Eureka 02022R0720-20240211 Sign in

02022R0720 — EL — 11.02.2024 — 001.001


Το κείμενο αυτό αποτελεί απλώς εργαλείο τεκμηρίωσης και δεν έχει καμία νομική ισχύ. Τα θεσμικά όργανα της Ένωσης δεν φέρουν καμία ευθύνη για το περιεχόμενό του. Τα αυθεντικά κείμενα των σχετικών πράξεων, συμπεριλαμβανομένων των προοιμίων τους, είναι εκείνα που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και είναι διαθέσιμα στο EUR-Lex. Αυτά τα επίσημα κείμενα είναι άμεσα προσβάσιμα μέσω των συνδέσμων που περιέχονται στο παρόν έγγραφο

►B

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2022/720 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 10ης Μαΐου 2022

για την εφαρμογή του άρθρου 101 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

(ΕΕ L 134 της 11.5.2022, σ. 4)

Τροποποιείται από:

 

 

Επίσημη Εφημερίδα

  αριθ.

σελίδα

ημερομηνία

 M1

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2024/323 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ  της 19ης Ιανουαρίου 2024

  L 

1

22.1.2024




▼B

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2022/720 ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ

της 10ης Μαΐου 2022

για την εφαρμογή του άρθρου 101 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ορισμένες κατηγορίες κάθετων συμφωνιών και εναρμονισμένων πρακτικών

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)



Άρθρο 1

Ορισμοί

1.  

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α) 

«κάθετη συμφωνία»: η συμφωνία ή εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ δύο ή περισσοτέρων επιχειρήσεων, καθεμία εκ των οποίων δραστηριοποιείται, για τους σκοπούς της συμφωνίας ή της εναρμονισμένης πρακτικής, σε διαφορετικό επίπεδο της αλυσίδας παραγωγής ή διανομής, που αφορά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τα μετέχοντα μέρη δύνανται να αγοράζουν, να πωλούν ή να μεταπωλούν ορισμένα αγαθά ή υπηρεσίες·

β) 

«κάθετος περιορισμός»: ο περιορισμός του ανταγωνισμού σε κάθετη συμφωνία που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 101 παράγραφος 1 της Συνθήκης·

γ) 

«ανταγωνιζόμενη επιχείρηση»: ο πραγματικός ή δυνητικός ανταγωνιστής· «πραγματικός ανταγωνιστής»: η επιχείρηση που δραστηριοποιείται στην ίδια σχετική αγορά· «δυνητικός ανταγωνιστής»: η επιχείρηση η οποία, αν δεν υπήρχε η κάθετη συμφωνία, θα μπορούσε βάσει ρεαλιστικών στοιχείων και όχι απλά ως θεωρητικό ενδεχόμενο, να πραγματοποιήσει τις απαραίτητες συμπληρωματικές επενδύσεις ή να αναλάβει άλλες απαραίτητες δαπάνες προκειμένου να εισέλθει στη σχετική αγορά, εντός σύντομης χρονικής περιόδου·

δ) 

«προμηθευτής»: περιλαμβάνεται η επιχείρηση που παρέχει επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης·

ε) 

«επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης»: οι υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β) της οδηγίας (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ( 1 ), οι οποίες παρέχουν στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να προσφέρουν αγαθά ή υπηρεσίες:

i) 

σε άλλες επιχειρήσεις, με σκοπό τη διευκόλυνση της έναρξης άμεσων συναλλαγών μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών, ή

ii) 

σε τελικούς καταναλωτές, με σκοπό τη διευκόλυνση της έναρξης άμεσων συναλλαγών μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών και των τελικών καταναλωτών,

ανεξαρτήτως του εάν και πού θα πραγματοποιηθούν τελικά οι συναλλαγές·

στ) 

«υποχρέωση μη άσκησης ανταγωνισμού»: κάθε άμεση ή έμμεση υποχρέωση δυνάμει της οποίας ο αγοραστής δεν μπορεί να παράγει, να αγοράζει, να πωλεί ή να μεταπωλεί αγαθά ή υπηρεσίες που είναι ανταγωνιστικά προς τα αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες, ή κάθε άμεση ή έμμεση υποχρέωση του αγοραστή να πραγματοποιεί από τον προμηθευτή ή από άλλη επιχείρηση την οποία υποδεικνύει ο προμηθευτής, πάνω από το 80 % των συνολικών προμηθειών του σε αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες και υποκατάστατά τους στη σχετική αγορά, ποσοστό το οποίο υπολογίζεται με βάση την αξία ή, όταν αυτή είναι η συνήθης πρακτική του κλάδου, με βάση τον όγκο των προμηθειών του αγοραστή κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος·

ζ) 

«σύστημα επιλεκτικής διανομής»: το σύστημα διανομής στο οποίο ο πάροχος αναλαμβάνει να πωλεί τα αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες, άμεσα ή έμμεσα, μόνο σε διανομείς επιλεγμένους με βάση ορισμένα κριτήρια και εφόσον οι διανομείς αυτοί αναλαμβάνουν την υποχρέωση να μην πωλούν τα εν λόγω αγαθά ή υπηρεσίες σε μη εξουσιοδοτημένους διανομείς στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή εντός της οποίας ο προμηθευτής εφαρμόζει το σύστημα αυτό·

η) 

«σύστημα αποκλειστικής διανομής»: το σύστημα διανομής στο οποίο ο προμηθευτής κατανέμει γεωγραφική περιοχή ή ομάδα πελατών αποκλειστικά στον ίδιο ή σε πέντε αγοραστές κατ’ ανώτατο όριο και θέτει σε όλους τους άλλους αγοραστές του περιορισμούς ως προς την ενεργητική πώληση στην αποκλειστική γεωγραφική περιοχή ή στην αποκλειστική ομάδα πελατών·

θ) 

«δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας»: περιλαμβάνονται τα δικαιώματα βιομηχανικής ιδιοκτησίας, η τεχνογνωσία, τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικά δικαιώματα·

ι) 

«τεχνογνωσία»: το σύνολο πρακτικών πληροφοριών μη κατοχυρωμένων με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, οι οποίες προκύπτουν από την εμπειρία και τις δοκιμές του παρόχου και οι οποίες είναι απόρρητες, ουσιώδεις και προσδιορισμένες· «απόρρητη» είναι η τεχνογνωσία όταν δεν είναι ευρύτερα γνωστή ή εύκολα προσβάσιμη· «ουσιώδης» είναι η τεχνογνωσία όταν είναι σημαντική και χρήσιμη στον αγοραστή για τη χρήση, πώληση ή μεταπώληση των αναφερόμενων στη σύμβαση αγαθών ή υπηρεσιών· «προσδιορισμένη» είναι η τεχνογνωσία όταν περιγράφεται κατά τρόπο επαρκώς διεξοδικό, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί κατά πόσον πληροί τα κριτήρια του απόρρητου και του ουσιώδους·

ια) 

«αγοραστής»: περιλαμβάνεται η επιχείρηση η οποία πωλεί, βάσει συμφωνίας που εμπίπτει στο άρθρο 101 παράγραφος 1 της Συνθήκης, αγαθά ή υπηρεσίες για λογαριασμό άλλης επιχείρησης·

ιβ) 

«ενεργητικές πωλήσεις»: η ενεργός στόχευση πελατών με επισκέψεις, επιστολές, ηλεκτρονικά μηνύματα, κλήσεις ή άλλα μέσα άμεσης επικοινωνίας ή μέσω στοχευμένης διαφήμισης και προώθησης, εκτός ή εντός διαδικτύου, για παράδειγμα μέσω έντυπων ή ψηφιακών μέσων, συμπεριλαμβανομένων των επιγραμμικών μέσων, υπηρεσιών σύγκρισης τιμών ή διαφήμισης σε μηχανές αναζήτησης που απευθύνονται στοχευμένα σε πελάτες συγκεκριμένων γεωγραφικών περιοχών ή σε συγκεκριμένες ομάδες πελατών, της λειτουργίας δικτυακού τόπου με τομέα ανωτάτου επιπέδου που αντιστοιχεί σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές ή της προσφοράς γλωσσών σε δικτυακούς τόπους που χρησιμοποιούνται συνήθως σε συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές, όταν οι γλώσσες αυτές είναι διαφορετικές από εκείνες που χρησιμοποιούνται συνήθως στη γεωγραφική περιοχή στην οποία είναι εγκατεστημένος ο αγοραστής·

ιγ) 

«παθητικές πωλήσεις»: οι πωλήσεις που ανταποκρίνονται σε αυτοβούλως εκφρασμένη ζήτηση μεμονωμένων πελατών, συμπεριλαμβανομένης της παράδοσης αγαθών ή υπηρεσιών στον πελάτη, χωρίς η έναρξη της πώλησης να έχει γίνει με ενεργό στόχευση του συγκεκριμένου πελάτη ή της συγκεκριμένης ομάδας πελατών ή της συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής, συμπεριλαμβανομένων των πωλήσεων που προκύπτουν από τη συμμετοχή σε διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων ή από την απάντηση σε ιδιωτικές προσκλήσεις υποβολής προσφορών.

2.  
Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, οι όροι «επιχείρηση», «προμηθευτής» και «αγοραστής» περιλαμβάνουν τις αντίστοιχες συνδεδεμένες επιχειρήσεις τους.

Ως «συνδεδεμένες επιχειρήσεις» νοούνται:

α) 

οι επιχειρήσεις σε σχέση με τις οποίες ένα μετέχον στη συμφωνία μέρος έχει, άμεσα ή έμμεσα:

i) 

την εξουσία να ασκεί περισσότερο από το ήμισυ των δικαιωμάτων ψήφου, ή

ii) 

την εξουσία να διορίζει περισσότερα από τα μισά μέλη του εποπτικού συμβουλίου, του διοικητικού συμβουλίου ή των οργάνων που εκπροσωπούν νόμιμα την επιχείρηση, ή

iii) 

το δικαίωμα να διαχειρίζεται τις υποθέσεις της επιχείρησης· ή

β) 

οι επιχειρήσεις οι οποίες, άμεσα ή έμμεσα, διαθέτουν, έναντι ενός μετέχοντος στη συμφωνία μέρους, τα δικαιώματα ή τις εξουσίες που απαριθμούνται στο στοιχείο α)· ή

γ) 

οι επιχειρήσεις σε σχέση με τις οποίες επιχείρηση που αναφέρεται στο στοιχείο β) διαθέτει, άμεσα ή έμμεσα, τα δικαιώματα ή τις εξουσίες που απαριθμούνται στο στοιχείο α)· ή

δ) 

οι επιχειρήσεις σε σχέση με τις οποίες ένα μετέχον στη συμφωνία μέρος, από κοινού με μία ή περισσότερες από τις επιχειρήσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) ή γ), ή σε σχέση με τις οποίες δύο ή περισσότερες από τις τελευταίες αυτές επιχειρήσεις, διαθέτουν από κοινού τα δικαιώματα ή τις εξουσίες που απαριθμούνται στο στοιχείο α)· ή

ε) 

οι επιχειρήσεις σε σχέση με τις οποίες τα δικαιώματα ή οι εξουσίες που απαριθμούνται στο στοιχείο α) κατέχονται από κοινού από:

i) 

μετέχοντα στη συμφωνία μέρη ή αντίστοιχες συνδεδεμένες επιχειρήσεις τους που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως δ), ή

ii) 

ένα ή περισσότερα μετέχοντα στη συμφωνία μέρη ή μία ή περισσότερες συνδεδεμένες επιχειρήσεις τους που αναφέρονται στα στοιχεία α) έως δ), και ένα ή περισσότερα τρίτα μέρη.

Άρθρο 2

Απαλλαγή

1.  
Σύμφωνα με το άρθρο 101 παράγραφος 3 της Συνθήκης και τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, το άρθρο 101 παράγραφος 1 της Συνθήκης κηρύσσεται ανεφάρμοστο στις κάθετες συμφωνίες. Η εν λόγω απαλλαγή εφαρμόζεται στον βαθμό που οι εν λόγω συμφωνίες περιλαμβάνουν κάθετους περιορισμούς.
2.  
Η απαλλαγή που προβλέπεται στην παράγραφο 1 εφαρμόζεται στις κάθετες συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ μιας ένωσης επιχειρήσεων και ενός μεμονωμένου μέλους, ή μεταξύ μιας τέτοιας ένωσης και ενός μεμονωμένου προμηθευτή, μόνον εάν όλα τα μέλη της ένωσης είναι λιανοπωλητές αγαθών και κανένα μεμονωμένο μέλος της ένωσης, μαζί με τις συνδεδεμένες με αυτό επιχειρήσεις, δεν έχει συνολικό κύκλο εργασιών που υπερβαίνει τα 50 εκατομμύρια EUR. Οι κάθετες συμφωνίες που συνάπτονται από τις εν λόγω ενώσεις καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 101 της Συνθήκης στις οριζόντιες συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ των μελών της ένωσης ή στις λαμβανόμενες από την ένωση αποφάσεις.
3.  
Η απαλλαγή που προβλέπεται στην παράγραφο 1 εφαρμόζεται στις κάθετες συμφωνίες που περιλαμβάνουν διατάξεις σχετικά με την παραχώρηση προς ή χρήση από τον αγοραστή δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, υπό τον όρο ότι οι διατάξεις αυτές δεν αποτελούν το κύριο αντικείμενο των εν λόγω συμφωνιών και ότι συνδέονται άμεσα με τη χρήση, πώληση ή μεταπώληση των αγαθών ή υπηρεσιών από τον αγοραστή ή τους πελάτες του. Η απαλλαγή εφαρμόζεται υπό τον όρο ότι, σε σχέση με τα αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες, οι εν λόγω διατάξεις δεν περιέχουν περιορισμούς του ανταγωνισμού που έχουν το ίδιο αντικείμενο με κάθετους περιορισμούς μη απαλλασσόμενους δυνάμει του παρόντος κανονισμού.
4.  

Η απαλλαγή που προβλέπεται στην παράγραφο 1 δεν εφαρμόζεται στις κάθετες συμφωνίες που συνάπτονται μεταξύ ανταγωνιζόμενων επιχειρήσεων. Ωστόσο, η εν λόγω απαλλαγή εφαρμόζεται όταν ανταγωνιζόμενες επιχειρήσεις συνάπτουν μη αμοιβαίες κάθετες συμφωνίες και εφόσον συντρέχει μία εκ των κατωτέρω περιπτώσεων:

α) 

ο προμηθευτής δραστηριοποιείται σε επίπεδο προηγούμενου σταδίου ως κατασκευαστής, εισαγωγέας ή χονδρέμπορος και σε επίπεδο επόμενου σταδίου ως εισαγωγέας, χονδρέμπορος ή λιανοπωλητής αγαθών, ενώ ο αγοραστής είναι εισαγωγέας, χονδρέμπορος ή λιανοπωλητής στο επίπεδο επόμενου σταδίου και δεν είναι ανταγωνιζόμενη επιχείρηση στο επίπεδο προηγούμενου σταδίου στο οποίο αγοράζει τα αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά· ή

β) 

ο προμηθευτής παρέχει υπηρεσίες σε περισσότερα του ενός επίπεδα εμπορικής δραστηριότητας, ενώ ο αγοραστής παρέχει τις υπηρεσίες του σε επίπεδο λιανικής και δεν είναι ανταγωνιζόμενη επιχείρηση στο επίπεδο εμπορικής δραστηριότητας στο οποίο αγοράζει τις αναφερόμενες στη σύμβαση υπηρεσίες.

5.  
Οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 4 στοιχεία α) και β) δεν εφαρμόζονται στην ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του προμηθευτή και του αγοραστή, η οποία είτε δεν συνδέεται άμεσα με την εφαρμογή της κάθετης συμφωνίας, είτε δεν είναι απαραίτητη για τη βελτίωση της παραγωγής ή της διανομής των αναφερόμενων στη σύμβαση αγαθών ή υπηρεσιών, είτε δεν πληροί καμία από αυτές τις δύο προϋποθέσεις.
6.  
Οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 4 στοιχεία α) και β) δεν εφαρμόζονται σε κάθετες συμφωνίες που αφορούν την παροχή επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης, όταν ο πάροχος των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης είναι ανταγωνιζόμενη επιχείρηση στη σχετική αγορά πώλησης των αγαθών ή υπηρεσιών που αποτελούν αντικείμενο διαμεσολάβησης.
7.  
Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται στις κάθετες συμφωνίες των οποίων το αντικείμενο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής άλλων κανονισμών απαλλαγής κατά κατηγορία, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στους εν λόγω κανονισμούς.

Άρθρο 3

Όριο μεριδίου αγοράς

1.  
Η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 2 εφαρμόζεται υπό τον όρο ότι το μερίδιο αγοράς του προμηθευτή δεν υπερβαίνει το 30 % της σχετικής αγοράς στην οποία πωλεί τα αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες και ότι το μερίδιο αγοράς του αγοραστή δεν υπερβαίνει το 30 % της σχετικής αγοράς στην οποία αγοράζει τα αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες.
2.  
Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, όταν σε πολυμερή συμφωνία μια επιχείρηση αγοράζει τα αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες από μια επιχείρηση που μετέχει στη συμφωνία και πωλεί τα εν λόγω αγαθά ή υπηρεσίες σε άλλη επιχείρηση που επίσης μετέχει στη συμφωνία, το μερίδιο αγοράς της πρώτης επιχείρησης πρέπει να τηρεί το όριο μεριδίου αγοράς που προβλέπεται στην εν λόγω παράγραφο τόσο ως αγοραστής όσο και ως προμηθευτής προκειμένου να εφαρμόζεται η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 2.

Άρθρο 4

Περιορισμοί που οδηγούν στην άρση του ευεργετήματος της απαλλαγής κατά κατηγορία — περιορισμοί ιδιαίτερης σοβαρότητας

Η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 2 δεν εφαρμόζεται στις κάθετες συμφωνίες οι οποίες, άμεσα ή έμμεσα, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες που υπόκεινται στον έλεγχο των μερών, έχουν ως σκοπό:

α) 

τον περιορισμό της δυνατότητας του αγοραστή να καθορίζει τις τιμές πώλησης, χωρίς να θίγεται η δυνατότητα του προμηθευτή να επιβάλλει μέγιστη τιμή πώλησης ή να συνιστά τιμή πώλησης, υπό τον όρο ότι αυτές δεν ισοδυναμούν με καθορισμένη ή ελάχιστη τιμή πώλησης ως συνέπεια των πιέσεων που ασκεί ή των κινήτρων που προσφέρει οποιοδήποτε εκ των μερών·

β) 

στην περίπτωση που ο προμηθευτής εφαρμόζει σύστημα αποκλειστικής διανομής, τον περιορισμό της γεωγραφικής περιοχής ή της πελατείας στην οποία ο αποκλειστικός διανομέας δύναται να πωλεί, ενεργητικά ή παθητικά, τα αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες, με εξαίρεση:

i) 

τον περιορισμό των ενεργητικών πωλήσεων από τον αποκλειστικό διανομέα και τους άμεσους πελάτες του σε γεωγραφική περιοχή ή σε ομάδα πελατών που προορίζεται αποκλειστικά για τον προμηθευτή ή έχει παραχωρηθεί από τον προμηθευτή αποκλειστικά σε άλλους πέντε κατ’ ανώτατο όριο αποκλειστικούς διανομείς·

ii) 

τον περιορισμό των ενεργητικών ή παθητικών πωλήσεων από τον αποκλειστικό διανομέα και τους πελάτες του σε μη εξουσιοδοτημένους διανομείς που βρίσκονται στη γεωγραφική περιοχή όπου ο προμηθευτής εφαρμόζει σύστημα επιλεκτικής διανομής για τα αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες·

iii) 

τον περιορισμό του τόπου εγκατάστασης του αποκλειστικού διανομέα·

iv) 

τον περιορισμό των ενεργητικών ή παθητικών πωλήσεων σε τελικούς χρήστες από αποκλειστικό διανομέα που δραστηριοποιείται σε επίπεδο χονδρικής·

v) 

τον περιορισμό της δυνατότητας του αποκλειστικού διανομέα να πωλεί, ενεργητικά ή παθητικά, εξαρτήματα, τα οποία προορίζονται για ενσωμάτωση, σε πελάτες που θα τα χρησιμοποιήσουν για την κατασκευή αγαθών ομοειδών με αυτά που παράγει ο προμηθευτή·

γ) 

στην περίπτωση που ο προμηθευτής εφαρμόζει σύστημα επιλεκτικής διανομής,

i) 

τον περιορισμό της γεωγραφικής περιοχής ή της πελατείας στην οποία τα μέλη του συστήματος επιλεκτικής διανομής δύνανται να πωλούν, ενεργητικά ή παθητικά, τα αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες, με εξαίρεση:

1) 

τον περιορισμό των ενεργητικών πωλήσεων από τα μέλη του συστήματος επιλεκτικής διανομής και τους άμεσους πελάτες τους σε γεωγραφική περιοχή ή σε ομάδα πελατών που προορίζεται αποκλειστικά για τον προμηθευτή ή έχει παραχωρηθεί από τον προμηθευτή αποκλειστικά σε άλλους πέντε κατ’ ανώτατο όριο αποκλειστικούς διανομείς·

2) 

τον περιορισμό των ενεργητικών ή παθητικών πωλήσεων από τα μέλη του συστήματος επιλεκτικής διανομής και τους πελάτες τους σε μη εξουσιοδοτημένους διανομείς που βρίσκονται στη γεωγραφική περιοχή όπου εφαρμόζεται το σύστημα επιλεκτικής διανομής·

3) 

τον περιορισμό του τόπου εγκατάστασης των μελών του συστήματος επιλεκτικής διανομής·

4) 

τον περιορισμό των ενεργητικών ή παθητικών πωλήσεων σε τελικούς χρήστες από μέλη του συστήματος επιλεκτικής διανομής που δραστηριοποιούνται σε επίπεδο χονδρικής·

5) 

τον περιορισμό της δυνατότητας πώλησης, ενεργητικά ή παθητικά, εξαρτημάτων, τα οποία προορίζονται για ενσωμάτωση, σε πελάτες που θα τα χρησιμοποιήσουν για την κατασκευή αγαθών ομοειδών με αυτά που παράγει ο προμηθευτής·

ii) 

τον περιορισμό των αμοιβαίων προμηθειών μεταξύ των μελών του συστήματος επιλεκτικής διανομής που δραστηριοποιούνται στο ίδιο ή σε διαφορετικό επίπεδο εμπορικής δραστηριότητας·

iii) 

τον περιορισμό των ενεργητικών ή παθητικών πωλήσεων σε τελικούς χρήστες από μέλη του συστήματος επιλεκτικής διανομής που δραστηριοποιούνται σε επίπεδο λιανικής, υπό την επιφύλαξη του στοιχείου γ) σημείο i) 1) και 3)·

δ) 

στην περίπτωση που ο προμηθευτής δεν εφαρμόζει σύστημα ούτε αποκλειστικής ούτε επιλεκτικής διανομής, τον περιορισμό της γεωγραφικής περιοχής ή της πελατείας στην οποία ένας αγοραστής δύναται να πωλεί, ενεργητικά ή παθητικά, τα αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες, με εξαίρεση:

i) 

τον περιορισμό των ενεργητικών πωλήσεων από τον αγοραστή και τους άμεσους πελάτες του σε γεωγραφική περιοχή ή σε ομάδα πελατών που προορίζεται αποκλειστικά για τον προμηθευτή ή έχει παραχωρηθεί από τον προμηθευτή αποκλειστικά σε πέντε κατ’ ανώτατο όριο αποκλειστικούς διανομείς·

ii) 

τον περιορισμό των ενεργητικών ή παθητικών πωλήσεων από τον αγοραστή και τους πελάτες του σε μη εξουσιοδοτημένους διανομείς που βρίσκονται στη γεωγραφική περιοχή όπου ο προμηθευτής εφαρμόζει σύστημα επιλεκτικής διανομής για τα αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες·

iii) 

τον περιορισμό του τόπου εγκατάστασης του αγοραστή·

iv) 

τον περιορισμό των ενεργητικών ή παθητικών πωλήσεων σε τελικούς χρήστες από αγοραστή που δραστηριοποιείται σε επίπεδο χονδρικής·

v) 

τον περιορισμό της δυνατότητας του αγοραστή να πωλεί, ενεργητικά ή παθητικά, εξαρτήματα, τα οποία προορίζονται για ενσωμάτωση, σε πελάτες που θα τα χρησιμοποιήσουν για την κατασκευή αγαθών ομοειδών με αυτά που παράγει ο προμηθευτής·

ε) 

την παρεμπόδιση της αποτελεσματικής χρήσης του διαδικτύου από τον αγοραστή ή τους πελάτες του για την πώληση των αναφερόμενων στη σύμβαση αγαθών ή υπηρεσιών, καθόσον περιορίζει τη γεωγραφική περιοχή ή την πελατεία στην οποία τα αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες μπορούν να πωληθούν κατά την έννοια των στοιχείων β), γ) ή δ), με την επιφύλαξη της δυνατότητας επιβολής στον αγοραστή:

i) 

άλλων περιορισμών στις επιγραμμικές πωλήσεις· ή

ii) 

περιορισμών στην επιγραμμική διαφήμιση που δεν έχουν ως σκοπό την παρεμπόδιση της εξ ολοκλήρου χρήσης ενός επιγραμμικού διαφημιστικού διαύλου·

στ) 

τον περιορισμό, κατόπιν συμφωνίας μεταξύ προμηθευτή εξαρτημάτων και αγοραστή αυτών για ενσωμάτωσή τους στα δικά του προϊόντα, της δυνατότητας του προμηθευτή να πωλεί τα εξαρτήματα αυτά ως ανταλλακτικά σε τελικούς χρήστες ή σε επισκευαστές, σε χονδρέμπορους ή σε άλλους προμηθευτές υπηρεσιών στους οποίους ο αγοραστής δεν έχει αναθέσει την επισκευή ή τη συντήρηση των προϊόντων του.

Άρθρο 5

Αποκλειόμενοι περιορισμοί

1.  

Η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 2 δεν εφαρμόζεται σε σχέση με τις ακόλουθες υποχρεώσεις που περιέχονται σε κάθετες συμφωνίες:

α) 

κάθε άμεση ή έμμεση υποχρέωση μη άσκησης ανταγωνισμού, η διάρκεια της οποίας είναι αόριστη ή υπερβαίνει τα πέντε έτη·

β) 

κάθε άμεση ή έμμεση υποχρέωση δυνάμει της οποίας ο αγοραστής, μετά τη λύση της συμφωνίας, δεν μπορεί να παράγει, να αγοράζει, να πωλεί ή να μεταπωλεί αγαθά ή υπηρεσίες·

γ) 

κάθε άμεση ή έμμεση υποχρέωση δυνάμει της οποίας τα μέλη συστήματος επιλεκτικής διανομής δεν μπορούν να πωλούν σήματα ορισμένων ανταγωνιζόμενων προμηθευτών·

δ) 

κάθε άμεση ή έμμεση υποχρέωση δυνάμει της οποίας ο αγοραστής επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης δεν μπορεί να προσφέρει, να πωλεί ή να μεταπωλεί αγαθά ή υπηρεσίες σε τελικούς χρήστες υπό ευνοϊκότερους όρους χρησιμοποιώντας ανταγωνιστικές επιγραμμικές υπηρεσίες διαμεσολάβησης.

2.  
Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 στοιχείο α), ο χρονικός περιορισμός των πέντε ετών δεν ισχύει, όταν τα αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες πωλούνται από τον αγοραστή σε χώρους και οικόπεδα που ανήκουν στον προμηθευτή ή εκμισθώνονται στον προμηθευτή από τρίτους μη συνδεδεμένους με τον αγοραστή, υπό την προϋπόθεση ότι η διάρκεια της υποχρέωσης μη άσκησης ανταγωνισμού δεν υπερβαίνει το χρονικό διάστημα κατοχής των χώρων και οικοπέδων από τον αγοραστή.
3.  

Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1 στοιχείο β), η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 2 εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση υποχρέωση δυνάμει της οποίας ο αγοραστής, μετά τη λύση της συμφωνίας, δεν μπορεί να παράγει, να αγοράζει, να πωλεί ή να μεταπωλεί αγαθά ή υπηρεσίες, εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) 

η υποχρέωση αφορά αγαθά ή υπηρεσίες που ανταγωνίζονται τα αναφερόμενα στη σύμβαση αγαθά ή υπηρεσίες·

β) 

η υποχρέωση περιορίζεται στους χώρους και στα οικόπεδα όπου ο αγοραστής ασκούσε τις δραστηριότητές του κατά τη διάρκεια της σύμβασης·

γ) 

η υποχρέωση είναι απαραίτητη για την προστασία της τεχνογνωσίας που μεταβιβάζει ο προμηθευτής στον αγοραστή·

δ) 

η διάρκεια της υποχρέωσης περιορίζεται σε ένα έτος μετά τη λύση της συμφωνίας.

Η παράγραφος 1 στοιχείο β) δεν θίγει τη δυνατότητα να επιβληθεί περιορισμός αόριστης διάρκειας στη χρήση και τη διάδοση τεχνογνωσίας που δεν έχει περιέλθει σε δημόσια χρήση.

Άρθρο 6

Ανάκληση σε μεμονωμένες περιπτώσεις

1.  
Η Επιτροπή δύναται να ανακαλέσει το ευεργέτημα εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, δυνάμει του άρθρου 29 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003, όταν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, διαπιστώσει ότι μια κάθετη συμφωνία στην οποία εφαρμόζεται η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 2 του παρόντος κανονισμού παράγει, παρά ταύτα, αποτελέσματα που δεν συνάδουν με το άρθρο 101 παράγραφος 3 της Συνθήκης. Τέτοια αποτελέσματα είναι δυνατόν να προκύπτουν, για παράδειγμα, όταν η σχετική αγορά για την παροχή επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης παρουσιάζει υψηλό βαθμό συγκέντρωσης και ο ανταγωνισμός μεταξύ των παρόχων των εν λόγω υπηρεσιών περιορίζεται από το σωρευτικό αποτέλεσμα παράλληλων δικτύων παρόμοιων συμφωνιών που θέτουν περιορισμούς στη δυνατότητα των αγοραστών των επιγραμμικών υπηρεσιών διαμεσολάβησης να προσφέρουν, πωλούν ή μεταπωλούν αγαθά ή υπηρεσίες σε τελικούς χρήστες υπό ευνοϊκότερους όρους μέσω των δικών τους διαύλων άμεσων πωλήσεων.
2.  
Η αρχή ανταγωνισμού ενός κράτους μέλους δύναται να ανακαλέσει το ευεργέτημα εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 29 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1/2003.

Άρθρο 7

Μη εφαρμογή του παρόντος κανονισμού

Σύμφωνα με το άρθρο 1α του κανονισμού αριθ. 19/65/ΕΟΚ, η Επιτροπή δύναται, όταν τα παράλληλα δίκτυα παρόμοιων κάθετων περιορισμών καλύπτουν πάνω από το 50 % της σχετικής αγοράς, να κηρύξει, με κανονισμό, ανεφάρμοστο τον παρόντα κανονισμό στις κάθετες συμφωνίες που περιέχουν ειδικούς περιορισμούς σχετικά με την αγορά αυτή.

Άρθρο 8

Εφαρμογή του ορίου μεριδίου αγοράς

Για την εφαρμογή των ορίων μεριδίου αγοράς που προβλέπονται στο άρθρο 3 εφαρμόζονται οι ακόλουθοι κανόνες:

α) 

το μερίδιο αγοράς του προμηθευτή υπολογίζεται με βάση τα στοιχεία για την αξία των πωλήσεων στην αγορά, το δε μερίδιο αγοράς του αγοραστή υπολογίζεται με βάση τα στοιχεία για την αξία των αγορών που πραγματοποιεί στην αγορά. Εάν δεν υπάρχουν στοιχεία για την αξία των πωλήσεων στην αγορά ή την αξία των αγορών που πραγματοποιούνται στην αγορά, μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον καθορισμό του μεριδίου αγοράς της οικείας επιχείρησης εκτιμήσεις που βασίζονται σε άλλες αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με την αγορά, συμπεριλαμβανομένου του όγκου των πωλήσεων και των αγορών σε αυτή·

β) 

τα μερίδια αγοράς υπολογίζονται με βάση στοιχεία που αφορούν το προηγούμενο ημερολογιακό έτος·

γ) 

το μερίδιο αγοράς του προμηθευτή περιλαμβάνει τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που παρέχονται προς πώληση στους κάθετα ενοποιημένους διανομείς·

δ) 

εάν ένα μερίδιο αγοράς δεν υπερβαίνει αρχικά το 30 %, αλλά αργότερα υπερβεί το όριο αυτό, η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 2 εξακολουθεί να εφαρμόζεται για διάστημα δύο συνεχών ημερολογιακών ετών μετά το έτος κατά το οποίο σημειώθηκε για πρώτη φορά η υπέρβαση του ορίου του 30 %·

ε) 

το μερίδιο αγοράς που κατέχουν οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο στοιχείο ε), επιμερίζεται εξίσου σε κάθε επιχείρηση που έχει τα δικαιώματα και τις εξουσίες που απαριθμούνται στο στοιχείο α) του εν λόγω εδαφίου.

Άρθρο 9

Εφαρμογή του ορίου κύκλου εργασιών

1.  
Για τον υπολογισμό του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών κατά την έννοια του άρθρου 2 παράγραφος 2, προστίθενται ο κύκλος εργασιών που πραγματοποίησε στη διάρκεια του προηγούμενου οικονομικού έτους το μετέχον στην κάθετη συμφωνία μέρος και ο κύκλος εργασιών των συνδεδεμένων με αυτό επιχειρήσεων, για όλα τα αγαθά και τις υπηρεσίες, εκτός φόρων και δασμών. Κατά τον υπολογισμό αυτόν δεν λαμβάνονται υπόψη οι συναλλαγές μεταξύ του μετέχοντος στην κάθετη συμφωνία μέρους και των συνδεδεμένων με αυτό επιχειρήσεων ή μεταξύ των τελευταίων αυτών επιχειρήσεων.
2.  
Η απαλλαγή που προβλέπεται στο άρθρο 2 εξακολουθεί να εφαρμόζεται όταν η υπέρβαση του ορίου του συνολικού ετήσιου κύκλου εργασιών στη διάρκεια δύο συνεχόμενων οικονομικών ετών δεν είναι μεγαλύτερη από ποσοστό 10 %.

Άρθρο 10

Μεταβατική περίοδος

Η απαγόρευση που προβλέπεται στο άρθρο 101 παράγραφος 1 της Συνθήκης δεν εφαρμόζεται κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Ιουνίου 2022 έως την 31η Μαΐου 2023 επί συμφωνιών που είναι ήδη σε ισχύ την 31η Μαΐου 2022 και οι οποίες δεν πληρούν μεν τις προϋποθέσεις απαλλαγής βάσει του παρόντος κανονισμού, αλλά, την 31η Μαΐου 2022, πληρούσαν τις προϋποθέσεις απαλλαγής που προβλέπονται στον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 330/2010.

Άρθρο 11

Περίοδος ισχύος

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει από την 1η Ιουνίου 2022.

Η ισχύς του λήγει την 31η Μαΐου 2034.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.



( 1 ) Οδηγία (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (ΕΕ L 241 της 17.9.2015, σ. 1).