ που αρνήθηκε την πρόσβαση εκδίδει εντολή, απαιτώντας από το ΚΑΤ να παραχωρήσει πρόσβαση στον αιτούντα συμμετέχοντα.

4.  
Το ΚΑΤ διαθέτει αντικειμενικές και διαφανείς διαδικασίες για την αναστολή και την ομαλή αποχώρηση των συμμετεχόντων οι οποίοι δεν πληρούν πλέον τα κριτήρια συμμετοχής που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
5.  
Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικεύσει τους κινδύνους που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τα ΚΑΤ, όταν διενεργούν συνολική αξιολόγηση κινδύνων, και από τις αρμόδιες αρχές κατά την αξιολόγηση των λόγων της άρνησης, σύμφωνα με την παράγραφο 3, καθώς και τα στοιχεία της διαδικασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 3.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 18 Ιουνίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

6.  
Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τα τυποποιημένα έντυπα και τα υποδείγματα για τη διαδικασία που αναφέρεται στην παράγραφο 3.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 18 Ιουνίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έγκρισης των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 34

Διαφάνεια

1.  
Για κάθε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων που τελεί υπό τη διαχείρισή του, καθώς και για καθεμία από τις άλλες βασικές υπηρεσίες που παρέχει, το ΚΑΤ δημοσιεύει τις σχετικές τιμές και τέλη για τις βασικές παρεχόμενες από αυτό υπηρεσίες που αναφέρονται στο τμήμα Α του παραρτήματος. Δημοσιεύει τις τιμές και τα τέλη των επιμέρους παρεχόμενων υπηρεσιών και λειτουργιών χωριστά, συμπεριλαμβανομένων των εκπτώσεων και των επιστροφών, καθώς και τους όρους παροχής του οφέλους των εν λόγω μειώσεων. Επιτρέπει στους πελάτες του χωριστή πρόσβαση στις επιμέρους παρεχόμενες υπηρεσίες.
2.  
Το ΚΑΤ δημοσιεύει τον τιμοκατάλογό του ούτως ώστε να διευκολύνει τη σύγκριση των προσφορών και να επιτρέπει στους πελάτες να προβλέπουν την τιμή που θα πρέπει να καταβάλουν για τη χρήση των υπηρεσιών.
3.  
Το ΚΑΤ δεσμεύεται από τη δημοσιευμένη πολιτική τιμολόγησής του για τις βασικές του υπηρεσίες.
4.  
Το ΚΑΤ παρέχει στους πελάτες του πληροφορίες που επιτρέπουν την αντιπαραβολή του τιμολογίου με τους δημοσιευμένους τιμοκαταλόγους.
5.  
Το ΚΑΤ παρέχει σε όλους τους πελάτες πληροφορίες που τους επιτρέπουν να αξιολογήσουν τους κινδύνους που σχετίζονται με τις παρεχόμενες υπηρεσίες.
6.  
Το ΚΑΤ τηρεί χωριστούς λογαριασμούς για το κόστος και τα έσοδα των παρεχόμενων βασικών υπηρεσιών και κοινοποιεί τις σχετικές πληροφορίες στην αρμόδια αρχή.
7.  
Το ΚΑΤ τηρεί λογαριασμούς για το κόστος και τα έσοδα για το σύνολο των παρεχόμενων επικουρικών υπηρεσιών και κοινοποιεί τις σχετικές πληροφορίες στην αρμόδια αρχή.
8.  
Προκειμένου να διασφαλιστεί η αποτελεσματική εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού της Ένωσης και να καταστεί δυνατός ο εντοπισμός, μεταξύ άλλων, της διασταυρούμενης επιδότησης των επικουρικών υπηρεσιών από βασικές υπηρεσίες, το ΚΑΤ τηρεί αναλυτικούς λογαριασμούς των δραστηριοτήτων του. Οι αναλυτικοί αυτοί λογαριασμοί θα πρέπει, κατ’ ελάχιστον, να διαχωρίζουν το κόστος και τα έσοδα που συνδέονται με κάθε μία από τις βασικές υπηρεσίες από το κόστος και τα έσοδα που συνδέονται με τις επικουρικές υπηρεσίες.

Άρθρο 35

Διαδικασίες επικοινωνίας με συμμετέχοντες και άλλες υποδομές της αγοράς

Στις διαδικασίες επικοινωνίας τους με τους συμμετέχοντες των συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων που διαχειρίζονται και με τις υποδομές της αγοράς με τις οποίες συνδέονται, τα ΚΑΤ χρησιμοποιούν διεθνείς ανοιχτές διαδικασίες επικοινωνίας και πρότυπα ανταλλαγής μηνυμάτων και δεδομένων αναφοράς, προκειμένου να διευκολυνθούν η αποτελεσματική καταχώριση, πληρωμή και διακανονισμός.

Τμήμα 3

Απαιτήσεις για τις υπηρεσίες ΚΑΤ

▼M4

Άρθρο 36

Γενικές διατάξεις

Για κάθε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων το οποίο διαχειρίζεται, το ΚΑΤ διαθέτει κατάλληλους κανόνες και διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων άρτιων λογιστικών πρακτικών και ελέγχων, ούτως ώστε να συμβάλλει στη διασφάλιση της ακεραιότητας των εκδόσεων αξιογράφων, στην ελαχιστοποίηση και διαχείριση των κινδύνων που σχετίζονται με τη φύλαξη και τον διακανονισμό των συναλλαγών σε αξιόγραφα.

▼B

Άρθρο 37

Ακεραιότητα της έκδοσης

1.  
Το ΚΑΤ λαμβάνει κατάλληλα μέτρα αντιστοίχισης για να επαληθεύσει ότι ο αριθμός των αξιογράφων που απαρτίζουν μια έκδοση αξιογράφων ή μέρος μιας έκδοσης αξιογράφων που έχει υποβληθεί στο ΚΑΤ ισούται με το σύνολο των αξιογράφων που έχουν καταχωριστεί στους λογαριασμούς αξιογράφων των συμμετεχόντων του συστήματος διακανονισμού αξιογράφων το οποίο διαχειρίζεται το ΚΑΤ και, όπου αρμόζει, στους λογαριασμούς δικαιούχων που τηρούνται από το ΚΑΤ. Τα σχετικά μέτρα αντιστοίχισης εφαρμόζονται τουλάχιστον καθημερινά.
2.  
Όπου κρίνεται σκόπιμο και εάν εμπλέκονται στη διαδικασία αντιστοίχισης για μια συγκεκριμένη έκδοση αξιογράφων άλλες οντότητες, όπως ο εκδότης, οι υπεύθυνοι μητρώου, οι φορείς έκδοσης, οι φορείς μεταβίβασης, τα κοινά αποθετήρια, άλλα ΚΑΤ ή άλλες οντότητες, το ΚΑΤ και οποιεσδήποτε άλλες τέτοιες οντότητες καθιερώνουν επαρκή μέτρα συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών μεταξύ τους, ούτως ώστε να διατηρηθεί η ακεραιότητα της έκδοσης.
3.  
Απαγορεύονται οι υπεραναλήψεις αξιογράφων, τα χρεωστικά υπόλοιπα ή η δημιουργία αξιογράφων σε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων που τελεί υπό τη διαχείριση ΚΑΤ.
4.  
Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικεύσει τα μέτρα αντιστοίχισης που πρέπει να λαμβάνει το ΚΑΤ δυνάμει των παραγράφων 1 έως 3.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 18 Ιουνίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 38

Προστασία των αξιογράφων των συμμετεχόντων και των αξιογράφων των πελατών τους

1.  
Για κάθε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων το οποίο διαχειρίζεται, το ΚΑΤ τηρεί αρχεία και λογαριασμούς που του επιτρέπουν, οποτεδήποτε και χωρίς καθυστέρηση, να διαχωρίζει στους λογαριασμούς με το ΚΑΤ, τα αξιόγραφα ενός συμμετέχοντος από τα αξιόγραφα οποιουδήποτε άλλου συμμετέχοντος και, εάν συντρέχει περίπτωση, από τα στοιχεία ενεργητικού του ιδίου του ΚΑΤ.
2.  
Το ΚΑΤ τηρεί αρχεία και λογαριασμούς που επιτρέπουν σε οποιονδήποτε συμμετέχοντα να διαχωρίζει τα αξιόγραφά του από τα αξιόγραφα των πελατών του.
3.  
Το ΚΑΤ τηρεί αρχεία και λογαριασμούς που επιτρέπουν σε οποιονδήποτε συμμετέχοντα να τηρεί σε έναν λογαριασμό αξιογράφων τα αξιόγραφα που ανήκουν στους διάφορους πελάτες του εν λόγω συμμετέχοντος («συνολικός διαχωρισμός πελατών»).
4.  
Το ΚΑΤ τηρεί αρχεία και λογαριασμούς που επιτρέπουν σε κάθε συμμετέχοντα να διαχωρίζει τα αξιόγραφα οποιουδήποτε από τους πελάτες του, εάν και όπως απαιτείται από τον συμμετέχοντα («διαχωρισμός ανά πελάτη»).
5.  
Ο συμμετέχων προσφέρει στον πελάτη του τουλάχιστον τη δυνατότητα επιλογής ανάμεσα στον συνολικό διαχωρισμό πελατών και τον διαχωρισμό ανά πελάτη και τους ενημερώνει σχετικά με το κόστος και τους κινδύνους που συνδέονται με κάθε μία από τις δυνατότητες αυτές.

Ωστόσο, το ΚΑΤ και οι συμμετέχοντές του παρέχουν διαχωρισμό ανά πελάτη για πολίτες και κατοίκους κράτους μέλους, καθώς και για νομικά πρόσωπα που εδρεύουν σε αυτό, όταν αυτό απαιτείται από την εθνική νομοθεσία του κράτους μέλους δυνάμει της οποίας έχουν δημιουργηθεί οι τίτλοι, όπως αυτή ισχύει κατά τη 17η Σεπτεμβρίου 2014. Η υποχρέωση αυτή ισχύει εφόσον η εθνική νομοθεσία δεν τροποποιηθεί ή καταργηθεί και εφόσον οι σκοποί της εξακολουθούν να ισχύουν.

6.  
Τα ΚΑΤ και οι συμμετέχοντές τους δημοσιοποιούν τα επίπεδα προστασίας και τα κόστη που συνδέονται με τα διάφορα επίπεδα διαχωρισμού που παρέχουν και προσφέρουν τις ανωτέρω υπηρεσίες υπό εύλογους εμπορικούς όρους. Οι λεπτομέρειες για τα διάφορα επίπεδα διαχωρισμού περιλαμβάνουν περιγραφή των κυριότερων νομικών συνεπειών του αντίστοιχου προσφερόμενου επιπέδου διαχωρισμού, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών για το εφαρμοστέο δίκαιο περί αφερεγγυότητας στην οικεία δικαιοδοσία.
7.  
Το ΚΑΤ δεν χρησιμοποιεί αξιόγραφα που δεν του ανήκουν για κανέναν λόγο. Το ΚΑΤ δύναται ωστόσο να χρησιμοποιεί τα αξιόγραφα συμμετέχοντος, όταν έχει λάβει τη ρητή εκ των προτέρων συγκατάθεση του εν λόγω συμμετέχοντος. Το ΚΑΤ υποχρεώνει τους συμμετέχοντες να εξασφαλίζουν την απαραίτητη εκ των προτέρων συγκατάθεση από τους πελάτες τους.

Άρθρο 39

Αμετάκλητο του διακανονισμού

1.  
Το ΚΑΤ διασφαλίζει ότι το σύστημα διακανονισμού αξιογράφων το οποίο διαχειρίζεται προσφέρει επαρκή προστασία στους συμμετέχοντες. Τα κράτη μέλη ορίζουν και κοινοποιούν το σύστημα διακανονισμού αξιογράφων υπό τη διαχείριση των ΚΑΤ σύμφωνα με τις διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 2 στοιχείο α) της οδηγίας 98/26/ΕΚ.
2.  
Το ΚΑΤ διασφαλίζει ότι κάθε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων το οποίο διαχειρίζεται καθορίζει τον χρόνο εισαγωγής των εντολών μεταβίβασης και τον χρόνο κατά τον οποίο γίνονται αμετάκλητες οι εντολές αυτές στο εν λόγω σύστημα διακανονισμού αξιογράφων, σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 5 της οδηγίας 98/26/ΕΚ.
3.  
Το ΚΑΤ δημοσιοποιεί τους κανόνες που διέπουν το αμετάκλητο των μεταβιβάσεων αξιογράφων και μετρητών σε ένα σύστημα διακανονισμού αξιογράφων.
4.  
Οι παράγραφοι 2 και 3 εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των διατάξεων που εφαρμόζονται για τις συνδέσεις ΚΑΤ και με την επιφύλαξη της παραγράφου 8 του άρθρου 48.
5.  
Το ΚΑΤ θα πρέπει να λαμβάνει όλα τα εύλογα μέτρα προκειμένου να διασφαλίζει ότι, σύμφωνα με τους κανόνες που αναφέρονται στην παράγραφο 3, το αμετάκλητο των μεταβιβάσεων αξιογράφων και μετρητών που αναφέρονται στην παράγραφο 3 επιτυγχάνεται είτε σε πραγματικό χρόνο είτε στη διάρκεια της ημέρας και, οπωσδήποτε, το αργότερο μέχρι τη λήξη της εργάσιμης ημέρας της πραγματικής ημερομηνίας διακανονισμού.
6.  
Όταν το ΚΑΤ προσφέρει τις υπηρεσίες που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 2, διασφαλίζει ότι οι εισπράξεις μετρητών από διακανονισμούς αξιογράφων είναι διαθέσιμες για τους αποδέκτες το αργότερο μέχρι τη λήξη της εργάσιμης ημέρας της προβλεπόμενης ημερομηνίας διακανονισμού.
7.  
Όλες οι συναλλαγές αξιογράφων έναντι μετρητών μεταξύ άμεσων συμμετεχόντων σε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων που τελούν υπό τη διαχείριση ΚΑΤ και διακανονίζονται σε αυτό το σύστημα διακανονισμού αξιογράφων διακανονίζονται βάσει συστήματος ταυτόχρονης παράδοσης και πληρωμής («σύστημα DVP»).

Άρθρο 40

Διακανονισμός τοις μετρητοίς

1.  
Για συναλλαγές εκφρασμένες στο νόμισμα της χώρας στην οποία πραγματοποιείται ο διακανονισμός, το ΚΑΤ διακανονίζει τις πληρωμές τοις μετρητοίς του συστήματος διακανονισμού αξιογράφων μέσω λογαριασμών σε κεντρική τράπεζα που εκδίδει το σχετικό νόμισμα, όποτε αυτό είναι εφικτό και λειτουργικό.

▼M4

2.  
Όταν δεν είναι πρακτικός και διαθέσιμος ο διακανονισμός σε λογαριασμούς κεντρικής τράπεζας, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1, ένα ΚΑΤ μπορεί να προσφερθεί να διακανονίσει τις πληρωμές τοις μετρητοίς για το σύνολο ή μέρος των συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων του μέσω λογαριασμών σε πιστωτικό ίδρυμα, μέσω ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια να παρέχει τις υπηρεσίες που παρατίθενται στο τμήμα Γ του παραρτήματος, είτε εντός του ίδιου ομίλου επιχειρήσεων που ελέγχονται τελικά από την ίδια μητρική επιχείρηση είτε όχι, ή μέσω δικών του λογαριασμών. Εάν το ΚΑΤ προσφέρεται να πραγματοποιεί τέτοιες πληρωμές τοις μετρητοίς μέσω λογαριασμών που ανοίγονται σε πιστωτικό ίδρυμα, μέσω των δικών του λογαριασμών ή μέσω των λογαριασμών άλλου ΚΑΤ, το πράττει σύμφωνα με τις διατάξεις του τίτλου IV.

▼B

3.  
Το ΚΑΤ μεριμνά ώστε οι πληροφορίες που παρέχονται στους συμμετέχοντες στην αγορά σχετικά με τους κινδύνους και το κόστος που συνδέονται με τον διακανονισμό σε πιστωτικά ιδρύματα ή μέσω των δικών του λογαριασμών να είναι σαφείς, ακριβείς και μη παραπλανητικές. Το ΚΑΤ καθιστά διαθέσιμες επαρκείς πληροφορίες σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες, ώστε να μπορούν να προσδιορίζουν και να αξιολογούν τους κινδύνους και το κόστος που συνδέονται με τον διακανονισμό μέσω λογαριασμών σε πιστωτικά ιδρύματα ή μέσω των δικών του λογαριασμών και παρέχει τις πληροφορίες αυτές κατόπιν αιτήματος.

Άρθρο 41

Κανόνες και διαδικασίες σχετικά με την αθέτηση υποχρέωσης συμμετεχόντων

1.  
Για κάθε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων που διαχειρίζεται, το ΚΑΤ διαθέτει αποτελεσματικούς και σαφώς καθορισμένους κανόνες και διαδικασίες για τη διαχείριση της αθέτησης υποχρέωσης ενός ή περισσοτέρων συμμετεχόντων, διασφαλίζοντας ότι το ΚΑΤ μπορεί να λάβει εγκαίρως μέτρα για τον περιορισμό των ζημιών και των πιέσεων ρευστότητας και να εξακολουθήσει να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του.
2.  
Το ΚΑΤ θέτει τους κανόνες και τις σχετικές διαδικασίες του περί αθέτησης στη διάθεση του κοινού.
3.  
Το ΚΑΤ, μαζί με τους συμμετέχοντες και άλλους σχετικούς ενδιαφερομένους, εκτελεί περιοδικούς ελέγχους και επανεξετάζει τις διαδικασίες του περί αθέτησης για να διασφαλίσει ότι είναι λειτουργικές και αποτελεσματικές.
4.  
Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνεπής εφαρμογή του παρόντος άρθρου, η ΕΑΚΑΑ μπορεί, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Τμήμα 4

Απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας

Άρθρο 42

Γενικές απαιτήσεις

Το ΚΑΤ θεσπίζει άρτιο πλαίσιο διαχείρισης κινδύνου για την ολοκληρωμένη διαχείριση του νομικού, του επιχειρηματικού, του λειτουργικού και άλλων άμεσων ή έμμεσων κινδύνων, συμπεριλαμβανομένων μέτρων περιορισμού των περιπτώσεων απάτης και αμέλειας.

Άρθρο 43

Νομικοί κίνδυνοι

1.  
Για τους σκοπούς αδειοδότησης και εποπτείας, καθώς και για την ενημέρωση των πελατών του, το ΚΑΤ διαθέτει κανόνες, διαδικασίες και συμβάσεις που είναι σαφείς και κατανοητές για όλα τα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων που διαχειρίζεται και για όλες τις λοιπές υπηρεσίες που παρέχει.
2.  
Το ΚΑΤ σχεδιάζει τους κανόνες, τις διαδικασίες και τις συμβάσεις κατά τρόπο, ώστε να μπορούν να επιβληθούν σε όλες τις σχετικές δικαιοδοσίες, μεταξύ άλλων και σε περίπτωση αθέτησης υποχρέωσης του συμμετέχοντος.
3.  
Το ΚΑΤ που έχει δραστηριότητες σε διάφορες δικαιοδοσίες λαμβάνει όλα τα εύλογα μέτρα για να προσδιορίζει και να μετριάζει τους κινδύνους που προκύπτουν από ενδεχόμενες συγκρούσεις νόμων μεταξύ δικαιοδοσιών.

Άρθρο 44

Γενικός επιχειρηματικός κίνδυνος

Το ΚΑΤ διαθέτει άρτια συστήματα διαχείρισης και ελέγχου, καθώς και εργαλεία τεχνολογίας πληροφοριών (ΤΠ) για τον προσδιορισμό, την παρακολούθηση και τη διαχείριση των γενικών επιχειρηματικών κινδύνων, συμπεριλαμβανομένων των ζημιών που προκύπτουν από κακή εκτέλεση της επιχειρηματικής στρατηγικής, από αρνητικές ταμειακές ροές και από λειτουργικά έξοδα.

Άρθρο 45

Λειτουργικοί κίνδυνοι

▼M3

1.  
Το ΚΑΤ προσδιορίζει όλες τις πηγές λειτουργικού κινδύνου, εσωτερικές και εξωτερικές, και ελαχιστοποιεί τον αντίκτυπό τους μέσω της ανάπτυξης κατάλληλων εργαλείων, διαδικασιών και πολιτικών ΤΠΕ που έχουν θεσπιστεί και τελούν υπό διαχείριση σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/2554 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 9 ), καθώς και μέσω οποιωνδήποτε άλλων σχετικών κατάλληλων εργαλείων, δικλείδων ασφάλειας και διαδικασιών για άλλα είδη λειτουργικού κινδύνου, μεταξύ άλλων για όλα τα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων που διαχειρίζεται.

▼M3 —————

▼M3

3.  
Για τις υπηρεσίες που παρέχει καθώς και για κάθε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων που διαχειρίζεται, το ΚΑΤ διαμορφώνει, εφαρμόζει και διατηρεί κατάλληλη πολιτική επιχειρησιακής συνέχειας και σχέδιο ανάκαμψης της λειτουργίας μετά από καταστροφή, συμπεριλαμβανομένων πολιτικής επιχειρησιακής συνέχειας και σχεδίων αντιμετώπισης και ανάκαμψης της λειτουργίας των ΤΠΕ μετά από καταστροφή τα οποία καταρτίζονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) 2022/2554 για να διασφαλίσει τη διατήρηση των υπηρεσιών του, την έγκαιρη αποκατάσταση των εργασιών και την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, σε περίπτωση γεγονότων που συνεπάγονται σημαντικό κίνδυνο διαταραχής των λειτουργιών.
4.  
Το σχέδιο που αναφέρεται στην παράγραφο 3 προβλέπει την αποκατάσταση όλων των συναλλαγών και των θέσεων των συμμετεχόντων κατά τον χρόνο της διακοπής, ώστε να μπορέσουν οι συμμετέχοντες του ΚΑΤ να εξακολουθήσουν να λειτουργούν με ασφάλεια και να ολοκληρώσουν τον διακανονισμό στην καθορισμένη ημερομηνία, μεταξύ άλλων διασφαλίζοντας ότι τα κρίσιμα συστήματα ΤΠ μπορούν ταχέως να αποκαταστήσουν τη λειτουργία τους ως είχε κατά τη στιγμή της διαταραχής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 12 παράγραφοι 5 και 7 του κανονισμού (ΕΕ) 2022/2554

▼B

5.  
Το ΚΑΤ σχεδιάζει και εκτελεί πρόγραμμα δοκιμών των ρυθμίσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 4.

▼M3

6.  
Το ΚΑΤ προσδιορίζει, παρακολουθεί και διαχειρίζεται τους κινδύνους που ενδέχεται να συνεπάγονται για τις δραστηριότητές του οι βασικοί συμμετέχοντες στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων που διαχειρίζεται, καθώς και οι πάροχοι υπηρεσιών και υπηρεσιών κοινής ωφελείας, άλλα ΚΑΤ ή άλλες υποδομές της αγοράς. Παρέχει πληροφορίες στις αρμόδιες και τις σχετικές αρχές, κατόπιν αιτήματος, σχετικά με οποιονδήποτε τέτοιον κίνδυνο εντοπιστεί. Ενημερώνει επίσης χωρίς καθυστέρηση την αρμόδια αρχή και τις σχετικές αρχές σχετικά με οποιαδήποτε περιστατικά που αφορούν τη λειτουργία του, εκτός των συμβάντων που σχετίζονται με κινδύνους ΤΠΕ, και οφείλονται στους εν λόγω κινδύνους.
7.  
Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να εξειδικεύσει τους λειτουργικούς κινδύνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 6, πλην του κινδύνου ΤΠΕ, τις μεθόδους ελέγχου, αντιμετώπισης ή ελαχιστοποίησης των εν λόγω κινδύνων, συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών επιχειρησιακής συνέχειας και των σχεδίων ανάκαμψης της λειτουργίας μετά από καταστροφή, που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4, καθώς και των μεθόδων αξιολόγησής τους.

▼B

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 18 Ιουνίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 46

Επενδυτική πολιτική

1.  
Το ΚΑΤ διατηρεί τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού του σε κεντρικές τράπεζες, σε πιστωτικά ιδρύματα με άδεια λειτουργίας ή σε ΚΑΤ με άδεια λειτουργίας.
2.  
Το ΚΑΤ διαθέτει άμεση πρόσβαση στα στοιχεία ενεργητικού του, όταν απαιτείται.
3.  
Το ΚΑΤ επενδύει τους χρηματοοικονομικούς πόρους του μόνον σε χρήμα ή σε άκρως ρευστοποιήσιμα χρηματοπιστωτικά μέσα, με ελάχιστο κίνδυνο αγοράς και πιστωτικό κίνδυνο. Οι εν λόγω επενδύσεις είναι ταχέως ρευστοποιήσιμες, με ελάχιστες δυσμενείς επιπτώσεις στις τιμές.
4.  
Το ποσό του κεφαλαίου, συμπεριλαμβανομένων των αδιανέμητων κερδών και των αποθεματικών του ΚΑΤ που δεν επενδύονται σύμφωνα με την παράγραφο 3 δεν λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς του άρθρου 47 παράγραφος 1.
5.  
Το ΚΑΤ μεριμνά ώστε η συνολική του έκθεση σε κίνδυνο έναντι οιουδήποτε μεμονωμένου αδειοδοτημένου πιστωτικού ιδρύματος ή αδειοδοτημένου ΚΑΤ στο οποίο διατηρεί τα χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού του, να παραμένει εντός αποδεκτών ορίων συγκέντρωσης.
6.  
Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΤ και τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να εξειδικευθούν τα χρηματοπιστωτικά μέσα που μπορούν να θεωρηθούν άκρως ρευστοποιήσιμα με ελάχιστο πιστωτικό κίνδυνο και κίνδυνο αγοράς, τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 3, το κατάλληλο χρονικό πλαίσιο για την πρόσβαση στα στοιχεία ενεργητικού, το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 2, και τα όρια συγκέντρωσης, τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο 5. Τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων ευθυγραμμίζονται, όποτε κρίνεται δέον, με τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που εγκρίνονται σύμφωνα με το άρθρο 47 παράγραφος 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 18 Ιουνίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 47

Κεφαλαιακές απαιτήσεις

1.  

Το κεφάλαιο, μαζί με τα αδιανέμητα κέρδη και τα αποθεματικά του ΚΑΤ, είναι ανάλογο με τους κινδύνους που προκύπτουν από τις δραστηριότητές του. Επαρκεί ανά πάσα στιγμή για:

α) 

να διασφαλίσει ότι το ΚΑΤ διαθέτει επαρκή προστασία έναντι των λειτουργικών και νομικών κινδύνων, των κινδύνων θεματοφυλακής, των επενδυτικών και των επιχειρηματικών κινδύνων, ώστε το ΚΑΤ να μπορεί να εξακολουθήσει να παρέχει τις υπηρεσίες του ως λειτουργούσα οντότητα·

β) 

να διασφαλίσει την εύτακτη εκκαθάριση ή αναδιάρθρωση των δραστηριοτήτων του ΚΑΤ εντός κατάλληλου χρονικού διαστήματος, τουλάχιστον έξι μηνών, σε διάφορα σενάρια ακραίων καταστάσεων.

▼M4 —————

▼B

3.  
Η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ και τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να εξειδικεύσει τις απαιτήσεις ως προς το κεφάλαιο, τα αδιανέμητα κέρδη και τα αποθεματικά του ΚΑΤ, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 18 Ιουνίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

▼M4

Άρθρο 47α

Προθεσμιακός καθαρός διακανονισμός

3.  
Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΤ και τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τις λεπτομέρειες της μέτρησης, της παρακολούθησης, της διαχείρισης και της αναφοράς των πιστωτικών κινδύνων και των κινδύνων ρευστότητας από τα ΚΑΤ σε σχέση με τον προθεσμιακό καθαρό διακανονισμό.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τη 17η Ιανουαρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

▼B

Τμήμα 5

Απαιτήσεις για τις συνδέσεις ΚΑΤ

Άρθρο 48

Συνδέσεις ΚΑΤ

1.  
Πριν από τη δημιουργία σύνδεσης ΚΑΤ και επί συνεχούς βάσεως μετά τη δημιουργία της, όλα τα ενδιαφερόμενα ΚΑΤ προσδιορίζουν, αξιολογούν, παρακολουθούν και διαχειρίζονται όλες τις ενδεχόμενες πηγές κινδύνου για τα ίδια και για τους συμμετέχοντες, οι οποίες προκύπτουν από τη σύνδεση ΚΑΤ και λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για τον μετριασμό τους.
2.  
Τα ΚΑΤ που πρόκειται να δημιουργήσουν συνδέσεις υποβάλουν αίτηση για χορήγηση άδειας στην αρμόδια αρχή του αιτούντος ΚΑΤ, όπως απαιτείται από το άρθρο 19 παράγραφος 1 στοιχείο ε) ή ενημερώνουν τις αρμόδιες και σχετικές αρχές του αιτούντος ΚΑΤ, όπως απαιτείται από το άρθρο 19 παράγραφος 5.
3.  
Η σύνδεση παρέχει επαρκή προστασία στα συνδεδεμένα ΚΑΤ και στους συμμετέχοντές τους, ιδίως όσον αφορά ενδεχόμενες πιστώσεις τις οποίες λαμβάνουν τα ΚΑΤ και τους κινδύνους συγκέντρωσης και ρευστότητας λόγω της συμφωνίας σύνδεσης.

Η σύνδεση υποστηρίζεται από κατάλληλες συμβατικές ρυθμίσεις που ορίζουν τα αντίστοιχα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των συνδεδεμένων ΚΑΤ και, εάν συντρέχει περίπτωση, των συμμετεχόντων τους. Μια συμβατική ρύθμιση που εμπλέκει διάφορες δικαιοδοσίες προβλέπει μια σαφή επιλογή του δικαίου που διέπει κάθε πτυχή των δραστηριοτήτων της σύνδεσης.

4.  
Σε περίπτωση προσωρινής μεταβίβασης αξιογράφων μεταξύ συνδεδεμένων ΚΑΤ, απαγορεύεται η αναμεταβίβαση αξιογράφων πριν καταστεί οριστική η πρώτη μεταβίβαση.
5.  
Το ΚΑΤ που χρησιμοποιεί έμμεση σύνδεση ή διαμεσολαβητή για τη λειτουργία σύνδεσης ΚΑΤ με ένα άλλο ΚΑΤ μετρά, παρακολουθεί και διαχειρίζεται τους πρόσθετους κινδύνους που προκύπτουν από τη χρήση της εν λόγω έμμεσης σύνδεσης ή του διαμεσολαβητή και λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για τον μετριασμό τους.
6.  
Τα συνδεδεμένα ΚΑΤ διαθέτουν άρτιες διαδικασίες αντιστοίχισης για να διασφαλίζουν ότι τα αντίστοιχα αρχεία τους είναι ακριβή.
7.  
Οι συνδέσεις μεταξύ ΚΑΤ επιτρέπουν τον διακανονισμό DVP των συναλλαγών μεταξύ συμμετεχόντων σε συνδεδεμένα ΚΑΤ, όποτε αυτό είναι εφικτό και λειτουργικό. Οι αναλυτικοί λόγοι για την τυχόν ύπαρξη σύνδεσης ΚΑΤ που δεν επιτρέπει τον διακανονισμό DVP κοινοποιούνται στις σχετικές και τις αρμόδιες αρχές.
8.  

Τα διαλειτουργικά συστήματα διακανονισμού αξιογράφων και τα ΚΑΤ που χρησιμοποιούν κοινή υποδομή διακανονισμού καθορίζουν πανομοιότυπες χρονικές στιγμές:

α) 

εισαγωγής εντολών μεταβίβασης στο σύστημα·

β) 

αμετάκλητου των εντολών μεταβίβασης·

Τα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων και τα ΚΑΤ που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο χρησιμοποιούν ισοδύναμους κανόνες όσον αφορά τον χρόνο κατά τον οποίον οι μεταβιβάσεις αξιογράφων και μετρητών καθίσταται αμετάκλητες.

9.  
Έως τις 18 Σεπτεμβρίου 2019 όλοι οι διαλειτουργικοί σύνδεσμοι μεταξύ ΚΑΤ που λειτουργούν στα κράτη μέλη καθίστανται, όπου αρμόζει, διαλειτουργικές συνδέσεις στήριξης διακανονισμού DVP.
10.  
Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικεύσει τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 3, βάσει των οποίων κάθε είδος συμφωνίας σύνδεσης παρέχει επαρκή προστασία για τα συνδεδεμένα ΚΑΤ και τους συμμετέχοντές τους, ιδίως όταν ένα ΚΑΤ σκοπεύει να συμμετάσχει στο σύστημα διακανονισμού αξιογράφων το οποίο τελεί υπό τη διαχείριση άλλου ΚΑΤ, την παρακολούθηση και διαχείριση των πρόσθετων κινδύνων, που αναφέρονται στην παράγραφο 5 και προκύπτουν από την προσφυγή σε διαμεσολαβητές, τις μεθόδους αντιστοίχισης, που αναφέρονται στην παράγραφο 6, τις περιπτώσεις στις οποίες ο διακανονισμός βάσει συστήματος ταυτόχρονης παράδοσης και πληρωμής (DVP) μέσω συνδέσεων ΚΑΤ είναι λειτουργικός και εφικτός, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 7 και τις μεθόδους αξιολόγησης των ανωτέρω.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 18 Ιουνίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Πρόσβαση σε ΚΑΤ

Τμήμα 1

Πρόσβαση εκδοτών σε ΚΑΤ

Άρθρο 49

Ελευθερία έκδοσης σε ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια στην Ένωση

1.  
Ο εκδότης έχει το δικαίωμα να καταχωρίσει τα αξιόγραφά του, τα οποία έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενες αγορές ή σε πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης ή αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε τόπους διαπραγμάτευσης, σε οποιοδήποτε ΚΑΤ με έδρα σε οποιοδήποτε κράτος μέλος, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται από το ΚΑΤ οι όροι που αναφέρονται στο άρθρο 23.

▼M4

Με την επιφύλαξη του δικαιώματος του εκδότη που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, εξακολουθεί να εφαρμόζεται το εταιρικό δίκαιο ή άλλη παρόμοια νομοθεσία του κράτους μέλους, βάσει των οποίων έχουν συσταθεί οι τίτλοι. Ως εταιρικό δίκαιο ή άλλη παρόμοια νομοθεσία του κράτους μέλους βάσει των οποίων έχουν συσταθεί οι τίτλοι νοούνται τα εξής:

α) 

το εταιρικό δίκαιο ή άλλη παρόμοια νομοθεσία του κράτους μέλους στο οποίο έχει συσταθεί ο εκδότης· και

β) 

το εταιρικό δίκαιο ή άλλη παρόμοια νομοθεσία του κράτους μέλους που διέπει την έκδοση των τίτλων.

Τα κράτη μέλη εκπονούν κατάλογο των βασικών σχετικών διατάξεων του εταιρικού δικαίου ή άλλης παρόμοιας νομοθεσίας τους που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο. Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν τον κατάλογο αυτό στην ΕΑΚΑΑ έως τη 17η Ιανουαρίου 2025. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει τον κατάλογο έως τη 17η Φεβρουαρίου 2025. Τα κράτη μέλη επικαιροποιούν τακτικά και τουλάχιστον ανά διετία τον εν λόγω κατάλογο. Κοινοποιούν τον επικαιροποιημένο κατάλογο ανά τακτά χρονικά διαστήματα, όπως αναφέρονται ανωτέρω, στην ΕΑΚΑΑ. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει τον επικαιροποιημένο κατάλογο.

▼B

Το ΚΑΤ δύναται να χρεώσει εύλογη εμπορική αμοιβή για την παροχή των υπηρεσιών του στους εκδότες βάσει απολογιστικής τιμολόγησης («cost-plus»), εκτός εάν συμφωνηθεί διαφορετικά και από τις δύο πλευρές.

2.  
Όταν ο εκδότης υποβάλλει αίτημα καταχώρισης των αξιογράφων του σε ΚΑΤ, αυτό επεξεργάζεται το αίτημα άμεσα και αμερόληπτα και απαντά στον αιτούντα εκδότη εντός τριών μηνών.
3.  
Το ΚΑΤ μπορεί να αρνηθεί να παράσχει τις υπηρεσίες του στον εκδότη. Η άρνηση αυτή μπορεί να βασίζεται μόνον σε συνολική ανάλυση των κινδύνων ή στο γεγονός ότι το συγκεκριμένο ΚΑΤ δεν προσφέρει τις υπηρεσίες που αναφέρονται στο σημείο 1 του τμήματος Α του παραρτήματος σχετικά με τίτλους που έχουν συσταθεί βάσει του εταιρικού δικαίου ή άλλης παρόμοιας νομοθεσίας του συγκεκριμένου κράτους μέλους.
4.  
Με την επιφύλαξη της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 10 ) και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής ( 11 ), αν το ΚΑΤ αρνηθεί να παράσχει υπηρεσίες σε εκδότη, γνωστοποιεί γραπτώς στον αιτούντα εκδότη τους πλήρεις λόγους της άρνησής του.

Σε περίπτωση άρνησης, ο αιτών εκδότης έχει το δικαίωμα να υποβάλει καταγγελία στην αρμόδια αρχή του ΚΑΤ, το οποίο αρνείται να παράσχει τις υπηρεσίες του.

Η αρμόδια αρχή του εν λόγω ΚΑΤ εξετάζει δεόντως την καταγγελία αξιολογώντας τους λόγους της άρνησης που αναφέρει το ΚΑΤ και παρέχει στον εκδότη αιτιολογημένη απάντηση.

Η αρμόδια αρχή του ΚΑΤ συμβουλεύεται την αρμόδια αρχή της έδρας του αιτούντος εκδότη σχετικά με την αξιολόγηση της καταγγελίας. Εάν η αρμόδια αρχή της έδρας του αιτούντος εκδότη διαφωνεί με την παρασχεθείσα αξιολόγηση, οποιαδήποτε από τις δύο αρμόδιες αρχές δύναται να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΚΑΑ, η οποία μπορεί να ενεργήσει στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που της έχουν ανατεθεί βάσει του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Εάν η άρνηση του ΚΑΤ να παράσχει τις υπηρεσίες του σε εκδότη θεωρηθεί αδικαιολόγητη, η υπεύθυνη αρμόδια αρχή εκδίδει εντολή που απαιτεί από το ΚΑΤ να παράσχει τις υπηρεσίες του στον αιτούντα εκδότη.

5.  
Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικεύσει τους κινδύνους που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τα ΚΑΤ, όταν διενεργούν συνολική αξιολόγηση κινδύνων, και από τις αρμόδιες αρχές κατά την αξιολόγηση των λόγων της άρνησης, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4, καθώς και τα στοιχεία της διαδικασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 4.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 18 Ιουνίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

6.  
Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τα τυποποιημένα έντυπα και τα υποδείγματα για τη διαδικασία που αναφέρεται στην παράγραφο 4.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 18 Ιουνίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία έγκρισης των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Τμήμα 2

Πρόσβαση μεταξύ των ΚΑΤ

Άρθρο 50

Πρόσβαση τυποποιημένης σύνδεσης

Το ΚΑΤ έχει το δικαίωμα να γίνει συμμετέχων ενός άλλου ΚΑΤ και να δημιουργήσει τυποποιημένη σύνδεση με αυτό σύμφωνα με το άρθρο 33 και με την επιφύλαξη της προηγούμενης κοινοποίησης της σύνδεσης ΚΑΤ δυνάμει του άρθρου 19 παράγραφος 5.

Άρθρο 51

Πρόσβαση εξατομικευμένης σύνδεσης

1.  
Εάν ένα ΚΑΤ ζητά από άλλο ΚΑΤ να αναπτύξει εξατομικευμένη σύνδεση προκειμένου να έχει πρόσβαση σε αυτό, το ΚΑΤ στο οποίο απευθύνεται το σχετικό αίτημα δύναται να το απορρίψει μόνο βάσει εκτιμήσεων κινδύνου. Δεν δύναται να απορρίψει ένα αίτημα για λόγους απώλειας μεριδίου αγοράς.
2.  
Το ΚΑΤ που λαμβάνει το αίτημα δύναται να χρεώσει στο αιτούν ΚΑΤ εύλογη εμπορική αμοιβή οριζόμενη βάσει απολογιστικής τιμολόγησης («cost-plus») για να του παραχωρήσει πρόσβαση εξατομικευμένης σύνδεσης, εκτός εάν συμφωνηθεί διαφορετικά από τα δύο ΚΑΤ.

Άρθρο 52

Διαδικασία για συνδέσεις ΚΑΤ

▼M4

1.  
Όταν ένα ΚΑΤ υποβάλλει αίτημα πρόσβασης σε άλλο ΚΑΤ δυνάμει των άρθρων 50 και 51, το ΚΑΤ που λαμβάνει το αίτημα το επεξεργάζεται άμεσα και απαντά στο αιτούν ΚΑΤ εντός τριών μηνών. Εάν το ΚΑΤ που λαμβάνει το αίτημα συμφωνεί με αυτό, η σύνδεση ΚΑΤ υλοποιείται εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, το οποίο δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες.

▼B

2.  
Το ΚΑΤ δύναται να αρνηθεί να παράσχει πρόσβαση σε αιτούν ΚΑΤ μόνον σε περίπτωση που η εν λόγω πρόσβαση θα απειλούσε την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών ή θα προκαλούσε συστημικό κίνδυνο. Η εν λόγω άρνηση μπορεί να βασίζεται μόνο σε συνολική ανάλυση κινδύνου.

Εάν ένα ΚΑΤ αρνηθεί να παράσχει πρόσβαση, γνωστοποιεί στο αιτούν ΚΑΤ τους πλήρεις λόγους της άρνησής του.

Σε περίπτωση άρνησης, το αιτούν ΚΑΤ έχει το δικαίωμα να υποβάλει καταγγελία στην αρμόδια αρχή του ΚΑΤ που του αρνήθηκε την πρόσβαση.

Η αρμόδια αρχή του λαμβάνοντος την αίτηση ΚΑΤ, εξετάζει δεόντως την καταγγελία, αξιολογώντας τους λόγους της άρνησης και παρέχει στο αιτούν ΚΑΤ αιτιολογημένη απάντηση.

Η αρμόδια αρχή του λαμβάνοντος την αίτηση ΚΑΤ, συμβουλεύεται την αρμόδια αρχή του αιτούντος ΚΑΤ και τη σχετική αρχή του αιτούντος ΚΑΤ που αναφέρεται στο στοιχείο α) του άρθρου 12 παράγραφος 1 σχετικά με την αξιολόγηση της καταγγελίας. Εάν οποιαδήποτε από τις αρχές του αιτούντος ΚΑΤ διαφωνεί με την παρασχεθείσα αξιολόγηση, οποιαδήποτε εκ των αρχών δύναται να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΚΑΑ, η οποία μπορεί να ενεργεί στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που της έχουν ανατεθεί βάσει του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Εάν η άρνηση του ΚΑΤ να παραχωρήσει πρόσβαση στο αιτούν ΚΑΤ θεωρηθεί αδικαιολόγητη, η αρμόδια αρχή του λαμβάνοντος την αίτηση ΚΑΤ εκδίδει εντολή που απαιτεί από το εν λόγω ΚΑΤ να παραχωρήσει πρόσβαση στο αιτούν ΚΑΤ.

3.  
Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικεύσει τους κινδύνους που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τα ΚΑΤ όταν διενεργούν συνολική αξιολόγηση κινδύνων και από τις αρμόδιες αρχές κατά την αξιολόγηση των λόγων της άρνησης σύμφωνα με την παράγραφο 2 καθώς και τα στοιχεία της διαδικασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 2.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 18 Ιουνίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

4.  
Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τα τυποποιημένα έντυπα και τα υποδείγματα για τις διαδικασίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 18 Ιουνίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα έγκρισης των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Τμήμα 3

Πρόσβαση μεταξύ ενός ΚΑΤ και μιας άλλης υποδομής της αγοράς

Άρθρο 53

Πρόσβαση μεταξύ ενός ΚΑΤ και μιας άλλης υποδομής της αγοράς

1.  
Ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος και ο τόπος διαπραγμάτευσης παρέχουν πληροφορίες σχετικά με συναλλαγές σε αμερόληπτη και διαφανή βάση σε ένα ΚΑΤ κατόπιν σχετικού αιτήματος από το ΚΑΤ και μπορούν να χρεώνουν εύλογη εμπορική αμοιβή για τις εν λόγω πληροφορίες στο αιτούν ΚΑΤ, οριζόμενη βάσει απολογιστικής τιμολόγησης, εκτός εάν συμφωνηθεί διαφορετικά μεταξύ των μερών.

Το ΚΑΤ παρέχει πρόσβαση στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων του σε αμερόληπτη και διαφανή βάση σε ένα κεντρικό αντισυμβαλλόμενο ή έναν τόπο διαπραγμάτευσης και μπορεί να χρεώνει εύλογη εμπορική αμοιβή για την εν λόγω πρόσβαση, οριζόμενη βάσει απολογιστικής τιμολόγησης, εκτός εάν συμφωνηθεί διαφορετικά μεταξύ των μερών.

2.  
Εάν ένα μέρος υποβάλει αίτημα πρόσβασης σε άλλο μέρος σύμφωνα με την παράγραφο 1, η επεξεργασία του εν λόγω αιτήματος γίνεται άμεσα και παρέχεται απάντηση στο αιτούν μέρος εντός τριών μηνών.
3.  
Το μέρος που λαμβάνει το αίτημα δύναται να αρνηθεί να παράσχει πρόσβαση μόνον σε περίπτωση που η εν λόγω πρόσβαση θα επηρέαζε την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών ή θα προκαλούσε συστημικό κίνδυνο. Δεν δύναται να απορρίψει ένα αίτημα για λόγους απώλειας μεριδίου αγοράς.

Ένα μέρος που αρνείται να παραχωρήσει πρόσβαση παρέχει γραπτώς στο αιτούν μέρος τους πλήρεις λόγους για την άρνησή του βάσει συνολικής ανάλυσης κινδύνου. Σε περίπτωση άρνησης, το αιτούν μέρος έχει το δικαίωμα να υποβάλει καταγγελία στην αρμόδια αρχή του μέρους που του αρνήθηκε την πρόσβαση.

Η αρμόδια αρχή του μέρους που λαμβάνει το αίτημα και η σχετική αρχή που αναφέρεται στο στοιχείο α) του άρθρου 12 παράγραφος 1 εξετάζουν δεόντως την καταγγελία αξιολογώντας τους λόγους της άρνησης και παρέχουν στο αιτούν μέρος αιτιολογημένη απάντηση.

Η αρμόδια αρχή του μέρους που λαμβάνει το αίτημα συμβουλεύεται την αρμόδια αρχή του αιτούντος μέρους και τη σχετική αρχή που αναφέρεται στο στοιχείο α) του άρθρου 12 παράγραφος 1 σχετικά με την αξιολόγηση της καταγγελίας. Εάν οποιαδήποτε από τις αρχές του αιτούντος μέρους διαφωνεί με την παρασχεθείσα αξιολόγηση, οποιαδήποτε εξ αυτών δύναται να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΚΑΑ, η οποία μπορεί να ενεργεί στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που της έχουν ανατεθεί βάσει του άρθρου 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Εάν η άρνηση ενός μέρους να παραχωρήσει πρόσβαση θεωρηθεί αδικαιολόγητη, η υπεύθυνη αρμόδια αρχή εκδίδει εντολή που απαιτεί από το εν λόγω μέρος να παραχωρήσει εντός τριών μηνών πρόσβαση στις υπηρεσίες του.

4.  
Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικεύσει τους κινδύνους που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από τα ΚΑΤ όταν διενεργούν συνολική αξιολόγηση κινδύνων και από τις αρμόδιες αρχές κατά την αξιολόγηση των λόγων της άρνησης σύμφωνα με την παράγραφο 3, καθώς και τα στοιχεία της διαδικασίας που αναφέρεται στην παράγραφο 3.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 18 Ιουνίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

5.  
Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τα τυποποιημένα έντυπα και τα υποδείγματα για τη διαδικασία που αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 3.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 18 Ιουνίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα έγκρισης των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

ΤΙΤΛΟΣ IV

ΠΑΡΟΧΗ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΝΤΕΣ ΣΤΑ ΚΑΤ

Άρθρο 54

Άδεια και ορισμός για την παροχή επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου

1.  
Το ΚΑΤ δεν παρέχει το ίδιο οποιεσδήποτε από τις επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου που αναφέρονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος, εκτός αν έχει λάβει πρόσθετη άδεια για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

▼M4

2.  
Το ΚΑΤ που προτίθεται να προβεί σε διακανονισμό των πληρωμών τοις μετρητοίς του συνόλου ή μέρους του συστήματος διακανονισμού αξιογράφων του μέσω των δικών του λογαριασμών σύμφωνα με το άρθρο 40 παράγραφος 2 ή το οποίο σκοπεύει με άλλο τρόπο να παράσχει οποιεσδήποτε επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου που αναφέρονται στην παράγραφο 1 λαμβάνει άδεια υπό τους όρους που καθορίζονται στις παραγράφους 3, 6, 7, 8 και 9α του παρόντος άρθρου.

▼M4

2α.  

Το ΚΑΤ που προτίθεται να προβεί σε διακανονισμό των πληρωμών τοις μετρητοίς του συνόλου ή μέρους των οικείων συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων μέσω λογαριασμών που ανοίγονται σε πιστωτικό ίδρυμα ή σε ΚΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 40 παράγραφος 2 λαμβάνει άδεια, υπό τους όρους που καθορίζονται στις παραγράφους 3 έως 9α του παρόντος άρθρου, να ορίσει για τον σκοπό αυτό ένα ή περισσότερα:

α) 

πιστωτικά ιδρύματα με άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 8 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ· ή

β) 

ΚΑΤ που έχουν λάβει άδεια να παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου σύμφωνα με την παράγραφο 3 του παρόντος άρθρου.

Η άδεια ορισμού πιστωτικών ιδρυμάτων ή ΚΑΤ σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο χρησιμοποιείται μόνο συναφώς προς τις επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου που αναφέρονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος για τον διακανονισμό των πληρωμών τοις μετρητοίς για το σύνολο ή μέρος του συστήματος διακανονισμού αξιογράφων του ΚΑΤ που επιδιώκει να χρησιμοποιήσει τις επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου, και όχι για την εκτέλεση άλλων δραστηριοτήτων.

Τα πιστωτικά ιδρύματα και τα ΚΑΤ που έχουν λάβει άδεια παροχής επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου που ορίζονται σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο θεωρούνται διακανονιστές.

▼B

3.  

Αν το ΚΑΤ επιθυμεί να παρέχει οποιεσδήποτε υπηρεσίες τραπεζικού τύπου μέσα από την ίδια νομική οντότητα που διαχειρίζεται το σύστημα διακανονισμού αξιογράφων, η άδεια η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 2 χορηγείται μόνο αν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

το ΚΑΤ πρέπει να έχει άδεια να λειτουργεί ως πιστωτικό ίδρυμα, όπως προβλέπεται στο άρθρο 8 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·

β) 

το ΚΑΤ πρέπει να πληροί τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που ορίζονται στο άρθρο 59 παράγραφοι 1, 3 και 4, και τις απαιτήσεις εποπτείας που ορίζονται στο άρθρο 60·

γ) 

η άδεια που αναφέρεται στο στοιχείο α) του παρόντος εδαφίου πρέπει να χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την παροχή επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου που προβλέπονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος, και όχι για την άσκηση άλλων δραστηριοτήτων·

δ) 

το ΚΑΤ πρέπει να υπόκειται σε μία ακόμη πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση η οποία να ανακλά τους κινδύνους, συμπεριλαμβανομένου του πιστωτικού κινδύνου και του κινδύνου ρευστότητας, που απορρέουν από την παροχή ενδοημερήσιας πίστωσης μεταξύ άλλων στους συμμετέχοντες συστήματος διακανονισμού αξιογράφων ή σε άλλους χρήστες των υπηρεσιών των ΚΑΤ·

ε) 

το ΚΑΤ πρέπει να υποβάλλει έκθεση στην αρμόδια αρχή τουλάχιστον σε μηνιαία βάση, και σε ετήσια βάση στο πλαίσιο της ετήσιας δημοσιοποίησης, όπως προβλέπει το όγδοο τμήμα του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σχετικά με το μέγεθος και τη διαχείριση του κινδύνου ρευστότητας στη διάρκεια της ημέρας σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 4 στοιχείο ι) του παρόντος κανονισμού και

στ) 

το ΚΑΤ πρέπει να έχει υποβάλει στην αρμόδια αρχή κατάλληλο σχέδιο ανάκαμψης για να εξασφαλίζεται η συνέχεια των κρίσιμων δραστηριοτήτων του, μεταξύ άλλων σε καταστάσεις όπου προκύπτει κίνδυνος ρευστότητας ή πιστωτικός κίνδυνος ως αποτέλεσμα της παροχής επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου.

Σε περίπτωση αντικρουόμενων διατάξεων που περιέχονται στον παρόντα κανονισμό, στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στην οδηγία 2013/36/ΕΕ, τα ΚΑΤ που αναφέρονται στο στοιχείο α) του πρώτου εδαφίου συμμορφώνονται με τις πλέον αυστηρές απαιτήσεις περί προληπτικής εποπτείας. Τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα των άρθρων 47 και 59 του παρόντος κανονισμού αποσαφηνίζουν τις περιπτώσεις αντικρουόμενων διατάξεων.

▼M4

4.  

Εάν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις, ένα ΚΑΤ μπορεί να λάβει άδεια να ορίσει ένα πιστωτικό ίδρυμα για την παροχή επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου για τον διακανονισμό των πληρωμών τοις μετρητοίς για το σύνολο ή μέρος των συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων του εν λόγω ΚΑΤ σύμφωνα με την παράγραφο 2α στοιχείο α):

α) 

το πιστωτικό ίδρυμα πληροί τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που ορίζονται στο άρθρο 59 παράγραφοι 1, 3 και 4, και τις απαιτήσεις εποπτείας που ορίζονται στο άρθρο 60·

β) 

το πιστωτικό ίδρυμα δεν παρέχει το ίδιο καμία από τις βασικές υπηρεσίες που αναφέρονται στο τμήμα Α του παραρτήματος·

γ) 

η άδεια λειτουργίας δυνάμει του άρθρου 8 της οδηγίας 2013/36/ΕΕ χρησιμοποιείται μόνο για την παροχή των επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου που αναφέρονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος για τον διακανονισμό των πληρωμών τοις μετρητοίς για το σύνολο ή μέρος των συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων του ΚΑΤ που επιδιώκουν να χρησιμοποιήσουν τις επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου, και όχι για την εκτέλεση άλλων δραστηριοτήτων·

δ) 

το πιστωτικό ίδρυμα πρέπει να υπόκειται σε μία ακόμη πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση η οποία να ανακλά τους κινδύνους, συμπεριλαμβανομένου του πιστωτικού κινδύνου και του κινδύνου ρευστότητας, που απορρέουν από την παροχή ενδοημερήσιας πίστωσης μεταξύ άλλων στους συμμετέχοντες συστήματος διακανονισμού αξιογράφων ή σε άλλους χρήστες των υπηρεσιών των ΚΑΤ·

ε) 

το πιστωτικό ίδρυμα πρέπει να υποβάλλει έκθεση στην αρμόδια αρχή τουλάχιστον σε μηνιαία βάση, και γνωστοποιεί στο κοινό σε ετήσια βάση στο πλαίσιο της δημοσιοποίησης, όπως προβλέπει το όγδοο τμήμα του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σχετικά με το μέγεθος και τη διαχείριση του κινδύνου ρευστότητας στη διάρκεια της ημέρας σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφος 4 στοιχείο ι) του παρόντος κανονισμού· και

στ) 

το πιστωτικό ίδρυμα πρέπει να έχει υποβάλει στην αρμόδια αρχή κατάλληλο σχέδιο ανάκαμψης για να εξασφαλίζεται η συνέχεια των κρίσιμων δραστηριοτήτων του, μεταξύ άλλων σε καταστάσεις όπου προκύπτει κίνδυνος ρευστότητας ή πιστωτικός κίνδυνος ως αποτέλεσμα της παροχής επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου μέσα από ξεχωριστή νομική οντότητα.

▼M4

4α.  
Όταν ένα ΚΑΤ επιδιώκει να ορίσει ένα πιστωτικό ίδρυμα ή ένα ΚΑΤ σύμφωνα με την παράγραφο 2α για τον διακανονισμό των πληρωμών τοις μετρητοίς του συνόλου ή μέρους των οικείων συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων, η εν λόγω πληρωμή τοις μετρητοίς δεν είναι σε νόμισμα της χώρας στην οποία είναι εγκατεστημένο το προσδιορίζον ΚΑΤ.

▼B

5.  
Οι παράγραφοι 4 και 5 δεν εφαρμόζονται στα πιστωτικά ιδρύματα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) που προσφέρονται να διακανονίζουν τις πληρωμές τοις μετρητοίς για μέρος του συστήματος διακανονισμού αξιογράφων του ΚΑΤ, εφόσον το σύνολο της αξίας του εν λόγω διακανονισμού τοις μετρητοίς μέσω λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί στα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα, υπολογιζόμενο για μια περίοδο ενός έτους, δεν υπερβαίνει το ένα τοις εκατό της συνολικής αξίας του συνόλου των συναλλαγών αξιογράφων έναντι μετρητών που διακανονίζονται στα βιβλία του ΚΑΤ και δεν υπερβαίνει μέγιστο ποσό 2,5 δισεκατ. ευρώ ανά έτος.

Η αρμόδια αρχή παρακολουθεί τουλάχιστον άπαξ ανά έτος ότι τηρείται το όριο που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο και υποβάλλει έκθεση με τα πορίσματά της στην ΕΑΚΑΑ. Όταν η αρμόδια αρχή διαπιστώσει ότι έχει υπάρξει υπέρβαση του κατωτάτου ορίου, απαιτεί από το οικείο ΚΑΤ να ζητήσει άδεια σύμφωνα με την παράγραφο 4. Το οικείο ΚΑΤ διαθέτει εξάμηνη προθεσμία προκειμένου να υποβάλει την αίτησή του για τη χορήγηση άδειας.

6.  
Η αρμόδια αρχή μπορεί να ζητήσει από το ΚΑΤ να ορίσει περισσότερα του ενός πιστωτικά ιδρύματα ή να ορίσει για την παροχή υπηρεσιών σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου κι ένα πιστωτικό ίδρυμα, επιπλέον της παροχής υπηρεσιών από το ίδιο, αν θεωρεί ότι δεν μετριάζεται επαρκώς η έκθεση ενός χρηματοπιστωτικού ιδρύματος στη συγκέντρωση κινδύνων σύμφωνα με το άρθρο 59 παράγραφοι 3 και 4. Τα ορισθέντα πιστωτικά ιδρύματα θεωρούνται διακανονιστές.
7.  
Τα ΚΑΤ που διαθέτουν άδεια για την παροχή οποιωνδήποτε επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου και τα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν οριστεί σύμφωνα με την παράγραφο 2 στοιχείο β) πρέπει να πληρούν πάντα τις προϋποθέσεις αδειοδότησης που ορίζει ο παρών κανονισμός και να ενημερώνουν χωρίς καθυστέρηση τις αρμόδιες αρχές για κάθε ουσιαστική αλλαγή στους όρους αδειοδότησης.

▼M4

8.  
Η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ και τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει την πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση η οποία να ανακλά τους κινδύνους, που αναφέρεται στην παράγραφο 3 στοιχείο δ) και στην παράγραφο 4 στοιχείο δ).

▼B

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 18 Ιουνίου 2015.

▼C1

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

▼M4

9.  

Η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ και της ΕΑΚΑΑ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για τον καθορισμό του κατώτατου ορίου που αναφέρεται στην παράγραφο 5 και τις κατάλληλες συνοδευτικές απαιτήσεις διαχείρισης κινδύνου και προληπτικής εποπτείας για τον μετριασμό των κινδύνων σε σχέση με τον ορισμό πιστωτικών ιδρυμάτων σύμφωνα με την παράγραφο 2α. Κατά την κατάρτιση των εν λόγω προτύπων, η ΕΑΤ λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα:

α) 

τις επιπτώσεις για τη σταθερότητα της αγοράς που θα μπορούσαν να προκύψουν από την αλλαγή του προφίλ κινδύνου των ΚΑΤ και των συμμετεχόντων σε αυτά, συμπεριλαμβανομένης της συστημικής σημασίας των ΚΑΤ για τη λειτουργία των αγορών κινητών αξιών·

β) 

τις επιπτώσεις για τους πιστωτικούς κινδύνους και τους κινδύνους ρευστότητας για τα ΚΑΤ, για τα ορισθέντα πιστωτικά ιδρύματα που εμπλέκονται και για τους συμμετέχοντες σε ΚΑΤ που προκύπτουν από τον διακανονισμό πληρωμών τοις μετρητοίς μέσω λογαριασμών που έχουν ανοιχθεί σε πιστωτικά ιδρύματα που δεν υπόκεινται στην παράγραφο 4·

γ) 

τη δυνατότητα των ΚΑΤ να διακανονίζουν τις πληρωμές τοις μετρητοίς σε διάφορα νομίσματα·

δ) 

την ανάγκη να αποφευχθεί τόσο η ακούσια μετάβαση από τον διακανονισμό σε χρήμα κεντρικής τράπεζας στον διακανονισμό σε χρήμα εμπορικών τραπεζών όσο και τα αντικίνητρα στις προσπάθειες των ΚΑΤ να επιτύχουν διακανονισμό σε χρήμα κεντρικής τράπεζας· και

ε) 

την ανάγκη διασφάλισης ισότιμων όρων ανταγωνισμού μεταξύ ΚΑΤ στην Ένωση.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τη 17η Ιανουαρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

▼B

Άρθρο 55

Διαδικασία χορήγησης και άρνησης χορήγησης άδειας για την παροχή επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου

▼M4

1.  
Το ΚΑΤ υποβάλλει την αίτησή του για τη χορήγηση άδειας ορισμού πιστωτικού ιδρύματος ή ΚΑΤ παροχής επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου, ή για να παρέχει το ίδιο οποιεσδήποτε επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου, όπως απαιτείται δυνάμει του άρθρου 54, στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένο.
2.  
Η αίτηση περιέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες, ώστε να μπορέσει η αρμόδια αρχή να πεισθεί ότι το ΚΑΤ και, κατά περίπτωση, το ορισθέν πιστωτικό ίδρυμα ή το ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια παροχής επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου έχουν προβεί, κατά τον χρόνο χορήγησης της άδειας, σε όλες τις αναγκαίες ρυθμίσεις για να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους βάσει του παρόντος κανονισμού. Περιλαμβάνει πρόγραμμα δραστηριοτήτων, το οποίο ορίζει τις σκοπούμενες επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου, την οργανωτική δομή των σχέσεων μεταξύ του ΚΑΤ και, κατά περίπτωση, του ορισθέντος πιστωτικού ιδρύματος ή του ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια παροχής επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου και τον τρόπο με τον οποίο το εν λόγω ΚΑΤ και, κατά περίπτωση, το ορισθέν πιστωτικό ίδρυμα ή το ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια παροχής επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου σκοπεύουν να εκπληρώσουν τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που αναφέρονται στο άρθρο 59 παράγραφοι 1, 3, 4 και 4α και τις άλλες προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 54.

▼B

3.  
Η αρμόδια αρχή εφαρμόζει τη διαδικασία του άρθρου 17 παράγραφοι 3 και 8.
4.  

Από τη στιγμή που η αίτηση θεωρηθεί πλήρης, η αρμόδια αρχή διαβιβάζει όλες τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στην αίτηση στις κατωτέρω αρχές:

α) 

στις σχετικές αρχές·

β) 

στη σχετική αρμόδια αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 σημείο 40 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·

γ) 

στις αρμόδιες αρχές στο κράτος μέλος (ή κράτη μέλη), όπου το ΚΑΤ έχει εγκαταστήσει διαλειτουργικές συνδέσεις με άλλο ΚΑΤ, εκτός αν το ΚΑΤ έχει εγκαταστήσει τις διαλειτουργικές συνδέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 19 παράγραφος 5·

δ) 

στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής στο οποίο οι δραστηριότητες του ΚΑΤ είναι ουσιαστικής σημασίας για τη λειτουργία των αγορών κινητών αξιών και για την προστασία των επενδυτών κατά την έννοια του άρθρου 24 παράγραφος 4·

ε) 

στις αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των συμμετεχόντων του ΚΑΤ, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι στα τρία κράτη μέλη με τη μεγαλύτερη αξία συναλλαγών που έχουν διακανονιστεί στο σύστημα διακανονισμού αξιογράφων του ΚΑΤ, σε συγκεντρωτική βάση και για χρονικό διάστημα ενός έτους·

στ) 

στην ΕΑΚΑΑ και

ζ) 

στην ΕΑΤ.

▼M4

5.  
Οι αρχές που παρατίθενται στην παράγραφο 4 στοιχεία α) έως ε) εκδίδουν αιτιολογημένη γνώμη σχετικά με την αδειοδότηση εντός δύο μηνών από τη λήψη των πληροφοριών που αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο. Αν η αρχή δεν εκδώσει γνώμη εντός της προθεσμίας, θεωρείται ότι έχει εκδώσει θετική γνώμη.

Όταν μια αρχή που αναφέρεται στην παράγραφο 4 στοιχεία α) έως ε) εκδώσει αρνητική αιτιολογημένη γνώμη, η αρμόδια αρχή που προτίθεται να χορηγήσει την άδεια παρέχει στις αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 4 στοιχεία α) έως ε), εντός ενός μηνός από την παραλαβή της αρνητικής γνώμης, τους λόγους για τους οποίους στρέφεται κατά της αρνητικής γνώμης.

Αν εντός ενός μηνός από την κοινοποίηση των λόγων αυτών, οποιαδήποτε εκ των αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο 4 στοιχεία α) έως ε) εκδώσει αρνητική γνώμη και η αρμόδια αρχή σκοπεύει εντούτοις να χορηγήσει την άδεια, οποιαδήποτε από τις αρχές που γνωμοδότησε αρνητικά δύναται να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΚΑΑ για συνδρομή σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

▼B

Αν μετά την πάροδο 30 ημερών από την παραπομπή στην ΕΑΚΑΑ το ζήτημα δεν έχει διευθετηθεί, η αρμόδια αρχή που επιθυμεί να χορηγήσει την άδεια λαμβάνει την τελική απόφαση και παρέχει εγγράφως λεπτομερή εξήγηση της απόφασής της στις αρχές που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως ε) της παραγράφου 4.

Αν η αρμόδια αρχή επιθυμεί να αρνηθεί τη χορήγηση άδειας, το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΚΑΑ.

Στις αρνητικές γνώμες περιέχεται έγγραφη, πλήρης και λεπτομερής αιτιολόγηση, η οποία εκθέτει τους λόγους για τους οποίους δεν πληρούνται οι απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού ή άλλης νομοθεσίας της Ένωσης.

▼M4

Η αρμόδια αρχή ενημερώνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τις αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 4 στοιχεία α) έως ε) σχετικά με τα αποτελέσματα της διαδικασίας χορήγησης άδειας, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διορθωτικών μέτρων.

▼B

6.  
Εάν η ΕΑΚΑΑ κρίνει ότι η αρμόδια αρχή έχει χορηγήσει άδεια η οποία ενδέχεται να αντιβαίνει στο ενωσιακό δίκαιο, ενεργεί σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.
7.  
Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ και της ΕΑΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να εξειδικεύσει τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχει το ΚΑΤ στην αρμόδια αρχή ώστε να επιτύχει τη χορήγηση των σχετικών αδειών για την παροχή τραπεζικών υπηρεσιών επικουρικών του διακανονισμού.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 18 Ιουνίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

8.  
Η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ και της ΕΑΤ, καταρτίζει σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να καθορίσει τα τυποποιημένα έντυπα, τα υποδείγματα και τις διαδικασίες για τη διαβούλευση με τις αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, πριν από τη χορήγηση της άδειας.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια εκτελεστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τις 18 Ιουνίου 2015.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η αρμοδιότητα έγκρισης των εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με το άρθρο 15 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

Άρθρο 56

Επέκταση επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου

1.  
Το ΚΑΤ που επιθυμεί να επεκτείνει τις επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου, για τις οποίες ορίζει πιστωτικό ίδρυμα ή τις οποίες παρέχει το ίδιο σύμφωνα με το άρθρο 54, υποβάλλει αίτημα επέκτασης στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του.
2.  
Το αίτημα επέκτασης υπόκειται στη διαδικασία του άρθρου 55.

Άρθρο 57

Ανάκληση της άδειας

1.  

Με την επιφύλαξη τυχόν διορθωτικών ενεργειών ή μέτρων δυνάμει του τίτλου V, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του ανακαλεί τις άδειες που αναφέρονται στο άρθρο 54, αν συντρέχει οποιαδήποτε από τις κατωτέρω περιπτώσεις:

α) 

όταν το ΚΑΤ δεν έχει κάνει χρήση της άδειας εντός 12 μηνών, όταν παραιτείται ρητώς από αυτήν ή όταν το ορισθέν πιστωτικό ίδρυμα δεν έχει παράσχει υπηρεσίες ούτε έχει ασκήσει δραστηριότητες κατά το προηγούμενο εξάμηνο·

β) 

όταν το ΚΑΤ απέκτησε την άδεια βάσει ψευδών δηλώσεων ή με οποιονδήποτε άλλον αντικανονικό τρόπο·

γ) 

όταν το ΚΑΤ ή το ορισθέν πιστωτικό ίδρυμα δεν συμμορφώνονται πλέον με τους όρους υπό τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια και δεν έχουν προβεί στις διορθωτικές ενέργειες που ζήτησε η αρμόδια αρχή εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος·

δ) 

όταν το ΚΑΤ ή το ορισθέν πιστωτικό ίδρυμα έχουν διαπράξει σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις των απαιτήσεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

2.  
Από τη στιγμή που λαμβάνει γνώση μιας εκ των περιπτώσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, η αρμόδια αρχή συμβουλεύεται αμέσως τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 55 παράγραφος 4 σχετικά με την ανάγκη ανάκλησης της άδειας λειτουργίας.
3.  
Η ΕΑΚΑΑ, οποιαδήποτε σχετική αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 12 παράγραφος 1 στοιχείο α) και οποιαδήποτε αρχή που αναφέρεται στο άρθρο 60 παράγραφος 1 ή, αντίστοιχα, οι αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 55 παράγραφος 4 μπορούν ανά πάσα στιγμή να ζητήσουν από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής του να εξετάσει κατά πόσον το ΚΑΤ και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, το ορισθέν πιστωτικό ίδρυμα εξακολουθούν να συμμορφώνονται με τους όρους υπό τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια.
4.  
Η αρμόδια αρχή μπορεί να περιορίσει την ανάκληση σε συγκεκριμένη υπηρεσία, δραστηριότητα ή χρηματοπιστωτικό μέσο.
5.  
Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, το ΚΑΤ και το ορισθέν πιστωτικό ίδρυμα προβλέπουν, εφαρμόζουν και διατηρούν κατάλληλη διαδικασία που επιτρέπει τον έγκαιρο και εύρυθμο διακανονισμό και μεταβίβαση των τίτλων πελατών και συμμετεχόντων σε άλλον διακανονιστή.

Άρθρο 58

Μητρώο ΚΑΤ

1.  
Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές δυνάμει των άρθρων 54, 56 και 57 κοινοποιούνται στην ΕΑΚΑΑ.
2.  

Η ΕΑΚΑΑ εισάγει τις ακόλουθες πληροφορίες στο μητρώο που υποχρεούται να δημοσιεύει στον δικτυακό της τόπο σύμφωνα με το άρθρο 21 παράγραφος 3:

α) 

την επωνυμία κάθε ΚΑΤ για το οποίο ελήφθη απόφαση δυνάμει των άρθρων 54, 56 και 57·

β) 

την επωνυμία κάθε ορισθέντος πιστωτικού ιδρύματος·

γ) 

τον κατάλογο των επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου που έχει την άδεια να παρέχει στους συμμετέχοντες του ΚΑΤ το ορισθέν πιστωτικό ίδρυμα ή το ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 54.

3.  
Οι αρμόδιες αρχές γνωστοποιούν στην ΕΑΚΑΑ τα ιδρύματα που παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της εθνικής νομοθεσίας έως τις 16 Δεκεμβρίου 2014.

Άρθρο 59

Απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που εφαρμόζονται σε πιστωτικά ιδρύματα ή ΚΑΤ που έχουν λάβει άδεια να παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου

1.  
Το πιστωτικό ίδρυμα που έχει οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 2 στοιχείο β) ή το ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 2 στοιχείο α) για την παροχή επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου παρέχει μόνον τις υπηρεσίες που προβλέπονται στο τμήμα Γ του παραρτήματος, οι οποίες καλύπτονται από την άδεια.
2.  
Το πιστωτικό ίδρυμα που έχει οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 2 στοιχείο β) ή το ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 2 στοιχείο α) για την παροχή επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου συμμορφώνεται με την ισχύουσα ή μελλοντική νομοθεσία που εφαρμόζεται σε πιστωτικά ιδρύματα.
3.  

Το πιστωτικό ίδρυμα που έχει οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 2 στοιχείο β) ή το ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 2 στοιχείο α) για την παροχή επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου συμμορφώνεται με τις ακόλουθες ειδικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, για τους πιστωτικούς κινδύνους που σχετίζονται με τις εν λόγω υπηρεσίες όσον αφορά κάθε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων:

α) 

θεσπίζει άρτιο πλαίσιο για τη διαχείριση των αντίστοιχων πιστωτικών κινδύνων·

β) 

προσδιορίζει, συχνά και τακτικά, τις πηγές του εν λόγω πιστωτικού κινδύνου, υπολογίζει και παρακολουθεί τα αντίστοιχα πιστωτικά ανοίγματα και χρησιμοποιεί κατάλληλα εργαλεία διαχείρισης κινδύνου για τον έλεγχο των σχετικών κινδύνων·

γ) 

καλύπτει πλήρως τα αντίστοιχα πιστωτικά ανοίγματα σε μεμονωμένους συμμετέχοντες πιστούχους χρησιμοποιώντας ασφάλειες και άλλους ισοδύναμους χρηματοοικονομικούς πόρους·

δ) 

αν χρησιμοποιείται ασφάλεια για τη διαχείριση του αντίστοιχου πιστωτικού κινδύνου, αποδέχεται ασφάλειες άκρως ρευστοποιήσιμες με ελάχιστο πιστωτικό κίνδυνο και κίνδυνο αγοράς· μπορεί να χρησιμοποιήσει άλλα είδη ασφάλειας σε συγκεκριμένες καταστάσεις, εφόσον εφαρμόζεται κατάλληλος συντελεστής απομείωσης («haircut»)·

ε) 

ορίζει και εφαρμόζει επαρκώς συντηρητικούς συντελεστές απομείωσης και όρια συγκέντρωσης των αξιών εξασφάλισης που δημιουργούνται για να καλύψουν τα πιστωτικά ανοίγματα που αναφέρονται στο στοιχείο γ), λαμβάνοντας υπόψη τον σκοπό διασφάλισης ότι η ασφάλεια μπορεί να ρευστοποιηθεί άμεσα χωρίς σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις στις τιμές·

στ) 

θεσπίζει όρια για τα αντίστοιχα πιστωτικά ανοίγματα·

ζ) 

αναλύει και σχεδιάζει τρόπους αντιμετώπισης τυχόν υπολειπόμενων πιστωτικών ανοιγμάτων, θεσπίζει κανόνες και διαδικασίες για την υλοποίηση των εν λόγω σχεδίων·

η) 

παρέχει πίστωση μόνο σε συμμετέχοντες που τηρούν λογαριασμούς ταμείου σε αυτό·

θ) 

προβλέπει αποτελεσματικές διαδικασίες επιστροφής ενδοημερήσιων πιστώσεων και αποθαρρύνει την πίστωση ημερονυκτίου μέσω της εφαρμογής συντελεστή κυρώσεων που θα έχει κατάλληλη αποτρεπτική δράση.

4.  

Το πιστωτικό ίδρυμα που έχει οριστεί σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 2 στοιχείο α) ή το ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια σύμφωνα με το άρθρο 54 παράγραφος 2 στοιχείο β) για την παροχή επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου συμμορφώνεται με τις ακόλουθες ειδικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, για τους κινδύνους ρευστότητας που σχετίζονται με τις εν λόγω υπηρεσίες όσον αφορά κάθε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων:

α) 

διαθέτει άρτιο πλαίσιο και εργαλεία για τη μέτρηση, την παρακολούθηση και τη διαχείριση των κινδύνων ρευστότητας, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων ρευστότητας στη διάρκεια της ημέρας, για κάθε νόμισμα του συστήματος διακανονισμού αξιογράφων, για το οποίο ενεργεί ως διακανονιστής·

β) 

υπολογίζει και παρακολουθεί συνεχώς και εγκαίρως, τουλάχιστον μια φορά ανά ημέρα, τις ανάγκες ρευστότητάς του και το επίπεδο των ρευστών στοιχείων ενεργητικού που κατέχει, ενώ παράλληλα, προσδιορίζει την αξία των διαθέσιμων ρευστών στοιχείων του ενεργητικού του, λαμβάνοντας υπόψη τους κατάλληλους συντελεστές απομείωσης για τα στοιχεία αυτά·

γ) 

διατηρεί επαρκή ρευστά διαθέσιμα σε όλα τα σημαντικά νομίσματα για την έγκαιρη παροχή υπηρεσιών διακανονισμού, σε διάφορα σενάρια ακραίων καταστάσεων, τα οποία λαμβάνουν υπόψη, μεταξύ άλλων, τον κίνδυνο ρευστότητας που γεννάται από την αθέτηση υποχρέωσης τουλάχιστον ενός συμμετέχοντος, περιλαμβανομένων των μητρικών και θυγατρικών επιχειρήσεων, στον οποίο έχει τα μεγαλύτερα ανοίγματα·

δ) 

μετριάζει τους αντίστοιχους κινδύνους ρευστότητας με ρευστά διαθέσιμα που πληρούν τις προϋποθέσεις σε κάθε νόμισμα, όπως ρευστά διαθέσιμα στην κεντρική τράπεζα που εκδίδει το νόμισμα, καθώς και σε άλλα φερέγγυα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, δεσμευμένες πιστώσεις ή άλλες παρόμοιες διευθετήσεις και άκρως ρευστοποιήσιμες ασφάλειες ή επενδύσεις άμεσα διαθέσιμες και μετατρέψιμες σε ρευστά διαθέσιμα με προκαθορισμένες και άκρως αξιόπιστες ρυθμίσεις χρηματοδότησης, ακόμη και σε ακραίες αλλά ευλογοφανείς συνθήκες της αγοράς. Προσδιορίζει, υπολογίζει και παρακολουθεί τον κίνδυνο ρευστότητας που απορρέει από τα διάφορα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που χρησιμοποιούνται για τη διαχείριση των κινδύνων ρευστότητάς του·

ε) 

στις περιπτώσεις που χρησιμοποιούνται προκαθορισμένες ρυθμίσεις χρηματοδότησης, επιλέγει ως παρόχους ρευστότητας μόνον φερέγγυα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα· θεσπίζει και εφαρμόζει κατάλληλα όρια συγκέντρωσης για καθένα από τους αντίστοιχους παρόχους ρευστότητας, συμπεριλαμβανομένης της μητρικής του επιχείρησης και των θυγατρικών του·

στ) 

προσδιορίζει και ελέγχει την επάρκεια των αντίστοιχων πόρων μέσω τακτικών και αυστηρών προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων·

ζ) 

αναλύει και σχεδιάζει τρόπους αντιμετώπισης απρόβλεπτων και δυνητικά ακάλυπτων ελλείψεων ρευστότητας και θεσπίζει κανόνες και διαδικασίες για την υλοποίηση των εν λόγω σχεδίων·

η) 

στις περιπτώσεις που αυτό είναι πρακτικό και εφικτό και με την επιφύλαξη των κανόνων επιλεξιμότητας της κεντρικής τράπεζας, έχει πρόσβαση σε λογαριασμούς της κεντρικής τράπεζας και σε άλλες υπηρεσίες της, προκειμένου να ενδυναμώσει τη διαχείριση των κινδύνων ρευστότητάς του, ενώ τα πιστωτικά ιδρύματα της Ένωσης καταθέτουν τα αντίστοιχα ταμειακά υπόλοιπα σε ειδικούς λογαριασμούς στις κεντρικές τράπεζες της Ένωσης που εκδίδουν το σχετικό νόμισμα·

θ) 

διαθέτει προκαθορισμένες και άκρως αξιόπιστες ρυθμίσεις που διασφαλίζουν ότι μπορεί να ρευστοποιήσει εγκαίρως την ασφάλεια που του παρέχεται από αθετούντα πελάτη.

ι) 

υποβάλλει τακτικά σχετικές εκθέσεις στις αρχές του άρθρου 60 παράγραφος 1 και γνωστοποιεί στο κοινό το πώς μετρά, παρακολουθεί και διαχειρίζεται τους κινδύνους ρευστότητας που διατρέχει, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων ρευστότητας εντός της ίδιας ημέρας.

▼M4

4α.  
Όταν ένα ΚΑΤ σκοπεύει να παρέχει επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου σε άλλα ΚΑΤ δυνάμει του άρθρου 54 παράγραφος 2α πρώτο εδάφιο στοιχείο β), το ΚΑΤ εφαρμόζει σαφείς κανόνες και διαδικασίες για την αντιμετώπιση τυχόν πιθανών πιστωτικών κινδύνων, κινδύνων ρευστότητας και κινδύνων συγκέντρωσης που προκύπτουν από την παροχή των εν λόγω υπηρεσιών.

▼M4

5.  
Η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ και τα μέλη του ΕΣΚΤ, καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων για να εξειδικεύσει περαιτέρω τις λεπτομέρειες των πλαισίων και των εργαλείων για την παρακολούθηση, τον υπολογισμό, τη διαχείριση, την αναφορά και τη γνωστοποίηση στο κοινό των πιστωτικών κινδύνων και των κινδύνων ρευστότητας, συμπεριλαμβανομένων όσων επέρχονται εντός της ίδιας ημέρας, που αναφέρονται στις παραγράφους 3 και 4, καθώς και στους κανόνες και τις διαδικασίες που αναφέρονται στην παράγραφο 4α. Τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων, όποτε κρίνεται σκόπιμο, ευθυγραμμίζονται με τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που εγκρίνονται σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012.

Η ΕΑΤ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τη 17η Ιανουαρίου 2025.

▼B

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εγκρίνει τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο, σύμφωνα με τα άρθρα 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

Άρθρο 60

Εποπτεία των ορισθέντων πιστωτικών ιδρυμάτων και των ΚΑΤ που έχουν λάβει άδεια να παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου

1.  
Με την επιφύλαξη των άρθρων 17 και 22 του παρόντος κανονισμού, οι αρμόδιες αρχές όπως ορίζονται στο σημείο 40 του άρθρου 4 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 είναι υπεύθυνες για την αδειοδότηση ως πιστωτικών ιδρυμάτων και την εποπτεία ως πιστωτικών ιδρυμάτων, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και η οδηγία 2013/36/ΕΕ, των πιστωτικών ιδρυμάτων ή των ΚΑΤ που έχουν λάβει άδεια δυνάμει του παρόντος κανονισμού να παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου.

Οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο θα είναι επίσης υπεύθυνες για την εποπτεία των ορισθέντων πιστωτικών ιδρυμάτων και των ΚΑΤ που αναφέρονται στο εν λόγω εδάφιο όσον αφορά τη συμμόρφωσή τους με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που αναφέρονται στο άρθρο 59 του παρόντος κανονισμού.

▼M4

Οι αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο αξιολογούν τακτικά, και τουλάχιστον κάθε δύο έτη, κατά πόσο το ορισθέν πιστωτικό ίδρυμα ή το ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια παροχής επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου συμμορφώνεται με το άρθρο 59, και ενημερώνει την αρμόδια αρχή του ΚΑΤ, η οποία με τη σειρά της ενημερώνει τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 55 παράγραφος 4 και, κατά περίπτωση, το σώμα που αναφέρονται στο άρθρο 24α, σχετικά με τα αποτελέσματα, συμπεριλαμβανομένων τυχών διορθωτικών ενεργειών ή κυρώσεων, της εποπτείας της δυνάμει της παρούσας παραγράφου.

▼B

2.  

►M4  Η αρμόδια αρχή του ΚΑΤ, κατόπιν διαβούλευσης με τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και τις σχετικές αρχές, επανεξετάζει και αξιολογεί τουλάχιστον κάθε δύο έτη τα ακόλουθα: ◄

α) 

στην περίπτωση που αναφέρεται στο στοιχείο β) του άρθρου 54 παράγραφος 2, κατά πόσον όλες οι αναγκαίες ρυθμίσεις μεταξύ των ορισθέντων πιστωτικών ιδρυμάτων και των ΚΑΤ τους επιτρέπουν να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό·

β) 

στην περίπτωση που αναφέρεται στο στοιχείο α) του άρθρου 54 παράγραφος 2, κατά πόσον οι ρυθμίσεις σχετικά με τη χορήγηση άδειας παροχής επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου επιτρέπουν στο ΚΑΤ να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό.

▼M4

Η αρμόδια αρχή του ΚΑΤ ενημερώνει τακτικά, τουλάχιστον κάθε δύο έτη, τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 55 παράγραφος 4 και, κατά περίπτωση, το σώμα που αναφέρεται στο άρθρο 24α, σχετικά με τα αποτελέσματα της επανεξέτασης και της αξιολόγησης που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο, συμπεριλαμβανομένων τυχόν διορθωτικών ενεργειών ή κυρώσεων.

▼B

Στην περίπτωση που ένα ΚΑΤ ορίζει αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 54, με σκοπό την προστασία των συμμετεχόντων στα συστήματα διακανονισμού που διαχειρίζεται, το ΚΑΤ διασφαλίζει ότι έχει πρόσβαση μέσω του πιστωτικού ιδρύματος που ορίζει σε όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού και αναφέρει τυχόν παραβάσεις των διατάξεών του στην αρμόδια αρχή του ΚΑΤ και στις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στην παράγραφο 1.

3.  
Προκειμένου να διασφαλιστεί η συνεπής, αποτελεσματική και αποδοτική εποπτεία εντός της Ένωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων και των ΚΑΤ που έχουν λάβει άδεια για να παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου, η ΕΑΤ μπορεί, σε στενή συνεργασία με την ΕΑΚΑΑ και τα μέλη του ΕΣΚΤ, να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές που απευθύνονται στις αρμόδιες αρχές σύμφωνα με το άρθρο 16 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.

ΤΙΤΛΟΣ V

ΚΥΡΩΣΕΙΣ

Άρθρο 61

Διοικητικές κυρώσεις και λοιπά μέτρα

1.  
Με την επιφύλαξη του δικαιώματος των κρατών μελών να προβλέπουν και να επιβάλλουν ποινικές κυρώσεις, τα κράτη μέλη θεσπίζουν κανόνες, διασφαλίζοντας ότι οι αρμόδιες αρχές τους διαθέτουν τη σχετική εξουσία επιβολής, σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις και τα λοιπά μέτρα που εφαρμόζονται στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 63 στα πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για τις παραβάσεις των διατάξεων του παρόντος κανονισμού και λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν την εφαρμογή τους. Οι εν λόγω διοικητικές κυρώσεις και λοιπά μέτρα πρέπει να είναι αποτελεσματικά, αναλογικά και αποτρεπτικά.

Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μην θεσπίσουν κανόνες σχετικά με τις διοικητικές κυρώσεις σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο όταν οι παραβάσεις που αναφέρονται στο εν λόγω εδάφιο υπόκεινται ήδη σε ποινικές κυρώσεις στην εθνική ποινική νομοθεσία τους το αργότερο έως τις 18 Σεπτεμβρίου 2016. Στην περίπτωση αυτή, τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή και την ΕΑΚΑΑ τους σχετικούς κανόνες της ποινικής νομοθεσίας.

Το αργότερο στις 18 Σεπτεμβρίου 2016 τα κράτη μέλη κοινοποιούν τους κανόνες που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στην Επιτροπή και στην ΕΑΚΑΑ. Τα κράτη μέλη αναφέρουν χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην Επιτροπή και στην ΕΑΚΑΑ οποιεσδήποτε μεταγενέστερες τροποποιήσεις τους.

2.  
Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιβάλουν διοικητικές κυρώσεις και λοιπά μέτρα σε ΚΑΤ, σε ορισθέντα πιστωτικά ιδρύματα και, με την επιφύλαξη των προϋποθέσεων που θέτει το εθνικό δίκαιο στους τομείς που δεν εναρμονίζονται από τον παρόντα κανονισμό, στα μέλη των διοικητικών τους οργάνων και σε τυχόν άλλα πρόσωπα που ελέγχουν ουσιαστικά τις δραστηριότητές τους, καθώς και σε οποιοδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο το οποίο, βάσει του εθνικού δικαίου, ευθύνεται για παράβαση.
3.  
Κατά την άσκηση των εξουσιών τους για την επιβολή κυρώσεων στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 63, οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται στενά για να διασφαλίσουν ότι οι διοικητικές κυρώσεις και τα λοιπά μέτρα έχουν το επιθυμητό αποτέλεσμα βάσει του παρόντος κανονισμού και συντονίζουν τη δράση τους προκειμένου να αποφύγουν οποιαδήποτε επανάληψη ή αλληλεπικάλυψη κατά την εφαρμογή διοικητικών κυρώσεων και λοιπών μέτρων σε διασυνοριακές υποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 14.
4.  
Στις περιπτώσεις στις οποίες τα κράτη μέλη έχουν επιλέξει, σύμφωνα με την παράγραφο 1, να θεσπίσουν ποινικές κυρώσεις για τις παραβάσεις των διατάξεων που αναφέρονται στο άρθρο 63, διασφαλίζουν ότι έχουν τεθεί σε εφαρμογή κατάλληλα μέτρα ώστε οι αρμόδιες αρχές να διαθέτουν όλες τις απαραίτητες εξουσίες για να συνεργάζονται με τις δικαστικές αρχές εντός της περιοχής δικαιοδοσίας τους όσον αφορά τη λήψη συγκεκριμένων πληροφοριών που σχετίζονται με έρευνες ή διώξεις ποινικής φύσης που έχουν κινηθεί για πιθανές παραβάσεις του παρόντος κανονισμού, και τις θέτουν στη διάθεση των υπόλοιπων αρμόδιων αρχών και της ΕΑΚΑΑ, ώστε να εκπληρώσουν την υποχρέωση αμοιβαίας συνεργασίας και συνεργασίας με την ΕΑΚΑΑ για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού.
5.  
Οι αρμόδιες αρχές μπορούν επίσης να συνεργαστούν με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών όσον αφορά τη διευκόλυνση της είσπραξης χρηματικών ποινών.
6.  
Τα κράτη μέλη παρέχουν ετησίως στην ΕΑΚΑΑ συγκεντρωτικές πληροφορίες σχετικά με όλες τις κυρώσεις και τα λοιπά μέτρα που έχουν επιβάλει σύμφωνα με την παράγραφο 1. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει τις πληροφορίες αυτές σε ετήσια έκθεση.

Όταν τα κράτη μέλη επιλέγουν, σύμφωνα με την παράγραφο 1, να καθορίσουν ποινικές κυρώσεις για τις παραβάσεις των διατάξεων που αναφέρονται στο άρθρο 63, οι αρμόδιες αρχές τους παρέχουν στην ΕΑΚΑΑ σε ετήσια βάση ανώνυμα συγκεντρωτικά στοιχεία για όλες τις ποινικές έρευνες που έχουν αναλάβει και για τις ποινικές κυρώσεις που έχουν επιβάλει. Η ΕΑΚΑΑ δημοσιεύει δεδομένα σχετικά με τις ποινικές κυρώσεις που επιβάλλονται σε ετήσια έκθεση.

7.  
Όποτε η αρμόδια αρχή ανακοινώνει δημοσίως διοικητικές κυρώσεις ή διοικητικά μέτρα ή ποινικές κυρώσεις, αναφέρει παράλληλα το γεγονός αυτό στην ΕΑΚΑΑ.
8.  

Οι αρμόδιες αρχές ασκούν τις αρμοδιότητες και εξουσίες τους σύμφωνα με τα εθνικά τους πλαίσια:

α) 

άμεσα·

β) 

σε συνεργασία με άλλες αρχές·

γ) 

υπό την ευθύνη τους, αλλά με ανάθεση σε οντότητες στις οποίες έχουν μεταβιβαστεί καθήκοντα βάσει του παρόντος κανονισμού· ή

δ) 

με αίτηση προς τις αρμόδιες δικαστικές αρχές.

Άρθρο 62

Δημοσίευση αποφάσεων

1.  
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν στους επίσημους δικτυακούς τόπους τους κάθε απόφαση επιβολής διοικητικής κύρωσης ή λοιπού μέτρου για παραβάσεις του παρόντος κανονισμού, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση και κατόπιν ενημέρωσης του τιμωρούμενου προσώπου σχετικά με την απόφαση αυτή. Η σχετική δημοσίευση περιλαμβάνει τουλάχιστον τις πληροφορίες σχετικά με το είδος και τη φύση της παράβασης και την ταυτότητα του φυσικού ή νομικού προσώπου στο οποίο επιβάλλεται η κύρωση.

Όταν η απόφαση επιβολής κύρωσης ή λοιπού μέτρου αποτελεί αντικείμενο προσφυγής ενώπιον της σχετικής δικαστικής ή άλλης σχετικής αρχής, οι αρμόδιες αρχές δημοσιεύουν επίσης, στον επίσημο δικτυακό τόπο τους, πληροφορίες σχετικά με την εξέλιξη της προσφυγής και την έκβασή της. Επιπλέον, δημοσιεύεται κάθε απόφαση που ακυρώνει προηγούμενη απόφαση περί επιβολής κυρώσεως ή μέτρου.

Σε περίπτωση που η δημοσίευση της ταυτότητας των νομικών προσώπων ή των προσωπικών δεδομένων των φυσικών προσώπων κρίνεται από την αρμόδια αρχή δυσανάλογη, κατόπιν κατά περίπτωση αξιολόγησης που διενεργείται σχετικά με την αναλογικότητα της δημοσίευσης αυτών των δεδομένων, ή σε περίπτωση που η δημοσίευση θέτει σε κίνδυνο τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών ή διεξαγόμενη έρευνα, τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές πράττουν ένα από τα ακόλουθα:

α) 

καθυστερούν τη δημοσίευση της απόφασης για την επιβολή κύρωσης ή λοιπού μέτρου έως τη στιγμή που παύουν να υφίστανται οι λόγοι για τη μη δημοσίευση·

β) 

δημοσιεύουν την απόφαση για την επιβολή κύρωσης ή λοιπού μέτρου χωρίς αναφορά ονομάτων κατά τρόπο σύμφωνο με το εθνικό δίκαιο, αν η ανώνυμη αυτή δημοσίευση εξασφαλίζει αποτελεσματική προστασία των σχετικών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα·

γ) 

δεν δημοσιεύουν την απόφαση επιβολής κύρωσης ή λοιπού μέτρου στην περίπτωση που θεωρείται ότι οι επιλογές που αναφέρονται στα στοιχεία α) και β) ανωτέρω δεν επαρκούν για να διασφαλιστεί:

i) 

ότι δεν θα τεθεί σε κίνδυνο η σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών·

ii) 

η αναλογικότητα της δημοσίευσης των αποφάσεων αυτών στην περίπτωση μέτρων που θεωρούνται ήσσονος σημασίας.

Στην περίπτωση απόφασης για ανώνυμη δημοσίευση της κύρωσης ή λοιπού μέτρου, η δημοσίευση των σχετικών δεδομένων μπορεί να αναβληθεί για εύλογο χρονικό διάστημα, αν προβλέπεται ότι μέσα στο διάστημα αυτό θα εκλείψουν οι λόγοι που δικαιολογούν την ανώνυμη δημοσίευση.

Οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν την ΕΑΚΑΑ σχετικά με όλες τις διοικητικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν χωρίς να δημοσιευτούν σύμφωνα με στοιχείο γ) του τρίτου εδαφίου, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών προσφυγών και της έκβασής τους. Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν πληροφορίες και την τελική απόφαση για κάθε επιβαλλόμενη ποινική κύρωση, και τις υποβάλλουν στην ΕΑΚΑΑ. Η ΕΑΚΑΑ τηρεί κεντρική βάση δεδομένων με τις κυρώσεις που της κοινοποιούνται, με αποκλειστικό σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών. Αυτή η βάση δεδομένων είναι προσπελάσιμη μόνον από τις αρμόδιες αρχές και ενημερώνεται βάσει των πληροφοριών που παρέχουν οι αρμόδιες αρχές.

2.  
Οι αρμόδιες αρχές εξασφαλίζουν ότι κάθε δημοσίευση κατά το παρόν άρθρο θα παραμείνει στον επίσημο δικτυακό τόπο τους για διάστημα τουλάχιστον πέντε ετών από δημοσίευσή της. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στη δημοσίευση διατηρούνται μόνο στον επίσημο δικτυακό τόπο της αρμόδιας αρχής για το χρονικό διάστημα που είναι απαραίτητο, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες περί προστασίας των δεδομένων.

Άρθρο 63

Κυρώσεις για παραβάσεις

1.  

Το παρόν άρθρο ισχύει για τις ακόλουθες διατάξεις του παρόντος κανονισμού:

α) 

παροχή των υπηρεσιών που καθορίζονται στα τμήματα Α, Β και Γ του παραρτήματος κατά παράβαση των άρθρων 16, 25 και 54·

β) 

απόκτηση των αδειών που απαιτούνται κατά τα άρθρα 16 και 54 βάσει ψευδών δηλώσεων ή με οποιονδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 20 παράγραφος 1 στοιχείο β) και στο άρθρο 57 παράγραφος 1 στοιχείο β)·

γ) 

μη τήρηση του απαιτούμενου κεφαλαίου από τα ΚΑΤ, κατά παράβαση του άρθρου 47 παράγραφος 1·

δ) 

μη συμμόρφωση των ΚΑΤ με τις οργανωτικές απαιτήσεις, κατά παράβαση των άρθρων 26 έως 30·

ε) 

μη συμμόρφωση των ΚΑΤ με τους κανόνες επαγγελματικής δεοντολογίας, κατά παράβαση των άρθρων 32 έως 35·

στ) 

μη συμμόρφωση των ΚΑΤ με τις απαιτήσεις για τις υπηρεσίες ΚΑΤ, κατά παράβαση των άρθρων 37 έως 41·

ζ) 

μη συμμόρφωση των ΚΑΤ με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας, κατά παράβαση των άρθρων 43 έως 47·

η) 

μη συμμόρφωση των ΚΑΤ με τις απαιτήσεις για τις συνδέσεις ΚΑΤ, κατά παράβαση του άρθρου 48·

θ) 

καταχρηστική άρνηση των ΚΑΤ να χορηγήσουν διάφορους τύπους πρόσβασης, κατά παράβαση των άρθρων 49 έως 53·

ι) 

μη συμμόρφωση των ορισθέντων πιστωτικών ιδρυμάτων με τις ειδικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που σχετίζονται με τους πιστωτικούς κινδύνους, κατά παράβαση του άρθρου 59 παράγραφος 3·

ια) 

μη συμμόρφωση των ορισθέντων πιστωτικών ιδρυμάτων με τις ειδικές απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που σχετίζονται με τους κινδύνους ρευστότητας, κατά παράβαση του άρθρου 59 παράγραφος 4.

2.  

Με την επιφύλαξη των εποπτικών εξουσιών των αρμόδιων αρχών, τουλάχιστον σε περίπτωση παράβασης που αναφέρεται στο παρόν άρθρο, οι αρμόδιες αρχές έχουν την εξουσία, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό και την εθνική νομοθεσία, να επιβάλουν, κατ’ ελάχιστον, τις κατωτέρω διοικητικές κυρώσεις και λοιπά μέτρα:

α) 

δημόσια δήλωση η οποία αναφέρει το πρόσωπο που ευθύνεται για την παράβαση και τη φύση της παράβασης σύμφωνα με το άρθρο 62·

β) 

εντολή που υποχρεώνει το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση να διακόψει τη συμπεριφορά του και να μην την επαναλάβει·

γ) 

ανάκληση των αδειών που χορηγήθηκαν δυνάμει του άρθρου 16 ή 54, σύμφωνα με το άρθρο 20 ή 57·

δ) 

προσωρινή ή, για επαναλαμβανόμενες σοβαρές παραβάσεις, μόνιμη απαγόρευση κατά οποιουδήποτε μέλους του διοικητικού οργάνου του ιδρύματος ή άλλου υπεύθυνου φυσικού προσώπου να ασκεί διοικητικά καθήκοντα στο εν λόγω ίδρυμα·

ε) 

μέγιστες διοικητικές χρηματικές ποινές που ανέρχονται τουλάχιστον στο διπλάσιο του ποσού των κερδών που αποκτήθηκαν ως αποτέλεσμα της παράβασης, εάν το εν λόγω ποσό μπορεί να προσδιοριστεί·

στ) 

σε περίπτωση φυσικού προσώπου, μέγιστες διοικητικές χρηματικές ποινές ύψους τουλάχιστον 5 εκατ. ευρώ ή, στα κράτη μέλη όπου το ευρώ δεν είναι το επίσημο νόμισμα, ποινές αντίστοιχης αξίας στο εθνικό νόμισμα κατά τον χρόνο έγκρισης του παρόντος κανονισμού·

ζ) 

όσον αφορά νομικά πρόσωπα, ανώτατα διοικητικά χρηματικά πρόστιμα τουλάχιστον 20 εκατ. ευρώ ή έως 10 % του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών του νομικού προσώπου σύμφωνα με τους τελευταίους διαθέσιμους λογαριασμούς που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο· εάν το νομικό πρόσωπο είναι μητρική επιχείρηση ή θυγατρική της μητρικής επιχείρησης που οφείλει να καταρτίζει ενοποιημένους λογαριασμούς σύμφωνα με την οδηγία 2013/34/ΕΕ, ο σχετικός συνολικός ετήσιος κύκλος εργασιών ισούται με τον συνολικό ετήσιο κύκλο εργασιών ή το αντίστοιχο είδος εσόδων σύμφωνα με τις σχετικές λογιστικές οδηγίες με βάση τους τελευταίους διαθέσιμους ενοποιημένους λογαριασμούς που έχουν εγκριθεί από το διοικητικό όργανο της ανώτατης μητρικής επιχείρησης.

3.  
Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να διαθέτουν και άλλες εξουσίες επιβολής κυρώσεων, πέραν αυτών που αναφέρονται στην παράγραφο 2 και μπορούν να προβλέψουν υψηλότερα επίπεδα διοικητικών χρηματικών ποινών από αυτά που ορίζονται στην ανωτέρω παράγραφο.

Άρθρο 64

Αποτελεσματική εφαρμογή κυρώσεων

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι, κατά τον καθορισμό του είδους και του επιπέδου των διοικητικών κυρώσεων ή μέτρων, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τους όλες τις σχετικές περιστάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται κατά περίπτωση:

α) 

η βαρύτητα και η διάρκεια της παράβασης·

β) 

ο βαθμός ευθύνης του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση·

γ) 

η χρηματοοικονομική ισχύς του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση, όπως προκύπτει, για παράδειγμα, από τον συνολικό κύκλο εργασιών του υπεύθυνου νομικού προσώπου ή το ετήσιο εισόδημα του υπεύθυνου φυσικού προσώπου·

δ) 

η σημασία των κερδών που αποκτήθηκαν, των ζημιών που αποφεύχθηκαν από το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράβαση ή των ζημιών για τρίτους που προκύπτουν από την παράβαση, στον βαθμό που μπορούν να προσδιοριστούν·

ε) 

το επίπεδο συνεργασίας του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση με την αρμόδια αρχή, με την επιφύλαξη της ανάγκης διασφάλισης της επιστροφής των κερδών που αποκτήθηκαν ή της αποφυγής ζημιών από το εν λόγω πρόσωπο·

στ) 

οι προηγούμενες παραβάσεις του προσώπου που είναι υπεύθυνο για την παράβαση.

Άρθρο 65

Αναφορά παραβιάσεων

1.  
Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές θεσπίζουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς για να ενθαρρύνουν την αναφορά πιθανών ή πραγματικών παραβάσεων του παρόντος κανονισμού στις αρμόδιες αρχές.
2.  

Οι μηχανισμοί της παραγράφου 1 περιλαμβάνουν τουλάχιστον:

α) 

ειδικές διαδικασίες για τη λήψη και τη διερεύνηση αναφορών πιθανών ή πραγματικών παραβάσεων και τη συνέχεια που δίδεται, συμπεριλαμβανομένης της καθιέρωσης ασφαλών διαύλων επικοινωνίας για τις εν λόγω αναφορές·

β) 

κατάλληλη προστασία για εργαζομένους ιδρυμάτων που κοινοποιούν πιθανές ή πραγματικές παραβάσεις που διαπράττονται εντός του ιδρύματος, τουλάχιστον έναντι αντιποίνων, διακρίσεων ή άλλων μορφών μη δίκαιης μεταχείρισης·

γ) 

προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σχετικά με το πρόσωπο που αναφέρει πιθανές ή πραγματικές παραβάσεις και με το κατηγορούμενο για παράβαση φυσικό πρόσωπο, σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στην οδηγία 95/46/ΕΚ·

δ) 

προστασία της ταυτότητας του προσώπου που αναφέρει πιθανές ή πραγματικές παραβάσεις και του κατηγορούμενου για παράβαση φυσικού προσώπου σε όλα τα στάδια των διαδικασιών, εκτός εάν η αποκάλυψη της ταυτότητάς του απαιτείται από το εθνικό δίκαιο στο πλαίσιο περαιτέρω ερευνών ή μεταγενέστερης διοικητικής ή δικαστικής διαδικασίας.

3.  
Τα κράτη μέλη απαιτούν από τα ιδρύματα να θεσπίζουν κατάλληλες διαδικασίες για να μπορούν οι εργαζόμενοι σε αυτά να καταγγέλλουν πραγματικές ή πιθανές παραβάσεις εσωτερικά, μέσω ειδικού, ανεξάρτητου και αυτόνομου διαύλου.

Ο δίαυλος αυτός μπορεί επίσης να παρέχεται με ρυθμίσεις που προβλέπονται από τους κοινωνικούς εταίρους. Ισχύει η ίδια προστασία με εκείνη που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχεία β), γ) και δ).

Άρθρο 66

Δικαίωμα προσφυγής

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αποφάσεις και τα μέτρα που λαμβάνονται στο πλαίσιο του παρόντος κανονισμού να αιτιολογούνται δεόντως και να υπόκεινται σε δικαίωμα προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου. Το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου ισχύει σε περίπτωση που δεν έχει ληφθεί απόφαση εντός εξαμήνου από την κατάθεση αίτησης χορήγησης άδειας η οποία περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις ισχύουσες διατάξεις στοιχεία.

ΤΙΤΛΟΣ VI

ΑΝΑΘΕΣΗ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ, ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΕΣ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ, ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ, ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 67

Ανάθεση αρμοδιοτήτων

1.  
Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

▼M4

2.  
Η προβλεπόμενη στο άρθρο 2 παράγραφος 2 εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για αόριστο χρονικό διάστημα από τη 17η Σεπτεμβρίου 2014.

▼M4

2α.  
Η προβλεπόμενη στο άρθρο 7 παράγραφοι 5 και 9 εξουσία έκδοσης των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ανατίθεται στην Επιτροπή για αόριστο χρονικό διάστημα από τη 16η Ιανουαρίου 2024.

▼M4

3.  
Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 και στο άρθρο 7 παράγραφοι 5 και 9 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης επιφέρει τη λήξη της εξουσιοδότησης που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν επηρεάζει την εγκυρότητα των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.

▼B

4.  
Μόλις εκδώσει μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτοχρόνως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

▼M4

5.  
Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 2 παράγραφος 2 και του άρθρου 7 παράγραφοι 5 και 9 τίθεται σε ισχύ εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός τριών μηνών από την ημέρα που η πράξη κοινοποιείται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή εάν, πριν λήξει αυτή η περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά τρεις μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

▼B

Άρθρο 68

Διαδικασία επιτροπής

1.  
Η Επιτροπή επικουρείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κινητών Αξιών που συστάθηκε με την απόφαση 2001/528/ΕΚ της Επιτροπής ( 12 ). Η εν λόγω επιτροπή αποτελεί επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.
2.  
Όταν γίνεται αναφορά στην παρούσα παράγραφο, το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011 εφαρμόζεται.

▼M4

3.  
Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011, σε συνδυασμό με το άρθρο 5.

▼B

Άρθρο 69

Μεταβατικές διατάξεις

1.  
Οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν στην ΕΑΚΑΑ τα ιδρύματα που λειτουργούν ως ΚΑΤ, το αργότερο έως τις 16 Δεκεμβρίου 2014.
2.  
Τα ΚΑΤ υποβάλλουν αίτηση για όλες τις άδειες που είναι απαραίτητες για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού και γνωστοποιούν τις σχετικές συνδέσεις ΚΑΤ, εντός έξι μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος όλων των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων κατά τα άρθρα 17, 26, 45, 47, 48 και, όπου αρμόζει, τα άρθρα 55 και 59.
3.  
Τα ΚΑΤ τρίτης χώρας υποβάλλουν αίτηση αναγνώρισης από την ΕΑΚΑΑ όπου σκοπεύουν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους βάσει του άρθρου 25, εντός περιόδου έξι μηνών από την έναρξη ισχύος είτε των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που προβλέπονται στα άρθρα 12, 17, 25, 26, 45, 47, 48 και, κατά περίπτωση, των άρθρων 55 και 59, είτε της εκτελεστικής απόφασης που αναφέρεται στο άρθρο 25 παράγραφος 9, επιλέγοντας τη μεταγενέστερη εκ των δύο ημερομηνιών.

▼M4

4.  
Οι εθνικοί κανόνες για την αδειοδότηση των ΚΑΤ συνεχίζουν να εφαρμόζονται έως την ημερομηνία κατά την οποία λαμβάνεται απόφαση δυνάμει του παρόντος κανονισμού σχετικά με την αδειοδότηση των ΚΑΤ και των δραστηριοτήτων τους, συμπεριλαμβανομένων των συνδέσεων ΚΑΤ· ή έως τη 17η Ιανουαρίου 2025, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι προγενέστερη.

▼M4

4α.  
Οι εθνικοί κανόνες σχετικά με την αναγνώριση ΚΑΤ τρίτων χωρών συνεχίζουν να εφαρμόζονται έως την ημερομηνία κατά την οποία λαμβάνεται απόφαση δυνάμει του παρόντος κανονισμού σχετικά με την αναγνώριση των ΚΑΤ τρίτων χωρών και των δραστηριοτήτων τους ή έως τη 17η Ιανουαρίου 2027, ανάλογα με το ποια ημερομηνία είναι προγενέστερη.

ΚΑΤ τρίτης χώρας που παρέχει τις βασικές υπηρεσίες που αναφέρονται στο τμήμα Α σημεία 1 και 2 του παραρτήματος σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους που αναφέρεται στο άρθρο 49 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, σύμφωνα με τους εφαρμοστέους εθνικούς κανόνες για την αναγνώριση ΚΑΤ τρίτων χωρών υποβάλλει κοινοποίηση στην ΕΑΚΑΑ εντός δύο ετών από τη 16η Ιανουαρίου 2024.

Η ΕΑΚΑΑ καταρτίζει σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων προκειμένου να διευκρινίσει τις πληροφορίες που απαιτείται να παρέχει το ΚΑΤ τρίτης χώρας στην ΕΑΚΑΑ στην κοινοποίηση που αναφέρεται στο δεύτερο εδάφιο. Οι πληροφορίες αυτές περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση και εφόσον είναι διαθέσιμα, των εξής:

α) 

του αριθμού των συμμετεχόντων στους οποίους το ΚΑΤ τρίτης χώρας παρέχει ή σκοπεύει να παρέχει τις υπηρεσίες που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο·

β) 

των κατηγοριών χρηματοπιστωτικών μέσων σε σχέση με τα οποία το ΚΑΤ τρίτης χώρας παρέχει τις εν λόγω υπηρεσίες· και

γ) 

του συνολικού όγκου και της αξίας των εν λόγω χρηματοπιστωτικών μέσων.

Η ΕΑΚΑΑ υποβάλλει τα εν λόγω σχέδια ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων στην Επιτροπή έως τη 17η Ιανουαρίου 2025.

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να συμπληρώσει τον παρόντα κανονισμό εγκρίνοντας τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο σύμφωνα με τη διαδικασία των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010.

4β.  
ΚΑΤ τρίτης χώρας που παρείχε τη βασική υπηρεσία που αναφέρεται στο τμήμα Α σημείο 3 του παραρτήματος σε σχέση με χρηματοπιστωτικά μέσα που έχουν συσταθεί σύμφωνα με το δίκαιο κράτους μέλους που αναφέρεται στο άρθρο 49 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο, πριν από τη 17η Ιανουαρίου 2026 υποβάλλει την κοινοποίηση που αναφέρεται στο άρθρο 25 παράγραφος 2α έως τη 17η Ιανουαρίου 2026.
4γ.  
Όταν ένα ΚΑΤ έχει υποβάλει πλήρη αίτηση αναγνώρισης σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφοι 4, 5 και 6 πριν από τη 16η Ιανουαρίου 2024, αλλά η ΕΑΚΑΑ δεν έχει εκδώσει απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 6 έως την εν λόγω ημερομηνία, οι εθνικοί κανόνες για την αναγνώριση των ΚΑΤ συνεχίζουν να εφαρμόζονται έως την έκδοση της απόφασης της ΕΑΚΑΑ.

▼B

5.  
Τα ΚΑΤ που τελούν υπό τη διαχείριση των ιδρυμάτων που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 4 συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις το παρόντος κανονισμού το αργότερο εντός έτους από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που αναφέρονται στην παράγραφο 2.

▼M4

6.  
Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 14, όπως ίσχυε πριν από τη 16η Ιανουαρίου 2024 συνεχίζει να εφαρμόζεται έως την ημερομηνία εφαρμογής της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 5.

Η κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 15 στοιχεία α), β) και ζ), όπως ίσχυε πριν από τη 16η Ιανουαρίου 2024 συνεχίζει να εφαρμόζεται έως την ημερομηνία εφαρμογής της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 10.

7.  
Οι αρμόδιες αρχές συγκροτούν σώματα σύμφωνα με το άρθρο 24α εντός ενός μηνός από την ημερομηνία έναρξης ισχύος των ρυθμιστικών τεχνικών προτύπων που εγκρίνονται δυνάμει του άρθρου 24α παράγραφος 13.
8.  

ΚΑΤ το οποίο, σε άλλο κράτος μέλος, παρείχε τις βασικές υπηρεσίες που αναφέρονται στο τμήμα Α σημεία 1 και 2 του παραρτήματος ή ίδρυσε υποκατάστημα, σύμφωνα με το άρθρο 23, όπως ίσχυε πριν από τη 16η Ιανουαρίου 2024, υπόκειται στη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο 23 παράγραφοι 3 έως 6 μόνο σε σχέση με:

α) 

την ίδρυση νέου υποκαταστήματος·

β) 

μεταβολή του φάσματος των εν λόγω υπηρεσιών.

▼B

Άρθρο 70

Τροποποίηση της οδηγίας 98/26/ΕΚ

Η οδηγία 98/26/ΕΚ τροποποιείται ως εξής:

1) 

Στο στοιχείο α) του άρθρου 2 της οδηγίας 98/26/ΕΚ, η τρίτη περίπτωση του πρώτου εδαφίου αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

— 
«— 

η οποία, υπό την επιφύλαξη άλλων αυστηρότερων όρων γενικής εφαρμογής που προβλέπονται από το εθνικό δίκαιο, ορίζεται ως σύστημα και ανακοινώνεται στην Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών από το κράτος μέλος το δίκαιο του οποίου είναι εφαρμοστέο, εφόσον αυτό το κράτος μέλος κρίνει ικανοποιητικούς τους κανόνες του συστήματος.».

2) 

Στο άρθρο 11, προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος:

«3.  
Το αργότερο στις 18 Μαρτίου 2015 τα κράτη μέλη εκδίδουν, δημοσιεύουν και ανακοινώνουν στην Επιτροπή τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωση με το άρθρο 2 στοιχείο α), πρώτο εδάφιο, τρίτη περίπτωση της οδηγίας 98/26/ΕΚ.».

Άρθρο 71

Τροποποίηση της οδηγίας 2014/65/ΕΕ

Η οδηγία 2014/65/ΕΕ τροποποιείται ως εξής:

1) 

Στο άρθρο 2 παράγραφος 1, το στοιχείο ιε) αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«ιε) 

στα ΚΑΤ, με την εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 73 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( *1 ).

2) 

Στο άρθρο 4 παράγραφος 1, προστίθεται το ακόλουθο σημείο:

«64)

“κεντρικό αποθετήριο τίτλων” ή “ΚΑΤ” : κεντρικό αποθετήριο τίτλων όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 σημείο 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014.».

3) 

Στο παράρτημα I τμήμα Β, το σημείο 1 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«1) Φύλαξη και διαχείριση χρηματοπιστωτικών μέσων εξ ονόματος πελατών, περιλαμβανομένης της θεματοφυλακής και συναφών υπηρεσιών όπως η διαχείριση χρηματικών διαθεσίμων/παρεχόμενων ασφαλειών και με εξαίρεση την πρόβλεψη και τήρηση λογαριασμών αξιογράφων σε ανώτατο επίπεδο (“υπηρεσία κεντρικής διατήρησης”) όπως αναφέρεται στο σημείο 2 του τμήματος Α του παραρτήματος του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014.».

▼M4 —————

▼B

Άρθρο 73

Εφαρμογή της οδηγίας 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014

Τα ΚΑΤ που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 14 του παρόντος κανονισμού δεν υποχρεούνται να διαθέτουν άδεια δυνάμει της οδηγίας 2014/65/ΕΕ για να παράσχουν τις υπηρεσίες που αναφέρονται ρητώς στα τμήματα Α και Β του παραρτήματος του παρόντος κανονισμού.

Όταν ένα ΚΑΤ που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 16 του παρόντος κανονισμού παρέχει μία ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκεί μία ή περισσότερες επενδυτικές δραστηριότητες, πέραν της παροχής των υπηρεσιών που αναφέρονται ρητώς στα τμήματα Α και Β του παραρτήματος του παρόντος κανονισμού, θα ισχύει η οδηγία 2014/65/ΕΕ, εξαιρουμένων των άρθρων 5 έως 8, του άρθρου 9 παράγραφοι 1, 2, 4, 5 και 6 και των άρθρων 10 έως 13, και ο κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014.

Άρθρο 74

Εκθέσεις

1.  

►M4  Η ΕΑΚΑΑ, σε συνεργασία με την ΕΑΤ και τις αρμόδιες αρχές και τις οικείες αρχές, υποβάλλει εκθέσεις στην Επιτροπή, παρέχοντας εκτιμήσεις των τάσεων, των δυνητικών κινδύνων και των τρωτών σημείων, και, όπου είναι αναγκαίο, συστάσεις για προληπτικές ή διορθωτικές ενέργειες στις αγορές των υπηρεσιών που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό. Οι εν λόγω εκθέσεις περιλαμβάνουν αξιολόγηση των εξής: ◄

▼M4

α) 

της αποτελεσματικότητας του διακανονισμού για εγχώριες και διασυνοριακές πράξεις για κάθε κράτος μέλος, λαμβάνοντας υπόψη τουλάχιστον τα ακόλουθα:

i) 

τον αριθμό και τον όγκο των περιπτώσεων αδυναμίας διακανονισμού και την εξέλιξή τους·

ii) 

τον αντίκτυπο των χρηματικών ποινών στις περιπτώσεις αδυναμίας διακανονισμού μεταξύ μέσων·

iii) 

τη διάρκεια και τους κύριους παράγοντες που ευθύνονται για τις περιπτώσεις αδυναμίας διακανονισμού·

iv) 

τις κατηγορίες χρηματοπιστωτικών μέσων και αγορών όπου παρατηρούνται τα υψηλότερα ποσοστά αδυναμίας διακανονισμού·

v) 

τη διεθνή σύγκριση των ποσοστών αδυναμίας διακανονισμού·

vi) 

το ποσό των χρηματικών ποινών που αναφέρονται στο άρθρο 7·

vii) 

κατά περίπτωση, τον αριθμό και τον όγκο των υποχρεωτικών αγορών κάλυψης «buy-in» που αναφέρονται στο άρθρο 7α·

viii) 

τυχόν μέτρα που λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές για την αντιμετώπιση καταστάσεων στις οποίες η αποτελεσματικότητα του διακανονισμού ενός ΚΑΤ κατά τη διάρκεια περιόδου έξι μηνών είναι σημαντικά χαμηλότερη από τα μέσα επίπεδα αποτελεσματικότητας διακανονισμού που καταγράφονται στην αγορά της Ένωσης·

αα) 

των επιπέδων αποτελεσματικότητας του διακανονισμού σε σύγκριση με την κατάσταση στις μεγάλες κεφαλαιαγορές τρίτων χωρών, καθώς και ως προς τα μέσα που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και τα είδη των συναλλαγών που εκτελούνται σε αυτές τις αγορές·

β) 

της καταλληλότητας των χρηματικών ποινών σε περίπτωση αδυναμίας διακανονισμού, ιδίως της ανάγκης μεγαλύτερης ευελιξίας στις εν λόγω ποινές για αδυναμία διακανονισμού στην περίπτωση μη ευχερώς ρευστοποιήσιμων χρηματοπιστωτικών μέσων·

γ) 

του αριθμού και του όγκου των συναλλαγών που διακανονίζονται εκτός των συστημάτων διακανονισμού αξιογράφων που τελούν υπό τη διαχείριση ΚΑΤ και της εξέλιξής τους με την πάροδο του χρόνου, συμπεριλαμβανομένης σύγκρισης με τον αριθμό και τον όγκο των συναλλαγών που διακανονίζονται στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων που τελούν υπό τη διαχείριση ΚΑΤ, με βάση τις πληροφορίες που λαμβάνονται δυνάμει του άρθρου 9 και τυχόν άλλες σχετικές πληροφορίες, καθώς και του αντίκτυπου της εξέλιξης αυτής στον ανταγωνισμό στην αγορά διακανονισμού και τυχόν δυνητικών κινδύνων για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα από τον εσωτερικοποιημένο διακανονισμό·

▼B

δ) 

της διασυνοριακής παροχής υπηρεσιών που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, με βάση τον αριθμό και τον τύπο συνδέσεων ΚΑΤ, τον αριθμό των αλλοδαπών συμμετεχόντων στα συστήματα διακανονισμού αξιογράφων που τελούν υπό τη διαχείριση ΚΑΤ, τον αριθμό και τον όγκο των συναλλαγών στις οποίες εμπλέκονται οι εν λόγω συμμετέχοντες, τον αριθμό των αλλοδαπών εκδοτών που καταχωρίζουν τα αξιόγραφά τους σε ΚΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 49, καθώς και κάθε άλλο σχετικό κριτήριο·

ε) 

διεκπεραίωση των αιτημάτων πρόσβασης στα άρθρα 49, 52 και 53 με στόχο τον προσδιορισμό των λόγων απόρριψης των αιτημάτων πρόσβασης από ΚΑΤ, κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους, τόπους διαπραγμάτευσης, τυχόν τάσεων στις εν λόγω απορρίψεις και των τρόπων με τους οποίους οι κίνδυνοι που εντοπίζονται θα μπορούσαν να μετριαστούν στο μέλλον ώστε να εγκρίνεται η πρόσβαση, καθώς επίσης τον προσδιορισμό κάθε άλλου ουσιώδους εμποδίου στον ανταγωνισμό στις μετασυναλλακτικές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες·

στ) 

διεκπεραίωση των αιτήσεων που υποβάλλονται σύμφωνα με τις διαδικασίες που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφοι 3 έως 7 και στο άρθρο 25 παράγραφοι 4 έως 10·

ζ) 

όπου συντρέχει περίπτωση, αξιολόγηση των πορισμάτων της διαδικασίας αξιολόγησης από ομοτίμους για τη διασυνοριακή εποπτεία στο άρθρο 24 παράγραφος 6 και του κατά πόσο η συχνότητα των εν λόγω αξιολογήσεων από ομοτίμους θα μπορούσε να μειωθεί στο μέλλον, παρέχοντας μεταξύ άλλων μια ένδειξη για το εάν τα εν λόγω πορίσματα δείχνουν ότι υφίσταται ανάγκη σύστασης πιο επίσημων σωμάτων εποπτών·

η) 

της εφαρμογής των κανόνων των κρατών μελών περί αστικής ευθύνης σχετικά με τις ζημίες με υπαιτιότητα των ΚΑΤ·

θ) 

διαδικασίες και προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα ΚΑΤ έχουν λάβει άδεια να ορίζουν πιστωτικά ιδρύματα ή να παρέχουν τα ίδια επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου σύμφωνα με τα άρθρα 54 και 55, συμπεριλαμβανομένης αξιολόγησης των αποτελεσμάτων που ενδέχεται να έχει αυτού του είδους η διάταξη στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και στον ανταγωνισμό για υπηρεσίες διακανονισμού και επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου στην Ένωση·

ι) 

εφαρμογή των κανόνων που αναφέρονται στο άρθρο 38 σχετικά με την προστασία των αξιογράφων των συμμετεχόντων και των αξιογράφων των πελατών τους, ιδίως αυτών του άρθρου 38 παράγραφος 5·

ια) 

της εφαρμογής των κυρώσεων και ειδικότερα της ανάγκης περαιτέρω εναρμόνισης των διοικητικών κυρώσεων που προβλέπονται σε περίπτωση μη εκπλήρωσης των απαιτήσεων που προβλέπει ο παρών κανονισμός·

▼M4

ιβ) 

του χειρισμού των κοινοποιήσεων που υποβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 2α.

▼M4

2.  

Οι εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 υποβάλλονται στην Επιτροπή ως εξής:

α) 

ανά διετία για τις εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία α), αα), β), γ), θ) και ιβ)·

β) 

ανά τριετία για τις εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία δ) και στ)·

γ) 

τουλάχιστον ανά τριετία, και σε κάθε περίπτωση εντός έξι μηνών από τη διαδικασία αξιολόγησης από ομοτίμους που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 24, για την έκθεση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 στοιχείο ζ)·

δ) 

κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, για τις εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 στοιχεία ε), η), ι) και ια).

Οι εκθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 κοινοποιούνται στην Επιτροπή έως τις 30 Απριλίου του σχετικού έτους, όπως καθορίζεται σύμφωνα με την περιοδικότητα που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

▼M4

3.  

Έως τη 17η Ιανουαρίου 2025 και στη συνέχεια ανά δύο έτη, η ΕΑΚΑΑ, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ, υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την αξιολόγηση όσον αφορά την πιθανή συντόμευση της περιόδου που αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 πρώτη πρόταση («κύκλος διακανονισμού»). Η εν λόγω έκθεση περιλαμβάνει όλα τα ακόλουθα:

α) 

αξιολόγηση της καταλληλότητας της συντόμευσης του κύκλου διακανονισμού και του δυνητικού αντίκτυπου της εν λόγω συντόμευσης στα ΚΑΤ, στους τόπους διαπραγμάτευσης και σε άλλους συμμετέχοντες στην αγορά·

β) 

εκτίμηση του κόστους και του οφέλους από τη συντόμευση του κύκλου διακανονισμού στην Ένωση, με διαφοροποίηση, κατά περίπτωση, μεταξύ των διαφόρων χρηματοπιστωτικών μέσων και κατηγοριών συναλλαγών·

γ) 

λεπτομερή περιγραφή του τρόπου μετάβασης σε βραχύτερο κύκλο διακανονισμού, με διαφοροποίηση, κατά περίπτωση, μεταξύ των διαφόρων χρηματοπιστωτικών μέσων και κατηγοριών συναλλαγών·

δ) 

επισκόπηση των διεθνών εξελίξεων όσον αφορά τους κύκλους διακανονισμού και τον αντίκτυπό τους στις κεφαλαιαγορές της Ένωσης.

4.  

Κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, η ΕΑΚΑΑ παρέχει ανάλυση κόστους-οφέλους της καθιέρωσης της διαδικασίας υποχρεωτικής αγοράς κάλυψης «buy-in». Η εν λόγω ανάλυση κόστους-οφέλους αποτελείται από τα ακόλουθα στοιχεία:

α) 

τη μέση διάρκεια των περιπτώσεων αδυναμίας διακανονισμού σε σχέση με τα χρηματοπιστωτικά μέσα ή τις κατηγορίες συναλλαγών σε εκείνα τα χρηματοπιστωτικά μέσα στα οποία θα μπορούσε να εφαρμοστεί υποχρεωτική αγορά κάλυψης «buy-in»·

β) 

τον αντίκτυπο της εισαγωγής της διαδικασίας υποχρεωτικής αγοράς κάλυψης «buy-in» στην αγορά της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης των υποκείμενων αιτίων των περιπτώσεων αδυναμίας διακανονισμού στις οποίες θα μπορούσε να εφαρμοστεί υποχρεωτική αγορά κάλυψης «buy-in» και μιας ανάλυσης των επιπτώσεων της υποβολής συγκεκριμένων χρηματοπιστωτικών μέσων και κατηγοριών συναλλαγών σε υποχρεωτική αγορά κάλυψης «buy-in»·

γ) 

την εφαρμογή παρόμοιας διαδικασίας αγοράς κάλυψης «buy-in» σε συγκρίσιμες αγορές τρίτων χωρών και τον αντίκτυπο στην ανταγωνιστικότητα της αγοράς της Ένωσης·

δ) 

τυχόν σαφή αντίκτυπο στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Ένωση που απορρέουν από περιπτώσεις αδυναμίας διακανονισμού·

ε) 

τυχόν σαφή αντίκτυπο στον κατακερματισμό κεφαλαιαγορών της Ένωσης που απορρέουν από αποκλίνοντα ποσοστά αποτελεσματικότητας του διακανονισμού, συμπεριλαμβανομένων των λόγων για την εν λόγω απόκλιση και των κατάλληλων μέτρων για τον περιορισμό της.

5.  
Η ΕΑΤ, σε συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ και την ΕΑΚΑΑ, δημοσιεύει ετήσια έκθεση για τα εν λόγω ΚΑΤ που ορίζουν άλλα ΚΑΤ ή πιστωτικά ιδρύματα για την παροχή επικουρικών υπηρεσιών τραπεζικού τύπου. Η εν λόγω έκθεση λαμβάνει υπόψη τα πορίσματα σχετικά με την παρακολούθηση του κατώτατου ορίου από τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 54 παράγραφος 5 και τις επιπτώσεις στην πίστωση και τη ρευστότητα για ΚΑΤ που παρέχουν επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου κάτω από το εν λόγω όριο.
6.  
Η ΕΑΚΑΑ, κατόπιν διαβούλευσης με το ΕΣΚΤ, υποβάλλει έκθεση στην Επιτροπή έως τη 17η Ιανουαρίου 2025 σχετικά με την καταλληλότητα της εφαρμογής πρόσθετων ρυθμιστικών εργαλείων για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του διακανονισμού στην Ένωση.

Η εν λόγω έκθεση καλύπτει τουλάχιστον τη διαμόρφωση του μεγέθους των συναλλαγών, τον μερικό διακανονισμό των προβληματικών συναλλαγών και τη χρήση προγραμμάτων αυτόματης δανειοδότησης/δανεισμού.

Στη συνέχεια, η ΕΑΚΑΑ, κατόπιν διαβούλευσης με τα μέλη του ΕΣΚΤ, υποβάλλει ανά τρία έτη έκθεση σχετικά με τυχόν πρόσθετα εργαλεία για τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του διακανονισμού στην Ένωση. Στις περιπτώσεις που δεν έχουν εντοπιστεί νέα εργαλεία, η ΕΑΚΑΑ ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή και δεν υποχρεούται να υποβάλει έκθεση.

7.  
Έως τη 17η Ιανουαρίου 2026, η ΕΑΤ, σε στενή συνεργασία με τα μέλη του ΕΣΚΤ και της ΕΑΚΑΑ, υποβάλλει έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο σχετικά με την αξιολόγηση της υπολειπόμενης πιστωτικής ζημίας που σχετίζεται με τα υπολειπόμενα πιστωτικά ανοίγματα, όπως αναφέρεται στο άρθρο 59 παράγραφος 3 στοιχείο ζ), και τους τρόπους αντιμετώπισής της. Η εν λόγω έκθεση καθίσταται διαθέσιμη στο κοινό.

▼M4

Άρθρο 75

Επανεξέταση

Έως τη 17η Ιανουαρίου 2029, η Επιτροπή επανεξετάζει και καταρτίζει γενική έκθεση σχετικά με τον παρόντα κανονισμό. Ειδικότερα, η Επιτροπή αξιολογεί:

α) 

τα θέματα που αναφέρονται στο άρθρο 74 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ιβ), προσδιορίζει κατά πόσον υπάρχουν ουσιαστικά εμπόδια στον ανταγωνισμό σε σχέση με τις υπηρεσίες που υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό, τα οποία δεν αντιμετωπίζονται επαρκώς, και εξετάζει τη δυνητική ανάγκη εφαρμογής περαιτέρω μέτρων για:

i) 

τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας του διακανονισμού·

ii) 

τον περιορισμό του αντίκτυπου της πτώχευσης των ΚΑΤ στους φορολογούμενους·

iii) 

την αντιμετώπιση τυχόν εντοπισθέντων ζητημάτων ανταγωνισμού ή χρηματοπιστωτικής σταθερότητας που σχετίζονται με τον εσωτερικοποιημένο διακανονισμό·

iv) 

την ελαχιστοποίηση των εμποδίων στον διασυνοριακό διακανονισμό·

v) 

την εξασφάλιση επαρκών εξουσιών και πληροφοριών για την παρακολούθηση των κινδύνων από τις αρχές·

β) 

τη λειτουργία του κανονιστικού και εποπτικού πλαισίου για τα ΚΑΤ της Ένωσης, ιδίως εκείνα τα ΚΑΤ οι δραστηριότητες των οποίων έχουν ουσιαστική σημασία για τη λειτουργία των αγορών κινητών αξιών και την προστασία των επενδυτών στην Ένωση σε τουλάχιστον δύο κράτη μέλη υποδοχής, με ιδιαίτερη έμφαση στη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών, τους δυνητικούς κινδύνους για τους πελάτες και τους συμμετέχοντες των ΚΑΤ, την προστασία των επενδυτών και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Ένωση.

γ) 

τη λειτουργία και το πεδίο εφαρμογής του κανονιστικού και εποπτικού πλαισίου της Ένωσης για τα ΚΑΤ τρίτων χωρών, ιδίως την εποπτεία των εν λόγω ΚΑΤ κατά την παροχή υπηρεσιών στην Ένωση, συμπεριλαμβανομένου του ρόλου της ΕΑΚΑΑ.

Η Επιτροπή υποβάλλει την έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο, συνοδευόμενη από τυχόν ενδεδειγμένες προτάσεις.

▼B

Άρθρο 76

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

1.  
Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
2.  
Το άρθρο 3 παράγραφος 1 εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2023 όσον αφορά τις κινητές αξίες που εκδίδονται μετά από αυτή την ημερομηνία από την 1η Ιανουαρίου 2025 για όλες τις κινητές αξίες.
3.  
Το άρθρο 5 παράγραφος 2 εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 2015.

Κατά παρέκκλιση του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, στην περίπτωση τόπου διαπραγμάτευσης που έχει πρόσβαση σε ΚΑΤ που αναφέρεται στο άρθρο 30 παράγραφος 5, εφαρμόζεται το άρθρο 5 παράγραφος 2 τουλάχιστον έξι μήνες πριν προβεί το ΚΑΤ σε ανάθεση των δραστηριοτήτων του στη σχετική δημόσια οντότητα και, σε κάθε περίπτωση, από την 1η Ιανουαρίου 2016.

4.  
Τα μέτρα συμμόρφωσης προς τη διαδικασία διακανονισμού που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφοι 1 έως 4 εφαρμόζονται από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της κατ’ εξουσιοδότηση πράξης την οποία εκδίδει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 6 παράγραφος 5.
5.  
►M2  Κάθε μέτρο συμμόρφωσης προς τη διαδικασία διακανονισμού που αναφέρεται στο άρθρο 7 παράγραφοι 1 έως 13 εφαρμόζεται από την ημερομηνία εφαρμογής που ορίζεται για κάθε μέτρο συμμόρφωσης προς τη διαδικασία διακανονισμού στην κατ’ εξουσιοδότηση πράξη την οποία εκδίδει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 7 παράγραφος 15. ◄

Ένας ΠΜΔ που πληροί τα κριτήρια του άρθρου 33 παράγραφος 3 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ υπόκειται στο άρθρο 7 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο του παρόντος κανονισμού:

α) 

έως τον τελικό καθορισμό της αίτησής του για καταχώριση δυνάμει του άρθρου 33 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή

β) 

σε περίπτωση που ένας ΠΜΔ δεν έχει αιτηθεί την καταχώριση δυνάμει του άρθρου 33 της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, έως τις ►M1  13 Ιουνίου 2018 ◄ .

6.  
Τα μέτρα υποβολής στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 εφαρμόζονται από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της εκτελεστικής πράξης την οποία εκδίδει η Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 9 παράγραφος 3.
7.  
Οι παραπομπές στον παρόντα κανονισμό στην οδηγία 2014/65/ΕΕ και στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014 θεωρούνται, πριν από τις ►M1  3 Ιανουαρίου 2018 ◄ ως παραπομπές στην οδηγία 2004/39/ΕΚ σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος IV της οδηγίας 2014/65/ΕΕ, στον βαθμό που ο εν λόγω πίνακας περιέχει διατάξεις που αναφέρονται στην οδηγία 2004/39/ΕΚ.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.




ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

ΤΜΗΜΑ A

Βασικές υπηρεσίες των κεντρικών αποθετηρίων τίτλων

1. Αρχική καταχώριση αξιογράφων σε σύστημα λογιστικής εγγραφής («συμβολαιογραφική υπηρεσία»).

2. Παροχή και τήρηση λογαριασμών αξιογράφων σε ανώτατο επίπεδο («υπηρεσία κεντρικής διατήρησης»).

3. Διαχείριση συστήματος διακανονισμού αξιογράφων («υπηρεσία διακανονισμού»).

ΤΜΗΜΑ B

Μη τραπεζικές επικουρικές υπηρεσίες των κεντρικών αποθετηρίων τίτλων οι οποίες δεν συνεπάγονται πιστωτικό κίνδυνο ή κίνδυνο ρευστότητας

Υπηρεσίες που παρέχονται από τα ΚΑΤ, οι οποίες συμβάλλουν στην ενίσχυση της ασφάλειας, της αποτελεσματικότητας και της διαφάνειας των αγορών αξιογράφων, στις οποίες περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων:

1. 

Υπηρεσίες που σχετίζονται με την υπηρεσία διακανονισμού, όπως:

α) 

Οργάνωση μηχανισμού δανεισμού αξιογράφων, ως μεσάζων μεταξύ των συμμετεχόντων σε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων·

β) 

Παροχή υπηρεσιών διαχείρισης ασφαλειών, ως μεσάζων για τους συμμετέχοντες σε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων·

γ) 

Αντιστοίχιση διακανονισμών, δρομολόγηση εντολών, επιβεβαίωση συναλλαγών, επαλήθευση συναλλαγών.

2. 

Υπηρεσίες που σχετίζονται με τις συμβολαιογραφικές υπηρεσίες και τις υπηρεσίες κεντρικής διατήρησης, όπως:

α) 

Υπηρεσίες που σχετίζονται με τα μητρώα των μετόχων·

β) 

Υποστήριξη και επεξεργασία εταιρικών πράξεων, συμπεριλαμβανομένων φορολογικών πράξεων, γενικών συνελεύσεων και υπηρεσιών ενημέρωσης·

γ) 

Υπηρεσίες νέων εκδόσεων, που περιλαμβάνουν την κατανομή και διαχείριση κωδικών ISIN και ανάλογων κωδικών·

δ) 

Δρομολόγηση και επεξεργασία εντολών, συλλογή και είσπραξη τελών και υποβολή σχετικών αναφορών.

3. 

Δημιουργία συνδέσεων ΚΑΤ, παροχή, διατήρηση ή διαχείριση λογαριασμών αξιογράφων που σχετίζονται με την υπηρεσία διακανονισμού, διαχείριση ασφαλειών, άλλες επικουρικές υπηρεσίες.

4. 

Οποιεσδήποτε άλλες υπηρεσίες, όπως:

α) 

Παροχή γενικών υπηρεσιών διαχείρισης ασφαλειών ως μεσάζων·

β) 

Παροχή υπηρεσιών υποβολής κανονιστικών εκθέσεων·

γ) 

Παροχή πληροφοριών, δεδομένων και στατιστικών σε υπηρεσίες αγοράς/απογραφής ή άλλες οντότητες κυβερνητικής ή διακυβερνητικής φύσης·

δ) 

Παροχή υπηρεσιών ΤΠ.

ΤΜΗΜΑ Γ

Επικουρικές υπηρεσίες τραπεζικού τύπου

Υπηρεσίες τραπεζικού τύπου που σχετίζονται άμεσα με τις βασικές ή επικουρικές υπηρεσίες που αναφέρονται στα τμήματα Α και Β, όπως:

α) 

Παροχή λογαριασμών ταμείου σε και αποδοχή καταθέσεων από συμμετέχοντες σε σύστημα διακανονισμού αξιογράφων και κατόχους λογαριασμών αξιογράφων, κατά την έννοια του σημείου 1 του παραρτήματος I της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·

β) 

Παροχή ταμειακών πιστώσεων που πρέπει να επιστραφούν το αργότερο την επόμενη εργάσιμη ημέρα, δανεισμός μετρητών για την προχρηματοδότηση επιχειρηματικών πράξεων και δανεισμός αξιογράφων σε κατόχους λογαριασμών αξιογράφων, κατά την έννοια του σημείου 2 του παραρτήματος I της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·

γ) 

Υπηρεσίες πληρωμών που περιλαμβάνουν την επεξεργασία συναλλαγών σε μετρητά και σε συνάλλαγμα, κατά την έννοια του σημείου 4 του παραρτήματος I της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·

δ) 

Εγγυήσεις και δεσμεύσεις σχετικές με δανειοδοτικές και δανειοληπτικές πράξεις σε αξιόγραφα, κατά την έννοια του σημείου 6 του παραρτήματος I της οδηγίας 2013/36/ΕΕ·

ε) 

Δραστηριότητες διαχείρισης ταμειακών διαθεσίμων σε συνάλλαγμα και κινητές αξίες σε σχέση με τη διαχείριση των θέσεων αγοράς των συμμετεχόντων, κατά την έννοια του σημείου 7 στοιχεία β) και ε) του παραρτήματος I της οδηγίας 2013/36/ΕΕ.



( 1 ) Οδηγία 2004/109/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 2004, για την εναρμόνιση των προϋποθέσεων διαφάνειας αναφορικά με την πληροφόρηση σχετικά με εκδότες των οποίων οι κινητές αξίες έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και για την τροποποίηση της οδηγίας 2001/34/ΕΚ (ΕΕ L 390 της 31.12.2004, σ. 38).

( 2 ) Οδηγία 2003/71/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 4ης Νοεμβρίου 2003, σχετικά με το ενημερωτικό δελτίο που πρέπει να δημοσιεύεται κατά τη δημόσια προσφορά κινητών αξιών ή την εισαγωγή τους προς διαπραγμάτευση και την τροποποίηση της οδηγίας 2001/34/ΕΚ (ΕΕ L 345 της 31.12.2003, σ. 64).

( 3 ) Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ L 119 της 4.5.2016, σ. 1).

( 4 ) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη μακροπροληπτική επίβλεψη του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου (ΕΕ L 331 της 15.12.2010, σ. 1).

( 5 ) Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 141 της 5.6.2015, σ. 73).

( 6 ) Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 302 της 17.11.2009, σ. 32).

( 7 ) Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (ΕΕ L 335 της 17.12.2009, σ. 1).

( 8 ) Οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2011, σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 (ΕΕ L 174 της 1.7.2011, σ. 1).

( 9 ) Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2554 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Δεκεμβρίου 2022, σχετικά με την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα του χρηματοοικονομικού τομέα και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και, (ΕΕ) αριθ. 909/2014 και (ΕΕ) 2016/1011 (ΕΕ L 333 της 27.12.2022, σ. 1).

( 10 ) Οδηγία 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2005, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (ΕΕ L 309 της 25.11.2005, σ. 15).

( 11 ) Οδηγία 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής, της 1ης Αυγούστου 2006, για τη θέσπιση μέτρων εφαρμογής της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τον ορισμό του πολιτικώς εκτεθειμένου προσώπου και τα τεχνικά κριτήρια για την εφαρμογή της απλουστευμένης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη και την εφαρμογή της εξαίρεσης σε περιπτώσεις άσκησης χρηματοπιστωτικής δραστηριότητας σε περιστασιακή ή πολύ περιορισμένη βάση (ΕΕ L 214 της 4.8.2006, σ. 29).

( 12 ) Απόφαση 2001/528/ΕΚ της Επιτροπής, της 6ης Ιουνίου 2001, για τη σύσταση της ευρωπαϊκής επιτροπής κινητών αξιών (ΕΕ L 191 της 13.7.2001, σ. 45).

( *1 ) Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και για την τροποποίηση των οδηγιών 98/26/ΕΚ και 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012 (ΕΕ L 257 της 28.8.2014, σ. 1).».