Eureka 32000L0012 Sign in

32000L0012

Οδηγία 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Μαρτίου 2000 σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων

Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 126 της 26/05/2000 σ. 0001 - 0059


Οδηγία 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

της 20ής Μαρτίου 2000

σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικών ιδρυμάτων

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη:

τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 47 παράγραφος 2, πρώτη και τρίτη φράση,

την πρόταση της Επιτροπής,

τη γνώμη της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής(1),

αποφασίζοντας με την διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης(2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1) Η οδηγία 73/183/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1973, περί της καταργήσεως των περιορισμών στην ελευθερία εγκαταστάσεως και στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών για τις μη μισθωτές δραστηριότητες τραπεζών και λοιπών πιστωτικών ιδρυμάτων(3), η πρώτη οδηγία 77/780/ΕΟΚ) του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1977, περί του συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και την άσκηση της δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος(4), η οδηγία 89/299/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 1989 σχετικά με τα ίδια κεφάλαια των πιστωτικών ιδρυμάτων(5), η δεύτερη οδηγία (89/646/ΕΟΚ) του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1989, για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος(6), η οδηγία 89/647/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 1989, σχετικά με τον συντελεστή φερεγγυότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων(7), η οδηγία 92/30/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 6ης Απριλίου 1992, σχετικά με την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων σε ενοποιημένη βάση(8) και η οδηγία 92/121/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1992, σχετικά με την εποπτεία και τον έλεγχο των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων(9) έχουν επανειλημμένα τροποποιηθεί κατά τρόπο ουσιαστικό και είναι, ως εκ τούτου, ακόπιμη, για λόγους σαφήνειας και εξορθολογισμού, η κωδικοποίηση της εν λόγω οδηγίας σε ένα ενιαίο κείμενο.

(2) Κατ' εφαρμογή της συνθήκης απαγορεύεται όσον αφορά την εγκατάσταση και την παροχή υπηρεσιών κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας ή λόγω ελλείψεως εγκαταστάσεως στο κράτος μέλος όπου παρέχονται οι υπηρεσίες.

(3) Είναι αναγκαίο, προς διευκόλυνση της αναλήψεως της δραστηριότητος πιστωτικού ιδρύματος και της ασκήσεώς της, να απαλειφθούν οι πιο ενοχλητικές διαφορές μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μέλων που δημιουργούν τα περισσότερα εμπόδια ως προς το καθεστώς, στο οποίο υπόκεινται οι δραστηριότητες αυτές.

(4) Η παρούσα οδηγία πρέπει να αποτελέσει το κύριο μέσο για την εγκαθίδρυση της εσωτερικής αγοράς, η οποία αποφασίστηκε από την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη και προγραμματίστηκε με τη Λευκή Βίβλο της Επιτροπής, τόσο όσον αφορά την ελευθερία εγκατάστασης όσο και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, στον τομέα των πιστωτικών ιδρυμάτων.

(5) Τα μέτρα συντονισμού στον τομέα των πιστωτικών ιδρυμάτων πρέπει, τόσο για την προστασία της αποταμιεύσεως όσο και για τη δημιουργία ίσων όρων ανταγωνισμού μεταξύ αυτών των ιδρυμάτων να εφαρμοσθούν στο σύνολό τους. Πρέπει πάντως να ληφθούν υπόψη, κατά περίπτωση, οι αντικειμενικές διαφορές που υφίστανται μεταξύ των καταστατικών τους και της ιδιαίτερης αποστολής τους όπως προβλέπονται στις εθνικές νομοθεσίες.

(6) Είναι από τώρα απαραίτητο, το πεδίο εφαρμογής των ενεργειών συντονισμού να είναι όσο το δυνατόν ευρύτερο και να περιλαμβάνει όλα τα πιστωτικά ιδρύματα, των οποίων η δραστηριότης συνίσταται στη συγκέντρωση από το κοινό επιτρεπτέων κεφαλαίων, τόσο υπό μορφή καταθέσεων, όσο και υπό άλλες μορφές, όπως είναι η διαρκής έκδοση ομολόγων και άλλων παρόμοιων τίτλων, καθώς και στη χορήγηση πιστώσεων για ίδιο λογαριασμό. Πρέπει να προβλέπονται εξαιρέσεις για ορισμένα πιστωτικά ιδρύματα στα οποία δεν δύναται να εφαρμοσθεί η παρούσα οδηγία· η παρούσα οδηγία δεν θίγει την εφαρμογή εθνικών νομοθεσιών, όταν αυτές προβλέπουν ειδικές συμπληρωματικές άδειες, που επιτρέπουν στα πιστωτικά ιδρύματα να ασκούν ειδικές δραστηριότητες ή να εκτελούν ορισμένης μορφής εργασίες.

(7) Η μεθόδευση που έχει επιλεγεί συνίσταται στην πραγματοποίηση της ουσιαστικής, αναγκαίας και επαρκούς εναρμόνισης για την εξασφάλιση της αμοιβαίας αναγνώρισης των αδειών λειτουργίας και των συστημάτων προληπτικού ελέγχου ώστε να καταστεί δυνατή η εφ' άπαξ χορήγηση άδειας λειτουργίας που να ισχύει σε όλη την Κοινότητα και η εφαρμογή της αρχής του ελέγχου από το κράτος μέλος καταγωγής. Επομένως η ανάγκη προγράμματος δραστηριότητος δύναται, από την άποψη αυτή, να θεωρηθεί μόνο ως στοιχείο που οδηγεί τις αρμόδιες αρχές να αποφαίνονται βάσει ακριβέστερης ενημερώσεως, με αντικειμενικά κριτήρια· πάντως είναι δυνατή μία μείωση των απαιτήσεων που αφορούν τη νομική μορφή των πιστωτικών ιδρυμάτων και την προστασία των επωνυμιών.

(8) Είναι αναγκαίο να είναι ισότιμες οι οικονομικές προϋποθέσεις που απαιτούνται από τα πιστωτικά ιδρύματα για την εξασφάλιση όμοιων εγγυήσεων στους αποταμιευτές καθώς και ίσοι όροι ανταγωνισμού μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων της αυτής κατηγορίας. Μέχρις επιτεύξεως καλυτέρου συντονισμού, πρέπει να καθορίζονται κατάλληλοι διορθωτικοί συντελεστές, που θα επιτρέπουν στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ των εθνικών αρχών, την παρατήρηση, με κοινές μεθόδους, της καταστάσεως συγκρισίμων κατηγοριών πιστωτικών ιδρυμάτων. Η διαδικασία αυτή δύναται να διευκολύνει την προοδευτική προσέγγιση των συστημάτων συντελεστών που καθορίζονται και εφαρμόζονται από τα κράτη μέλη. Είναι πάντως αναγκαίο να διακρίνονται οι συντελεστές, που αποβλέπουν στην εξασφάλιση της υγιούς διαχειρίσεως των πιστωτικών ιδρυμάτων από εκείνους που αποβλέπουν σε σκοπούς οικονομικής και νομισματικής πολιτικής.

(9) Οι αρχές της αμοιβαίας αναγνώρισης και του ελέγχου τον οποίο ασκεί το κράτος μέλος καταγωγής, απαιτούν από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών να μη χορηγούν ή να ανακαλούν την άδεια λειτουργίας, εάν στοιχεία, όπως το περιεχόμενο του προγράμματος δραστηριοτήτων, ο τόπος άσκησης των δραστηριοτήτων ή οι πράγματι ασκούμενες δραστηριότητες δείχνουν σαφώς ότι το πιστωτικό ίδρυμα προτίμησε να υπαχθεί στο νομικό σύστημα ενός κράτους μέλους για να αποφύγει την υπαγωγή της σε αυστηρότερους κανόνες ισχύοντες σε άλλο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου προτίθεται να ασκήσει το μεγαλύτερο τμήμα των δραστηριοτήτων της. Ένα πιστωτικό ίδρυμα το οποίο είναι νομικό πρόσωπο πρέπει να έχει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική του έδρα. Ένα πιστωτικό ίδρυμα το οποίο δεν είναι νομικό πρόσωπο πρέπει να έχει κεντρική διοίκηση στο κράτος μέλος στο οποίο έχει λάβει άδεια λειτουργίας. Εξ' άλλου, τα κράτη μέλη πρέπει να απαιτούν από το πιστωτικό ίδρυμα να έχει την κεντρική του διοίκηση οπωσδήποτε στο κράτος μέλος καταγωγής του και όντως να ασκεί εκεί δραστηριότητα.

(10) Οι αρμόδιες αρχές δεν θα πρέπει να χορηγούν ούτε να διατηρούν σε ισχύ άδεια λειτουργίας σε πιστωτικό ίδρυμα, εάν οι στενοί δεσμοί που το συνδέουν με άλλα φυσικά ή νομικά πρόσωπα είναι ικανοί να παρεμποδίσουν την σωστή άσκηση των εποπτικών τους καθηκόντων. Τα πιστωτικά ιδρύματα στα οποία έχει ήδη χορηγηθεί άδεια λειτουργίας οφείλουν επίσης να παρέχουν σχετική εξασφάλιση στις αρμόδιες αρχές. Ο προβλεπόμενος από την παρούσα οδηγία ορισμός των "στενών δεσμών" αποτελείται από ελάχιστα κριτήρια και ότι αυτό δεν κωλύει τα κράτη μέλη να τον εφαρμόζουν και για περιπτώσεις μη προβλεπόμενες από τον παρόντα ορισμό. Καθαυτή η απόκτηση σημαντικού ποσοστού του κεφαλαίου μιας εταιρείας δεν αποτελεί συμμετοχή η οποία λαμβάνεται υπόψη κατά την έννοια των "στενών δεσμών", αν η απόκτηση αυτή γίνεται μόνο ως προσωρινή επένδυση η οποία δεν επιτρέπει την άσκηση επιρροής επί της δομής και της οικονομικής πολιτικής της επιχείρησης.

(11) Στην ορθή εκπλήρωση της αποστολής των ελεγκτικών αρχών στον τομέα της εποπτείας περιλαμβάνεται η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση που θα πρέπει να ασκείται επί πιστωτικού ιδρύματος όταν αυτό το είδος εποπτείας προβλέπεται από τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Σε αυτή την περίπτωση, οι αρχές από τις οποίες ζητείται η άδεια λειτουργίας πρέπει να μπορούν να εξακριβώνουν τις αρχές τις αρμόδιες για την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση του πιστωτικού αυτού ιδρύματος.

(12) Το κράτος μέλος καταγωγής μπορεί, εξάλλου, να θεσπίσει συστηρότερους κανόνες από εκείνους που ορίζονται στα άρθρα 5 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο και παράγραφος 2, 7, 16, 30, 51 και 65 όσον αφορά τα ιδρύματα τα οποία έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από τις δικές του αρμόδιες αρχές.

(13) Η κατάργηση της άδειας λειτουργίας που απαιτείται για τα υποκαταστήματα κοινοτικών πιστωτικών ιδρυμάτων, συνεπάγεται, κατ' ανάγκη, την κατάργηση του προικώου κεφαλαίου.

(14) Χάρη στην αμοιβαία αναγνώριση, η επιλεγείσα λύση επιτρέπει στα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος καταγωγής, να ασκούν, σε όλη την Κοινότητα, το σύνολο ή μέρος των δραστηριοτήτων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος I, μέσω της ίδρυσης υποκαταστήματος ή μέσω παροχής υπηρεσιών. Για την άσκηση δραστηριοτήτων οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο αυτό, εξακολουθεί να ισχύει η ελευθερία εγκατάστασης και παροχής υπηρεσιών, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις της συνθήκης.

(15) Εντούτοις, θεωρείται σκόπιμο να επεκταθεί το ευεργέτημα της αμοιβαίας αναγνώρισης στις δραστηριότητες που περιέχονται στον εν λόγω κατάλογο, εφόσον ασκούνται από χρηματοδοτικό ίδρυμα που είναι θυγατρική ενός πιστωτικού ιδρύματος, υπό την προϋπόθεση ότι αυτή η θυγατρική συμπεριλαμβάνεται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση στην οποία υπόκειται και η μητρική της επιχείρηση και πληροί αυστηρές προϋποθέσεις.

(16) Το κράτος μέλος υποδοχής έχει τη δυνατότητα, για την άσκηση του δικαιώματος εγκαταστάσεων και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, να επιβάλλει την τήρηση των ειδικών διατάξεων που προβλέπονται από τις εθνικές, νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις του, στα ιδρύματα τα οποία δεν έχουν λάβει άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος στο κράτος μέλος καταγωγής ή στις δραστηριότητες που δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο αυτό, εφόσον, αφενός, οι διατάξεις αυτές συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο και έχουν θεσπιστεί για λόγους γενικού συμφέροντος και, αφετέρου, εφόσον αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα ή αυτές οι δραστηριότητες δεν υπόκεινται σε ισοδύναμους κανόνες σύμφωνα με τις νομοθετικές ή κανονιστικές ρυθμίσεις του κράτους μέλους καταγωγής.

(17) Τα κράτη μέλη πρέπει να μεριμνούν ώστε να μην προσκρούουν σε κανένα εμπόδιο οι δραστηριότητες που υπάγονται στο καθεστώς της αμοιβαίας αναγνώρισης και να μπορούν να ασκούνται με τον ίδιο τρόπο στο κράτος μέλος καταγωγής, εφόσον δεν αντίκεινται στις ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις γενικού συμφέροντος του κράτους μέλους υποδοχής.

(18) Ο σκοπός της παρούσας οδηγίας είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένος με την ελευθέρωση των κινήσεων κεφαλαίων, η οποία υλοποιείται παράλληλα μέσω άλλων κοινοτικών νομοθετικών πράξεων. Τα μέτρα ελευθέρωσης των τραπεζικών υπηρεσιών πρέπει, οπωσδήποτε, να είναι σε αρμονία με τα μέτρα ελευθέρωσης των κινήσεων κεφαλαίων.

(19) Το καθεστώς που εφαρμόζεται στα υποκαταστήματα των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους εκτός της Κοινότητας, θα πρέπει να είναι ανάλογο σ' όλα τα κράτη μέλη· ενδιαφέρει να προβλεφθεί ότι το καθεστώς αυτό δεν δύναται να είναι ευνοϊκότερο από το καθεστώς των υποκαταστημάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων των κρατών μέλων. Πρέπει να προσδιορισθεί, πως η Κοινότης δύναται να συνάπτει συμφωνίες με τρίτες χώρες περί ερφαρμογής διατάξεων που παρέχουν στα υποκαταστήματα αυτά την αυτή μεταχείριση εφ' όλης της επικρατείας της, λαμβανομένης υπόψη της αρχής της αμοιβαιότητος· τα υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία έχουν την έδρα τους εκτός της Κοινότητας δεν υπάγονται στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών του άρθρου 49 δεύτερο εδάφιο της συνθήκης, ούτε στην ελευθερία εγκαταστάσεως σε κράτη μέλη εκτός εκείνου στο οποίο είναι εγκαταστημένα. Εντούτοις, οι αιτήσεις για χορήγηση άδειας λειτουργίας μιας θυγατρικής ή για απόκτηση συμμετοχής εκ μέρους μιας επιχείρησης η οποία διέπεται από τη νομοθεσία τρίτης χώρας, υπόκεινται σε διαδικασία η οποία διασφαλίζει καθεστώς αμοιβαιότητας υπέρ των πιστωτικών ιδρυμάτων της Κοινότητας στην εν λόγω τρίτη χώρα.

(20) Οι άδειες λειτουργίας πιστωτικών ιδρυμάτων που εκδίδουν οι αρμόδιες εθνικές αρχές, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας, ισχύουν σε όλη την Κοινότητα και όχι πλέον σ' ένα μόνο κράτος μέλος, και κατά συνέπεια οι ισχύουσες ρήτρες αμοιβαιότητας καθίστανται ανενεργείς. Συνεπώς, απαιτείται μια ευέλικτη διαδικασία με την οποία θα διαπιστώνεται αν υπάρχει αμοιβαιότητα σε κοινοτική κλίμακα. Σκοπός της διαδικασίας αυτής δεν είναι το κλείσιμο των χρηματαγορών της Κοινότητας, αλλά η προώθηση της φιλελευθεροποίησης των χρηματαγορών εν γένει σε άλλες τρίτες χώρες, δεδομένου ότι η Κοινότητα σκοπεύει να διατηρήσει τις χρηματαγορές της ανοιχτές στον υπόλοιπο κόσμο· προς το σκοπό αυτό, η παρούσα οδηγία θεσπίζει διαδικασίες διαπραγματεύσεων με τρίτες χώρες ή, σαν ύστατο μέσο, τη δυνατότητα λήψης μέτρων συνισταμένων σε αναστολή της χορήγησης νέων αδειών λειτουργίας ή σε περιορισμό των νέων αδειών λειτουργίας.

(21) Πρέπει να συναφθούν συμφωνίες, σε βάση αμοιβαιότητας, μεταξύ της Κοινότητας και των τρίτων χωρών προκειμένου να επιτευχθεί η πραγματική άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση σε ένα όσο το δυνατό ευρύτερο γεωγραφικό πλαίσιο.

(22) Η ευθύνη για την εποπτεία της οικονομικής ευρωστίας ενός πιστωτικού ιδρύματος, και ιδίως της φερεγγυότητάς του, εναπόκειται στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής αυτού του ιδρύματος· η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής εξακολουθεί να είναι υπεύθυνη για την εποπτεία της ρευστότητας και της νομισματικής πολιτικής. Η εποπτεία του κινδύνου της αγοράς πρέπει να αποτελεί αντικείμενο στενής συνεργασίας μεταξύ των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών καταγωγής και υποδοχής.

(23) Για την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής τραπεζικής αγοράς, απαιτείται, πέρα από τους νομικούς κανόνες, στενή και τακτική συνεργασία των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών. Η ομάδα συνεργασίας των αρχών ελέγχου των τραπεζών των κρατών μελών εξακολουθεί να αποτελεί το πλέον ενδεδειγμένο πλαίσιο για την κατά περίπτωση εξέταση των προβλημάτων που αφορούν τα πιστωτικά ιδρύματα· η ομάδα αυτή αποτελεί τον κατάλληλο φορέα για την αμοιβαία ενημέρωση που προβλέπεται στο άρθρο 28.

(24) Παρ' όλα αυτά, αυτή η διαδικασία αμοιβαίας ενημέρωσης δεν αντικαθιστά τη διμερή συνεργασία που καθορίζεται στο άρθρο 28. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, με την επιφύλαξη των δικών της αρμοδιοτήτων ελέγχου, εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να ελέγχει, είτε, σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης, με δική της πρωτοβουλία, είτε με πρωτοβουλία της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής, αν η δραστηριότητα ενός πιστωτικού ιδρύματος στο έδαφός της είναι σύμφωνη με τη σχετική νομοθεσία, τις αρχές της καλής διοικητικής και λογιστικής οργάνωσης και του επαρκούς εσωτερικού ελέγχου.

(25) Θα πρέπει να επιτραπεί η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμοδίων αρχών και των αρχών ή οργανισμών που, ως εκ των καθηκόντων τους, συμβάλλουν στην ενίσχυση της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Για να διαφυλαχθεί ο εμπιστευτικός χαρακτήρας των πληροφοριών που διαβιβάζονται, ο κατάλογος των αποδεκτών τους πρέπει να παραμένει αυστηρά περιοριστικός.

(26) Ορισμένες πράξεις, όπως π.χ. οι απάτες και τα εγκλήματα των προσώπων που είναι κάτοχοι εμπιστευτικών πληροφοριών, ακόμα και όταν αφορούν επιχειρήσεις άλλες από πιστωτικά ιδρύματα, είναι ικανές να επηρεάσουν τη σταθερότητα και το αδιάβλητο του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

(27) Είναι αναγκαίο να θεσπιστούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η εν λόγω ανταλλαγή πληροφοριών.

(28) Οσάκις προβλέπεται ότι οι πληροφορίες δεν διαβιβάζονται χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμοδίων αρχών, οι αρχές αυτές μπορούν, αν συντρέχει λόγος, να εξαρτήσουν τη συγκατάθεσή τους από την τήρηση συγκεκριμένων όρων.

(29) Θα πρέπει επίσης να επιτραπεί η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ, αφενός, των αρμοδίων αρχών και, αφετέρου, των κεντρικών τραπεζών και άλλων οργανισμών με ανάλογη αποστολή, όταν ενεργούν υπό την ιδιότητα νομισματικής αρχής, κατά περίπτωση δε, και άλλων δημοσίων αρχών επιφορτισμένων με την εποπτεία των συστημάτων πληρωμών.

(30) Για την ενίσχυση της προληπτικής εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων καθώς και για την προστασία των πελατών των πιστωτικών ιδρυμάτων, θα πρέπει να προβλεφθεί ότι ο ελεγκτής οφείλει να ενημερώνει ταχέως τις αρμόδιες αρχές όταν, στις περιπτώσεις που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία, λάβει γνώμη, κατά την εκπλήρωση της αποστολής του, ορισμένων γενονότων, τα οποία είναι ικανά να επηρεάσουν σοβαρά τη χρηματοπιστωτική κατάσταση ή τη διοικητική και λογιστική οργάνωση του πιστωτικού ιδρύματος· λαμβανομένου υπόψη του επιδιωκόμενου στόχου, είναι ευκταίο τα κράτη μέλη να προβλέψουν ότι η υποχρέωση αυτή ισχύει σε κάθε περίπτωση, οσάκις τα γεγονότα αυτά διαπιστώνονται από έναν ελεγκτή κατά την εκπλήρωση της αποστολής του σε μια επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς με ένα πιστωτικό ίδρυμα. Η υποχρέωση που επιβάλλεται στους ελεγκτές να ανακοινώνουν, ενδεχομένως, στις αρμόδιες αρχές, σχετικά με ένα πιστωτικό ίδρυμα, ορισμένα γεγονότα ή αποφάσεις που διαπίστωσαν κατά την εκπλήρωση της αποστολής τους σε ενα μη πιστωτικό ίδρυμα δεν μεταβάλλει από μόνη της το χαρακτήρα της αποστολής τους σε αυτό το ίδρυμα, ούτε τον τρόπο με τον οποίο οφείλουν να εκπληρώσουν τα καθήκοντά τους έναντι του ιδρύματος αυτού.

(31) Κοινοί βασικοί κανόνες για τα ίδια κεφάλαια των πιστωτικών ιδρυμάτων αποτελούν θεμελιώδη παράγοντα για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς στον τραπεζικό τομέα, επειδή τα ίδια κεφάλαια χρησιμεύουν για τη διασφάλιση της συνέχειας της δραστηριότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων και για την προστασία των αποταμιεύσεων. Η εναρμόνιση αυτή ενισχύει την εποπτεία που ασκείται στα πιστωτικά ιδρύματα και προωθεί τις υπόλοιπες συντονιστικές δραστηριότητες που πραγματοποιούνται στον τραπεζικό τομέα.

(32) Οι εν λόγω κανόνες πρέπει να εφαρμόζονται σε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας στην Κοινότητα.

(33) Τα ίδια κεφάλαια ενός πιστωτικού ιδρύματος μπορούν να συντελούν στην κάλυψη των ζημιών που δεν καλύπτονται επαρκώς από τα κέρδη. Τα ίδια κεφάλαια χρησιμεύουν επίσης στις αρμόδιες αρχές ως σημαντικό μέτρο σύγκρισης για την εκτίμηση ιδίως της φερεγγυότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων και για άλλους εποπτικούς σκοπούς.

(34) Επειδή σε μια εσωτερική αγορά στον τραπεζιτικό τομέα, τα πιστωτικά ιδρύματα βρίσκονται σε άμεσο ανταγωνισμό μεταξύ τους, οι ορισμοί και οι κανόνες σχετικά με τα ίδια κεφάλαια πρέπει να είναι ισοδύναμοι· γι' αυτό το σκοπό, τα κριτήρια καθορισμού της σύνθεσης των ιδίων κεφαλαίων δεν πρέπει να επαφίενται αποκλειστικά στα κράτη μέλη. Με τη θέσπιση αυτών των κοινών βασικών κανόνων, εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον της Κοινότητας μέσω της αποφυγής στρεβλώσεων του ανταγωνισμού και ενισχύεται ταυτόχρονα ο τραπεζικός τομέας της Κοινότητας.

(35) Ο ορισμός των ιδίων κεφαλαίων που δίνεται με την παρούσα οδηγία προβλέπει ένα ανώτατο όριο στοιχείων και περιοριστικών ποσών, αφήνοντας σε κάθε κράτος μέλος την ευχέρεια να χρησιμοποιεί το σύνολο ή μέρος των στοιχείων αυτών ή να θεσπίζει χαμηλότερα ανώτατα όρια για τα εν λόγω περιοριστικά ποσά.

(36) Η παρούσα οδηγία διευκρινίζει τα κριτήρια στα οποία πρέπει να ανταποκρίνονται ορισμένα στοιχεία των ιδίων κεφαλαίων, ενώ τα κράτη μέλη παραμένουν ελεύθερα να εφαρμόσουν συστηρότερες διατάξεις.

(37) Σε ένα πρώτο στάδιο, αυτοί οι κοινοί βασικοί κανόνες προσδιορίζονται με αρκετά γενικούς όρους ώστε να συμπεριλάβουν το σύνολο των στοιχείων που συνιστούν τα ίδια κεφάλαια στα διάφορα κράτη μέλη.

(38) Η παρούσα οδηγία διακρίνει, βάσει ποιοτικών κριτηρίων, μεταξύ των στοιχείων των ιδίων κεφαλαίων τα οποία συνιστούν τα βασικά ίδια κεφάλαια, αφενός, και των στοιχείων τα οποία συνιστούν τα συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια, αφετέρου.

(39) Προκειμένου να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι τα στοιχεία τα οποία συνιστούν τα συμπληρωματικά ίδια κεφάλαια δεν είναι της ίδιας ποιότητας με τα στοιχεία τα οποία συνιστούν τα βασικά ίδια κεφάλαια, το ύψος των συμπληρωματικών κεφαλαίων που περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια δεν πρέπει να υπερβαίνει το 100 % των βασικών ιδίων κεφαλαίων. Επιπλέον, το ύψος των συμπληρωματικών κεφαλαίων που περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια δεν πρέπει να υπερβαίνει το 50 % των βασικών ιδίων κεφαλαίων.

(40) Για να αποφευχθούν οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, τα δημόσια πιστωτικά ιδρύματα δεν πρέπει να συνυπολογίζουν στα ίδια κεφάλαιά τους τις εγγυήσεις που τους χορηγούν τα κράτη μέλη ή οι τοπικές αρχές.

(41) Όταν, στα πλαίσια της εποπτείας, είναι αναγκαίο να προσδιοριστεί η έκταση των ενοποιημένων ιδίων κεφαλαίων ομίλου πιστωτικών ιδρυμάτων, ο υπολογισμός αυτός γίνεται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

(42) Η ακριβής λογιστική μέθοδος που θα εφαρμόζεται για τον προσδιορισμό των ιδίων κεφαλαίων, του συντελεστή φερεγγυότητας και για την αξιολόγηση της συγκέντρωσης των ανοιγμάτων πρέπει να λάβει υπόψη τις διατάξεις της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1986, για τους ετήσιους και τους ενοποιημένους λογαριασμούς των τραπεζών και των λοιπών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων(10), στην οποία έχουν ενσωματωθεί ορισμένες προσαρμογές των διατάξεων της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 1983, που βασίζεται στο άρθρο 44 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) της συνθήκης, για τους ενοποιημένους λογαριασμούς(11).

(43) Οι διατάξεις οι σχετικές με τα ίδια κεφάλαια εντάσσονται στα πλαίσια της διεθνούς προσπάθειας που έχει αναληφθεί, σε ευρύτερη κλίμακα, με στόχο την προσέγγιση των κανόνων που ισχύουν στις σημαντικότερες χώρες όσον αφορά την επάρκεια των ιδίων κεφαλαίων.

(44) Η Επιτροπή πρόκειται να εκπονήσει έκθεση και να εξετάζει περιοδικά τις διατάξεις τις σχετικές με τα ίδια κεφάλαια με σκοπό να ενισχύει τις διατάξεις αυτές για την επίτευξη περαιτέρω σύγκλισης προς ένα κοινό ορισμό των ιδίων κεφαλαίων. Η σύγκλιση αυτή θα επιτρέψει την καλύτερη ευθυγράμμιση των ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων της Κοινότητας.

(45) Οι διατάξεις οι σχετικές με τον συντελεστή φερρεγγυότητας είναι το αποτέλεσμα των εργασιών της συμβουλευτικής επιτροπής τραπεζών, η οποία είναι υπεύθυνη να υποβάλλει οποιαδήποτε πρόταση στην Επιτροπή για το συντονισμό των συντελεστών που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη.

(46) Η θέσπιση ενός κατάλληλου συντελεστή φερεγγυότητας διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων.

(47) Ένας συντελεστής, για τον υπολογισμό του οποίου τα στοιχεία του ενεργητικού και τα εκτός ισολογισμού στοιχεία σταθμίζονται ανάλογα με το βαθμό πιστωτικού κινδύνου, αποτελεί ιδιαίτερως χρήσιμο μέτρο για τη διασφάλιση της φερεγγυότητας.

(48) Ο καθορισμός κοινών κανόνων για τα ίδια κεφάλαια σε συνάρτηση με τα στοιχεία του ενεργητικού και τα εκτός ισολογισμού στοιχεία που υπόκεινται στον πιστωτικό κίνδυνο είναι, συνεπώς, ένα από τα ουσιαστικά στοιχεία της εναρμόνισης που απαιτείται για την επίτευξη της αμοιβαίας αναγνώρισης των τεχνικών ελέγχου και, επομένως, για την ολοκλήρωση της εσωτερικής αγοράς στον τραπεζικό τομέα.

(49) Για το λόγο αυτό, οι διατάξεις οι σχετικές με τον συντελεστή φερεγγυότητας πρέπει να εξεταστούν σε συνδυασμό με άλλα ειδικά μέσα τα οποία επίσης εναρμονίζουν τις θεμελιώδεις τεχνικές του ελέγχου των πιστωτικών ιδρυμάτων.

(50) Τα πιστωτικά ιδρύματα καλούνται εντός μιας εσωτερικής αγοράς στον τραπεζιιτικό τομέα να ανταγωνίζονται απευθείας μεταξύ τους και οι κοινοί κανόνες φερεγγυότητας με τη μορφή ενός ελάχιστου συντελεστή θα έχουν ως αποτέλεσμα την πρόληψη των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού και την ενίσχυση του τραπεζικού συστήματος της Κοινότητας.

(51) Η παρούσα οδηγία προβλέπει διαφορετικούς συντελεστές στάθμισης για τις εγγυήσεις που χορηγούνται από τα διάφορα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα (institutions financières) ότι η Επιτροπή αναλαμβάνει, συνεπώς, να εξετάσει εάν η παρούσα οδηγία δημιουργεί σημαντικές στρεβλώσεις του ανταγωνισμού ανάμεσα στα πιστωτικά ιδρύματα και τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και να κρίνει, ανάλογα με τα συμπεράσματα της εξέτασης αυτής, εάν δικαιολογείται να ληφθούν διορθωτικά μέτρα.

(52) Το παράρτημα ΙΙΙ ρυθμίζει τη μεταχείριση των εκτός ισολογισμού στοιχείων κατά τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων που επιβάλλονται στα πιστωτικά ιδρύματα προς εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς, και ιδίως των ίσων όρων ανταγωνισμού, τα κράτη μέλη επιδιώκουν την εκ μέρους των αρμοδίων αρχών τους ομοιόμορφη αξιολόγηση των συμφωνιών περί συμβατικού συμψηφισμού. Το παράρτημα III λαμβάνει υπόψη τις εργασίες ενός διεθνούς πλαισίου τραπεζικών εποπτικών αρχών σχετικά με την αναγνώριση του διμερούς συμψηφισμού από τις αρχές αυτές, και ιδίως με τη δυνατότητα υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων για ορισμένες συναλλαγές βάσει ενός καθαρού και όχι ενός ακαθάριστου ποσού, υπό τον όρον ότι υπάρχουν νομικά δεσμευτικές συμφωνίες που εξασφαλίζουν ότι ο σχετικός πιστωτικός κίνδυνος περιορίζεται στο καθαρό αυτό ποσό. Για τα πιστωτικά ιδρύματα και τους ομίλους πιστωτικών ιδρυμάτων που ασκούν δραστηριότητες διεθνώς σε ευρύ φάσμα χωρών και ανταγωνίζονται τα πιστωτικά ιδρύματα της Κοινότητας, οι κανόνες που θεσπίζονται σε ευρύτερο διεθνές επίπεδο θα έχουν ως αποτέλεσμα την πληρέστερη αντιμετώπιση, από άποψη εποπτείας, των εξωχρηματιστηριακών παραγώγων μέσων. Η μεγαλύτερη ακρίβεια εξασφαλίζει καταλληλότερη υποχρεωτική κεφαλαιακή κάλυψη, δεδομένου ότι λαμβάνεται υπόψη το αποτέλεσμα μείωσης του κινδύνου των αναγνωρισμένων από τις εποπτικές αρχές συμφωνιών συμβατικού συμψηφισμού για τους ενδεχομένους μελλοντικούς πιστωτικούς κινδύνους. Ο συμψηφισμός των εξωχρηματιστηριακών παράγωγων μέσων που διενεργείται από τα γραφεία συμψηφισμού που λειτουργούν ως κεντρικός αντισυμβαλλόμενος διαδραματίζει σημαντικό ρόλο σε ορισμένα κράτη μέλη. Είναι σκόπιμο να αναγνωρισθούν τα οφέλη ενός τέτοιου συμψηφισμού, όσον αφορά τη μείωση των πιστωτικών κινδύνων και των σχετικών συστημικών κινδύνων στα πλαίσια της προσεκτικής αντιμετώπισης των πιστωτικών κινδύνων. Τα τρέχοντα και τα ενδεχόμενα μελλοντικά ανοίγματα, τα οποία προκύπτουν από το συμψηφισμό συμβάσεων σε εξωχρηματιστηριακά παράγωγα μέσα πρέπει να καλύπτονται πλήρως και να μην υπάρχει κίνδυνος διεύρυνσης των ανοιγμάτων του γραφείου συμψηφισμού πέραν της αγοραίας αξίας της παρεχόμενης εγγύησης, ώστε επί μία μεταβατική περίοδο να υπάρξει για τα υπαγόμενα σε συμψηφισμό παράγωγα μέσα η αυτή προσεκτική αντιμετώπιση, όπως και για παράγωγα μέσα που αποτελούν αντικείμενο χρηματιστηριακής συναλλαγής. Πρέπει κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών να είναι ικανοποιητικό το επίπεδο του αρχικού περιθωρίου και του περιθωρίου διακύμανσης που απαιτούνται καθώς και το είδος και η μορφή της διασφάλισης που εξασφαλίζεται με την παρεχόμενη εγγύηση. Το παράρτημα III παρέχει στα πιστωτικά ιδρύματα των κρατών μελών αντίστοιχη δυνατότητα αναγνώρισης του διμερούς συμψηφισμού από τις εποπτικές αρχές και να τους εξασφαλίσει κατ' αυτόν τον τρόπο ισότιμους όρους ανταγωνισμού. Οι εν λόγω κανόνες είναι καλά σταθμισμένοι και κατάλληλοι για την ενίσχυση της εφαρμογής των μέτρων προληπτικής εποπτείας στα πιστωτικά ιδρύματα. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών θα πρέπει να μεριμνούν ώστε ο υπολογισμός των πρόσθετων ποσών να γίνεται βάσει των πραγματικών και όχι των φαινομενικών πλασματικών ποσών.

(53) Ο ελάχιστος συντελεστής που προβλέπεται στην παρούσα οδηγία ενισχύει το επίπεδο των ιδίων κεφαλαίων των πιστωτικών ιδρυμάτων στην Κοινότητα. Επελέγη το ποσοστό του 8 %, μετά από στατιστική έρευνα σχετικά με τις απαιτήσεις κεφαλαίου που ίσχυαν στις αρχές του 1988.

(54) Πρέπει να εναρμονισθούν οι ουσιώδεις κανόνες εποπτείας των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων. Είναι σημαντικό να δοθεί στα κράτη μέλη η δυνατότητα να θεσπίσουν αυστηρότερες διατάξεις από τις διατάξεις που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία.

(55) Η εποπτεία και ο έλεγχος των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της εποπτείας τους. Η υπερβολική συγκέντρωση χρηματοδοτικών ανοιγμάτων σε ένα μόνο πελάτη ή σε μία μόνο ομάδα συνδεδεμένων πελατών μπορεί να οδηγήσει σε απαράδεκτη, πιθανότητα ζημιών. Μια τέτοια κατάσταση μπορεί να θεωρηθεί επιζήμια για τη φερεγγυότητα ενός πιστωτικού ιδρύματος.

(56) Επειδή όντως τα πιστωτικά ιδρύματα, σε μια εσωτερική αγορά στον τραπεζικό τομέα, ευρίσκονται σε άμεσο ανταγωνισμό μεταξύ τους, θα πρέπει να υπάρχει αντιστοιχία των υποχρεώσεων σχετικά με την εποπτεία που ισχύουν στο σύνολο της Κοινότητας. Για το σκοπό αυτό, τα κριτήρια που εφαρμόζονται για τον καθορισμό της συγκέντρωσης των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο δεσμευτικών νομικών κανόνων στο επίπεδο της Κοινότητας και δεν πρέπει να επαφίεται αποκλειστικά στην κρίση των κρατών μελών. Η θέσπιση κοινών κανόνων θα εξυπηρετήσει καλύτερα τα συμφέροντα της Κοινότητας, δεδομένου ότι θα αποφευχθούν οι διαφορές στους όρους ανταγωνισμού ενώ ταυτόχρονα θα ενισχυθεί το τραπεζικό σύστημα της Κοινότητας.

(57) Οι διατάξεις οι σχετικές με το συντελεστή φερεγγυότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων περιλαμβάνουν ονοματολογία των πιστωτικών κινδύνων που αντιμετωπίζουν τα πιστωτικά ιδρύματα. Πρέπει συνεπώς να χρησιμοποιηθεί επίσης αυτή η ονοματολογία για τον ορισμό των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων για τους σκοπούς της οριοθέτησης των μεγάλων κινδύνων· δεν πρέπει όμως να γίνει αναφορά κατ' αρχήν στις σταθμίσεις ούτε στους βαθμούς κινδύνου που θεσπίζονται από τις εν λόγω διατάξεις. Πράγματι, αυτές οι σταθμίσεις και βαθμοί κινδύνου σχεδιάστηκαν προκειμένου να διασφαλιστεί γενικά η φερεγγυότητα για την κάλυψη των πιστωτικών κινδύνων των πιστωτικών ιδρυμάτων. Στα πλαίσια μιας ρύθμισης για τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, στόχος είναι να περιοριστεί ο μέγιστος κίνδυνος ζημιών ενός πιστωτικού ιδρύματος από έναν πελάτη ή ομάδα συνδεδεμένων πελατών. Πρέπει, συνεπώς, να υιοθετηθεί μια συνετή προσέγγιση που να αποσκοπεί στο να λαμβάνεται κατά γενικό κανόνα υπόψη η ονομαστική αξία των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, χωρίς εφαρμογή σταθμίσεων ή βαθμών κινδύνου.

(58) Όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα αναλαμβάνει χρηματοδοτικό άνοιγμα έναντι της μητρικής του επιχείρησης ή έναντι των άλλων θυγατρικών αυτής της μητρικής επιχείρησης, πρέπει να επιδεικνύεται ιδιαίτερη σύνεση. Η διαχείριση χρηματοδοτικών ανοιγμάτων που αναλαμβάνονται από τα πιστωτικά ιδρύματα πρέπει να γίνεται εντελώς αυτόνομα, στο πλαίσιο της τήρησης των αρχών της υγιούς τραπεζικής διαχείρισης, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη κανένας παράγοντας ξένος προς αυτές τις αρχές. Η παρούσα οδηγία προβλέπει ότι, στην περίπτωση του η επιρροή που ασκείται από τα πρόσωπα τα οποία κατέχουν, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα είναι δυνατόν να αποβεί εις βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης του ιδρύματος, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να τερματιστεί αυτή η κατάσταση. Στον τομέα των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, ενδείκνυται επίσης να προβλεφθούν ειδικοί κανόνες για τα χρηματοδοτικά ανοίγματα που αναλαμβάνονται από ένα πιστωτικό ίδρυμα έναντι επιχειρήσεων του ιδίου ομίλου και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυστηρότεροι κανόνες περιορισμού γι' αυτά τα χρηματοδοτικά ανοίγματα σε σχέση με τα άλλα χρηματοδοτικά ανοίγματα. Αυτός ο αυστηρότερος περιορισμός δεν πρέπει, πάντως, να εφαρμόζεται όταν η μητρική επιχείρηση είναι χρηματοδοτική εταιρεία ή πιστωτικό ίδρυμα, και οι άλλες θυγατρικές είναι πιστωτικά ιδρύματα, χρηματοδοτικά ιδρύματα, ή επιχειρήσεις παροχής επικουρικών τραπεζικών υπηρεσιών, εφόσον όλες αυτές οι επιχειρήσεις υπόκεινται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση του πιστωτικού ιδρύματος. Σ' αυτήν την περίπτωση, η εποπτεία σε εντοποιημένη βάση του κατ' αυτόν τον τρόπο διαμορφωθέντος συνόλου επιτρέπει την άσκηση επαρκώς αποτελεσματικής εποπτείας, χωρίς να είναι απαραίτητο να προβλεφθούν αυστηρότεροι κανόνες για τον περιορισμό των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων. Αυτό θα ενθαρρύνει επίσης τους τραπεζικούς ομίλους να οργανώσουν τις διαρθρώσεις τους κατά τρόπο που να καθίσταται δυνατή η άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, πράγμα επιθυμητό δεδομένου ότι έτσι θα είναι δυνατό να ασκείται πληρέστερη εποπτεία.

(59) Η Εποπτεία σε ενοποιημένη βάση προκειμένου να είναι αποτελεσματική, πρέπει να μπορεί να εφαρμόζεται σε όλους τους τραπεζικούς ομίλους, ακόμη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η μητρική επιχείρηση δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα. Οι αρμόδιες αρχές πρέπει να διαθέτουν τα απαραίτητα νομικά μέσα για την άσκηση της εν λόγω εποπτείας.

(60) Όσον αφορά τους ομίλους με ποικίλες δραστηριότητες, των οποίων η μητρική επιχείρηση ελέγχει τουλάχιστον μία θυγατρική που είναι πιστωτικό ίδρυμα, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να είναι σε θέση να εκτιμούν τη χρηματοοικονομική κατάσταση του πιστωτικού ιδρύματος στο πλαίσιο αυτών των ομίλων. Τα κράτη μέλη μπορούν, μέχρις ότου επιτευχθεί πλήρης συντονισμός, να καθορίζουν τις κατάλληλες μεθόδους ενοποίησης για να επιτευχθεί ο στόχος της παρούσας οδηγίας. Οι αρμόδιες αρχές πρέπει τουλάχιστον να διαθέτουν τα μέσα για να λαμβάνουν από όλες τις επιχειρήσεις του ομίλου τις αναγκαίες προς εκτέλεση της αποστολής τους πληροφορίες. Οι αρμόδιες εποπτικές αρχές των διαφόρων χρηματοπιστωτικών τομέων πρέπει να συνεργάζονται όταν πρόκειται για επιχειρηματικούς ομίλους που ασκούν ποικίλες χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες.

(61) Τα κράτη μέλη μπορούν επιπλέον να αρνηθούν ή να αποσύρουν την άδεια λειτουργίας τραπεζών από ορισμένες μορφές ομίλων επιχειρήσεων τις οποίες θεωρούν ακατάλληλες για την άσκηση τραπεζικών δραστηριοτήτων, ιδίως επειδή δεν είναι δυνατόν να ασκείται κατά τρόπο ικανοποιητικό η εποπτεία των εν λόγω δραστηριοτήτων. Οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν για το σκοπό αυτό τις εξουσίες που αναφέρονται στο άρθρο 7 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο και παράγραφος 2 στο άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο γ) και στο άρθρο 16, προκειμένου να διασφαλιστεί η υγιής και συνετή διαχείριση των πιστωτικών ιδρυμάτων.

(62) Τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να οργανώσουν την εποπτεία σύμφωνα με μεθόδους κατάλληλες για ομίλους των οποίων οι δομές δεν καλύπτονται από την παρούσα οδηγία. Πρέπει να ληφθεί μέριμνα ώστε να συμπληρωθούν οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας προκειμένου να καλυφθούν παρόμοιες δομές, εφόσον γενικευθεί η χρησιμοποίησή τους.

(63) Η ενοποιημένη εποπτεία πρέπει να καλύπτει κάθε δραστηριότητα οριζόμενη στο παράρτημα I. Κατά συνέπεια όλες οι επιχειρήσεις που αναπτύσσουν κατά κύριο λόγο τις δραστηριότητες αυτές πρέπει να υπόκεινται σε εποπτεία επί ενοποιημένης βάσης. Επομένως ο ορισμός των πιστωτικών ιδρυμάτων διευρύνθηκε έτσι ώστε να περιλαμβάνει αυτές τις δραστηριότητες.

(64) Η οδηγία 86/635/ΕΟΚ παράλληλα με την οδηγία 83/349/ΕΟΚ καθόρισε τους κανόνες ενοποίησης των ενοποιημένων λογαριασμών που δημοσιεύονται από τα πιστωτικά ιδρύματα. Είναι επομένως δυνατόν να διαπιστωθούν σαφέστερα οι μέθοδοι που πρέπει να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση.

(65) Η εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων σε ενοποιημένη βάση πρέπει να έχει σαν στόχο την προστασία των συμφερόντων των καταθετών των εν λόγω ιδρυμάτων και την εξασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοδοτικού συστήματος.

(66) Η εξέταση των προβλημάτων που τίθενται στους τομείς, οι οποίοι καλύπτονται από την παρούσα οδηγία καθώς και από άλλες οδηγίες που αφορούν τις δραστηριότητες των πιστωτικών ιδρυμάτων, ιδιαίτερα με την προοπτική ευρυτέρου συντονισμού, απαιτεί την συνεργασία των αρμοδίων αρχών και της Επιτροπής στο πλαίσιο μιας συμβουλευτικής επιτροπής. Αυτή η επιτροπή των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών δεν θίγει άλλες μορφές συνεργασίας μεταξύ αρχών ελέγχου στον τομέα της ενάρξεως της δραστηριότητας και της εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων και ιδιαίτερα της συνεργασίας που καθιερώνεται στο πλαίσιο ομάδας συνεργασίας που συνεστήθη μεταξύ των αρχών ελέγχου των τραπεζών.

(67) Ενδέχεται να φανεί αναγκαίο να επέρχονται κατά καιρούς τεχνικές τροποποιήσεις των λεπτομερών κανόνων που περιέχονται στην παρούσα οδηγία, ούτως ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι νέες εξελίξεις που σημειώνονται στον τραπεζικό τομέα. Στην περίπτωση αυτή, η Επιτροπή θα προβαίνει σ' αυτές τις τροποποιήσεις, εφόσον είναι αναγκαίες, μετά από διαβούλευση με τη συμβουλευτική επιτροπή τραπεζών στα πλαίσια των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που έχουν ανατεθεί στην Επιτροπή από τις διατάξεις της συνθήκης· τα απαιτούμενα μέτρα για την εφαρμογή της παρούσας πράξης θεσπίζονται σύμφωνα με την απόφαση 1999/468/ΕΚ του Συμβουλίου, της 28ης Ιουνίου 1999, για τον καθορισμό των όρων άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων που ανατίθενται στην Επιτροπή(12).

(68) Το άρθρο 36 παράγραφος 1 της παρούσας οδηγίας επιτρέπει στα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία έχουν συσταθεί υπό μορφή συνεταιριστικών εταιρειών ή ταμείων να περιλαμβάνουν τις αλληλέγγυες υποχρεώσεις των δανειζομένων στα ίδια κεφάλαιά τους κατά την έννοια του άρθρου 34 παράγραφος 2 σημείο 7. Η δανική κυβέρνηση εξέφρασε τη ζωηρή της επιθυμία να μετατραπούν σε ανώνυμες εταιρείες τα ευάριθμα ιδρύματα της ενυπόθηκης πίστης τα οποία έχουν συσταθεί υπό μορφή συνεταιριστικών εταιρειών ή ταμείων. Για να διευκολυνθεί ή να καταστεί δυνατή αυτή η μετατροπή, απαιτείται η θέσπιση προσωρινής παρέκκλισης η οποία να τους επιτρέπει να συνυπολογίζουν μέρος των αλληλέγγυων υποχρεώσεων ως ίδια κεφάλαιά τους. Αυτή η προσωρινή παρέκκλιση δεν πρέπει να επηρεάσει τον ανταγωνισμό μεταξύ των πιστωτικών ιδρυμάτων.

(69) Η εφαρμογή συντελεστή στάθμισης 20 % στις ενυπόθηκες ομολογίες που διατηρούνται από πιστωτικό ίδρυμα μπορεί να προκαλέσει διαταραχές στην εθνική χρηματογορά, όπου αυτού του είδους τα αξιόγραφα παίζουν βαρύνοντα ρόλο· στην περίπτωση αυτή λαμβάνονται προσωρινά μέτρα, ώστε να εφαρμοστεί στάθμιση 10 %. Η αγορά τιτλοποίησης εξελίσσεται με ταχείς ρυθμούς ότι, επομένως είναι ευκταίο να εξετάσει η Επιτροπή μαζί με τα κράτη μέλη την εποπτική μεταχείριση των τίτλων που εξασφαλίζονται με περιουσιακά στοιχεία και, πριν την 22α Ιουνίου 1999, να υποβάλει προτάσεις με στόχο την προσαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας, ώστε να καθοριστεί η ενδεδειγμένη συνετή μεταχείριση όσον αφορά τους τίτλους που εξασφαλίζονται με περιουσιακά στοιχεία. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2006, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν να επιτρέπουν στα πιστωτικά τους ιδρύματα να εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 50 % στα δάνεια που, κατά την κρίση τους, εξασφαλίζονται πλήρως και καθ' ολοκληρίαν με υποθήκες επί γραφείων ή εμπορικών χώρων πολλαπλής χρήσης. Τα ενυπόθηκα ακίνητα πρέπει να υπόκεινται σε συστηρά κριτήρια αποτίμησης και τακτική επανεκτίμηση της αξίας τους, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις στην αγορά εμπορικών ακινήτων. Τα ακίνητα πρέπει να χρησιμοποιούνται ή να εκμισθώνονται από τον ιδιοκτήτη ότι τα δάνεια για την αξιοποίηση ακίνητης περιουσίας εξαιρούνται από το συντελεστή στάθμισης κινδύνου 50 %.

(70) Προκειμένου να εξασφαλιστεί η αρμονική εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, πρέπει να επιτραπεί στα κράτη μέλη να προβλέψουν την εφαρμογή των νέων ορίων σε δύο στάδια· για τα μικρότερα πιστωτικά ιδρύματα, μια μεγαλύτερη μεταβατική περίοδος μπορεί να δικαιολογηθεί, δεδομένου ότι η ταχύτερη εφαρμογή του κανόνα του 25 % θα περιόριζε πολύ απότομα την πιστωτική τους δραστηριότητα.

(71) Εξάλλου, πραγματοποιείται ήδη η εναρμόνιση των προϋποθέσεων οικονομικής εξυγίανσης και εκκαθάρισης των πιστωτικών ιδρυμάτων.

(72) Θα πρέπει, επίσης, να εναρμονιστούν τα μέσα που απαιτούνται για τον έλεγχο των κινδύνων ρευστότητας.

(73) Η παρούσα οδηγία δεν θίγει τις υποχρεώσεις των κρατών μελών όσον αφορά τις προθεσμίες ενσωμάτωσης των οδηγιών που παρατίθενται στο παράρτημα V, μέρος Β.

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΟΔΗΓΙΑ:

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

ΤΙΤΛΟΣ I

ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ

Άρθρο 1

Ορισμοί

Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας νοούνται ως:

1. "πιστωτικό ίδρυμα": επιχείρηση, της οποίας η δραστηριότητα συνίσταται στην αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό και στη χορήγηση πιστώσεων για ίδιο λογαριασμό.

Για τους σκοπούς της εφαρμογής της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, θεωρείται πιστωτικό ίδρυμα ένα πιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια του πρώτου εδάφιου και κάθε ιδιωτική ή δημόσια επιχείρηση που ανταποκρίνεται στον ορισμό του πρώτου εδαφίου και έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε τρίτη χώρα.

Για τους σκοπούς της εφαρμογής της εποπτείας και του ελέγχου των μεγάλων ανοιγμάτων, θεωρείται πιστωτικό ίδρυμα, το πιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων του ιδρύματος αυτού σε τρίτες χώρες, και κάθε ιδιωτική ή δημόσια επιχείρηση, περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων της, που ανταποκρίνεται στον ορισμό του πρώτου εδαφίου και έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε τρίτη χώρα.

2. "Άδεια λειτουργίας": πράξη οποιασδήποτε μορφής, των αρχών, από την οποίαν απορρέει η δυνατότητα άσκησης της δραστηριότητος του πιστωτικού ιδρύματος.

3. "Υποκατάστημα": έδρα εκμετάλλευσης ενός πιστωτικού ιδρύματος, η οποία δεν έχει ίδια νομική προσωπικότητα και η οποία διενεργεί απ' ευθείας, εν όλω ή εν μέρει, πράξεις που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος περισσότερες της μιας έδρες εκμετάλλευσης που έχει εγκαταστήσει στο ίδιο κράτος μέλος ένα πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει σε άλλο κράτος μέλος, θεωρούνται ως ένα μόνο υποκατάστημα.

4. "Αρμόδιες αρχές": οι εθνικές αρχές που είναι εξουσιοδοτημένες, βάσει νόμου ή κανονιστικών διατάξεων, να ελέγχουν τα πιστωτικά ιδρύματα.

5. "Χρηματοδοτικό ίδρυμα": επιχείρηση η οποία δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα και της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην απόκτηση συμμετοχών ή στην άσκηση μιας ή περισσότερων από τις δραστηριότητες που αναγράφονται στα σημεία 2 έως 12 του καταλόγου του παραρτήματος I.

6. "Κράτος μέλος καταγωγής": το κράτος μέλος όπου έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας στο πιστωτικό ίδρυμα σύμφωνα με τα άρθρα 4 έως 11.

7. "Κράτος μέλος υποδοχής": το κράτος μέλος όπου ένα πιστωτικό ίδρυμα έχει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες.

8. "Έλεγχος": η σχέση που υφίσταται μεταξύ μιας μητρικής και μιας θυγατρικής επιχείρησης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ, ή μια παρεμφερής σχέση μεταξύ οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και μιας επιχείρησης.

9. "Συμμετοχή" για τους σκοπούς της εφαρμογής της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση: η άμεση ή έμμεση κατοχή του 20 % ή περισσότερο των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου επιχείρησης.

10. "Ειδική συμμετοχή": η άμεση ή έμμεση κατοχή, τουλάχιστον του 10 % του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας επιχείρησης ή η άσκηση ουσιώδους επιρροής στη διαχείριση της επιχείρησης στην οποία κατέχεται η συμμετοχή.

11. "Αρχικό κεφάλαιο": το κεφάλαιο κατά την έννοια του άρθρου 34, παράγραφος 2, σημεία 1 και 2

12. "Μητρική επιχείρηση": μητρική επιχείρηση κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ

Για τους σκοπούς της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση και του ελέγχου των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων θεωρείται μητρική επιχείριση η μητρική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ καθώς και κάθε επιχείρηση η οποία, κατά τη κρίση των αρμοδίων αρχών, ασκεί πράγματι δεσπόζουσα επιρροή επί άλλης επιχείρησης.

13. "Θυγατρική": θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια των άρθρων 1 και 2 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ.

Για τους σκοπούς της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση και του ελέγχου των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων θεωρείται θυγατρική επιχείριση η θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 1 παράγραφος 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ και κάθε επιχείρηση επί της οποίας η μητρική επιχείρηση ασκεί κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, δεσπόζουσα πράγματι επιρροή.

Κάθε θυγατρική επιχείρηση άλλης θυγατρικής επιχείρησης θεωρείται επίσης θυγατρική της μητρικής επιχείρησης που είναι επικεφαλής των επιχειρήσεων αυτών.

14. "Ζώνη Α": όλα τα κράτη μέλη και όλες οι άλλες χώρες πλήρη μέλη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) καθώς και οι χώρες που έχουν συνάψει ειδικές συμφωνίες δανειοδότησης με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) και συνδέονται με τις γενικές συμφωνίες δανειοληψίας (ΓΣΔ) του ΔΝΤ. Ωστόσο κάθε χώρα, που προβαίνει σε αναδιαπραγμάτεύση του εξωτερικού δημόσιου χρέους της, δεν μπορεί να αποτελέσει μέλος της Ζώνης Α για μια περίοδο πέντε ετών.

15. "Ζώνη Β": όλες οι χώρες εκτός από εκείνες της ζώνης Α.

16. "Πιστωτικά ιδρύματα της ζώνης Α": όλα τα πιστωτικά ιδρύματα στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας στα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 4, συμπεριλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους στις τρίτες χώρες καθώς και όλες οι δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις που ανταποκρίνονται στον ορισμό του σημείου 1, πρώτο εδάφιο και έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλες χώρες της Ζώνης Α, συμπεριλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους.

17. "Πιστωτικά ιδρύματα της ζώνης Β": όλες οι ιδιωτικές ή δημόσιες επιχειρήσεις, που έχουν λάβει άδεια να λειτουργούν εκτός της ζώνης Α και ανταποκρίνονται στον ορισμό του σημείου 1, πρώτο εδάφιο συμπεριλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους στην Κοινότητα.

18. "Μη τραπεζικός τομέας": το σύνολο των δανειζομένων, εκτός από τα πιστωτικά ιδρύματα που ορίζονται στα σημεία 16) και 17), τις κεντρικές τράπεζες, τις κεντρικές κυβερνήσεις, τις περιφερειακές κυβερνήσεις και τις τοπικές αρχές, τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και τις πολυμερείς τράπεζες αναπτύξεως, όπως ορίζονται στο σημείο 19).

19. "Πολυμερείς τράπεζες αναπτύξεως": η Διεθνής Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης, η Διεθνής Εταιρεία Χρηματοδοτήσεων, η Διαμερικανική Τράπεζα Αναπτύξεως, η Ασιατική Τράπεζα Αναπτύξεως, η Αφρικανική Τράπεζα Αναπτύξεως, το Ταμείο Αποκαταστάσεως του Συμβουλίου της Ευρώπης, η "Nordic Investment Bank" και η Τράπεζα Αναπτύξεως της Καραϊβικής, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων και η Διαμερικανική εταιρεία επενδύσεων.

20. "Εκτός ισολογισμού στοιχεία υψηλού κινδύνου, μέσου κινδύνου, μέτριου κινδύνου και χαμηλού κινδύνου": τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 43 παράγραφος 2 και περιλαμβάνονται στο παράρτημα II.

21. "Χρηματοδοτική εταιρεία": χρηματοδοτικό ίδρυμα, του οποίου οι θυγατρικές επιχειρήσεις είναι αποκλειστικώς ή κυρίως πιστωτικά ιδρύματα όπως ορίζονται στην παράγραφο 2 ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, ενώ μία τουλάχιστον από τις θυγατρικές αυτές επιχειρήσεις είναι πιστωτικό ίδρυμα.

22. "μεικτή εταιρεία": μητρική εταιρεία, η οποία δεν είναι χρηματοδοτική εταιρεία ή πιστωτικό ίδρυμα όπως ορίζεται στην παράγραφο 2 και μεταξύ των θυγατρικών της οποίας περιλαμβάνεται ένα τουλάχιστον πιστωτικό ίδρυμα.

23. "Επιχείρηση παροχής επικουρικών τραπεζικών υπηρεσιών": επιχείρηση της οποίας η κύρια δραστηριότητα συνίσταται στην κατοχή ή διαχείριση ακινήτων, στην διαχείρηση υπηρεσιών πληροφορικής, ή σε κάθε άλλη παρεμφερή δραστηριότητα βοηθητικού χαρακτήρα σε σχέση με την κύρια δραστηριότητα ενός ή περισσότερων πιστωτικών ιδρυμάτων.

24. "Χρηματοδοτικά ανοίγματα" για τους σκοπούς της εφαρμογής των άρθρων 48, 49 και 50: τα στοιχεία ενεργητικού και τα εκτός ισολογισμού στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 43 και στα παραρτήματα ΙΙ και IV, χωρίς εφαρμογή των συντελεστών στάθμισης ή βαθμών κινδύνου που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές. Τά χρηματοδοτικά ανοίγματα που αναφέρονται στο παράρτημα IV υπολογίζονται σύμφωνα με μια από τις μεθόδους που περιγράφονται στο παράρτημα III, χωρίς εφαρμογή των συντελεστών στάθμισης που προβλέπονται για κάθε κατηγορία αντισυμβαλλομένου. Όλα τα στοιχεία που καλύπτονται κατά 100 % από ίδια κεφάλαια, μπορούν, με τη συμφωνία των αρμοδίων αρχών, να εξαιρούνται από τον ορισμό των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, εφόσον τα κεφάλαια αυτά δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό του συντελεστή φερεγγυότητας και των άλλων συντελεστών εποπτείας που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία καλώς από άλλες κοινοτικές πράξεις. Στα χρηματοδοτικά ανοίγματα δεν συμπεριλαμβάνονται:

- στην περίπτωση των πράξεων συναλλάγματος, τα χρηματοδοτικά ανοίγματα που προκύπτουν κανονικά κατά το διακανονισμό, κατά την περίοδο των 48 ωρών μετά την πληρωμή ή

- στην περίπτωση συναλλαγών για την αγοραπωλησία τίτλων, τα χρηματοδοτικά ανοίγματα που προκύπτουν κανονικά κατά το διακανονισμό στις πέντε εργάσιμες ημέρες που ακολουθούν την ημερομηνία πληρωμής ή την παράδοση των τίτλων, εάν η τελευταία γίνει νωρίτερα.

25. "Ομάδα συνδεδεμένων πελατών": - είτε δύο ή περισσότερα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, τα οποία, πλην αντιθέτου αποδείξεως, αντιπροσωπεύουν έναν ενιαίο κίνδυνο διότι το ένα κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, εξουσία ελέγχου επί του άλλου ή των άλλων,

- είτε δύο ή περισσότερα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, μεταξύ των οποίων δεν υπάρχει δεσμός ελέγχου κατά την έννοια της πρώτης περίπτωσης, αλλά τα οποία θεωρούνται ως αποτελούντα έναν ενιαίο κίνδυνο διότι συνδέονται μεταξύ τους κατά τρόπο ώστε να είναι πιθανό ότι, εάν ένα από αυτά αντιμετωπίζει χρηματοοικονομικά προβλήματα, το άλλο ή όλα τα άλλα θα αντιμετωπίσουν δυσκολίες εξόφλησης.

26. "Στενοί δεσμοί": η κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται μέσω:

α) συμμετοχής, δηλαδή της άμεσης ή δι' ενός δεσμού ελέγχου, κατοχής του 20 % ή άνω των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης ή

β) δεσμού ελέγχου, δηλαδή μέσω του δεσμού που υπάρχει μεταξύ μιας μητρικής επιχείρησης και μιας θυγατρικής, σε όλες τις περιπτώσεις που αναφέρουν οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ ή μέσω μιας σχέσης της ίδιας φύσεως, μεταξύ οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και μιας επιχείρησης· κάθε θυγατρική επιχείρηση μιας άλλης θυγατρικής επιχείρησης θεωρείται και αυτή ως θυγατρική της μητρικής επιχείρησης που είναι επικεφαλής των εν λόγω επιχειρήσεων.

Θεωρείται επίσης ότι δημιουργεί στενούς δεσμούς μεταξύ δύο ή περισσοτέρων προσώπων φυσικών ή νομικών, μια κατάσταση κατά την οποία τα πρόσωπα αυτά συνδέονται σταθερά με το αυτό πρόσωπο δια δεσμού ελέγχου.

27. "Αναγνωρισμένα χρηματιστήρια": χρηματιστήρια που αναγνωρίζονται από τις αρμόδιες αρχές, τα οποία:

i) λειτουργούν κανονικά,

ii) διέπονται από κανόνες που θεσπίζονται ή εγκρίνονται από τις ενδεδειγμένες αρχές της χώρας του χρηματιστηρίου, οι οποίοι ορίζουν τις προϋποθέσεις λειτουργίας του χρηματιστηρίου, τις προϋποθέσεις πρόσβασης στο χρηματιστήριο, καθώς και τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληροί μια σύμβαση προτού γίνει αντικείμενο ουσιαστικής διαπραγμάτευσης στο χρηματιστήριο,

iii) έχουν ένα συμψηφιστικό μηχανισμό βάσει του οποίου οι συμβάσεις που απαριθμούνται στο παράρτημα IV υπόκεινται σε υποχρεωτικά καθημερινά όρια καλύμματος που παρέχουν επαρκή κατά τη γνώμη των αρμοδίων αρχών διασφάλιση.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής

1. Η παρούσα οδηγία αφορά την ανάληψη και άσκηση δραστηριότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων. Εφαρμόζεται σε όλα τα πιστωτικά ιδρύματα.

2. Τα άρθρα 25 και 52 έως 56 εφαρμόζονται και στις χρηματοδοτικές εταιρείες και στις μεικτές εταιρείες που έχουν την έδρα τους στην Κοινότητα.

Τα ιδρύματα που εξαιρούνται μόνιμα βάσει της παραγράφου 3, εκτός ωστόσο των κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών, αντιμετωπίζονται ως χρηματοδοτικά ιδρύματα για την εφαρμογή των άρθρων 25 και 52 έως 56.

3. Η παρούσα οδηγία δεν αφορά τη δραστηριότητα:

- των κεντρικών τραπεζών των κρατών μελών,

- των γραφείων ταχυδρομικών επιταγών,

- στο Βέλγιο, του "Institut de réescompte et de garantie/Herdiscontering- en Waarborginstituut",

- στη Δανία, του "Dansk Eksportfinansieringsfond", του "Danmarks Skibskreditfond" και του "Dansk Landbrugs Realkreditfonds",

- στη Γερμανία, της "Kreditanstalt für Wiederaufbau", των οργανισμών, οι οποίοι δυνάμει του "Wohnungsgemeinnützigkeitsgesetz", αναγνωρίζονται ως όργανα της εθνικής πολιτικής στον στεγαστικό τομέα και των οποίων οι τραπεζικές εργασίες δεν συνιστούν την κύρια δραστηριότητα, καθώς και των οργανισμών, οι οποίοι, δυνάμει του νόμου αυτού, αναγωρίζονται ως κοινωφελείς στεγαστικοί οργανισμοί,

- στην Ελλάδα, της "Ελληνικής Τράπεζας Βιομηχανικής Αναπτύξεως", του "Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων" και του "Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου",

- στην Ισπανία του "Instituto de Crédito Oficial",

- στη Γαλλία, της "Caisse des dépôts et consignations",

- στην Ιρλανδία των "Credit Unions" και των "Friendly Societies",

- στην Ιταλία της "Cassa Depositi e Prestiti",

- στις Κάτω Χώρες της "Nederlandse Investeringsbank voor Ontwikkelingslanden NV", της "NV Noordelijke Ontwikkelingsmaatschappij", της "NV Industriebank Limburgs Instituut voor ontwikkeling en financiering", και της "Overijsselse Ontwikkelingsmaatschappij NV",

- στην Αυστρία των επιχειρήσεων που αναγνωρίζονται ως κοινωφελείς οικοδομικοί συνεταιρισμοί και της "Österreichische Kontrollbank AG",

- στην Πορτογαλία των "Caixas Económicas" που υπάρχουν από την 1η Ιανουαρίου 1986, με εξαίρεση των επιχειρήσεων που έχουν τη μορφή ανωνύμων εταιρειών καθώς και της "Caixa Económica Montepio Geral",

- στη Φινλανδία: της "Teollisen yhteistyön rahasto Oy/Fonden för industriellt samarbete Ab, Suomen Vientiluotto Oy/Finlands Exportkredit Ab", και της "Kera Oy/Kera Ab",

- στη Σουηδία: της "Svenska Skeppshypotekskassan",

- στο Ηνωμένο Βασίλειο, της "National Savings Bank", της "Commonwealth Development Finance Company Ltd", της "Agricultural Mortgage Corporation Ltd" και της "Scottish Agricultural Securities Corporation Ltd", των "Crown Agents for overseas governments and administrations", των "Credit Unions" και των "Municipal Banks",

4. Με πρόταση της Επιτροπής, η οποία προς το σκοπό αυτό ζητά τη γνώμη της επιτροπής, που αναφέρεται στο άρθρο 57 (εφεξής καλουμένη "συμβουλευτική επιτροπή τραπεζών"), το Συμβούλιο αποφασίζει για κάθε ενδεχόμενη τροποποίηση του καταλόγου της παραγράφου 3.

5. Τα πιστωτικά ιδρύματα που υφίσταντο στο αυτό κράτος μέλος την 15η Δεκεμβρίου 1977 και που συνδέοντο κατά την ημερομηνία αυτή κατά τρόπο μόνιμο σε κεντρικό οργανισμό, ο οποίος τα εποπτεύει και είναι εγκατεστημένος στο αυτό κράτος μέλος, δύνανται να εξαιρεθούν απο τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1, στα άρθρα 8 και 59, αν το αργότερο την 15η Δεκεμβρίου 1979 στο εθνικό δίκαιο προβλεπόταν:

- ότι οι υποχρεώσεις του κεντρικού οργανισμού και των ιδρυμάτων που συνδέονται μ' αυτόν αποτελούν αλληλέγγυες υποχρεώσεις, ή ότι οι υποχρεώσεις των ιδρυμάτων που συνδέονται μ' αυτό τον κεντρικό οργανισμό καλύπτονται πλήρως από εγγυήσεις του κεντρικού οργανισμού αυτού.

- ότι η φερεγγυότητα και η ρευστότητα του κεντρικού οργανισμού και όλων των ιδρυμάτων που συνδέονται με αυτόν υπόκεινται στο σύνολό τους σε εποπτεία βάσει ενοποιημένων λογαριασμών.

- ότι η διοίκηση του κεντρικού οργανισμού έχει τη δυνατότητα να παρέχει οδηγίες στα ιδρύματα που συνδέονται με αυτόν.

Τα πιστωτικά ιδρύματα με τοπική δραστηριότητα πού συνδέθηκαν, μετά τις 15 Δεκεμβρίου 1977, με κεντρικό οργανισμό κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου δύνανται να επωφελούνται από τους όρους του καθορίζονται στο πρώτο εδάφιο, εάν αποτελούν κανονική επέκταση του δικτύου που εξαρτάται από τον κεντρικό οργανισμό.

Ως προς τα πιστωτικά ιδρύματα εκτός των συσταθέντων σε περιοχές που προήλθαν τελευταίως από προσχώσεις, ή πιστωτικά ιδρύματα προερχόμενα από συγχώνευση ή απόσχιση υφισταμένων ιδρυμάτων που υπάγονται σε κεντρικό οργανισμό, το Συμβούλιο δύναται, προτάσει της Επιτροπής, η οποία για τον σκοπό αυτό διαβουλεύεται με την συμβουλευτική επιτροπή τραπεζών, να καθορίζει τους συμπληρωματικούς κανόνες για την εφαρμογή του δευτέρου εδαφίου, συμπεριλαμβανομένης της καταργήσεως των εξαιρέσεων που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο, όταν κρίνει ότι η σύνδεση νέων ιδρυμάτων που επωφελούνται από το καθεστώς που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο, θα επηρεάσει αρνητικά τον ανταγωνισμό. Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία.

6. Τα πιστωτικά ιδρύματα, που συνδέονται, όπως καθορίζεται στην παράγραφο 5 πρώτο εδάφιο, με έναν κεντρικό οργανισμό που βρίσκεται στο ίδιο κράτος μέλος μπορούν ομοίως να εξαιρούνται από την εφαρμογή του άρθρου 5 όπως επίσης και από τα άρθρα 40 έως 51 και 65 εφόσον, και με την επιφύλαξη της εφαρμογής των εν λόγω απαιτήσεων στον κεντρικό οργανισμό, το σύνολο που αποτελείται από τον κεντρικό οργανισμό και τα ιδρύματα που συνδέονται μ' αυτόν, υπόκειται στις εν λόγω απαιτήσεις σε ενοποιημένη βάση.

Σε περίπτωση εξαίρεσης, τα άρθρα 13, 18, 19, οι παράγραφοι 1 έως 6 του άρθρου 20 και τα άρθρα 21 και 22 εφαρμόζονται στο σύνολο που αποτελείται από τον κεντρικό οργανισμό και τα ιδρύματα που συνδέονται μ' αυτόν.

Άρθρο 3

Απαγόρευση σε επιχειρήσεις εκτός των πιστωτικών ιδρυμάτων της δραστηριότητας αποδοχής καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό

Τα κράτη μέλη απαγορεύουν σε πρόσωπα ή επιχειρήσεις που δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα να ασκούν, κατ' επάγγελμα, τη δραστηριότητα της αποδοχής καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για την αποδοχή καταθέσεων ή άλλων κεφαλαίων επιστρεπτέων από ένα κράτος μέλος, από τις περιφερειακές ή τοπικές αρχές ενός κράτους μέλους ή από δημόσιους διεθνείς οργανισμούς στους οποίους είναι μέλη ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, καθώς και για τις περιπτώσεις που αναφέρονται ρητά από τις εθνικές ή κοινοτικές νομοθεσίες, υπό την προϋπόθεση ότι οι δραστηριότητες αυτές υπόκεινται σε κανόνες και ελέγχους που αφορούν την προτασία των καταθετών και των επενδυτών και εφαρμόζονται στις περιπτώσεις αυτές.

ΤΙΤΛΟΣ II

ΟΡΟΙ ΑΝΑΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ

Άρθρο 4

Άδεια

Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι τα πιστωτικά ιδρύματα, που πρέπει να έχουν λάβει άδεια λειτουργίας προ της ενάρξεως των δραστηριοτήτων τους. Καθορίζουν τους όρους χορήγησης της άδειας, υπό την επιφύλαξη των άρθρων 5 έως 9 και τους γνωστοποιούν στην Επιτροπή και στη συμβουλευτική επιτροπή τραπεζών.

Άρθρο 5

Αρχικό κεφάλαιο

1. Χωρίς να θίγονται οι άλλες γενικές διατάξεις που απαιτούνται από τις εθνικές νομοθεσίες, οι αρμόδιες αρχές δεν χορηγούν άδεια λειτουργίας όταν το πιστωτικό ίδρυμα δεν έχει χωριστά ίδια κεφάλαια: ή όταν το αρχικό κεφάλαιο είναι μικρότερο από πέντε εκατομμύρια ευρώ.

Τα κράτη μέλη δύνανται να προβλέπουν τη συνέχιση λειτουργίας των πιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία δεν πληρούν τον όρο για τα χωριστά ίδια κεφάλαια και υφίσταντο την 15η Δεκεμβρίου 1979. Δύναται να απαλλάσσουν τις επιχειρήσεις αυτές της τηρήσεως του όρου που προβλέπεται στο άρθρο 6 παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο.

2. Ωστόσο, τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να χορηγούν άδεια λειτουργίας, σε ειδικές κατηγορίες πιστωτικών ιδρυμάτων, το αρχικό κεφάλαιο των οποίων είναι μικρότερο από το προβλεπόμενο στην παράγραφο 1. Στην περίπτωση αυτή:

α) το αρχικό κεφάλαιο δεν είναι μικρότερο από ένα εκατομμύριο ευρώ·

β) τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη γνωστοποιούν στην Επιτροπή τους λόγους για τους οποίους κάνουν χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο·

γ) κατά τη δημοσίευσή της στον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 11, η επωνυμία του πιστωτικού ιδρύματος πρέπει να ακολουθείται από σημείωση που αναφέρει ότι το εν λόγω ίδρυμα δε διαθέτει το ελάχιστο κεφάλαιο που προβλέπεται στην παράγραφο 1.

3. Τα ίδια κεφάλαια ενός πιστωτικού ιδρύματος δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερα από το ποσό του αρχικού κεφαλαίου που απαιτείται σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 κατά τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας.

4. Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν ότι τα πιστωτικά ιδρύματα που υφίστανται την 1η Ιανουαρίου 1993 και των οποίων τα ίδια κεφάλαια δεν ανέρχονται στα επίπεδα που καθορίζονται για το αρχικό κεφάλαιο από τις παραγράφους 1 και 2, μπορούν να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους. Στην περίπτωση αυτή, τα ίδια κεφάλαια δεν επιτρέπεται να είναι κατώτερα από το ανώτατο ποσό στο οποίο είχαν ανέλθει από την ημερομηνία της 22ας Δεκεμβρίου 1989.

5. Εάν ο έλεγχος ενός πιστωτικού ιδρύματος, που υπάγεται στην κατηγορία της παραγράφου 4, περιέλθει σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο άλλο από εκείνο που ήλεγχε προηγουμένως το ίδρυμα, τα ίδια κεφάλαια αυτού του ιδρύματος θα πρέπει να ισούνται τουλάχιστον με το αρχικό κεφάλαιο που καθορίζεται από τις παραγράφους 1 και 2.

6. Σε ορισμένες ειδικές περιστάσεις και εφόσον συναινούν οι αρμόδιες αρχές, εάν συγχωνευθούν δύο ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα που υπάγονται στην κατηγορία της παραγράφου 4, τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος που προκύπτει από τη συγχώνευση, δεν επιτρέπεται να είναι μικρότερο από το άθροισμα των ιδίων κεφαλαίων των συγχωνευμένων ιδρυμάτων, κατά την ημερομηνία της συγχώνευσης, εφόσον τα ίδια κεφάλαια δεν έχουν ανέλθει στα προβλεπόμενα στις παραγράφους 1 και 2 επίπεδα.

7. Εάν στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 3, 4 και 6 τα ίδια κεφάλαια μειωθούν, οι αρμόδιες αρχές μπορούν, όταν δικαιολογείται από τις περιστάσεις, να τάσσουν σύντομη προθεσμία, προκειμένου το πιστωτικό ίδρυμα να επαναφέρει τα κεφάλαιά του στο απαιτούμενο ελάχιστο όριο ή να παύσει τις δραστηριότητές του.

Άρθρο 6

Υπεύθυνοι της διοίκησης και έδρα της κεντρικής διοίκησης των πιστωτικών ιδρυμάτων

1. Οι αρμόδιες αρχές παρέχουν την άδεια λειτουργίας στο πιστωτικό ίδρυμα μόνο με την προϋπόθεση ότι δύο τουλάχιστον πρόσωπα καθορίζουν αποτελεσματικά τον προσανατολισμό της δραστηριότητος του πιστωτικού ιδρύματος.

Επίσης, οι αρχές δεν παρέχουν την άδεια λειτουργίας, όταν τα πρόσωπα αυτά δεν έχουν την απαιτούμενη εντιμότητα ή επαρκή πείρα για την άσκηση των καθηκόντων αυτών.

2. Τα κράτη μέλη απαιτούν:

- από τα πιστωτικά ιδρύματα που είναι νομικά πρόσωπα και έχουν, σύμφωνα με την εθνική τους νομοθεσία, καταστατική έδρα, να ευρίσκεται η κεντρική τους διοίκηση στο ίδιο κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική τους έδρα,

- από τα άλλα πιστωτικά ιδρύματα, να ευρίσκεται η κεντρική τους διοίκηση στο κράτος μέλος που χορήγησε την άδεια λειτουργίας τους, και στο οποίο ασκούν πράγματι δραστηριότητα.

Άρθρο 7

Μέτοχοι και εταίροι

1. Οι αρμόδιες αρχές δεν χορηγούν άδεια λειτουργίας που επιτρέπει την ανάληψη δραστηριότητας, σε ένα πιστωτικό ίδρυμα εάν δεν τους έχει προηγουμένως γνωστοποιηθεί η ταυτότητα των μετόχων ή εταίρων, φυσικών ή νομικών προσώπων, οι οποίοι κατέχουν άμεσα ή έμμεσα ειδική συμμετοχή καθώς και το ποσοστό αυτής της συμμετοχής.

Για τους σκοπούς της εφαρμογής της έννοιας της ειδικής συμμετοχής, στα πλαίσια του παρόντος άρθρου λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα ψήφου τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 7 της οδηγίας 88/627/ΕΟΚ του Συμβουλίου(13).

2. Οι αρμόδιες αρχές δεν χορηγούν άδεια λειτουργίας εάν, ενόψει της ανάγκης να εξασφαλισθεί η υγιής και συνετή διαχείριση του πιστωτικού ιδρύματος, δεν έχουν πεισθεί για την καταλληλότητα των εν λόγω μετόχων ή/και εταίρων.

3. Όταν υπάρχουν στενοί δεσμοί μεταξύ του πιστωτικού ιδρύματος και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων, οι αρμόδιες αρχές χορηγούν την άδεια λειτουργίας μόνον εάν οι δεσμοί αυτοί δεν παρεμποδίζουν την σωστή εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής τους.

Οι αρμόδιες αρχές αρνούνται επίσης την άδεια εάν νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας στις οποίες υπάγονται ένα ή περισσότερα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, με τα οποία το πιστωτικό ίδρυμα έχει στενούς δεσμούς, ή δυσχέρειες σχετικές με την εφαρμογή τους, παρεμποδίζουν την σωστή εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής τους.

Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από τα πιστωτικά ιδρύματα να τους παρέχουν τις πληροφορίες που ζητούν, ωστε να μπορούν οι αρχές να βεβαιώνονται ότι τηρούνται πάντοτε οι όροι που προβλέπονται στην παρούσα παράγραφο.

Άρθρο 8

Πρόγραμμα δραστηριότητος και διάρθρωση της οργάνωσης

Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι η αίτηση αδείας λειτουργίας πρέπει να συνοδεύεται από πρόγραμμα δραστηριότητος στο οποίο θα αναφέρονται ιδίως το είδος των σχεδιαζομένων πράξεων και η οργανωτική διάρθρωση του πιστωτικού ιδρύματος.

Άρθρο 9

Οικονομική ανάγκη

Τα κράτη μέλη δεν δύνανται να προβλέπουν ότι η αίτηση αδείας λειτουργίας εξετάζεται βάσει των οικονομικών αναγκών της αγοράς.

Άρθρο 10

Άρνηση χορήγησης άδειας λειτουργίας

Κάθε άρνηση αδείας λειτουργίας αιτιολογείται και κοινοποιείται στον αιτούντα εντός εξαμήνου από της λήψεως της αιτήσεως ή εάν αυτή δεν είναι πλήρης, εντός εξαμήνου από της διαβιβάσεως υπό του αιτούντος των απαραιτήτων πληροφοριών για την απόφαση. Απόφαση πάντως εκδίδεται εντός έτους από της λήψεως της αιτήσεως.

Άρθρο 11

Γνωστοποίηση της άδειας στην Επιτροπή

Κάθε άδεια λειτουργίας γνωστοποιείται στην Επιτροπή. Κάθε πιστωτικό ίδρυμα εγγράφεται σε κατάλογο του οποίου η δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και η ενημέρωση πραγματοποιούνται από την Επιτροπή.

Άρθρο 12

Προηγούμενη διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών

Πρέπει να αποτελεί αντικείμενο προηγούμενης διαβούλευσης με τις αρμόδιες αρχές του οικείου άλλου κράτους μέλους, η άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος το οποίο είναι:

- θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος, ή

- θυγατρική της μητρικής επιχείρησης πιστωτικού ιδρύματος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος, ή

- ελέγχεται από τα ίδια φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ελέγχουν πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος.

Άρθρο 13

Υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλα κράτη μέλη

Η άδεια λειτουργίας και το προικώο κεφάλαιο, δεν μπορούν να απαιτούνται από τα κράτη μέλη υποδοχής όσον αφορά τα υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλα κράτη μέλη. Η εγκατάσταση και η εποπτεία αυτών των υποκαταστημάτων διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 17, 20 παράγραφοι 1 έως 6 και των άρθρων 22 και 26.

Άρθρο 14

Ανάκληση της άδειας

1. Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να ανακαλούν την άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος μόνο όταν το ίδρυμα:

α) δεν κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός έτους, παραιτείται ρητώς απ' αυτήν ή έπαυσε να ασκεί τη δραστηριότητά του για περίοδο μεγαλύτερη των έξι μηνών, εκτός εάν το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος προβλέπει ότι στις περιπτώσεις αυτές, η άδεια λειτουργίας παύει να ισχύει·

β) απέκτησε την άδεια λειτουργίας με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο·

γ) δεν πληροί πλέον τους όρους υπό τους οποίους του χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας·

δ) δεν έχει πλέον επαρκή ίδια κεφάλαια ή δεν παρέχει την εγγύηση ότι δύναται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι των πιστωτών του και ιδίως δεν εξασφαλίζει πλέον την ασφάλεια των κεφαλαίων που του εχουν εμπιστευθεί·

ε) υπόκειται στις λοιπές περιπτώσεις ανακλήσεως που προβλέπονται από τις εθνικές διατάξεις.

2. Η ανάκληση της άδειας λειτουργίας πρέπει να είναι αιτιολογημένη και να κοινοποιείται στους ενδιαφερομένους. Η ανάκληση γνωστοποιείται στην Επιτροπή.

Άρθρο 15

Επωνυμία

Τα πιστωτικά ιδρύματα δύνανται να χρησιμοποιούν για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους επι του εδάφους της Κοινότητος την ίδια επωνυμία, που χρησιμοποιούν στο κράτος μέλος της έδρας τους, κατά παρέκκλιση των διατάξεων που αφορούν τη χρήση των λέξεων "τράπεζα", "ταμιευτήριο" ή άλλων παρομοίων επωνυμιών, που είναι δυνατό να υφίστανται στο κράτος μέλος υποδοχής. Σε περίπτωση κινδύνου συγχύσεως, τα κράτη μέλη υποδοχής δύνανται να απαιτούν, με σκοπό διευκρινίσεως, την προσθήκη στην επωνυμία μιας επεξηγήσεως.

Άρθρο 16

Ειδική συμμετοχή σε ένα πιστωτικό ίδρυμα

1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο σκοπεύει να κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε ένα πιστωτικό ίδρυμα, πρέπει να ενημερώνει προηγουμένως τις αρμόδιες αρχές και να τους κοινοποιεί το ποσό αυτής της συμμετοχής. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο πρέπει, ομοίως, να ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές εάν σκοπεύει να αυξήσει την ειδική συμμετοχή του ούτως ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων του κεφαλαίου που κατέχει να φθάσει ή να υπερβεί το 20 %, το 33 % ή το 50 %, ή το πιστωτικό ίδρυμα να καταστεί θυγατρική του.

Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2, οι αρμόδιες αρχές διαθέτουν μέγιστη προθεσμία τριών μηνών, από την ημερομηνία της ενημέρωσης που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο, προκειμένου να αντιταχθούν στο εν λόγω σχέδιο εάν, με γνώμονα την ανάγκη να εξασφαλισθεί συνετή και χρηστή διαχείριση του πιστωτικού ιδρύματος, δεν έχουν πειστεί για την καταλληλότητα του προσώπου που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο. Οι αρμόδιες αρχές, εφόσον δεν αντιταχθούν, μπορούν να ορίσουν μέγιστη προθεσμία για την υλοποίηση του σχεδίου που αναφέρει το πρώτο εδάφιο.

2. Εάν τις συμμετοχές που προβλέπονται στην παράγραφο 1 αποκτά πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος, ή μητρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος, ή φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος, και εάν, λόγω αυτής της απόκτησης συμμετοχής, το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο κατέχεται η εν λόγω συμμετοχή, γίνεται θυγατρική του αποκτώντος ή περιέρχεται υπό τον έλεγχό του, η εκτίμηση περί της απόκτησης θα πρέπει προηγουμένως να αποτελέσει αντικείμενο της κατά το άρθρο 12 διαβούλευσης.

3. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο σκοπεύει να παύσει να κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε ένα πιστωτικό ίδρυμα, πρέπει να ενημερώνει προηγουμένως τις αρμόδιες αρχές και να τους γνωστοποιεί το ύψος της προτεινόμενης συμμετοχής του. Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο πρέπει, ομοίως, να ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές εφόσον σκοπεύει να μειώσει την ειδική του συμμετοχή έτσι ώστε η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχει να μειωθεί σε λιγότερο από το 20 %, το 33 % ή το 50 % ή έτσι ώστε το πιστωτικό ίδρυμα να παύσει να είναι θυγατρική του.

4. Τα πιστωτικά ιδρύματα ανακοινώνουν στις αρμόδιες αρχές, μόλις λάβουν σχετική γνώση, τις αποκτήσεις ή εκχωρήσεις συμμετοχών στο κεφάλαιό τους οι οποίες αυξάνουν ή μειώνουν τα ποσοστά συμμετοχής πάνω ή κάτω από ένα από τα κατώτατα όρια που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 3.

Ομοίως, ανακοινώνουν τουλάχιστον μια φορά το χρόνο, τα ονόματα των μετόχων ή εταίρων που έχουν ειδικές συμμετοχές καθώς και τα ποσοστά των συμμετοχών αυτών, όπως προκύπτουν, ιδίως, από τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά την ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων ή εταίρων ή από τίς πληροφορίες που λαμβάνονται δυνάμει των υποχρεώσεων που υπέχουν οι εταιρείες, των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο.

5. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι, σε περίπτωση που η επιρροή των προσώπων τα οποία αναφέρει η παράγραφος 1 είναι δυνατόν να αποβεί εις βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης του ιδρύματος, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για να τερματισθεί αυτή ή κατάσταση. Στα εν λόγω μέτρα είναι δυνατό να περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, διαταγές, κυρώσεις κατά των διευθυνόντων ή αναστολή της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από μετοχές ή μερίδα που κατέχουν οι εν λόγω μέτοχοι ή εταίροι.

Παρόμοια μέτρα εφαρμόζονται κατά των φυσικών ή νομικών προσώπων που παραβαίνουν την υποχρέωση να ενημερώνουν προηγουμένως τις αρχές όπως ορίζεται στην παράγραφο 1. Σε περίπτωση που αποκτηθεί συμμετοχή παρά την αντίθεση των αρμοδίων αρχών, τα κράτη μέλη, ανεξάρτητα από άλλες κυρώσεις που μπορούν να θεσπίσουν, ορίζουν είτε την αναστολή της άσκησης των αντίστοιχων δικαιωμάτων ψήφου, είτε την ακυρότητα ή δυνατότητα ακύρωσης των σχετικών ψήφων.

6. Για τους σκοπούς της εφαρμογής της έννοιας της ειδικής συμμετοχής και των άλλων ποσοστών συμμετοχής που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα ψήφου τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 7 της οδηγίας 88/627/ΕΟΚ.

Άρθρο 17

Οργάνωση και πρόσφορες διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής απαιτούν από κάθε πιστωτικό ίδρυμα να έχει καλή διοικητική και λογιστική οργάνωση και πρόσφορες διαδικασίες εσωτερικού ελέγχου.

ΤΙΤΛΟΣ III

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ

Άρθρο 18

Πιστωτικά ιδρύματα

Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος I μπορούν να ασκούνται στο έδαφός τους, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 20, παράγραφοι 1 έως 6, 21 παράγραφοι 1 και 2 και 22, τόσο με την εγκατάσταση υποκαταστήματος όσο και με την παροχή υπηρεσιών, από κάθε πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύεται από τις αρμόδιες αρχές ενός άλλου κράτους μέλους, εφόσον οι δραστηριότητες αυτές καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας.

Άρθρο 19

Χρηματοδοτικά ιδρύματα

Τα κράτη μέλη προβλέπουν επίσης ότι οι δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος I μπορούν να ασκούνται στο έδαφός τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 παράγραφοι 1 έως 6, του άρθρου 21 παράγραφοι 1 και 2 και του άρθρου 22, με την εγκατάσταση υποκαταστήματος ή με την παροχή υπηρεσιών, από κάθε χρηματοδοτικό ίδρυμα άλλου κράτους μέλους, θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος ή θυγατρική ενός ή περισσοτέρων πιστωτικών ιδρυμάτων του οποίου το καταστατικό επιτρέπει την άσκηση αυτών των δραστηριοτήτων και το οποίο συγκεντρώνει τις παρακάτω προϋποθέσεις:

- η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα στο κράτος μέλος στο δίκαιο του οποίου υπάγεται η θυγατρική,

- οι εν λόγω δραστηριότητες ασκούνται πράγματι στο ίδιο κράτος μέλος,

- η μητρική επιχείρηση ή μητρικές επιχειρήσεις κατέχουν το 90 % τουλάχιστον των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από την κατοχή μεριδίων ή μετοχών της θυγατρικής,

- η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις αποδεικνύουν στις αρμόδιες αρχές ότι η διαχείριση της θυγατρικής ασκείται με σύνεση και, εφόσον συγκατατίθενται οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, δηλώνουν ότι ευθύνονται εις ολόκληρον για τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει η θυγατρική.

- η θυγατρική περιλαμβάνεται πράγματι, ιδίως ως προς τις εν λόγω δραστηριότητες, στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση στην οποία υπόκειται η μητρική της επιχείρηση ή καθεμία από τις μητρικές της επιχειρήσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 52 έως 56, ιδίως για τον υπολογισμό του συντελεστή φερεγγυότητας, για τον έλεγχο των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων και για τον περιορισμό των συμμετοχών που προβλέπεται στο άρθρο 51.

Η συνδρομή αυτών των προϋποθέσεων πρέπει να επαληθεύεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, οι οποίες χορηγούν στη θυγατρική σχετικό πιστοποιητικό που πρέπει να ενισυνάπτεται στις γνωστοποιήσεις που προβλέπονται στα άρθρα 20 παράγραφοι 1 έως 6 και 21 παράγραφοι 1 και 2.

Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής ασκούν εποπτεία επί της θυγατρικής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5 παράγραφος 3 και των άρθρων 16, 17, 26, 28, 29, 30 και 32.

Οι διατάξεις που αναφέρει το παρόν άρθρο εφαρμόζονται κατ' αναλογία στις θυγατρικές, με τις αναγκαίες προσαρμογές. Ειδικότερα, όπου "πιστωτικό ίδρυμα" τίθεται "χρηματοδοτικό ίδρυμα που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 19" και όπου "άδεια λειτουργίας" τίθεται "το καταστατικό".

Στο άρθρο 20 παράγραφος 3, το δεύτερο εδάφιο έχει ως εξής:"Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ανακοινώνει επίσης το ύψος των ιδίων κεφαλαίων του θυγατρικού χρηματοδοτικού ιδρύματος και του ενοποιημένου συντελεστή φερεγγυότητας του πιστωτικού ιδρύματος που είναι μητρική του επιχείρηση."

Εάν το χρηματοδοτικό ίδρυμα που υπάγεται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου παύσει να πληροί μια από τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, το κράτος μέλος καταγωγής ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, και η δραστηριότητα που ασκεί το ίδρυμα στο κράτος μέλος υποδοχής υπόκειται πλέον στη νομοθεσία του κράτους μέλους υποδοχής.

Άρθρο 20

Άσκηση του δικαιώματος εγκατάστασης

1. Κάθε πιστωτικό ίδρυμα που επιθυμεί να ιδρύσει υποκατάστημα σε άλλο κράτος μέλος, προβαίνει σε σχετική γνωστοποίηση προς την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής.

2. Τα κράτη μέλη απαιτούν από το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο επιθυμεί την εγκατάσταση υποκαταστήματος σε άλλο κράτος μέλος, να συνοδεύει τη γνωστοποίηση που προβλέπει η παράγραφος 1 με τις ακόλουθες πληροφορίες:

α) το κράτος μέλος στο οποίο σκοπεύει να ιδρύσει υποκατάστημα·

β) το πρόγραμμα δραστηριοτήτων στο οποίο αναγράφονται, μεταξύ άλλων, το είδος των εργασιών τις οποίες σχεδιάζει να ασκήσει το υποκατάστημα και η οργανωτική του δομή·

γ) τη διεύθυνση, στο κράτος μέλος υποδοχής, στην οποία μπορεί να του ζητούνται τα έγγραφα·

δ) τα ονόματα των υπευθύνων για τη διεύθυνση του υποκαταστήματος.

3. Πλην της περιπτώσεως κατά την οποία η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, λαμβάνοντας υπόψη της το εν λόγω σχέδιο δραστηριοτήτων, έχει λόγους να αμφιβάλλει για την επάρκεια της διοικητικής οργάνωσης ή της οικονομικής κατάστασης του πιστωτικού ιδρύματος, η εν λόγω αρχή μέσα σε τρεις μήνες αφότου περιέλθουν εις γνώσιν της οι πληροφορίες που αναφέρει η παράγραφος 2, τις ανακοινώνει στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής και ενημερώνει σχετικά το οικείο πιστωτικό ίδρυμα.

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής ανακοινώνει, επίσης, το ύψος των ιδίων κεφαλαίων και του συντελεστή φερεγγυότητας του πιστωτικού ιδρύματος.

Εάν η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής αρνείται να κοινοποιήσει τις πληροφορίες του αναφέρει η παράγραφος 2 στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, γνωστοποιεί τους λόγους της άρνησής της στο ενδιαφερόμενο ίδρυμα μέσα σε τρεις μήνες από τη λήψη όλων των πληροφοριών. Η άρνηση αυτή ή η παράλειψη απάντησης μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής στη δικαιοσύνη του κράτους μέλους καταγωγής.

4. Πριν το υποκατάστημα του πιστωτικού ιδρύματος αρχίσει να ασκεί τις δραστηριότητές του, η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής έχει προσθεσμία δύο μηνών από την παραλαβή της ανακοίνωσης που αναφέρει η παράγραφος 3 προκειμένου να οργανώσει την εποπτεία του πιστωτικού ιδρύματος σύμφωνα με το άρθρο 22 και να γνωστοποιήσει, αν χρειάζεται, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, αυτές οι δραστηριότητες πρέπει να ασκούνται μέσα στο κράτος υποδοχής.

5. Το υποκατάστημα, μόλις λάβει ανακοίνωση εκ μέρους της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους υποδοχής ή, σε περίπτωση σιωπής εκ μέρους της, μόλις λήξει η προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο 4, μπορεί να εγκατασταθεί και να αρχίσει τις δραστηριότητές του.

6. Σε περίπτωση μεταβολής του περιεχομένου μιας από τις πληροφορίες που γνωστοποιήθηκαν σύμφωνα με τα στοιχεία β), γ) και δ) της παραγράφου 2, το πιστωτικό ίδρυμα γνωστοποιεί, γραπτώς, αυτή τη μεταβολή στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής και του κράτους μέλους υποδοχής, τουλάχιστον ένα μήνα πριν γίνει η μεταβολή αυτή, ώστε η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής να μπορέσει να απαφασίσει σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 και η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής να αποφασίσει σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 4.

7. Τα υποκαταστήματα που έχουν αρχίσει τις δραστηριότητές τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του κράτους μέλους υποδοχής, πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993, θεωρείται ότι έχουν υπαχθεί στη διαδικασία που προβλέπεται στις παράγραφους 1 έως 5 του παρόντος άρθρου. Από την ημερομηνία αυτή, τα υποκαταστήματα αυτά διέπονται από τις διατάξεις της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου, των άρθρων 18, 19, 22 και του άρθρου 29.

Άρθρο 21

Άσκηση της ελευθερίας παροχής υπηρεσιών

1. Κάθε πιστωτικό ίδρυμα το οποίο επιθυμεί να ασκήσει, για πρώτη φορά, τις δραστηριότητές του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, στα πλαίσια της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, γνωστοποιεί στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, εκείνες από τις δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του παραρτήματος Ι, τις οποίες σκοπεύει να ασκήσει.

2. Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής τη γνωστοποίηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την παραλαβή της.

3. Το παρόν άρθρο δεν θίγει τα δικαιώματα τα οποία έχουν κτηθεί από τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στα πλαίσια της παροχής υπηρεσιών πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993.

Άρθρο 22

Εξουσίες των αρμοδίων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής

1. Το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να απαιτεί, για στατιστικούς σκοπούς, από κάθε πιστωτικό ίδρυμα το οποίο έχει υποκατάστημα στο έδαφός του, να αποστέλλει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής περιοδική έκθεση για τις πράξεις που πραγματοποιήθηκαν στο έδαφός του.

Για την άσκηση των καθηκόντων που του ανατίθεται βάσει του άρθρου 27, το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να απαιτεί από τα υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων που κατάγονται από άλλα κράτη μέλη, τις ίδιες πληροφορίες με εκείνες που απαιτεί γι' αυτό το σκοπό από τα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα.

2. Εάν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής διαπιστώσουν ότι ίδρυμα, το οποίο διαθέτει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες στο έδαφός του, δεν τηρεί τις διατάξεις που έχει θεσπίσει το εν λόγω κράτος μέλος κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας οδηγίας που απονέμουν αρμοδιότητα στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, οι εν λόγω αρχές απαιτούν από το εν λόγω ίδρυμα να παύσει την αντικανονική αυτή κατάσταση.

3. Εάν το ενδιαφερόμενο ίδρυμα δεν πράξει τα απαραίτητα, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής ενημερώνουν σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, οι οποίες λαμβάνουν, το συντομότερο, όλα τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου το πιστωτικό ίδρυμα να παύσει την αντικανονική αυτή κατάσταση. Η φύγη αυτών των μέτρων ανακοινώνεται στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.

4. Εάν, παρά τη λήψη των μέτρων από το κράτος μέλος καταγωγής ή λόγω της ακαταλληλότητάς τους ή επειδή δεν ελήφθησαν μέτρα στο κράτος αυτό, το ίδρυμα συνεχίζει να παραβιάζει τις διατάξεις που άναφέρονται στην παράγραφο 2, οι οποίες ισχύουν στο κράτος μέλος υποδοχής, το εν λόγω κράτος δικαιούται, αφού ενημερώσει σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα προκειμένου να προληφθούν ή να κατασταλούν νέες παρατυπίες και, εφόσον είναι απαραίτητο, μπορεί να εμποδίσει το ίδρυμα αυτό να προβεί σε νέες πράξεις στο έδαφός του. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε τα έγγραφα που είναι απαραίτητα για τη λήψη παρόμοιων μέτρων να μπορούν να κοινοποιηθούν, μέσα στο έδαφός τους, στα πιστωτικά ιδρύματα.

5. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως 4 δεν θίγουν την εξουσία του κράτους μέλους υποδοχής να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη ή την καταστολή των πράξεων που διενεργούνται στο έδαφός του κατά παράβαση των διατάξεων που έχουν θεσπίσει για λόγους γενικότερου συμφέροντος. Αυτό συνεπάγεται τη δυνατότητα να εμποδίζει ένα πιστωτικό ίδρυμα να προβαίνει σε νέες πράξεις στο έδαφός του.

6. Κάθε μέτρο που λαμβάνεται κατ' εφαρμογή των διατάξεων των παραγράφων 3, 4 και 5 και επιβάλλει κυρώσεις ή περιορισμούς στην άσκηση παροχής υπηρεσιών, πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένο και να ανακοινώνεται στο ενδιαφερόμενο ίδρυμα. Καθένα από τα μέτρα αυτά μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής στη δικαιοσύνη του κράτους μέλους το οποίο έλαβε τα εν λόγω μέτρα.

7. Προτού ακολουθήσουν τη διαδικασία που προβλέπεται στις παραγράφους 2, 3 και 4, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής μπορούν, σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης, να λαμβάνουν τα αναγκαία ασφαλιστικά μέτρα για την προστασία των συμφερόντων των καταθετών, των επενδυτών ή των άλλων προσώπων στα οποία παρέχονται οι υπηρεσίες. Η Επιτροπή και οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερομένων άλλων κρατών μελών πρέπει να ενημερώνονται το συντομότερο για τα μέτρα αυτά.

Σ' αυτή την περίπτωση, η Επιτροπή μπορεί, αφού ζητήσει τη γνώμη των αρμοδίων αρχών των ενδιαφερομένων κρατών μελών, να αποφασίσει ότι το οικείο κράτος μέλος πρέπει να τροποποιήσει ή να καταργήσει τα μέτρα αυτά.

8. Το κράτος μέλος υποδοχής μπορεί να λαμβάνει τα ενδεδειγμένα μέτρα για την καταστολή ή την πρόληψη των παρατυπιών που διαπράττονται στο έδαφός του, ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχονται δυνάμει της παρούσας οδηγίας. Τούτο συνεπάγεται τη δυνατότητα να εμποδίζει ένα ίδρυμα να προβαίνει σε νέες πράξεις στο έδαφός του.

9. Σε περίπτωση ανάκλησης της άδειας λειτουργίας, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής ενημερώνονται και λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα ώστε να εμποδίσουν το εν λόγω ίδρυμα να προβεί σε νέες πράξεις στο έδαφός τους και να διασφαλίσσουν τα συμφέροντα των καταθετών. Κάθε δύο χρόνια, η Επιτροπή υποβάλλει, για τις περιπτώσεις αυτές, έκθεση στη συμβουλευτική επιτροπή τραπεζών.

10. Το κράτος μέλος ανακοινώνει στην Επιτροπή τον αριθμό και το είδος των περιπτώσεων για τις οποίες υπήρξαν απορριπτικές αποφάσεις σύμφωνα με το άρθρο 20 παράγραφοι 1 έως 6 ή των περιπτώσεων στις οποίες ελήφθησαν μέτρα σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου. Κάθε δύο χρόνια, η Επιτροπή υποβάλλει, για τις περιπτώσεις αυτές, έκθεση στη συμβουλευτική επιτροπή τραπεζών.

11. Το παρόν άρθρο δεν κωλύει τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία εδρεύουν σε άλλο κράτος μέλος να διαφημίζουν τις υπηρεσίες, τις οποίες παρέχουν, με όλα τα μέσα επικοινωνίας που υπάρχουν στο κράτος υποδοχής, τηρουμένων των κανόνων που ενδεχομένως διέπουν τον τύπο και το περιεχόμενο της εν λόγω διαφήμισης και έχουν θεσπιστεί για λόγους γενικού συμφέροντος.

ΤΙΤΛΟΣ IV

ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΙΣ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ

Άρθρο 23

Γνωστοποίηση των θυγατρικών επιχειρήσεων των τρίτων χωρών και των όρων πρόσβασης στις αγορές των χωρών αυτών

1. Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών ενημερώνουν την Επιτροπή:

α) για κάθε άδεια λειτουργίας μιας άμεσα ή έμμεσα θυγατρικής επιχείρησης της οποίας μητρική επιχείρηση ή επιχειρήσεις διέπονται από τη νομοθεσία τρίτη χώρας. Η Επιτροπή ενημερώνει σχετικά τη συμβουλευτική επιτροπή τραπεζών·

β) στις περιπτώσεις όπου μια τέτοια μητρική επιχείρηση αποκτά συμμετοχή σε πιστωτικό ίδρυμα της Κοινότητας, το οποίο, με τον τρόπο αυτό, καθίσταται θυγατρική της. Η Επιτροπή ενημερώνει τη συμβουλευτική επιτροπή τραπεζών.

Όταν χορηγείται άδεια λειτουργίας σε μια επιχείρηση άμεσα ή έμμεσα θυγατρική μιας ή περισσότερων μητρικών επιχειρήσεων που υπάγονται στο δίκαιο τρίτης χώρας, πρέπει να προσδιορίζεται, στη γνωστοποίηση την οποία αποστέλλουν οι αρμόδιες αρχές στην Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 11 η δομή του ομίλου επιχειρήσεων.

2. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με τις γενικής φύσεως δυσκολίες που συναντούν τα πιστωτικά τους ιδρύματα κατά την εγκατάστασή τους ή την άσκηση τραπεζικών δραστηριοτήτων σε τρίτη χώρα.

3. Η Επιτροπή συντάσσει περιοδικά έκθεση, στην οποία εξετάζεται η μεταχείριση, κατά την έννοια των παραγράφων 4 και 5, των πιστωτικών ιδρυμάτων της Κοινότητας στις τρίτες χώρες, όσον αφορά την εγκατάσταση και την άσκηση τραπεζικών δραστηριοτήτων καθώς και την απόκτηση συμμετοχών σε πιστωτικά ιδρύματα τρίτων χωρών. Η Επιτροπή διαβιβάζει τις εκθέσεις αυτές στο Συμβούλιο, συνοδευόμενες, ενδεχομένως, από κατάλληλες προτάσεις.

4. Όταν η Επιτροπή διαπιστώνει, είτε βάσει των εκθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 3, είτε βάσει άλλων πληροφοριών, ότι μια τρίτη χώρα δεν παρέχει στα πιστωτικά ιδρύματα της Κοινότητας πραγματική πρόσβαση στην αγορά συγκρίσιμη με εκείνη που παρέχεται από την Κοινότητα στα πιστωτικά ιδρύματα της τρίτης αυτής χώρας, η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει προτάσεις στο Συμβούλιο ζητώντας να της δοθεί η πρέπουσα εντολή διαπραγματεύσεων ώστε να επιτύχει ανάλογες δυνατότητες ανταγωνισμού για τα πιστωτικά ιδρύματα της Κοινότητας. Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία.

5. Όταν η Επιτροπή διαπιστώνει, είτε βάσει των εκθέσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 3, είτε βάσει άλλων πληροφοριών, ότι στα πιστωτικά ιδρύματα της Κοινότητας σε τρίτη χώρα δεν παρέχεται η εθνική μεταχείριση, η οποία τους προσφέρει τις ίδιες δυνατότητες ανταγωνισμού, όπως και στα εθνικά πιστωτικά ιδρύματα και ότι δεν πληρούνται οι συνθήκες πραγματικής πρόσβασης στην αγορά, μπορεί να αρχίσει διαπραγματεύσεις για να επανορθώσει την κατάσταση.

Όταν συντρέχουν οι περιστάσεις του πρώτου εδαφίου, μπορεί επίσης να αποφασιστεί, ανά πάσα στιγμή και παράλληλα με τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 60, παράγραφος 2, ότι οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών οφείλουν να περιορίζουν ή να αναστέλλουν τις αποφάσεις τους σχετικά με τις ήδη κατατεθειμένες κατά τη στιγμή της απόφασης ή τις μέλλουσες αιτήσεις χορήγησης άδειας λειτουργίας και με τις κτήσεις συμμετοχών των μητρικών επιχειρήσεων, άμεσων ή έμμεσων, που διέπονται από το δίκαιο της εν λόγω τρίτης χώρας. Η διάρκεια ισχύος των μέτρων αυτών δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τρεις μήνες.

Πριν από τη λήξη του τριμήνου και ανάλογα με τα αποτελέσματα των διαπραγματεύσεων, το Συμβούλιο μπορεί να αποφασίσει με ειδική πλειοψηφία, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, ότι τα μέτρα θα εξακολουθήσουν να εφαρμόζονται.

Ο εν λόγω περιορισμός ή αναστολή δεν μπορούν να εφαρμόζονται όσον αφορά τη δημιουργία θυγατρικών από πιστωτικά ιδρύματα ή τις θυγατρικές τους που έχουν λάβει τη δέουσα άδεια λειτουργίας στην Κοινότητα, ούτε όσον αφορά την κτήση συμμετοχής από αυτά τα ιδρύματα ή τις θυγατρικές σε πιστωτικό ίδρυμα της Κοινότητας.

6. Όταν η Επιτροπή προβεί σε μια από τις διαπιστώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 5, τα κράτη μέλη την ενημερώνουν, κατόπιν αιτήσεώς της:

α) για κάθε αίτηση χορήγησης άδειας λειτουργίας μιας άμεσα ή έμμεσα θυγατρικής επιχείρησης, της οποίας οι μητρικές επιχειρήσεις διέπονται από τη νομοθεσία της εν λόγω τρίτης χώρας·

β) όταν οι αρμόδιες αρχές τους πληροφορούνται, σύμφωνα με το άρθρο 16, ότι μια τέτοια επιχείρηση σκοπεύει να αποκτήσει συμμετοχή σε πισωτικό ίδρυμα της Κοινότητας, έτσι ώστε το τελευταίο να καταστεί θυγατρική της επιχείρησης αυτής.

Αυτή η υποχρέωση της ενημέρωσης παύει να υπάρχει μόλις συναφθεί συμφωνία με την τρίτη χώρα που αναφέρεται στις παραγράφους 4 ή 5, ή όταν παύσουν να εφαρμόζονται τα μέτρα της παραγράφου 5 δεύτερο και τρίτο εδάφιο.

7. Τα μέτρα που λαμβάνονται βάσει του παρόντος άρθρου πρέπει να είναι σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει η Κοινότητα βάσει διεθνών συμφωνιών, είτε διμερών είτε πολυμερών, οι οποίες διέπουν την ανάληψη δραστηριότητος πιστωτικού ιδρύματος και την άσκησή της.

Άρθρο 24

Υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους εκτός της κοινότητας

1. Τα κράτη μέλη, για την ανάληψη της δραστηριότητός τους και την άσκησή της, δεν εφαρμόζουν επί των υποκαταστημάτων των πιστωτικών ιδρυμάτων, που έχουν την έδρα τους εκτός της Κοινότητας, διατάξεις που οδηγούν σε ευνοϊκότερο καθεστώς από εκείνο στο οποίο υπόκεινται τα υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους εντός της Κοινότητας.

2. Οι αρμόδιες αρχές γνωστοποιούν στην Επιτροπή και την συμβουλευτική επιτροπή τραπεζών όλες τις άδειες λειτουργίας υποκαταστημάτων που χορηγούνται στα πιστωτικά ιδρύματα που έχουν την έδρα τους εκτός της Κοινότητας.

3. Υπό την επιφύλαξη της παραγράφου 1, η Κοινότητα δύναται να συνάπτει συμφωνίες με μία ή περισσότερες τρίτες χώρες σύμφωνα με τη συνθήκη και να συμφωνεί την εφαρμογή διατάξεων με τις οποίες να παρέχεται, βάσει της αρχής της αμοιβαιότητος, στα υποκαταστήματα ενός πιστωτικού ιδρύματος που έχει την έδρα του εκτός της Κοινότητος, το ίδιο καθεστώς στο σύνολο του εδάφους της Κοινότητας.

Άρθρο 25

Συνεργασία στον τομέα της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση με τις αρμόδιες αρχές των τρίτων χωρών

1. Η Επιτροπή μπορεί να υποβάλει προτάσεις στο Συμβούλιο, είτε κατόπιν αιτήσεως ενός κράτους μέλους, είτε με δική της πρωτοβουλία, για τη διαπραγμάτευση συμφωνιών με μια ή περισσότερες τρίτες χώρες, σε σκοπό τον καθορισμό των τρόπων εφαρμογής της αρχής της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση:

- στα πιστωτικά ιδρύματα των οποίων η μητρική επιχείρηση εδρεύει σε μια τρίτη χώρα και

- στα πιστωτικά ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα σε μια τρίτη χώρα και των οποίων η μητρική επιχείρηση είναι πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτική εταιρεία που εδρεύει στην Κοινότητα.

2. Οι συμφωνίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αποσκοπούν ιδίως στην εξασφάλιση της δυνατότητας:

- αφενός μεν, για τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών, να συγκεντρώνουν τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εποπτεία, σε ενοποιημένη βάση, πιστωτικού ιδρύματος ή χρηματοδοτικής εταιρείας, που είναι εγκατεστημένες στην Κοινότητα και έχει ως θυγατρική πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που βρίσκεται εκτός Κοινότητας, ή κατέχει συμμετοχή σε τέτοια ιδρύματα,

- αφετέρου δε, για τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, να συγκεντρώνουν τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για την εποπτεία των μητρικών επιχειρήσεων που εδρεύουν στο έδαφός τους και έχουν ως θυγατρική πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που βρίσκεται σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, η κατέχουν συμμετοχή σε τέτοια ιδρύματα.

3. Η Επιτροπή σε συνεργασία με τη συμβουλευτική επιτροπή τραπεζών εξετάζει τα αποτελέσματα αυτών των διαπραγματεύσεων που προβλέπονται στην παράγραφο 1, καθώς και την κατάσταση που προκύπτει από αυτές.

ΤΙΤΛΟΣ V

ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΙΚΑ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ

Άρθρο 26

Αρμοδιότητα ελέγχου από το κράτος μέλος καταγωγής

1. Την προληπτική εποπτεία επί των πιστωτικών ιδρυμάτων, η οποία καλύπτει και τις βάσει των άρθρων 18 και 19 δραστηριότητές τους, ασκούν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσας οδηγίας που απονέμουν αρμοδιότητα στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής.

2. Η παράγραφος 1 δεν θίγει την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 27

Αρμοδιότητες του κράτους μέλους υποδοχής

Μέχρις ότου υπάρξει μεταγενέστερος συντονισμός, το κράτος μέλος υποδοχής, σε συνεργασία με την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής, εξακολουθεί να έχει την ευθύνη της εποπτείας της ρευστότητας του υποκαταστήματος πιστωτικού ιδρύματος. Με την επιφύλαξη των μέτρων που απαιτούνται για την ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος, το κράτος μέλος υποδοχής διατηρεί όλη την ευθύνη των μέτρων που προκύπτουν από την εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής του. Τα μέτρα αυτά δεν επιτρέπεται να προβλέπουν άνιση ή περιοριστική μεταχείριση, λόγω του γεγονότος ότι το πιστωτικό ίδρυμα έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος.

Άρθρο 28

Συνεργασία στον τομέα της εποπτείας

Για την εποπτεία της δραστηριότητος των πιστωτικών ιδρυμάτων, που λειτουργούν, ιδίως λόγω ιδρύσεως υποκαταστημάτων, σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, εκτός του Κράτους στο οποίο έχουν την έδρα τους, οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερομένων κρατών μελών συνεργάζονται στενά. Ανακοινώνουν ή μία στην άλλη όλες τις πληροφορίες, που σχετίζονται με τη διεύθυνση, τη διαχείριση και την ιδιοκτησία των πιστωτικών αυτών ιδρυμάτων, που δύνανται να διευκολύνουν την εποπτεία τους και την εξέταση των όρων εγκρίσεώς τους, καθώς και όλες τις πληροφορίες που μπορούν να διευκολύνουν τον έλεγχο αυτών των ιδρυμάτων, ιδίως όσον αφορά τη ρευστότητα, τη φερεγγυότητα, την εγγύηση των καταθέσεων, τον περιορισμό των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, τη διοικητική και λογιστική οργάνωση και τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου.

Άρθρο 29

Επιτόπια εξακρίβωση των υποκαταστημάτων που βρίσκονται σε άλλο κράτος μέλος

1. Τα κράτη μέλη υποδοχής προβλέπουν ότι, όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ασκεί τη δραστηριότητά του μέσω υποκαταστήματος, οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής μπορούν, αφού ενημερώσουν προηγουμένως τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, να προβαίνουν, οι ίδιες ή μέσω εντεταλμένου προς τούτο προσώπου, στην επιτόπια εξακρίβωση των πληροφοριών που προβλέπονται στο άρθρο 28.

2. Οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους καταγωγής, μπορούν επίσης να προσφεύγουν, για τον έλεγχο των υποκαταστημάτων, σε μια από τις άλλες διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 56 παράγραφος 7.

3. Το παρόν άρθρο δεν θίγει το δικαίωμα των αρμοδίων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής να προβαίνουν στον επιτόπιο έλεγχο των εγκατεστημένων στο έδαφός τους υποκαταστημάτων κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων, οι οποίες τους απονέμονται βάσει της παρούσας οδηγίας.

Άρθρο 30

Ανταλλαγή πληροφοριών και επαγγελματικό απόρρητο

1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι όλα τα πρόσωπα που ασκούν ή έχουν ασκήσει δραστηριότητα για λογαριασμό των αρμοδίων αρχών καθώς και οι εντεταλμένοι από τις αρμόδιες αρχές ελεγκτές ή εμπειρογνώμονες, υποχρεούνται στην τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου. Το απόρρητο αυτό συνεπάγεται ότι οι εμπιστευτικές πληροφορίες οι οποίες περιέρχονται εις γνώση τους κατά την άσκηση των επαγγελματικών τους καθηκόντων δεν επιτρέπεται να γνωστοποιούνται σε κανένα απολύτως πρόσωπο ή αρχή, παρά μόνο με συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, ώστε να μην προκύπτει η ταυτότητα του συγκεκριμένου πιστωτικού ιδρύματος, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που εμπίπτουν στο ποινικό δίκαιο.

Εντούτοις, οσάκις πρόκειται για πιστωτικό ίδρυμα που έχει κηρυχθεί σε πτώχευση ή του οποίου διατάχθηκε αναγκαστική εκκαθάριση με δικαστική απόφαση, όσες εμπιστευτικές πληροφορίες δεν αφορούν τους τρίτους που αναμείχθηκαν στις προσπάθειες διάσωσής του, επιτρέπεται να ανακοινωθούν στα πλαίσια διαδικασιών του αστικού ή του εμπορικού δικαίου.

2. Η παράγραφος 1 δεν κωλύει τις αρμόδιες αρχές διαφόρων κρατών μελών να ανταλλάσσουν πληροφορίες κατά τα προβλεπόμενα στην παρούσα οδηγία, όπως και στις άλλες οδηγίες που εφαρμόζονται στα πιστωτικά ιδρύματα. Αυτές οι πληροφορίες εμπίπτουν στο επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3. Τα κράτη μέλη μπορούν να συνάπτουν συμφωνίες συνεργασίας, που προβλέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών, με τις αρμόδιες αρχές τρίτων χωρών, καθώς και με αρχές ή οργανισμούς τρίτων χωρών όπως ορίζονται στην παράγραφο 5 και στην παράγραφο 6, μόνο αν οι κοινοποιούμενες πληροφορίες καλύπτονται, όσον αφορά το επαγγελματικό απόρρητο, από εγγυήσεις τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που προβλέπονται στο παρόν άρθρο. Αυτή η ανταλλαγή πληροφοριών πρέπει να εξυπηρετεί την εκτέλεση των εποπτικών καθηκόντων των εν λόγω αρχών ή οργανισμών.

Εάν συγκεκριμένη πληροφορία προέρχεται από άλλο κράτος μέλος, μπορεί να κοινοποιηθεί μόνο μετά από ρητή έγκριση των αρμοδίων αρχών που τη διαβίβασαν και, όπου αυτό ισχύει, μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους δόθηκε η έγκριση αυτή.

4. Η αρμόδια αρχή η οποία δέχεται εμπιστευτικές πληροφορίες, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να τις χρησιμοποιεί κατά την άσκηση των καθηκόντων της:

- για την εξέταση των όρων πρόσβασης στη δραστηριότητα πιστωτικού ιδρύματος και για τη διευκόλυνση του ελέγχου, σε ατομική και σε ενοποιημένη βάση, των όρων άσκησης αυτής της δραστηριότητας, ιδίως όσον αφορά την εποπτεία της ρευστότητας, της φερεγγυότητας, των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων καθώς και τη διοικητική και λογιστική οργάνωση και τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, ή

- για την επιβολή κυρώσεων, ή

- στα πλαίσια διοικητικής προσφυγής εναντίον απόφασης της αρμόδιας αρχής, ή

- στα πλαίσια δικαστικών προσφυγών που έχουν κινηθεί δυνάμει του άρθρου 33 ή δυνάμει ειδικών διατάξεων που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία καθώς και από άλλες οδηγίες που θεσπίζονται στον τομέα των πιστωτικών ιδρυμάτων.

5. Οι παράγραφοι 1 και 4 δεν εμποδίζουν τη μεταξύ αρμοδίων αρχών ανταλλαγή πληροφοριών εντός του ιδίου κράτους μέλους, εφόσον υπάρχουν περισσότερες από μία αρμόδιες αρχές, ή μεταξύ κρατών μελών:

- και των αρχών στις οποίες έχει ανατεθεί η εποπτεία των άλλων χρηματοδοτικών ιδρυμάτων και των ασφαλιστικών εταιρειών καθώς και των αρχών που έχουν την ευθύνη της εποπτείας των χρηματοδοτικών αγορών,

- και των οργάνων που συμμετέχουν στην εκκαθάριση και την πτώχευση των πιστωτικών ιδρυμάτων και σε άλλες παρεμφερείς διαδικασίες,

- και των προσώπων τα οποία είναι επιφορτισμένα με τον εκ του νόμου έλεγχο των λογαριασμών του πιστωτικού ιδρύματος και των άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων,

για την εκπλήρωση της εποπτικής τους αποστολής καθώς και για τη διαβίβαση, σε οργανισμούς αρμόδιους για τη διαχείριση συστημάτων εγγύησης καταθέσεων, πληροφοριών που είναι απαραίτητες για την εκπλήρωση της αποστολής τους. Οι λαμβανόμενες από αυτές τις αρχές, οργανισμούς και πρόσωπα πληροφορίες υπόκεινται στους κανόνες επαγγελματικού απόρρητου της παραγράφου 1.

6. Παρά τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως 4, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμοδίων αρχών και:

- των αρχών στις οποίες έχει ανατεθεί η εποπτεία των οργάνων τα οποία συμμετέχουν στην εκκαθάριση και την πτώχευση των πιστωτικών ιδρυμάτων και σε άλλες παρεμφερείς διαδικασίες, ή

- των αρχών στις οποίες έχει ανατεθεί η εποπτεία των προσώπων τα οποία είναι επιφορτισμένα με τον νόμιμο έλεγχο των λογαριασμών των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, των πιστωτικών ιδρυμάτων, των επιχειρήσεων επενδύσεων και άλλων χρηματοδοτικών ιδρυμάτων.

Τα κράτη μέλη που κάνουν χρήση δυνατότητος που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο, απαιτούν τουλάχιστον τη συνδρομή των ακολούθων προϋποθέσεων:

- οι πληροφορίες προορίζονται για την εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο,

- οι πληροφορίες που λαμβάνονται σ' αυτό το πλαίσιο καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρεται στην παράγραφο 1,

- όταν οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, δεν διαβιβάζονται χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμοδίων αρχών από τις οποίες προέρχονται οι εν λόγω πληροφορίες, και, αν συντρέχει η περίπτωση αυτή, μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους οι αρχές αυτές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους.

Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή και στα λοιπά κράτη μέλη την ταυτότητα των αρχών, που μπορούν να λαμβάνουν τις πληροφορίες δυνάμει της παρούσας παραγράφου.

7. Παρά τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως 4, τα κράτη μέλη, προς επίρρωση της σταθερότητας και του αδιάβλητου του χρηματοπιστωτικού συστήματος, μπορούν να επιτρέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμοδίων αρχών και των αρχών ή των οργάνων που είναι εκ του νόμου αρμόδια για τον εντοπισμό των παραβάσεων του δικαίου των εταιρειών και για την διερεύνηση των παραβάσεων αυτών.

Τα κράτη μέλη που κάνουν χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο, απαιτούν τουλάχιστον τη συνδρομή των ακολούθων προϋποθέσεων:

- οι πληροφορίες προορίζονται για την εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο,

- οι πληροφορίες που λαμβάνονται σ' αυτό το πλαίσιο καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρεται στην παράγραφο 1,

- όταν οι πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, δεν διαβιβάζονται χωρίς τη ρητή συγκατάθεση των αρμοδίων αρχών από τις οποίες προέρχονται οι εν λόγω πληροφορίες, και, στην περίπτωση αυτή, μόνο για τους σκοπούς ως προς τους οποίους οι αρχές αυτές έδωσαν τη συγκατάθεσή τους.

Εάν, σε ένα κράτος μέλος, οι αρχές ή τα όργανα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο προβαίνουν στον εντοπισμό ή την διερεύνηση παραβάσεων χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες εντεταλμένων προς τούτο, λόγω ειδικών προσόντων, προσώπων που δεν ανήκουν στη δημόσια διοίκηση, η βάσει του πρώτου εδαφίου δυνατότητα ανταλλαγής πληροφοριών μπορεί να επεκταθεί και στα πρόσωπα αυτά, σύμφωνα με τους όρους που καθορίζονται στο δεύτερο εδάφιο.

Για την εφαρμογή της τελευταίας περίπτωσης του δεύτερου εδαφίου, οι αρχές ή τα όργανα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο ανακοινώνουν στις δημόσιες αρχές, από τις οποίες προέρχονται οι πληροφορίες, την ταυτότητα και το ακριβές περιεχόμενο της εντολής των προσώπων στα οποία θα διαβιβασθούν οι εν λόγω πληροφορίες.

Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή και στα λοιπά κράτη μέλη την ταυτότητα των αρχών ή οργάνων τα οποία μπορούν να λαμβάνουν τις πληροφορίες δυνάμει της παρούσας παραγράφου.

Πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2000, η Επιτροπή εκπονεί έκθεση σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας παραγράφου.

8. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζουν τις αρμόδιες αρχές να διαβιβάζουν:

- στις κεντρικές τράπεζες και σε άλλους οργανισμούς με παρόμοια αποστολή όταν ενεργούν υπό την ιδιότητα νομισματικής αρχής,

- ενδεχομένως, σε άλλες δημόσιες αρχές επιφορτισμένες με την εποπτεία των συστημάτων πληρωμής,

πληροφορίες που προορίζονται για την εκπλήρωση της αποστολής τους ούτε εμποδίζουν τις εν λόγω αρχές ή οργανισμούς να ανακοινώνουν στις αρμόδιες αρχές τις πληροφορίες που αυτές χρειάζονται για τους σκοπούς της παραγράφου 4. Οι πληροφορίες που λαμβάνονται σε αυτό το πλαίσιο υπάγονται στο επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρεται στο παρόν άρθρο.

9. Εξάλλου, παρά τις διατάξεις τις προβλεπόμενες στις παραγράφους 1 και 4, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν, νομοθετικώς, τη γνωστοποίηση ορισμένων πληροφοριών σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για τη νομοθεσία περί εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων, των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, των υπηρεσιών επενδύσεων και των ασφαλιστικών εταιρειών καθώς και στους επιθεωρητές τους εντεταλμένους από τις εν λόγω υπηρεσίες.

Αυτές οι γνωστοποιήσεις πληροφοριών επιτρέπονται όμως μόνον όταν αυτό είναι αναγκαίο για λόγους προληπτικού ελέγχου.

Πάντως, τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι πληροφορίες που λαμβάνονται βάσει των παραγράφων 2 και 5 καθώς και κατά τους επιτόπιους ελέγχους που αναφέρονται στο άρθρο 29, παράγραφοι 1 και 2, δεν επιτρέπεται να αποτελούν αντικείμενο των γνωστοποιήσεων που προβλέπει η παρούσα παράγραφος, χωρίς τη ρητή συγκατάθεση της αρμόδιας αρχής που ανακοίνωσε τις πληροφορίες ή της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους όπου διενεργήθηκε ο επιτόπιος έλεγχος.

10. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν εμποδίζουν τις αρμόδιες αρχές να ανακοινώνουν τις πληροφορίες που αναφέρονται στις παραγράφους 1 έως 4, σε συμψηφιστικό επιμελητήριο ή άλλο παρόμοιο οργανισμό αναγνωρισμένο από το εθνικό δίκαιο να παρέχει υπηρεσίες συμψηφισμού ή διακανονισμού συμβάσεων σε αγορά του κράτους μέλους τους, εάν θεωρούν την ανακοίνωση αυτή αναγκαία για την εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των οργανισμών αυτών, σε σχέση με παραβάσεις, έστω και δυνητικές, παρεμβαινόντων στην αγορά αυτή. Οι πληροφορίες οι λαμβανόμενες στο πλαίσιο αυτό καλύπτονται από το επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Εντούτοις, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι βάσει της παραγράφου 2 λαμβανόμενες πληροφορίες να μην ανακοινώνονται, στην περίπτωση που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο, χωρίς την ρητή συγκατάθεση των αρμοδίων αρχών από τις οποίες προήλθαν οι πληροφορίες.

Άρθρο 31

Υποχρεώσεις των προσώπων που είναι επιφορτισμένα με τον έλεγχο των ετησίων λογαριασμών και των ενοποιημένων λογαριασμών

1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν τουλάχιστον ότι:

α) κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί άδεια κατά την έννοια της οδηγίας 84/253/ΕΟΚ(14) το οποίο ασκεί σε πιστωτικό ίδρυμα την αποστολή που περιγράφεται στο άρθρο 51 της οδηγίας 78/660/ΕΟΚ(15), στο άρθρο 37 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ ή στο άρθρο 31 της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ(16) ή κάθε άλλη νόμιμη αποστολή, υποχρεούται να γνωστοποιεί ταχέως στις αρμόδιες αρχές κάθε απόφαση ή γεγονός που αφορά το ίδρυμα αυτό, των οποίων έλαβε γνώση κατά την άσκηση της αποστολής αυτής, και η οποία ή το οποίο είναι δυνατόν:

- να αποτελέσει ουσιαστική παράβαση των νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων οι οποίες θεσπίζουν τις προϋποθέσεις άδειας λειτουργίας ή διέπουν, ειδικά, την άσκηση της δραστηριότητας των πιστωτικών ιδρυμάτων, ή

- να θίξουν τη συνέχεια της εκμετάλλευσης του πιστωτικού ιδρύματος, ή

- να οδηγήσουν σε άρνηση της έγκρισης των λογαριασμών ή σε διατύπωση των επιφυλάξεων·

β) η ίδια υποχρέωση ισχύει για το αυτό πρόσωπο όσον αφορά τα γεγονότα και τις αποφάσεις των οποίων έλαβε γνώση στα πλαίσια αποστολής που αναφέρεται στο στοιχείο α), η οποία εκπληρούται σε μια επιχείρηση που έχει στενούς δεσμούς απορρέοντες από δεσμό ελέγχου με το πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο το πρόσωπο αυτό εκπληρώνει την προαναφερόμενη αποστολή.

2. Η καλή τη πίστη κοινολόγηση στις αρμόδιες αρχές, γεγονότων ή αποφάσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, από πρόσωπα στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια κατά την έννοια της οδηγίας 84/253/ΕΟΚ, δεν αποτελεί παράβαση τυχόν περιορισμού κοινολόγησης πληροφοριών που επιβάλλεται συμβατικώς ή από νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διάταξη και δεν συνεπάγεται κανενός είδους ευθύνη για τα πρόσωπα αυτά.

Άρθρο 32

Επιβολή κυρώσεων από τις αρμόδιες αρχές

Με την επιφύλαξη των διαδικασιών ανάκλησης των αδειών λειτουργίας και των διατάξεων του ποινικού δικαίου, τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι αντίστοιχες αρμόδιες αρχές τους μπορούν να επιβάλλουν κυρώσεις ή να λαμβάνουν μέτρα κατά των πιστωτικών ιδρυμάτων ή των υπεύθυνων διευθυνόντων τους, σε περίπτωση παράβασης νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων σχετικών με τον έλεγχο ή την άσκηση της δραστηριότητας. Σκοπός αυτών των μέτρων ή κυρώσεων είναι να παύσουν οι παραβάσεις που διαπιστώνονται ή να εκλείψουν τα αίτια που τις προκάλεσαν.

Άρθρο 33

Δικαστική προσφυγή

Τα Κράτη μέλη προβλέπουν ότι κατά των αποφάσεων των λαμβανομένων για τα πιστωτικά ιδρύματα κατά εφαρμογή νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που εκδίδονται σύμφωνα με την παρούσα οδηγία, δύναται να ασκηθεί δικαστική προσφυγή. Το αυτό ισχύει σε περίπτωση, που δεν θα λαμβάνουν απόφαση εντός εξαμήνου από της καταθέσεως αιτήσεως εγκρίσεως, η οποία περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τις ισχύουσες διατάξεις στοιχεία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΤΑ ΤΕΧΝΙΚΑ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΕΠΟΠΤΕΙΑΣ

Τμήμα 1

Ίδια κεφάλαια

Άρθρο 34

Γενικές αρχές

1. Όταν ένα κράτος μέλος θεσπίζει με νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική πράξη κατ' εφαρμογήν της κοινοτικής νομοθεσίας που διέπει την προληπτική εποπτεία (prudential supervision) που πρέπει να ασκείται επί των ενεργών πιστωτικών ιδρυμάτων, μια διάταξη που χρησιμοποιεί τον όρο ίδια κεφάλαια ή αναφέρεται στην έννοια αυτή, μεριμνά ώστε ο εν λόγω όρος ή η έννοια να ανταποκρίνεται στον ορισμό που δίνεται στις παραγράφους 2, 3 και 4 και στα άρθρα 35 έως 38.

2. Υπό την επιφύλαξη των περιορισμών που προβλέπονται στο άρθρο 38, τα μη ενοποιημένα ίδια κεφάλαια των πιστωτικών ιδρυμάτων αποτελούνται από τα στοιχεία που παρατίθενται κατωτέρω:

1. το κεφάλαιο κατά την έννοια του άρθρου 22 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ, εφόσον έχει καταβληθεί, στο οποίο προστίθεται η διαφορά από την έκδοση μετοχών υπέρ το άρτιον, εξαιρουμένων όμως των σωρευτικών προνομιούχων μετοχών·

2. τα αποθεματικά κατά την έννοια του άρθρου 23 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ και τα αποτελέσματα του προηγούμενου έτους που μεταφέρονται μέσω της διάθεσης του τελικού αποτελέσματος. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν το συνυπολογισμό των προσωρινών κερδών, προτού ληφθεί επίσημα η σχετική απόφαση, μόνο εάν τα κέρδη αυτά έχουν ελεγχθεί από πρόσωπα αρμόδια για τον έλεγχο των λογαριασμών και εάν οι αρμόδιες αρχές λάβουν ικανοποιητικές αποδείξεις ότι το ύψος τους έχει εκτιμηθεί σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στην οδηγία 86/635/ΕΟΚ και είναι καθαρό από κάθε προβλέψιμη επιβάρυνση και πρόβλεψη για μερίσματα·

3. τα κεφάλαια για γενικούς τραπεζικούς κινδύνους κατά την έννοια του άρθρου 38 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ·

4. τα αποθεματικά αναπροσαρμογής κατά την έννοια του άρθρου 33 της οδηγίας 78/660/ΕΟΚ·

5. τις διαφορές προσαρμογής αξίας κατά την έννοια του άρθρου 37 παράγραφος 2 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ·

6. τα άλλα στοιχεία κατά την έννοια του άρθρου 35·

7. τις αναλήψεις υποχρεώσεων των μελών των πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν συσταθεί υπό μορφή συνεταιριστικής εταιρείας και τις αλληλέγγυες υποχρεώσεις των δανειζομένων από ορισμένα ιδρύματα οργανωμένα υπό μορφή ταμείων, τα οποία αναφέρει το άρθρο 36 παράγραφος 1·

8. τις σωρευτικές προνομιούχες μετοχές καθορισμένης διάρκειας καθώς και τα ληφθέντα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, που αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφος 3.

Αφαιρούνται τα κατωτέρω στοιχεία, όπως ορίζεται στο άρθρο 38:

9. η λογιστική αξία των ιδίων μετοχών τις οποίες κατέχει το πιστωτικό ίδρυμα·

10. άυλα στοιχεία του ενεργητικού, κατά την έννοια του άρθρου 4 "ενεργητικό", σημείο 9 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ·

11. τα σημαντικά αρνητικά αποτελέσματα της τρέχουσας χρήσης·

12. οι συμμετοχές σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα και χρηματοδοτικά ιδρύματα που υπερβαίνουν το 10 % του κεφαλαίου των ιδρυμάτων αυτών, καθώς και οι απαιτήσεις μειωμένης εξασφάλισης και οι τίτλοι που αναφέρει το άρθρο 35, τα οποία κατέχει το πιστωτικό ίδρυμα επί πιστωτικών ιδρυμάτων και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων στα οποία συμμετέχει σε ποσοστό μεγαλύτερο του 10 % του κεφαλαίου τους.

Σε περίπτωση προσωρινής κατοχής μετοχών σε άλλο πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα με σκοπό την παροχή οικονομικής βοήθειας για ανασυγκρότηση και διάσωση του εν λόγω ιδρύματος, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εγκρίνουν παρεκκλίσεις από τη διάταξη αυτή·

13. οι συμμετοχές σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα που είναι μικρότερες από ή ίσες προς το 10 % του κεφαλαίου των ιδρυμάτων αυτών καθώς και οι απαιτήσεις μειωμένης εξασφάλισης και οι τίτλοι που αναφέρει το άρθρο 35, τα οποία κατέχει το πιστωτικό ίδρυμα επί πιστωτικών ιδρυμάτων ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων εκτός εκείνων που αναφέρει το σημείο 12 για το ποσό του συνόλου αυτών των συμμετοχών, των απαιτήσεων μειωμένης εξασφάλισης και των τίτλων το οποίο ξεπερνά το 10 % των ιδίων κεφαλαίων πιστωτικού ιδρύματος υπολογιζομένων πριν από την αφαίρεση των στοιχείων του σημείου 12 και του παρόντος στοιχείου.

Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι, για τον ενδεχόμενο υπολογισμό των μη ενοποιημένων ίδιων κεφαλαίων, οι μητρικές επιχειρήσεις που υπόκεινται σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση, μπορούν να μην αφαιρούν τις συμμετοχές τους σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα που περιλαμβάνονται στην ενοποίηση. Η διάταξη αυτή ισχύει για το σύνολο των κανόνων προληπτικής εποπτείας που έχουν εναρμονιστεί με κοινοτικές πράξεις.

3. Η έννοια των ιδίων κεφαλαίων, όπως ορίζεται στην παράγραφο 2 σημεία 1 έως 8, περιλαμβάνει ένα μέγιστο αριθμό στοιχείων και ποσών. Η χρησιμοποίηση αυτών των στοιχείων και ο καθορισμός κατώτερων ορίων, καθώς και η αφαίρεση άλλων στοιχείων εκτός από εκείνα που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 σημεία 9 έως 13, επαφίενται στην εκτίμηση των κρατών μελών. Ωστόσο, τα κράτη μέλη πρέπει να αποβλέπουν σε αυξημένη σύγκλιση με στόχο την επίτευξη ενός κοινού ορισμού των ιδίων κεφαλαίων.

Για το σκοπό αυτό, το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 1996, η Επιτροπή θα υποβάλει έκθεση σχετικά με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου και των άρθρων 35 έως 39 στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, συνοδευόμενη, ενδεχομένως, από τις προτάσεις και τροποποιήσεις που θα κρίνει αναγκαίες. Το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 1998, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με την διαδικασία του άρθρου 251 της συνθήκης ύστερα από διαβούλευση με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, θα εξετάσουν τον ορισμό των ιδίων κεφαλαίων με σκοπό την ενιαία εφαρμογή του κοινού ορισμού.

4. Τα στοιχεία που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 σημεία 1) έως 5), πρέπει να είναι πλήρως και παραχρήμα διαθέσιμα από το πιστωτικό ίδρυμα προς κάλυψη των κινδύνων ή των ζημιών, κατά τη στιγμή της επέλευσής τους. Το ποσόν τους πρέπει να είναι μειωμένο από κάθε φορολογική επιβάρυνση που είναι δυνατόν να προβλεφθεί κατά το χρόνο του υπολογισμού του, ή να προσαρμόζεται καταλλήλως στο μέτρο που η επιβάρυνση αυτή μειώνει το ποσό μέχρι το οποίο τα στοιχεία αυτά ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη κινδύνων ή ζημιών.

Άρθρο 35

Άλλα στοιχεία

1. Η έννοια των ιδίων κεφαλαίων την οποία χρησιμοποιεί ένα κράτος μέλος μπορεί να περιέχει άλλα στοιχεία εφόσον, ανεξάρτητα από τη νομική ή λογιστική ονομασία τους, έχουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

α) βρίσκονται στην ελεύθερη διάθεση του πιστωτικού ιδρύματος για την κάλυψη των συνήθων τραπεζικών κινδύνων, όταν η έκταση των ζημιών ή των μειώσεων αξίας δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί·

β) η ύπαρξή τους εμφαίνεται στις εσωτερικές λογιστικές εγγραφές·

γ) το ποσό τους καθορίζεται από τη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύματος, επαληθεύεται από ανεξάρτητους ελεγκτές, γνωστοποιείται στις αρμόδιες αρχές και τελεί υπό την εποπτεία των αρχών αυτών.

2. Άλλα στοιχεία μπορούν επίσης να θεωρηθούν οι τίτλοι μη καθορισμένης διάρκειας και άλλα μέσα, εφόσον πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) δεν μπορούν να εξοφληθούν με πρωτοβουλία του κομιστή ή χωρίς προηγούμενη σύμφωνη γνώμη της αρμόδιας αρχής·

β) η σύμβαση έκδοσης πρέπει να προβλέπει ότι το πιστωτικό ίδρυμα έχει τη δυνατότητα να αναβάλει την πληρωμή των τόκων του δανείου·

γ οι απαιτήσεις του δανειστή έναντι του πιστωτικού ιδρύματος κατατάσσονται στο σύνολό τους μετά τις απαιτήσεις μη μειωμένης εξασφάλισης όλων των άλλων πιστωτών·

δ) τα έγγραφα στα οποία βασίζεται η έκδοση των τίτλων πρέπει να προβλέπουν ότι το χρέος και οι μη καταβληθέντες τόκοι είναι δυνατόν να διατεθούν για την απόσβεση ζημιών, ενώ το πιστωτικό ίδρυμα έχει τη δυνατότητα να εξακολουθεί να ασκεί τις δραστηριότητές του·

ε) λαμβάνονται υπόψη μόνον τα ποσά τα οποία έχουν πράγματι καταβληθεί.

Στα ανωτέρω μπορούν να προστεθούν οι σωρευτικές προνομιούχες μετοχές εκτός από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 34 παράγραφος 2 σημείο 8.

Άρθρο 36

Άλλες διατάξεις που αφορούν τα ίδια κεφάλαια

1. Οι αναλήψεις υποχρεώσεων των μελών των πιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία έχουν συσταθεί υπό μορφή συνεταιριστικών εταιρειών, που αναφέρει το άρθρο 34 παράγραφος 2 σημείο 7, αποτελούνται από το κεφάλαιο που δεν έχουν κληθεί να καταβάλουν τα μέλη αυτών των εταιρειών καθώς και από τις νομίμως ανειλημμένες υποχρεώσεις των μελών των εν λόγω εταιρειών να πραγματοποιούν, σε περίπτωση που αυτό το πιστωτικό ίδρυμα θα υποστεί ζημία, συμπληρωματικές καταβολές που δεν πρόκειται να τους αποδοθούν. Στην περίπτωση αυτή, η καταβολή των εν λόγω ποσών θα πρέπει να είναι αμέσως απαιτητή.

Με τα ανωτέρω στοιχεία εξομοιούνται οι αλληλέγγυες υποχρεώσεις των δανειζομένων από πιστωτικά ιδρύματα οργανωμένα υπό μορφή ταμείων.

Όλα αυτά τα στοιχεία μπορούν να περιλαμβάνονται στα ίδια κεφάλαια εφόσον, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, συνυπολογίζονται ως ίδια κεφάλαια των ιδρυμάτων της κατηγορίας αυτής.

2. Τα κράτη μέλη δεν περιλαμβάνουν στα ίδια κεφάλαια των δημόσιων πιστωτικών ιδρυμάτων τις εγγύησεις που τα ίδια ή οι αρχές τους χορηγούν στα εν λόγω ιδρύματα.

3. Τα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές μπορούν να περιλάβουν στα ίδια κεφάλαια τις σωρευτικές προνομιούχες μετοχές καθορισμένης διάρκειας που αναφέρονται στο άρθρο 34 παράγραφος 2 σημείο 8), καθώς και τα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης που αναφέρονται στην αυτή διάταξη, μόνον εάν πράγματι υπάρχουν δεσμευτικές συμφωνίες βάσει των οποίων, σε περίπτωση πτώχευσης ή εκκαθάρισης του πιστωτικού ιδρύματος, τα δάνεια αυτά κατατάσσονται μετά τις απαιτήσεις όλων των άλλων πιστωτών και δεν εξοφλούνται παρά μετά την εξόφληση όλων των άλλων εκκρεμούντων τη στιγμή εκείνη χρεών.

Τα εν λόγω δάνεια μειωμένης εξασφάλισης πρέπει επίσης να ανταποκρίνονται και στα ακόλουθα κριτήρια:

α) λαμβάνονται υπόψη μόνον τα ποσά τα οποία έχουν πράγματι καταβληθεί·

β) η αρχική διάρκειά τους πρέπει να είναι τουλάχιστον πενταετής, μετά την πάροδο της οποίας θα είναι δυνατή η εξόφληση εάν δεν έχει καθοριστεί ημερομηνία κατά την οποία καθίσταται ληξιπρόθεσμη η οφειλή, αποδίδονται μόνον ύστερα από πενταετή προειδοποίηση, εκτός εάν έχουν παύσει να λογίζονται ως ίδια κεφάλαια ή εάν απαιτείται τυπικά προηγούμενη σύμφωνη γνώμη των αρμοδίων αρχών για την προ της λήξεως εξόφλησή τους. Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέψουν την προ της λήξεως εξόφληση αυτών των δανείων υπό τον όρο ότι η σχετική αίτηση υποβλήθηκε με πρωτοβουλία του εκδότη και ότι δεν θίγεται η φερεγγυότητα του πιστωτικού ιδρύματος·

γ) το ποσό μέχρι το οποίο επιτρέπεται να περιληφθούν στα ίδια κεφάλαια θα μειώνεται σταδιακά κατά την τελευταία πενταετία, πριν από την ημερομηνία λήξεως·

δ) στη σύμβαση δανείου δεν επιτρέπεται να συμπεριλαμβάνονται ρήτρες που να ορίζουν ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, εκτός από την εκκαθάριση του πιστωτικού ιδρύματος, η οφειλή καθίσταται απαιτητή πριν καταστεί ληξιπρόθεσμη.

Άρθρο 37

Υπολογισμός των ιδίων κεφαλαίων σε ενοποιημένη βάση

1. Όταν ο υπολογισμός πρέπει να γίνει σε ενοποιημένη βάση, τα στοιχεία που απαριθμούνται στο άρθρο 34, παράγραφος 2 διατηρούνται για τα ενοποιημένα ποσά τους σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζουν τα άρθρα 52 έως 56. Επιπλέον, μπορούν να εξομοιώνονται προς τα ενοποιημένα αποθεματικά, για τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων, τα ακόλουθα στοιχεία όταν είναι πιστωτικά ("αρνητικά"):

- τα δικαιώματα της μειοψηφίας κατά την έννοια του άρθρου 21 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ, σε περίπτωση χρησιμοποίησης της μεθόδου της πλήρους ενοποίησης,

- η διαφορά πρώτης ενοποίησης κατά την έννοια των άρθρων 19, 30 και 31 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ,

- οι διαφορές εκ μετατροπής που περιλαμβάνονται στα ενοποιημένα αποθεματικά, σύμφωνα με το άρθρο 39 παράγραφος 6 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ,

- η διαφορά που προκύπτει από την καταχώρηση ορισμένων συμμετοχών, σύμφωνα με τη μέθοδο που περιγράφεται στο άρθρο 33 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ.

2. Όταν τα στοιχεία που προηγούνται είναι χρεωστικά ("θετικά"), πρέπει να αφαιρούνται κατά τον υπολογισμό των ενοποιημένων ιδίων κεφαλαίων.

Άρθρο 38

Μειώσεις και περιορισμοί

1. Τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 34 παράγραφος 2 σημεία 4) έως 8), υπόκεινται στους ακόλουθους περιορισμούς:

α) το σύνολο των στοιχείων των σημείων 4) έως 8), δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 100 %, και ανώτατο όριο, των στοιχείων των σημείων 1) συν 2) και 3) μείον 9), 10) και 11)·

β) το σύνολο των στοιχείων των σημείων 7) και 8) δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει ένα ανώτατο όριο που αντιστοιχεί στο 50 % των στοιχείων των σημείων 1) συν 2) και 3) μείον 9), 10) και 11)·

γ) το σύνολο των στοιχείων των σημείων 12) και 13) αφαιρείται από το σύνολο των στοιχείων.

2. Προσωρινά και σε έκτακτες περιπτώσεις, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα πιστωτικά ιδρύματα να υπερβαίνουν τα όρια που θεσπίζονται στην παράγραφο 1.

Άρθρο 39

Προσκόμιση αποδείξεων στις αρμόδιες αρχές

Η τήρηση των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 34, παράγραφοι 2, 3 και 4 και στα άρθρα 35 έως 38 πρέπει να αποδεικνύεται στις αρμόδιες αρχές, κατά ικανοποιητικό τρόπο.

Τμήμα 2

Συντελεστής φερεγγυότητας

Άρθρο 40

Γενικές αρχές

1. Ο συντελεστής φερεγγυότητας εκφράζει τα ίδια κεφάλαια, κατά την έννοια του άρθρου 41, ως ποσοστό του συνόλου των στοιχείων ενεργητικού και των εκτός ισολογισμού στοιχείων, σταθμισμένων κατά τον κίνδυνο σύμφωνα με το άρθρο 42.

2. Ο συντελεστής φερεγγυότητας πιστωτικών ιδρυμάτων που δεν είναι ούτε μητρικές επιχειρήσεις κατά την έννοια του άρθρου 1 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ ούτε θυγατρικές αυτών των επιχειρήσεων, υπολογίζεται σε μεμονωμένη βάση.

3. Ο συντελεστής φερεγγυότητας πιστωτικών ιδρυμάτων που είναι μητρικές επιχειρήσεις, υπολογίζεται σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με τις μεθόδους που καθορίζονται στην παρούσα οδηγία καθώς και στην οδηγία 86/635/ΕΟΚ.

4. Οι αρχές που είναι αρμόδιες για την έγκριση και την εποπτεία της μητρικής επιχείρησης, η οποία είναι πιστωτικό ίδρυμα, μπορούν επίσης να απαιτούν τον υπολογισμό υποενοποιημένου ή μη ενοποιημένου συντελεστή της επιχείρησης αυτής καθώς και κάθε θυγατρικής της η οποία υπόκειται στην έγκριση και την εποπτεία τους. Εάν δεν γίνεται τέτοιος έλεγχος για τη δέουσα κατανομή του κεφαλαίου στο εσωτερικό του τραπεζικού ομίλου, πρέπει να λαμβάνονται άλλα μέτρα για το σκοπό αυτό.

5. Με την επιφύλαξη της τήρησης από τα πιστωτικά ιδρύματα των υποχρεώσεων που θεσπίζονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 και στο άρθρο 52 παράγραφοι 8 και 9, οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν ώστε οι συντελεστές να υπολογίζονται τουλάχιστον δύο φορές το χρόνο, είτε από το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο θα γνωστοποιεί στις αρμόδιες αρχές τα προκύπτοντα αποτελέσματα καθώς και όλα τα απαιτούμενα στοιχεία υπολογισμού, είτε από τις αρμόδιες αρχές οι οποίες θα χρησιμοποιούν τα στοιχεία που τους παρέχουν τα πιστωτικά ιδρύματα.

6. Η αποτίμηση των στοιχείων ενεργητικού και των εκτός ισολογισμού στοιχείων γίνεται σύμφωνα με την οδηγία 86/635/ΕΟΚ.

Άρθρο 41

Αριθμητής: ίδια κεφάλαια

Τα ίδια κεφάλαια όπως ορίζονται στην παρούσα οδηγία αποτελούν τον αριθμητή του συντελεστή φερεγγυότητας.

Άρθρο 42

Παρονομαστής: Στοιχεία ενεργητικού και εκτός ισολογισμού στοιχεία σταθμισμένα κατά τον κίνδυνο

1. Οι βαθμοί πιστωτικού κινδύνου, εκφρασμένοι ως ποσοστιαίες σταθμίσεις, προσδίδονται στα διάφορα στοιχεία του ενεργητικού, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 43 και 44, κατ' εξαίρεση δε των άρθρων 45, 62 και 63. Η αξία που εμφανίζεται στον ισολογισμό για κάθε στοιχείο του ενεργητικού πολλαπλασιάζεται με την αντίστοιχη στάθμιση, ώστε να προκύψει η σταθμισμένη κατά τον κίνδυνο αξία.

2. Στην περίπτωση των εκτός ισολογισμού στοιχείων που απαριθμούνται στο παράρτημα II, χρησιμοποιείται μέθοδος υπολογισμού σε δύο στάδια η οποία περιγράφεται στο άρθρο 43 παράγραφος 2.

3. Όσον αφορά τα εκτός ισολογισμού στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 43 παράγραφος 3, το ενδεχόμενο κόστος αντικατάστασης των συμβάσεων σε περίπτωση αθέτησης υποχρεώσεων εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου υπολογίζεται με μία από τις δύο μεθόδους του παραρτήματος III. Αυτό το κόστος πολλαπλασιάζεται με τη σχετική στάθμιση που αντιστοιχεί στον αντισυμβαλλόμενο σύμφωνα με το άρθρο 43 παράγραφος 1 εκτός από την προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή στάθμιση 100 % που αντικαθίσταται από τη στάθμιση 50 %, ώστε να προκύψουν αξίες προσαρμοσμένες κατά τον κίνδυνο.

4. Το άθροισμα των σταθμισμένων κατά τον κίνδυνο αξιών των στοιχείων ενεργητικού και των εκτός ισολογισμού στοιχείων που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3, αποτελεί τον παρονομαστή του συντελεστή φερεγγυότητας.

Άρθρο 43

Συντελεστές στάθμισης κινδύνου

1. Οι ακόλουθοι συντελεστές στάθμισης εφαρμόζονται στις διάφορες κατηγορίες στοιχείων του ενεργητικού πάντως οι αρμόδιες αρχές έχουν τη δυνατότητα να καθορίσουν υψηλότερους συντελεστές στάθμισης εάν το θεωρήσουν σκόπιμο.

α) Μηδενικός συντελεστής στάθμισης

1. Ταμείο και ισοδύναμα στοιχεία.

2. Στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών της ζώνης Α.

3. Στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

4. Στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις με τη ρητή εγγύηση των κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών της ζώνης Α ή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

5. Στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών της ζώνης Β, και που είναι εκφρασμένα και έχουν χρηματοδοτηθεί στο εθνικό νόμισμα του οφειλέτη.

6. Στοιχεία ενεργητικού τα οποία αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις που καλύπτονται από τη ρητή εγγύηση κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών της ζώνης Β, και που είναι εκφρασμένα και έχουν χρηματοδοτηθεί στο κοινό εθνικό νόμισμα του εγγυητή και του οφειλέτη.

7. Στοιχεία ενεργητικού εξασφαλισμένα, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, με τίτλους που έχουν εκδοθεί από κεντρικές κυβερνήσεις ή κεντρικές τράπεζες της ζώνης Α ή τίτλους που έχουν εκδοθεί από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή με κατάθεση μετρητών στο δανειοδοτούν ίδρυμα ή με πιστοποιητικά καταθέσεων ή άλλους παρόμοιους τίτλους που έχει εκδόσει το ίδιο ίδρυμα και είναι κατατεθειμένα σ' αυτό.

β) Συντελεστής στάθμισης 20 %

1. Στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι της ΕΤΕπ.

2. Στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης.

3. Στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις που καλύπτονται από ρητή εγγύηση της ΕΤΕπ.

4. Στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις που καλύπτονται από ρητή εγγύηση πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης.

5. Στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών της ζώνης Α, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 44.

6. Στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις που καλύπτονται από ρητή εγγύηση των περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών της ζώνης Α, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 44.

7. Στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι πιστωτικών ιδρυμάτων της ζώνης Α, και τα οποία δεν ανήκουν στα ίδια κεφάλαια των ιδρυμάτων αυτών.

8. Στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις, ληξιπρόθεσμες εντός έτους κατ' ανώτατο όριο, έναντι πιστωτικών ιδρυμάτων της ζώνης Β, εκτός των τίτλων που έχουν εκδοθεί από τα ιδρύματα αυτά και τα οποία θεωρούνται συστατικό στοιχείο των ιδίων κεφαλαίων τους.

9. Στοιχεία ενεργητικού που καλύπτονται από ρητή εγγύηση πιστωτικών ιδρυμάτων της ζώνης Α.

10. Στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις, ληξιπρόθεσμες εντός έτους κατ' ανώτατο όριο, και τα οποία καλύπτονται από ρητή εγγύηση πιστωτικών ιδρυμάτων της ζώνης Β.

11. Στοιχεία ενεργητικού εξασφαλισμένα, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, με τίτλους που έχουν εκδοθεί από την ΕΤΕπ ή από πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης.

12. Στοιχεία ταμείου που βρίσκονται στη διαδικασία είσπραξης.

γ) Συντελεστής στάθμισης 50 %

1. Δάνεια που εξασφαλίζονται πλήρως, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, με υποθήκες σε κατοικίες στις οποίες διαμένει ή πρόκειται να διαμείνει ή τις οποίες εκμισθώνει ή θα εκμισθώσει ο δανειολήπτης, και δάνεια πλήρως εξασφαλισμένα, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, με μετοχές σε φινλανδικές στεγαστικές εταιρείες λειτουργούσες βάσει του φινλανδικού νόμου περί στεγαστικών εταιρειών του 1991 ή βάσει μεταγενέστερης ισοδύναμης νομοθεσίας, προκειμένου περί αστικών ακινήτων τα οποία κατοικούνται ή θα κατοικηθούν ή θα εκμισθωθούν από τον δανειολήπτη.

"Τίτλοι που εξασφαλίζονται με υποθήκη" και μπορούν να εξομοιωθούν με τα δάνεια που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο ή στο άρθρο 62, παράγραφος 1, εάν οι αρμόδιες αρχές θεωρούν, λαμβάνοντας υπόψη το νομοθετικό πλαίσιο σε κάθε κράτος μέλος, ότι είναι ισοδύναμοι ως προς τον πιστωτικό κίνδυνο. Με κάθε επιφύλαξη για το είδος των τίτλων που μπορούν να συμπεριληφθούν και πληρούν τις προϋποθέσεις του παρόντος σημείου 1, οι "τίτλοι που εξασφαλίζονται με υποθήκη" μπορεί να συμπεριλάβουν τίτλους κατά την έννοια του τμήματος Β παράγραφος 1 στοιχεία α) και β) του παραρτήματος της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ(17). Ειδικότερα, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν πεισθεί ότι:

i) οι τίτλοι αυτοί εξασφαλίζονται καθ' ολοκληρίαν και άμεσα από ένα σύνολο ενυπόθηκων δανείων της ιδίας φύσης με αυτά που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο ή στο άρθρο 62, παράγραφος 1 και τα οποία είναι απολύτως ενήμερα κατά τη σύσταση των τίτλων που εξασφαλίζονται με υποθήκη

ii) έχει εγγραφεί επί των υπεγγύων περιουσιακών στοιχείων και σε αποδεκτό βαθμό υψηλής τάξης υποθήκη είτε άμεσα από τους επενδυτές σε τίτλους που εξασφαλίζονται με υποθήκη, είτε για λογαριασμό τους από κάποιο διαχειριστή ή άλλο εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο κατά την ίδια αναλογία που έχουν οι τίτλοι που έχουν στην κατοχή τους ατομικά προς το σύνολο των διαθέσιμων τίτλων.

2. Έξοδα επόμενων χρήσεων και έσοδα χρήσεως εισπρακτέα: σ' αυτά τα στοιχεία εφαρμόζεται ο συντελεστής στάθμισης του αντισυμβαλλομένου, εφόσον το πιστωτικό ίδρυμα είναι σε θέση να τον προσδιορίσει σύμφωνα με την οδηγία 86/635/ΕΟΚ ειδάλλως, στις περιπτώσεις όπου δεν μπορεί να τον προσδιορίσει, εφαρμόζεται κατ' αποκοπή στάθμιση 50 %.

δ) Συντελεστής στάθμισης 100 %

1. Στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι κεντρικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών της ζώνης Β, εκτός εκείνων που είναι εκφρασμένα και έχουν χρηματοδοτηθεί στο νόμισμα του οφειλέτη.

2. Στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών της ζώνης Β.

3. Στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις, ληξιπρόθεσμες εντός διαστήματος μεγαλύτερου του έτους, έναντι πιστωτικών ιδρυμάτων της ζώνης Β.

4. Στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις, έναντι των μη τραπεζικών τομέων της ζώνης Α και της ζώνης Β.

5. Ενσώματα στοιχεία, κατά την έννοια "ενεργητικό", του άρθρου 4 σημείο 10 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ.

6. Χαρτοφυλάκια μετοχών, συμμετοχών και άλλων στοιχείων συστατικών των ιδίων κεφαλαίων άλλων πιστωτικών ιδρυμάτων, τα οποία δεν αφαιρούνται από τα ίδια κεφάλαια του δανειοδοτικού ιδρύματος.

7. Όλα τα υπόλοιπα στοιχεία ενεργητικού, εκτός από εκείνα που έχουν αφαιρεθεί από τα ίδια κεφάλαια.

2. Η ακόλουθη μέθοδος εφαρμόζεται στα εκτός ισολογισμού στοιχεία που δεν αναφέρονται στην παράγραφο 3. Πρώτον, κατατάσσονται σε ομάδες ανάλογα με το βαθμό κινδύνου που ορίζεται στο παράρτημα II. Συνυπολογίζεται η πλήρης αξία των στοιχείων υψηλού κινδύνου, το 50 % της αξίας των στοιχείων μέσου κινδύνου, το 20 % της αξίας των στοιχείων μέτριου κινδύνου, ενώ εκτιμάται ως μηδενική η αξία των στοιχείων χαμηλού κινδύνου. Δεύτερον, οι αξίες των εκτός ισολογισμού στοιχείων, αφού προσαρμοστούν όπως περιγράφεται προηγουμένως, πολλαπλασιάζονται με τους συντελεστές στάθμισης που προσδίδονται στους οικείους αντισυμβαλλομένους, σύμφωνα με τα οριζόμενα για τα στοιχεία ενεργητικού στην παράγραφο 1 και στο άρθρο 44. Στην περίπτωση πράξεων προσωρινής εκχώρησης και άλλων εκχωρήσεων με υποχρέωση επαναγοράς καθώς και στην περίπτωση υποχρεώσεων αγοράς επί προθεσμία, οι συντελεστές στάθμισης θα είναι οι αποδιδόμενοι στα εν λόγω στοιχεία και όχι οι αποδιδόμενοι στους αντισυμβαλλόμενους αυτών των συναλλαγών. Το τμήμα του εγγεγραμμένου κεφαλαίου του Ευρωπαϊκού Ταμείου Επενδύσεων που δεν έχει κληθεί να καταβληθεί μπορεί να σταθμίζεται με συντελεστή 20 %.

3. Οι μέθοδοι που περιγράφονται στο παράρτημα III εφαρμόζονται στα εκτός ισολογισμού στοιχεία του παραρτήματος IV εκτός από:

- τις συμβάσεις που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε αναγνωρισμένα χρηματιστήρια,

- τις συμβάσεις πράξεων συναλλάγματος (εξαιρουμένων των συμβάσεων που αφορούν χρυσό) αρχικής διάρκειας μέχρι δεκατεσσάρων ημερών.

Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2006, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν να εξαιρούν από την εφαρμογή των προβλεπομένων στο παράρτημα III μεθόδων, τις συμβάσεις εξωχρηματιστηριακών παραγώγων που συμψηφίζονται από γραφείο συμψηφισμού όπου το γραφείο συμψηφισμού ενεργεί ως ο νόμιμος αντισυμβαλλόμενος και όλοι οι συμμετέχοντες καλύπτουν πλήρως επί καθημερινής βάσεως το άνοιγμα που παρουσιάζουν έναντι του γραφείου συμψηφισμού, παρέχοντας εγγυήσεις που καλύπτουν τόσο το τρέχον άνοιγμα όσο και το ενδεχόμενο μελλοντικό άνοιγμα. Οι αρμόδιες αρχές πρέπει να κρίνουν ότι η παρεχόμενη εγγύηση προσφέρει αντίστοιχη διασφάλιση με την εγγύηση, η οποία παρέχεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 στοιχείο α) σημείο 7 και ότι δεν υπάρχει κίνδυνος διεύρυνσης των ανοιγμάτων του γραφείου συμψηφισμού πέραν της αγοραίας αξίας της παρεχόμενης εγγύησης. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με την τυχόν χρησιμοποίηση αυτής της δυνατότητας.

4. Όραν τα εκτός ισολογισμού στοιχεία καλύπτονται από ρητή εγγύηση, σταθμίζονται σαν να είχαν συναφθεί για λογαριασμό του εγγυητή και όχι του πραγματικού αντισυμβαλλόμενου. Όταν ο κίνδυνος που προκύπτει από συναλλαγή εκτός ισολογισμού είναι πλήρως και εξ' ολοκλήρου εξασφαλισμένος, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, με κάποια από τα στοιχεία ενεργητικού που αναγνωρίζονται στην παράγραφο 1 σημείο α) στοιχείο 7 και στοιχείο β) σημείο 11, ως επαρκής ασφάλεια, εφαρμόζονται συντελεστές στάθμισης 0 ή 20 %, ανάλογα με την εν λόγω ασφάλεια.

Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης 50 % στα στοιχεία εκτός ισολογισμού που αντιπροσωπεύουν εγγυοδοσίες ή εγγυήσεις πιστώσεων που έχουν χαρακτήρα υποκαταστάτων πιστώσεων και τα οποία εξασφαλίζονται πλήρως, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, με υποθήκες που πληρούν τους όρους της παραγράφου 1 στοιχείο γ) σημείο 1, υπό την επιφύλαξη ότι ο εγγυητής έχει άμεσο δικαίωμα επί των υπεγγύων.

5. Όταν τα στοιχεία του ενεργητικού και τα εκτός ισολογισμού στοιχεία σταθμίζονται με χαμηλότερο συντελεστή λόγω ύπαρξης ρητής εγγύησης ή ασφάλειας δεκτής από τις αρμόδιες αρχές, η στάθμιση με χαμηλότερο συντελεστή εφαρμόζεται μόνο στο εγγυημένο τμήμα ή σ' αυτό που καλύπτεται πλήρως από την ασφάλεια.

Άρθρο 44

Στάθμιση των απαιτήσεων έναντι των περιφερειακών κυβερνήσεων και των τοπικών αρχών των κρατών μελών

1. Παρά από τις απαιτήσεις του άρθρου 43 παράγραφος 1, στοιχείο β), τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν στάθμιση 0 % για τις δικές τους περιφερειακές κυβερνήσεις ή τοπικές αρχές, εάν δεν υπάρχει, όσον αφορά τους κινδύνους, διαφορά μεταξύ των απαιτήσεων έναντι αυτών των τελευταίων και των απαιτήσεων έναντι των κεντρικών κυβερνήσεων, λόγω των φορολογικών εξουσιών τις οποίες έχουν οι περιφερειακές κυβερνήσεις και οι τοπικές αρχές, καθώς και λόγω της ύπαρξης ιδιαιτέρων θεσμικών διατάξεων που περιορίζουν την πιθανότητα να βρεθούν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών. Η μηδενική στάθμιση που ορίζεται κατ' εφαρμογή αυτών των κριτηρίων ισχύει για τις απαιτήσεις έναντι των εν λόγω περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών και για τα εκτός ισολογισμού στοιχεία που έχουν αναληφθεί για λογαριασμό τους, καθώς και για τις απαιτήσεις έναντι τρίτων και τα ανειλημμένα για λογαριασμό τρίτων στοιχεία εκτός ισολογισμού που καλύπτονται από την εγγύηση των εν λόγω περιφερειακών κυβερνήσεων ή τοπικών αρχών ή είναι εξασφαλισμένα, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, με τίτλους που έχουν εκδοθεί από αυτές τις περιφερειακές κυβερνήσεις ή τοπικές αρχές.

2. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή, όταν θεωρούν ότι δικαιολογείται μηδενική στάθμιση, σύμφωνα με τα κριτήρια της παραγράφου 1. Η Επιτροπή κοινολογεί την πληροφορία αυτή. Άλλα κράτη μέλη μπορούν να δίδουν, στα υπό την εποπτεία των αρμοδίων αρχών τους πιστωτικά ιδρύματα, τη δυνατότητα να εφαρμόζουν μηδενική στάθμιση, όταν συναλλάσσονται με τις εν λόγω περιφερειακές κυβερνήσεις ή τοπικές αρχές ή όταν κατέχουν απαιτήσεις εγγυημένες από αυτές, συμπεριλαμβανομένων των εγγυήσεων υπό μορφή τίτλων.

Άρθρο 45

Άλλες σταθμίσεις

1. Με την επιφύλαξη του άρθρου 44 παράγραφος 1, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν στάθμιση 20 % στα στοιχεία ενεργητικού που, κατά την κρίση των οικείων αρμοδίων αρχών, είναι εξασφαλισμένα με τίτλους που εκδίδονται από περιφερειακές κυβερνήσεις ή τοπικές αρχές της ζώνης Α, με καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα της ζώνης Α πλην του δανειοδοτούντος ιδρύματος, ή με πιστοποιητικά καταθέσεων ή άλλα παρόμοια μέσα που εκδίδονται από αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα.

2. Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν στάθμιση 10 % στις απαιτήσεις έναντι των ιδρυμάτων, που είναι εξειδικευμένα στις διατραπεζικές αγορές και στις αγορές δημόσιου χρέους στο κράτος μέλος καταγωγής, και τα οποία υπόκεινται σε στενή εποπτεία εκ μέρους των αρμοδίων αρχών, όταν αυτά τα στοιχεία ενεργητικού καλύπτονται πλήρως και εξ ολοκλήρου, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής, από συνδυασμό στοιχείων ενεργητικού αναφερομένων στο άρθρο 43 παράγραφος 1, στοιχεία α) και β), τα οποία αυτές θεωρούν ότι αποτελούν επαρκή ασφάλεια.

3. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν στην Επιτροπή τις διατάξεις που θεσπίζουν κατ' εφαρμογήν των παραγράφων 1 και 2 και τους λόγους που τις δικαιολογούν. Η Επιτροπή διαβιβάζει τις πληροφορίες αυτές στα κράτη μέλη. Η Επιτροπή εξετάζει περιοδικά τις επιπτώσεις αυτών των διατάξεων, ώστε να εξασφαλίζει ότι δεν προξενούν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού.

Άρθρο 46

Διοικητικοί οργανισμοί και επιχειρήσεις μη κερδοσκοπικού σκοπού

Για την εφαρμογή του άρθρου 43 παράγραφος 1, στοιχείο β), οι αρμόδιες αρχές μπορούν επίσης να περιλάβουν στην έννοια των "περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών" διοικητικούς μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς υπεύθυνους ενώπιον των περιφερειακών κυβερνήσεων ή των τοπικών αρχών καθώς και μη κερδοσκοπικές επιχειρήσεις που αποτελούν ιδιοκτησία κεντρικών κυβερνήσεων, περιφερειακών κυβερνήσεων, τοπικών αρχών ή αρχών που, κατά τη γνώμη των αρμοδίων αρχών, έχουν τα ίδια καθήκοντα με τις περιφερειακές κυβερνήσεις και τις τοπικές αρχές.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν επίσης να περιλάβουν στην έννοια των "περιφερειακών κυβερνήσεων και τοπικών αρχών" τις εκκλησίες και θρησκευτικές κοινότητες που έχουν μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, στο βαθμό που μπορούν να επιβάλλουν φόρους σύμφωνα με τη νομοθεσία που τους παρέχει το δικαίωμα αυτό. Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή η δυνατότητα που προβλέπεται στο άρθρο 44 δεν ισχύει.

Άρθρο 47

Επίπεδα του συντελεστή φερεγγυότητας

1. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να διατηρούν μονίμως το συντελεστή που ορίζεται στο άρθρο 40 σε ύψος τουλάχιστον 8 %.

2. Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 1, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να ορίζουν υψηλότερους ελάχιστους συντελεστές φερεγγυότητας εφόσον το θεωρούν ενδεδειγμένο.

3. Στην περίπτωση που ο συντελεστής φερεγγυότητας πέσει κάτω από το 8 %, οι αρμόδιες αρχές μεριμνούν ώστε το οικείο πιστωτικό ίδρυμα να λάβει τα κατάλληλα μέτρα, για να επαναφέρει, το ταχύτερο δυνατόν, τον εν λόγω συντελεστή στο ελάχιστο συμφωνηθέν ύψος.

Τμήμα 3

Χρηματοδοτικά ανοίγματα

Άρθρο 48

Η κοινοποίηση μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων

1. Ένα χρηματοδοτικό άνοιγμα ενός πιστωτικού ιδρύματος σε έναν πελάτη σε μια ομάδα συνδεδεμένων πελατών θεωρείται μεγάλο χρηματοδοτικό άνοιγμα, όταν η αξία του φθάσει ή υπερβεί το 10 % των ιδίων κεφαλαίων του.

2. Για όλα τα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, κατά την έννοια της παραγράφου 1, το πιστωτικό ίδρυμα απευθύνει κοινοποίηση στις αρμόδιες αρχές. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι η κοινοποίηση αυτή πραγματοποιείται, κατ' επιλογήν τους, σύμφωνα με μία από τις ακόλουθες δύο διαδικασίες:

- κοινοποίηση όλων των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων τουλάχιστον μία φορά κατ' έτος, συνοδευόμενη από την ανακοίνωση, κατά τη διάρκεια του έτους, κάθε νέου μεγάλου χρηματοδοτικού ανοίγματος και κάθε αύξησης υπαρχόντων μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων κατά τουλάχιστον 20 % σε σχέση με την τελευταία ανακοίνωση,

- κοινοποίηση όλων των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων τουλάχιστον τέσσερις φορές κατ' έτος.

3. Μπορούν, ωστόσο, να απαλλαγούν από την υποχρέωση κοινοποίησης κατά της έννοια την παραγράφου 2, τα χρηματοδοτικά ανοίγματα που εξαιρούνται βάση του άρθρου 49 παράγραφος 7, στοιχεία α), β), γ), δ), στ), ζ) και η). Η συχνότητα κοινοποίησης που προβλέπεται στην παράγραφο 2 δεύτερη περίπτωση μπορεί να περιοριστεί σε δύο φορές το χρόνο για τα χρηματοδοτικά ανοίγματα που προβλέπονται στο άρθρο 49 παράγραφος 7, στοιχεία ε) και θ) έως σ) καθώς και στις παραγράφους 8, 9 και 10.

4. Οι αρμόδιες αρχές απαιτούν να έχει κάθε πιστωτικό ίδρυμα ασφαλείς διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες και επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου για την επισήμανση και τη λογιστική καταγραφή όλων των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων και των επακόλουθων μεταβολών τους, όπως ορίζει και απαιτεί η παρούσα οδηγία, καθώς και για την εποπτεία αυτών των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων λαμβάνοντας υπόψη την πολιτική που ακολουθεί το πιστωτικό ίδρυμα σε θέματα χρηματοδοτικών ανοιγμάτων.

Όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα επικαλείται το ευεργέτημα της παραγράφου 3, διατηρεί τα στοιχεία τα σχετικά με τους λόγους που επικαλέστηκε επί ένα έτος από το γενεσιουργό γεγονός της απαλλαγής, ώστε να μπορούν οι αρμόδιες αρχές να ελέγξουν το βάσιμο της απαλλαγής αυτής.

Άρθρο 49

Όρια στα μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα

1. Τα πιστωτικά ιδρύματα δεν δύνανται να έχουν, ως προς ένα πελάτη ή μια ομάδα συνδεδεμένων πελατών, χρηματοδοτικά ανοίγματα των οποίων το συνολικό ποσό υπερβαίνει το 25 % των ιδίων κεφαλαίων.

2. Όταν αυτός ο πελάτης ή η ομάδα συνδεδεμένων πελατών είναι η μητρική επιχείρηση ή η θυγατρική του πιστωτικού ιδρύματος, ή/και μια ή περισσότερες από τις θυγατρικές αυτής της μητρικής επιχείρησης, το ποσοστό που προβλέπεται στην παράγραφο 1 μειώνεται σε 20 %. Ωστόσο, τα κράτη μέλη δύνανται να μην επιβάλουν το εν λόγω όριο του 20 % στα χρηματοδοτικά ανοίγματα, προς αυτούς του πελάτες, υπό την προϋπόθεση ότι θα προβλέπουν ιδιαίτερο έλεγχο των συγκεκριμένων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων μέσω άλλων μέτρων ή διαδικασιών. Ενημερώνουν την Επιτροπή και τη συμβουλευτική επιτροπή τραπεζών για το περιεχόμενο αυτών των μέτρων ή διαδικασιών.

3. Ένα πιστωτικό ίδρυμα δεν μπορεί να αναλαμβάνει μεγάλα χρηματοδοτικά ανοίγματα των οποίων το συνολικό ποσό υπερβαίνει το 800 % των ιδίων κεφαλαίων του.

4. Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν αυστηρότερα όρια από τα όρια που προβλέπονται στις παραγράφους 1, 2 και 3.

5. Ένα πιστωτικό ίδρυμα οφείλει, όσον αφορά τα χρηματοδοτικά ανοίγματα που αναλαμβάνει, να τηρεί μονίμως τα όρια που καθορίζονται στις παραγράφους 1, 2 και 3. Εάν, σε εξαιρετική περίπτωση, τα αναληφθέντα χρηματοδοτικά ανοίγματα υπερβαίνουν τα εν λόγω όρια, αυτό πρέπει να κοινοποιείται αμέσως στις αρμόδιες αρχές οι οποίες δύνανται, εφόσον το δικαιολογούν οι περιστάσεις, να παράσχουν περιορισμένη προθεσμία προκειμένου το πιστωτικό ίδρυμα να συμμορφωθεί προς τα όρια.

6. Τα κράτη μέλη μπορούν να απαλλάσσουν πλήρως ή μερικώς από την εφαρμογή των παραγράφων 1, 2 και 3, τα χρηματοδοτικά ανοίγματα που αναλαμβάνει ένα πιστωτικό ίδρυμα έναντι της μητρικής του επιχείρησης, των άλλων θυγατρικών της μητρικής επιχείρησης, και των δικών του θυγατρικών, εφόσον οι επιχειρήσεις αυτές υπόκεινται στην εποπτεία επί ενοποιημένης βάσεως, στην οποία υπόκειται και το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα, σύμφωνα με την παρούσα οδηγία ή με τους ισοδύναμους κανόνες που ισχύουν σε τρίτη χώρα.

7. Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν, εν λόγω ή εν μέρει, από την εφαρμογή των παραγράφων 1, 2 και 3, τα ακόλουθα χρηματοδοτικά ανοίγματα:

α) στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι κεντρικών διοικήσεων ή κεντρικών τραπεζών της ζώνης·

β) στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·

γ) στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις οι οποίες καλύπτονται ρητά από εγγύηση των κεντρικών διοικήσεων ή των κεντρικών τραπεζών της ζώνης Α, καθώς και των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·

δ) άλλα ανοίγματα έναντι, ή καλυπτόμενα από την εγγύηση, των κεντρικών διοικήσεων ή των κεντρικών τραπεζών της ζώνης Α, ή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·

ε) στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις και άλλα χρηματοδοτικά ανοίγματα έναντι των κεντρικών διοικήσεων ή των κεντρικών τραπεζών της ζώνης Β, εκφρασμένες και, ενδεχομένως, χρηματοδοτούμενες στο νόμισμα του δανειζομένου·

στ) στοιχεία ενεργητικού και άλλα χρηματοδοτικά ανοίγματα επαρκώς εξασφαλισμένα, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, με τίτλους που έχουν εκδοθεί από τις κεντρικές διοικήσεις ή τις κεντρικές τράπεζες της ζώνης Α, από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή από τις τοπικές ή περιφερειακές διοικήσεις των κρατών μελών σχετικά με τις οποίες εφαρμόζεται, σε θέματα φερεγγυότητας, στάθμιση 0 % σύμφωνα με το άρθρο 44·

ζ) στοιχεία ενεργητικού και άλλα ανοίγματα επαρκώς εξασφαλισμένα, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, με κατάθεση ρευστών διαθέσιμων στο δανειοδοτούν ίδρυμα ή στο πιστωτικό ίδρυμα που είναι η μητρική επιχείρηση ή θυγατρική του δανειοδοτούντος ιδρύματος·

η) στοιχεία ενεργητικού και άλλα ανοίγματα επαρκώς εξασφαλισμένα, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, με πιστοποιητικά καταθέσεων που έχουν εκδοθεί από το δανειοδοτούν ίδρυμα ή από πιστωτικό ίδρυμα το οποίο είναι η μητρική επιχείρηση ή θυγατρική του δανειοδοτούντος ιδρύματος, και κατατεθεί σε οποιοδήποτε από αυτά·

θ) στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις και άλλα χρηματοδοτικά ανοίγματα έναντι πιστωτικών ιδρυμάτων, προθεσμίας λήξης ενός έτους ή μικρότερης, και τα οποία δεν αποτελούν ίδια κεφάλαια αυτών των ιδρυμάτων·

ι) στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις και άλλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, με προθεσμία λήξης ενός έτους ή μικρότερη, εξασφαλισμένα σύμφωνα με το άρθρο 45, παράγραφος 2, έναντι ιδρυμάτων που δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα αλλά πληρούν τους όρους της παραγράφου αυτής·

ια) εμπορικά και άλλα ανάλογα γραμμάτια, προθεσμίας λήξης ενός έτους ή μικρότερης, που φέρουν οπισθογράφηση άλλου πιστωτικού ιδρύματος·

ιβ) ομολογίες κατά την έννοια του άρθρου 22, παράγραφος 4 της οδηγίας 85/611/ΕΟΚ·

ιγ) μέχρι μεταγενέστερου συντονισμού, συμμετοχές σε ασφαλιστικές εταιρείες που αναφέρονται στο άρθρο 51, παράγραφος 3, έως το 40 % το πολύ των ιδίων κεφαλαίων του συμμετέχοντος πιστωτικού ιδρύματος·

ιδ) στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι περιφερειακών ή κεντρικών πιστωτικών ιδρυμάτων με τα οποία το δανειοδοτούν πιστωτικό ίδρυμα είναι συνδεδεμένο, στο πλαίσιο δικτύου, δυνάμει νομοθετικών ή καταστατικών διατάξεων και τα οποία είναι υπεύθυνα, κατ' εφαρμογή αυτών των διατάξεων, να προβαίνουν σε συμψηφισμό των ρευστών διαθεσίμων μεταξύ των ιδρυμάτων που συμμετέχουν στο δίκτυο·

ιε) χρηματοδοτικά ανοίγματα επαρκώς εξασφαλισμένα, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, με τίτλους άλλων από αυτούς που αναφέρονται στο στοιχείο στ), υπό τον όρο ότι οι τίτλοι αυτοί δεν εκδίδονται ούτε από το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα ή τη μητρική του επιχείρηση ή μία από τις θυγατρικές τους, ούτε από τον εν λόγω πελάτη ή ομάδα συνδεδεμένων πελατών. Οι τίτλοι που ενεχυριάζονται πρέπει να αποτιμώνται στην τιμή αγοράς, να έχουν υπεραξία σε σχέση με εξασφαλιζόμενα χρηματοδοτικά ανοίγματα και να είναι είτε εισηγμένοι σε χρηματιστήριο είτε πράγματι διαπραγματεύσιμοι και κανονικά εισηγμένοι σε αγορά που λειτουργεί μέσω αναγνωρισμένων επαγγελματιών φορέων που εξασφαλίζουν, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών του κράτους μέλους καταγωγής του πιστωτικού ιδρύματος, τη δυνατότητα καθορισμού αντικειμενικής τιμής που επιτρέπει να εξακριβώνεται, οποιαδήποτε στιγμή, η υπεραξία αυτών των τίτλων. Απαιτείται υπεραξία 100 %· εντούτοις, η υπεραξία αυτή είναι 150 % στην περίπτωση μετοχών και 50 % στην περίπτωση ομολογιών εκδιδομένων από τα πιστωτικά ιδρύματα και τις περιφερειακές ή τοπικές αρχές των κρατών μελών εκτός από αυτά που προβλέπονται στο άρθρο 44 και, στην περίπτωση ομολογιών εκδιδόμενων από την ΕΤΕπ και από τις πολυμερείς τράπεζες ανάπτυξης. Οι τίτλοι που ενεχυριάζονται δεν μπορούν να αποτελούν ίδια κεφάλαια πιστωτικών ιδρυμάτων·

ιστ) δάνεια ικανοποιητικώς, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, εξασφαλισμένα με υποθήκη επί αστικών σκινήτων ή με μετοχές σε φινλανδικές στεγαστικές εταιρείες, λειτουργούσες βάσει του φινλανδικού νόμου περί στεγαστικών εταιρειών του 1991, ή μεταγενέστερης ισοδύναμης νομοθεσίας, και πράξεις χρηματοδοτικής μίσθωσης βάσει των οποίων ο εκμισθωτής διατηρεί την πλήρη κυριότητα του εκμισθωθέντος ακινήτου ενόσω ο μισθωτής δεν έχει αποκτήσει το δικαίωμα να το αγοράσει, μέχρι ποσοστού 50 % της αξίας του ακινήτου. Η αξία του ακινήτου υπολογίζεται, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, με αυστηρούς κανόνες αξιολόγησης, οι οποίοι προβλέπονται από νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις. Η αξιολόγηση γίνεται τουλάχιστον μία φορά κατ' έτος. Για τους σκοπούς του παρόντος σημείου, θεωρείται κατοικία η κατοικία την οποία χρησιμοποιεί ή εκμισθώνει ή θα χρησιμοποιήσει ή θα εκμισθώσει ο δανειζόμενος·

ιζ) 50 % των στοιχείων εκτός ισολογισμού, περιορισμένου κινδύνου, που αναφέρονται στο παράρτημα II.

ιη) με τη συμφωνία των αρμοδίων αρχών, οι εγγυήσεις εκτός από τις εγγυήσεις πιστώσεων, οι οποίες έχουν νομοθετική ή κανονιστική βάση και τις οποίες παρέχουν στους πελάτες μέλη τους οι εταιρείες αμοιβαίων εγγυήσεων που θεωρούνται πιστωτικά ιδρύματα, υπό την επιφύλαξη στάθμισης 20 % του ποσού τους.

Τα κράτη μέλη πληροφορούν την Επιτροπή ότι κάνουν χρήση αυτής της ευχέρειας, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι δεν προκαλούνται στρεβλώσεις του ανταγωνισμού.

ιθ) τα στοιχεία εκτός ισολογισμού με χαμηλό κίνδυνο που αναφέρονται στο παράρτημα II, εφόσον έχει συναφθεί με τον πελάτη ή την ομάδα συνδεδεμένων πελατών, συμφωνία που προβλέπει ότι το χρηματοδοτικό άνοιγμα μπορεί να υπάρχει μόνον εφόσον ελεγχθεί ότι δεν θα οδηγήσει σε υπέρβαση των ορίων που ορίζονται στις παραγράφους 1, 2 και 3.

8. Τα κράτη μέλη μπορούν, για την εφαρμογή των παραγράφων 1, 2 και 3, να ορίσουν συντελεστή στάθμισης 20 % για τα στοιχεία ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις, καθώς και τα άλλα χρηματοδοτικά ανοίγματα, έναντι ή καλυπτόμενα από την εγγύηση των περιφερειακών και τοπικών διοικήσεων των κρατών μελών· ωστόσο, τα κράτη μέλη μπορούν, υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 44, να μειώσουν το συντελεστή αυτό σε 0 %.

9. Τα κράτη μέλη μπορούν, για την εφαρμογή των παραγράφων 1, 2 και 3, να ορίσουν συντελεστή στάθμισης 20 % στα στοιχεία του ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις καθώς και σε άλλα χρηματοδοτικά ανοίγματα έναντι πιστωτικών ιδρυμάτων με προθεσμία λήξης άνω του έτους αλλά μικρότερη ή ίση της τριετίας, και συντελεστή στάθμισης 50 % στα στοιχεία του ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις έναντι πιστωτικών ιδρυμάτων με προθεσμία λήξης άνω της τριετίας, υπό τον όρο ότι οι τελευταίες αυτές αντιπροσωπεύονται από χρεωστικούς τίτλους που έχουν εκδοθεί από πιστωτικό ίδρυμα και ότι επίσης, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, οι χρεωστικοί αυτοί τίτλοι είναι πράγματι διαπραγματεύσιμοι σε αγορά αποτελούμενη από επαγγελματίες φορείς και ότι υπόκεινται σε καθημερινή τιμολόγηση στην αγορά αυτή ή η έκδοση των οποίων έχει επιτραπεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους καταγωγής του εκδίδοντος πιστωτικού ιδρύματος. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να αντιπροσωπεύουν ίδια κεφάλαια.

10. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 7, σημείο θ) και της παραγράφου 9, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν σε στάθμιση 20 % στα στοιχεία του ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν απαιτήσεις και άλλα χρηματοδοτικά ανοίγματα έναντι πιστωτικών ιδρυμάτων, ανεξαρτήτως της διαρκείας τους.

11. Όταν ένα χρηματοδοτικό άνοιγμα έναντι ενός πελάτη καλύπτεται από εγγύηση τρίτου, ή από ασφάλεια υπό μορφή τίτλων που εκδίδονται από τρίτον υπό τους όρους της παραγράφου 7, στοιχείο ξ), τα κράτη μέλη μπορούν:

- να θεωρήσουν ότι το χρηματοδοτικό άνοιγμα υφίσταται έναντι τρίτου και όχι έναντι του πελάτη, εάν καλύπτεται, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, από την άμεση και άνευ όρων εγγύηση αυτού του τρίτου,

- να θεωρήσουν ότι το χρηματοδοτικό άνοιγμα υφίσταται έναντι του τρίτου και όχι έναντι του πελάτη, εάν το χρηματοδοτικό άνοιγμα που ορίζεται στην παράγραφο 7, στοιχείο ξ), καλύπτεται με ασφάλεια υπό τους όρους που προβλέπονται στη διάταξη αυτή.

12. Το αργότερο μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1999, το Συμβούλιο εξετάζει, βάσει εκθέσεως της Επιτροπής, τη μεταχείριση των διατραπεζικών χρηματοδοτικών ανοιγμάτων που προβλέπεται στην παράγραφο 7, στοιχείο θ) και στις παραγράφους 9 και 10. Το Συμβούλιο αποφασίζει, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, τις ενδεχόμενες τροποποιήσεις που πρέπει να γίνουν.

Άρθρο 50

Εποπτεία των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων σε ενοποιημένη και μη ενοποιημένη βάση

1. Όταν το πιστωτικό ίδρυμα δεν είναι ούτε μητρική επιχείρηση ούτε θυγατρική, η εποπτεία της τήρησης των υποχρεώσεων που ορίζονται από τα άρθρα 48 και 49 ή από κάθε άλλη εφαρμοστέα κοινοτική διάταξη, ασκείται σε μη ενοποιημένη βάση.

2. Στις άλλες περιπτώσεις, η εποπτεία της τήρησης των υποχρεώσεων που ορίζονται στα άρθρα 48 και 49 ή σε κάθε άλλη εφαρμοστέα κοινοτική διάταξη, ασκείται σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με τα άρθρα 52 έως 56.

3. Τα κράτη μέλη μπορούν να μην επιβάλλουν την άσκηση εποπτείας όσον αφορά την τήρηση των υποχρεώσεων που ορίζονται στα άρθρα 48 και 49 ή σε κάθε άλλη εφαρμοστέα κοινοτική διάταξη, σε μεμονωμένη ή εν μέρει ενοποιημένη βάση, όταν πρόκειται για πιστωτικό ίδρυμα το οποίο, ως μητρική επιχείρηση, υπάγεται σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση, και για τις θυγατρικές του εν λόγω πιστωτικού ιδρύματος οι οποίες υπάγονται στην άδεια λειτουργίας και εποπτεία τους και συμπεριλαμβάνονται στην εποπτεία σε ενοποιημένη βάση.

Μπορούν επίσης να μην ασκούν την εποπτεία αυτή εφόσον η μητρική επιχείρηση είναι χρηματοδοτική εταιρεία, εγκατεστημένη στο ίδιο κράτος μέλος με το πιστωτικό ίδρυμα, υπό τον όρο ότι η εν λόγω εταιρεία υπάγεται στην ίδια εποπτεία με αυτή που ασκείται επί των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Στις περιπτώσεις του πρώτου και δευτέρου εδαφίου, πρέπει να ληφθούν μέτρα για να εξασφαλιστεί η ικανοποιητική κατανομή των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων εντός του ομίλου.

Τμήμα 4

Ειδική συμμετοχή εκτός του πιστωτικού τομέα

Άρθρο 51

Όρια των ειδικών συμμετοχών σε μη χρηματοδοτικές επιχειρήσεις

1. Ένα πιστωτικό ίδρυμα δεν μπορεί να κατέχει ειδική συμμετοχή ανώτερη του 15 % των ιδίων κεφαλαίων του σε επιχείρηση που δεν είναι ούτε πιστωτικό ίδρυμα ούτε χρηματοδοτικό ίδρυμα ούτε επιχείρηση της οποίας η δραστηριότητα ορίζεται στο άρθρο 43 παράγραφος 2, στοιχείο στ), της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ.

2. Το συνολικό ποσό των ειδικών συμμετοχών σε επιχειρήσεις που δεν είναι πιστωτικά ιδρύματα, χρηματοδοτικά ιδρύματα ή επιχειρήσεις των οποίων η δραστηριότητα ορίζεται στο άρθρο 43 παράγραφος 2, στοιχείο στ), της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ, δεν μπορεί να υπερβαίνει το 60 % των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος.

3. Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν από τους περιορισμούς που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2, τις συμμετοχές στις ασφαλιστικές εταιρείες, όπως ορίζονται στην οδηγία 73/239/ΕΟΚ(18), και στην οδηγία 79/267/ΕΟΚ(19).

4. Οι μετοχές ή τα μερίδια που κατέχονται προσωρινά, κατά τη διάρκεια χρηματοδοτικής ενίσχυσης που αποσκοπεί στην εξυγίανση ή τη διάσωση μιας επιχείρησης, ή λόγω αναδοχής εκδόσεως τίτλων (underwriting) κατά την κανονική διάρκεια της έκδοσης των τίτλων αυτών ή ιδίω ονόματι αλλά για λογαριασμό τρίτου, δεν συμπεριλαμβάνονται στις ειδικές συμμετοχές κατά τον υπολογισμό των ορίων που καθορίζονται στις παραγράφους 1 και 2. Οι μετοχές ή τα μερίδια που δεν έχουν το χαρακτήρα παγίων χρηματοπιστωτικών στοιχείων κατά την έννοια του άρθρου 35, παράγραφος 2, της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ, δεν συμπεριλαμβάνονται.

5. Η υπέρβαση των ορίων που καθορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 είναι δυνατή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Εντούτοις, στην περίπτωση αυτή, οι αρμόδιες αρχές απαιτούν την αύξηση των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος ή τη λήψη άλλων μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος.

6. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές δεν εφαρμόζουν τα όρια που καθορίζονται στις παραγράφους 1 και 2, εάν προβλέπουν ότι τα πλεονάσματα ειδικών συμμετοχών σε σχέση με τα όρια αυτά πρέπει να καλύπτονται κατά 100 % από τα ίδια κεφάλαια τα οποία δεν λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό του συντελεστή φερεγγυότητας. Αν υπάρχουν πλεονάσματα σε σχέση με τα όρια των παραγράφων 1 και 2, το ποσό που πρέπει να καλύπτεται με ίδια κεφάλαια είναι το υψηλότερο από τα πλεονάσματα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

ΕΠΟΠΤΕΙΑ ΣΕ ΕΝΟΠΟΙΗΜΕΝΗ ΒΑΣΗ

Άρθρο 52

Εποπτεία σε ενοποιημένη βάση των πιστωτικών ιδρυμάτων

1. Κάθε πιστωτικό ίδρυμα που έχει ως θυγατρική άλλο πιστωτικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, ή διαθέτει συμμετοχή σ' αυτά, υπόκειται σε εποπτεία της ενοποιημένης χρηματοοικονομικής του κατάστασης, σύμφωνα με τους όρους και τις διαδικασίες που απαιτούνται βάσει του άρθρου 54. Η εποπτεία αυτή καλύπτει τουλάχιστον τους τομείς που προβλέπονται στις παραγράφους 5 και 6.

2. Κάθε πιστωτικό ίδρυμα του οποίου η μητρική επιχείρηση είναι χρηματοδοτική εταιρεία, υπόκειται σε εποπτεία της ενοποιημένης χρηματοοικονομικής κατάστασης της χρηματοδοτικής εταιρείας, σύμφωνα με τους όρους και τις διαδικασίες που απαιτούνται βάσει του άρθρου 54. Η εποπτεία καλύπτει τουλάχιστον του τομείς που προβλέπονται στις παραγράφους 5 και 6. Η ενοποίηση της χρηματοοικονομικής κατάστασης της χρηματοδοτικής εταιρείας δεν συνεπάγεται κατ' ουδένα τρόπο την υποχρέωση των αρμοδίων αρχών να ασκήσουν επί της εταιρείας αυτής έλεγχο σε ατομική βάση.

3. Τα κράτη μέλη ή οι αρμόδιες αρχές που έχουν αναλάβει την ενοποιημένη εποπτεία βάσει του άρθρου 53 μπορούν σε μεμονωμένες περιπτώσεις να μην υπαγάγουν στην ενοποίηση ένα πιστωτικό ίδρυμα ή μια επιχείρηση επικουρικών τραπεζικών υπηρεσιών που αποτελούν θυγατρικές ή στα οποία κατέχεται μια μερίδα συμμετοχής:

- όταν η επιχείρηση που πρόκειται να περιληφθεί στην ενοποίηση ευρίσκεται σε τρίτη χώρα όπου υπάρχουν νομικά εμπόδια στην διαβίβαση των αναγκαίων πληροφοριών, ή

- όταν η επιχείρηση που πρόκειται να περιληφθεί στην ενοποίηση είναι κατά τη γνώμη των αρμοδίων αρχών αμελητέα σε σχέση με τους στόχους της εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων, και εν πάση περιπτώσει όταν ο συνολικός ισολογισμός της επιχείρησης αυτής δεν υπερβαίνει το χαμηλότερο των ακόλουθων δύο ποσών: τα 10 εκατομμύρια ευρώ ή το 1 % του συνολικού ισολογισμού της μητρικής ή της κατέχουσας την συμμετοχή επιχείρησης. Αν πλείονες επιχειρήσεις πληρούν τα κριτήρια αυτά, πρέπει παρά ταύτα να υπαχθούν στην ενοποίηση όταν ως σύνολο παρουσιάζουν σημαντικό ενδιαφέρον σε σχέση με τον ανωτέρω στόχο,

ή

- όταν κατά τη γνώμη των αρμοδίων αρχών που έχουν αναλάβει την ενοποιημένη εποπτεία, η ενοποίηση της χρηματοοικονομικής κατάστασης της προς έλεγχο επιχείρησης θα αντενδείκνυτο ή θα μπορούσε να οδηγήσει σε λάθη όσον αφορά τους στόχους της εποπτείας των πιστωτικών ιδρυμάτων.

4. Όταν οι αρμόδιες αρχές ενός κράτους μέλους δεν υπάγουν ένα θυγατρικό πιστωτικό ίδρυμα στην ενοποιημένη εποπτεία κατ' εφαρμογή μιας των περιπτώσεων της παραγράφου 3 δεύτερη και τρίτη περίπτωση, οι αρμόδιες αρχές του κράτους όπου βρίσκεται το ίδρυμα αυτό μπορούν να ζητήσουν από τη μητρική του επιχείρηση πληροφορίες που θα διευκολύνουν την άσκηση της εποπτείας του.

5. Ο έλεγχος της φερεγγυότητας, της επαρκείας ιδίων κεφαλαίων σε σχέση με τους κινδύνους της αγοράς και των μεγάλων ανοιγμάτων, διενεργείται σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με το παρόν άρθρο και τα άρθρα 53 έως 56. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα μέτρα που ενδεχομένως απαιτούνται για την υπαγωγή στην ενοποιημένη εποπτεία των χρηματοδοτικών εταιρειών, σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Η τήρηση των ορίων που προβλέπουν οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 51 αποτελεί αντικείμενο εποπτείας και ελέγχου βάσει της ενοποιημένης ή υποενοποιημένης χρηματοοικονομικής κατάστασης του πιστωτικού ιδρύματος.

6. Οι αρμόδιες αρχές επιβάλλουν, σε όλες τις επιχειρήσεις που συμπεριλαμβάνονται στην ενοποιημένη εποπτεία στην οποία υπόκειται ένα πιστωτικό ίδρυμα δυνάμει των παραγράφων 1 και 2, τη θέσπιση κατάλληλων διαδικασιών εσωτερικού ελέγχου για την παροχή στοιχείων πληροφοριών χρησίμων για την άσκηση της εποπτείας αυτής.

7. Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων άλλων οδηγιών, τα κράτη μέλη δύνανται να μην εφαρμόσουν σε υποενοποιημένη ή ατομική βάση, τους κανόνες της παραγράφου 5 στα πιστωτικά εκείνα ιδρύματα τα οποία, ως μητρικές επιχειρήσεις, υπόκεινται σε ενοποιημένη εποπτεία, καθώς και σε κάθε θυγατρική επιχείρηση των πιστωτικών αυτών ιδρυμάτων που εξαρτάται από την παροχή αδείας και την εποπτεία τους και συμπεριλαμβάνεται στην ενοποιημένη εποπτεία του μητρικού πιστωτικού ιδρύματος. Η ίδια δυνατότητα απαλλαγής παρέχεται και όταν η μητρική επιχείρηση είναι χρηματοδοτική εταιρεία εδρεύουσα στο κράτος μέλος που εδρεύει και το πιστωτικό ίδρυμα, υπό τον όρο ότι υπόκειται στην εποπτεία που ασκείται επί των πιστωτικών ιδρυμάτων και ιδίως στους κανόνες της παραγράφου 5.

Στις δύο περιπτώσεις, που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο πρέπει να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για να διασφαλισθεί η ορθή κατανομή του κεφαλαίου εντός του τραπεζικού ομίλου.

Εάν οι αρμόδιες αρχές εφαρμόζουν τους κανόνες αυτούς σε ατομική βάση μπορούν, για τον υπολογισμό των ιδίων κεφαλαίων να κάνουν χρήση της διάταξης του άρθρου 34 παράγραφος 2, τελευταίο εδάφιο.

8. Στην περίπτωση κατά την οποία πιστωτικό ίδρυμα, που αποτελεί θυγατρική μιας μητρικής επιχείρησης που είναι ένα πιστωτικό ίδρυμα, έλαβε άδεια λειτουργίας και είναι εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος, οι αρμόδιες αρχές που χορήγησαν την εν λόγω άδεια λειτουργίας εφαρμόζουν στο ίδρυμα αυτό τους κανόνες της παραγράφου 5 σε ατομική ή ενδεχομένως υποενοποιημένη βάση.

9. Παρά τις απαιτήσεις της παραγράφου 8, οι αρμόδιες αρχές που είναι υπεύθυνες για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας στη θυγατρική μιας μητρικής επιχείρησης η οποία αποτελεί πιστωτικό ίδρυμα μπορούν, με διμερή συμφωνία, να εκχωρήσουν την εποπτική τους αρμοδιότητα στις αρμόδιες αρχές που χορήγησαν την άδεια λειτουργίας και εποπτεύουν τη μητρική επιχείρηση με σκοπό οι τελευταίες αρχές να αναλάβουν την εποπτεία της θυγατρικής, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας οδηγίας. Η Επιτροπή πρέπει να ενημερώνεται για την ύπαρξη και το περιεχόμενο τέτοιων συμφωνιών. Η Επιτροπή διαβιβάζει τα πληροφοριακά αυτά στοιχεία στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών και στη συμβουλευτική επιτροπή τραπεζικών θεμάτων.

10. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι οι αρμόδιες εθνικές τους αρχές που έχουν αναλάβει την ενοποιημένη εποπτεία μπορούν να ζητήσουν από τις θυγατρικές ενός πιστωτικού ιδρύματος ή μιας χρηματοδοτικής εταιρείας που δεν υπόκεινται σε ενοποιημένη εποπτεία τις πληροφορίες που προβλέπονται στο άρθρο 55. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζονται οι προβλεπόμενες στο άρθρο αυτό διαδικασίες διαβίβασης και επαλήθευσης των πληροφοριών.

Άρθρο 53

Αρμόδιες αρχές για την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση

1. Όταν η μητρική επιχείρηση είναι πιστωτικό ίδρυμα, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από τις αρμόδιες αρχές που χορήγησαν στο εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα την άδεια λειτουργίας που προβλέπεται στο άρθρο 4.

2. Όταν η μητρική επιχείρηση ενός πιστωτικού ιδρύματος είναι χρηματοδοτική εταιρεία, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από τις αρμόδιες αρχές που χορήγησαν στο εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα την άδεια λειτουργίας που αναφέρεται στο άρθρο 4.

Ωστόσο, στην περίπτωση κατά την οποία πιστωτικά ιδρύματα που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη έχουν ως μητρική επιχείρηση την ίδια χρηματοδοτική εταιρεία, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση ασκείται από τις αρμόδιες αρχές του πιστωτικού ιδρύματος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος στο οποίο συστάθηκε η χρηματοδοτική εταιρεία.

Εάν δεν υπάρχει θυγατρικό πιστωτικό ίδρυμα το οποίο να έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο κράτος μέλος όπου έχει συσταθεί η χρηματοδοτική εταιρεία, οι αρμόδιες αρχές των ενδιαφερόμενων κρατών μελών (συμπεριλαμβανομένου του κράτους μέλους στο οποίο έχει συσταθεί η χρηματοδοτική εταιρεία) διαβουλεύονται για να καθορίσουν, με κοινή συμφωνία, ποιες μεταξύ των αρχών θα ασκούν την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση. Ελλείψει τέτοιας συμφωνίας, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση θα ασκείται από τις αρμόδιες αρχές που χορήγησαν την άδεια λειτουργίας στο πιστωτικό ίδρυμα με τον υψηλότερο συνολικό ισολογισμό· έαν οι συνολικοί ισολογισμοί είναι ισόποσοι, η εποπτεία σε ενοποιημένη βάση θα ασκείται από τις αρμόδιες αρχές που χορήγησαν πρώτες την άδεια λειτουργίας του που αναφέρεται στο άρθρο 4.

3. Οι ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές μπορούν, με κοινή συμφωνία, να παρεκκλίνουν από τους κανόνες που καθορίζονται στην παράγραφο 2 πρώτο και δεύτερο εδάφιο.

4. Για την επίτευξη του στόχου της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, οι συμφωνίες της παραγράφου 2 τρίτο εδάφιο και της παραγράφου 3 προβλέπουν τα συγκεκριμένα μέτρα συνεργασίας και διαβίβασης των πληροφοριακών στοιχείων.

5. Όταν κράτη μέλη διαθέτουν πλείονες αρμόδιες αρχές για την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για τον μεταξύ τους συντονισμό.

Άρθρο 54

Μορφή και έκταση της ενοποίησης

1. Οι αρμόδιες αρχές που είναι επιφορτισμένες με την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση οφείλουν, για την άσκηση της εποπτείας, να απαιτήσουν την πλήρη ενοποίηση των πιστωτικών και χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που αποτελούν θυγατρικές της μητρικής επιχείρησης.

Ωστόσο, μπορεί να επιβληθεί η κατ' αναλογίαν ενοποίηση στην περίπτωση που, κατά τη γνώμη των αρμοδίων αρχών, η ευθύνη της μητρικής επιχείρησης η οποία κατέχει τη συμμετοχή περιορίζεται στο τμήμα του κεφαλαίου που κατέχει, λόγω της ευθύνης των άλλων μετόχων ή εταίρων και της ικανοποιητικής τους φερεγγυότητας. Η ευθύνη των άλλων μετόχων και εταίρων πρέπει να καθορίζεται σαφώς, εν ανάγκη με την ανάληψη ρητών υποχρεώσεων.

2. Οι αρμόδες αρχές που είναι επιφορτισμένες με την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση οφείλουν, για την άσκηση της εποπτείας, να απαιτήσουν την κατ' αναλογίαν ενοποίηση των συμμετοχών σε πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα, τα οποία διευθύνονται από επιχείρηση συμπεριλαμβανομένη στην ενοποίηση από κοινού με μία ή περισσότερες επιχειρήσεις μη συμπεριλαμβανόμενες στην ενοποίηση, όταν από την ενοποίηση αυτή προκύπτει περιορισμός της ευθύνης των εν λόγω επιχειρήσεων στο τμήμα του κεφαλαίου που κατέχουν.

3. Εκτός των περιπτώσεων που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, στις υπόλοιπες περιπτώσεις συμμετοχών ή κεφαλαιακού δεσμού, οι αρμόδιες αρχές ορίζουν αν και με ποια μορφή πρέπει να πραγματοποιείται η ενοποίηση. Μπορούν ιδιαίτερα να επιτρέψουν ή να επιβάλουν τη χρησιμοποίηση της μεθόδου της καθαρής θέσεως. Η μέθοδος αυτή δεν σημαίνει ωστόσο υπαγωγή των επιχειρήσεων αυτών στην εποπτεία επί ενοποιημένης βάσεως.

4. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1, 2 και 3, οι αρμόδιες αρχές αποφασίζουν αν και με ποια μορφή να γίνει η ενοποίηση, στις ακόλουθες περιπτώσεις:

- όταν ένα πιστωτικό ίδρυμα ασκεί, κατά τις αρμόδιες αρχές, σημαντική επιρροή επί ενός ή πλειόνων πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, χωρίς όμως να διαθέτει συμμετοχή ή άλλο κεφαλαιακό δεσμό με αυτά,

- όταν δύο ή πλείονα πιστωτικά ή χρηματοδοτικά ιδρύματα τίθενται υπό ενιαία διοίκηση, χωρίς προς τούτο να απαιτείται σχετική σύμβαση ή ρήτρα του καταστατικού,

- όταν δύο ή πλείονα πιστωτικά ή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έχουν διαχειριστικά, διοικητικά ή εποπτικά όργανα αποτελούμενα κατά πλειοψηφία από τα ίδια πρόσωπα.

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν ιδίως να επιτρέψουν ή να επιβάλουν τη χρήση της μεθόδου του άρθρου 12 της οδηγίας 83/349/ΕΟΚ. Η μέθοδος αυτή δεν σημαίνει ωστόσο υπαγωγή των επιχειρήσεων αυτών στην εποπτεία επί ενοποιημένης βάσεως.

5. Όταν η ενοποιημένη εποπτεία επιβάλλεται κατ' εφαρμογή του άρθρου 52, παράγραφοι 1 και 2, οι επιχειρήσεις επικουρικών τραπεζικών υπηρεσιών περιλαμβάνονται στην ενοποίηση στις ίδιες περιπτώσεις και με τις ίδιες μεθόδους όπως οι προβλεπόμενες στις παραγράφους 1 έως 4 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 55

Πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται από τις μεικτές εταιρείες και τις θυγατρικές τους

1. Εν αναμονή μελλοντικού συντονισμού των μεθόδων ενοποίησης, τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι, όταν η μητρική ενός ή πλειόνων πιστωτικών ιδρυμάτων είναι μεικτή εταιρεία, οι αρχές οι αρμόδιες για τη χορήγηση αδείας και την εποπτεία των ιδρυμάτων αυτών απαιτούν από την μεικτή εταιρεία και τις θυγατρικές της, είτε απευθείας είτε μέσω των θυγατρικών πιστωτικών υδρυμάτων, την ανακοίνωση κάθε χρήσιμης πληροφορίας για την άσκηση της εποπτείας των θυγατρικών πιστωτικών ιδρυμάτων.

2. Τα κράτη μέλη ορίζουν ότι οι αρμόδιες αρχές τους μπορούν να προβούν οι ίδιες ή να αναθέσουν σε εξωτερικούς ελεγκτές την επιτόπια επαλήθευση των πληροφοριακών στοιχείων που απέστειλαν οι μεικτές εταιρείες και οι θυγατρικές τους. Αν η μεικτή εταιρεία ή μία των θυγατρικών της είναι ασφαλιστική επιχείρηση, μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί και η διαδικασία του άρθρου 56 παράγραφος 4. Αν η μεικτή εταιρεία ή μία των θυγατρικών της βρίσκεται σε κράτος μέλος άλλο από αυτό του θυγατρικού πιστωτικού ιδρύματος, η επιτόπια επαλήθευση των πληροφοριακών στοιχείων γίνεται με τη διαδικασία του άρθρου 56 παράγραφος 7.

Άρθρο 56

Μέτρα για την διευκόλυνση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση

1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε κανένα νομικό εμπόδιο να μην εμποδίζει τις επιχειρήσεις που περιλαμβάνονται στην ενοποιημένη εποπτεία, τις μεικτές εταιρείες και τις θυγατρικές τους, ή τις προβλεπόμενες στο άρθρο 52 παράγραφος 10 θυγατρικές, να ανταλλάσσουν πληροφορίες χρήσιμες για την άσκηση της εποπτείας σύμφωνα με τα άρθρα 52 έως 55 και το παρόν άρθρο.

2. Όταν η μητρική επιχείρηση και το ή τα πιστωτικά ιδρύματα που είναι θυγατρικές της επιχείρησης αυτής είναι εγκατεστημένα σε διαφορετικά κράτη μέλη, οι αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους κοινοποιούν μεταξύ τους όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που μπορούν να επιτρέψουν ή να διευκολύνουν την άσκηση της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση.

Όταν οι αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη η μητρική επιχείρηση δεν ασκούν οι ίδιες την εποπτεία σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 53, μπορούν να κληθούν από τις αρμόδιες προς άσκηση της ενοποιημένης εποπτείας αρχές να ζητήσουν από τη μητρική πληροφορίες χρήσιμες για την άσκηση της ενοποιημένης εποπτείας, και να τις διαβιβάσουν στις αρχές αυτές.

3. Τα κράτη μέλη επιτρέπουν την ανταλλαγή, μεταξύ των αρμοδίων αρχών τους, των πληροφοριακών στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 υπό τον όρο ότι, στην περίπτωση χρηματοδοτικών εταιρειών, χρηματοδοτικών ιδρυμάτων ή επιχειρήσεων επικουρικών τραπεζικών υπηρεσιών, η συλλογή ή η κατοχή πληροφοριών δεν συνεπάγεται κατά κανένα τρόπο ότι οι αρμόδιες αρχές δεν υποχρεούνται να ασκούν σε ατομική βάση εποπτεία αυτών των ιδρυμάτων ή επιχειρήσεων.

Επίσης τα κράτη μέλη επιτρέπουν την ανταλλαγή, μεταξύ των αρμοδίων αρχών, των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 55 υπό τον όρο ότι η συλλογή ή η κατοχή πληροφοριακών στοιχείων δεν συνεπάγεται κατά κανένα τρόπο ότι οι αρμόδιες αρχές ασκούν εποπτεία στη μεικτή εταιρεία και τις θυγατρικές της που δεν αποτελούν πιστωτικά ιδρύματα, ή στις θυγατρικές που αναφέρονται στο άρθρο 52 παράγραφος 10.

4. Όταν πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτική εταιρεία ή μεικτή εταιρεία ελέγχει μία ή περισσότερες θυγατρικές που είναι ασφαλιστικές εταιρείες ή άλλου είδους επιχειρήσεις που προσφέρουν επενδυτικές υπηρεσίες υποκείμενες σε καθεστώς παροχής άδειας, οι αρμόδιες αρχές και οι αρχές που έχουν δημόσια εξουσία εποπτείας των ασφαλιστικών εταιρειών ή των εν λόγω άλλων επιχειρήσεων που προσφέρουν επενδυτικές υπηρεσίες συνεργάζονται στενά. Στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους, οι αρχές αυτές ανακοινώνουν αμοιβαία όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που μπορούν να διευκολύνουν την εκπλήρωση της αποστολής τους και να εξασφαλίσουν τον έλεγχο της δραστηριότητας και της χρηματοοικονομικής κατάστασης του συνόλου των επιχειρήσεων που ευρίσκονται υπό την εποπτεία τους.

5. Οι πληροφορίες που συλλέγονται στα πλαίσια της εποπτείας σε ενοποιημένη βάση, ιδιαίτερα οι ανταλλαγές πληροφοριών μεταξύ αρμοδίων αρχών που προβλέπονται από την παρούσα οδηγία, υπόκεινται στο επαγγελματικό απόρρητο, όπως ορίζεται από το άρθρο 30.

6. Οι αρμόδιες αρχές που έχουν αναλάβει την ενοποιημένη εποπτεία καταρτίζουν κατάλογο των χρηματοδοτικών εταιρειών που αναφέρονται στο άρθρο 52 παράγραφος 2. Ο κατάλογος αυτός κοινοποιείται στις αρμόδιες αρχές των λοιπών κρατών μελών και στην Επιτροπή.

7. Όταν, στα πλαίσια της εφαρμογής της παρούσας οδηγίας οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους επιθυμούν, σε συγκεκριμένες περοπτώσεις, να επαληθεύσουν πληροφορίες σχετικά με πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτική εταιρεία, χρηματοδοτικό ίδρυμα, επιχείρηση παροχής επικουρικών τραπεζικών υπηρεσιών, μεικτή εταιρεία ή θυγατρική που αναφέρεται στο άρθρο 55 ή θυγατρική που αναφέρεται στο άρθρο 52 παράγραφος 10, τα οποία είναι εγκατεστημένα σε άλλο κράτος μέλος, πρέπει να ζητήσουν από τις αρμόδιες αρχές του άλλου κράτους μέλους τη διενέργεια του ελέγχου αυτού. Οι αρχές οι οποίες έλαβαν την αίτηση, οφείλουν στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους να δώσουν συνέχεια είτε διενεργώντας οι ίδιες τον έλεγχο αυτόν, είτε επιτρέποντας στις αρχές που υπέβαλαν την αίτηση να διενεργήσουν οι ίδιες τον έλεγχο, είτε επιτρέποντας τη διενέργειά του από εμπειρογνώμονα ή ελεγκτή.

8. Τα κράτη μέλη προβλέπουν ότι, με την επιφύλαξη της ποινικής τους νομοθεσίας, μπορεί να επιβληθούν σε χρηματοδοτικές και μεικτές εταιρείες ή στα υπεύθυνα στελέχη τους, που έχουν παραβεί νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις θεσπισθείσες βάσει των άρθρων 52 έως 55 και του παρόντος άρθρου, κυρώσεις ή μέτρα για την παύση της διαπιστωθείσας παράβασης ή της αιτίας τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις τα μέτρα αυτά μπορεί να απαιτούν την παρέμβαση των δικαστικών αρχών. Οι αρμόδιες αρχές συνεργάζονται στενά μεταξύ τους, ιδίως όταν η εταιρική έδρα μιας χρηματοδοτικής ή μεικτής εταιρείας ευρίσκεται εκτός του τόπου στον οποίο είναι εγκατεστημένη η κεντρική της διοίκηση ή το κύριο κατάστημά της.

ΤΙΤΛΟΣ VI

ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

Άρθρο 57

Σύσταση και ρόλος της συμβουλευτικής επιτροπής τραπεζών

1. Συνίσταται στα πλαίσια της Επιτροπής, συμβουλευτική επιτροπή τραπεζών των αρμοδίων αρχών των κρατών μελών.

2. Η συμβουλευτική επιτροπή τραπεζών έχει ως αποστολή να επικουρεί την Επιτροπή στο έργο της εξασφαλίσεως καλής εφαρμογής της παρούσης οδηγίας. Επίσης ασχολείται με άλλα καθήκοντα, που ορίζονται από την παρούσα οδηγία και επικουρεί την Επιτροπή στην εκπόνηση νέων προτάσεων προς υποβολή στο Συμβούλιο, όσον αφορά το συντονισμό, που πρέπει να γίνει στον τομέα των πιστωτικών ιδρυμάτων.

3. Η συμβουλευτική επιτροπή τραπεζών δεν επιφορτίζεται με τη μελέτη συγκεκριμένων προβλημάτων που τίθενται στα διάφορα πιστωτικά ιδρύματα.

4. Η συμβουλευτική επιτροπή τραπεζών αποτελείται από τρεις το πολύ αντιπροσώπους από κάθε κράτος μέλος και από την Επιτροπή. Οι αντιπρόσωποι αυτοί δύνανται περιστασιακά, και ύστερα από προηγούμενη συμφωνία της επιτροπής, να συνοδεύονται από συμβούλους. Η επιτροπή δύναται επίσης να καλεί ειδικευμένα πρόσωπα και εμπειρογνώμονες να λάβουν μέρος στις συνεδριάσεις της. Τα καθήκοντα της γραμματείας εξασφαλίζονται από την Επιτροπή.

5. Η συμβουλευτική επιτροπή τραπεζών εκδίδει τον εσωτερικό κανονισμό της και εκλέγει πρόεδρο μεταξύ των αντιπροσώπων των κρατών μελών. Συνέρχεται σε τακτά διαστήματα και όσες φορές είναι αναγκαίο. Η Επιτροπή δύναται να ζητήσει τη σύγκληση της συμβουλευτικής επιτροπής επειγόντως, αν κρίνει ότι είναι αναγκαίο.

6. Οι εργασίες της συμβουλευτικής επιτροπής τραπεζών και τα πορίσματά τους είναι εμπιστευτικά, εκτός αν η επιτροπή αποφασίσει διαφορετικά.

Άρθρο 58

Εξέταση των προϋποθέσεων χορήγησης άδειας λειτουργίας

Η συμβουλευτική επιτροπή τραπεζών είναι επιφορτισμένη με την εξέταση του περιεχομένου που εδόθη από τα κράτη μέλη, στους όρους που αναφέρονται στα άρθρα 5, παράγραφος 1 και 6 παράγραφος 1 των άλλων όρων που τυχόν αυτά εφαρμόζουν, καθώς και των ενδείξεων που πρέπει να αναφέρονται στο πρόγραμμα δραστηριοτήτων και υποβάλλει, κατά περίπτωση, προτάσεις στην Επιτροπή για λεπτομερέστερο συντονισμό.

Άρθρο 59

Επίπεδα παρατήρησης

1. Εν όψει μεταγενέστερου συντονισμού, οι αρμόδιες αρχές καθορίζουν προς το σκοπό παρατηρήσεως, ενδεχομένως συμπληρωματικά προς τους τυχόν συντελεστές που εφαρμόζουν, σχέσεις των διαφόρων λογαριασμών του ενεργητικού ή και του παθητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων προς παρακολούθηση της φερεγγυότητος και της ρευστότητος των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών απαραιτήτων για την προστασία της αποταμιεύσεως όρων.

Για το σκοπό αυτό, η συμβουλευτική επιτροπή τραπεζών προσδιορίζει το περιεχόμενο των διαφόρων στοιχείων των σχέσεων που είναι αντικείμενο παρατηρήσεως που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο και καθορίζει τη μέθοδο που πρέπει να εφαρμοσθεί για τον υπολογισμό τους.

Η συμβουλευτική επιτροπή τραπεζών καθοδηγείται, ενδεχομένως, από τεχνικές διαβουλεύσεις που λαμβάνουν χώρα μεταξύ των αρχών ελέγχου των διαφόρων κατηγοριών των πιστωτικών ιδρυμάτων.

2. Οι σχέσεις που καθορίσθηκαν με σκοπό παρατηρήσεως, δυνάμει της παραγράφου 1 γίνονται υπολογισμοί τουλάχιστον ανά εξάμηνο.

3. Η συμβουλευτική επιτροπή τραπεζών εξετάζει τα αποτελέσματα των αναλύσεων, που πραγματοποιούνται από τις αρχές ελέγχου που προβλέπονται στην παράγραφο 1, εδάφιο τρίτο, βάσει των υπολογισμών που προβλέπονται στην παράγραφο 2.

4. Η συμβουλευτική επιτροπή τραπεζών δύναται να κάνει οποιαδήποτε πρόταση στην Επιτροπή για τον συντονισμό των συντελεστών, που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη.

ΤΙΤΛΟΣ VII

ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΕΣ ΕΞΟΥΣΙΕΣ

Άρθρο 60

Τεχνικές προσαρμογές

1. Υπό την επιφύλαξη της έκθεσης, όσον αφορά στα ίδια κεφάλαια, που αναφέρεται στο άρθρο 34 παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, οι τεχνικές προσαρμογές της παρούσας οδηγίας, όσον αφορά τις ακόλουθες περιπτώσεις, θεσπίζονται με τη διαδικασία της παραγράφου 2:

- την αποσαφήνιση των ορισμών προκειμένου να λαμβάνονται απόψη, κατά την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας οι εξελίξεις των χρηματοπιστωτικών αγορών,

- την αποσαφήνιση των ορισμών προκειμένου να διασφαλίζεται η ομοιόμορφη εφαρμογή της παρούσας οδηγίας στην Κοινότητα,

- την ευθυγράμμιση της ορολογίας και τη διατύπωση των ορισμών σύμφωνα με εκείνες των μεταγενέστερων πράξεων στον τομέα των πιστωτικών ιδρυμάτων και συναφών θεμάτων.

- τον ορισμό της Ζώνης Α στο άρθρο 1 στοιχείο 14),

- τον ορισμό των πολυμερών τραπεζών ανάπτυξης στο άρθρο 1 στοιχείο 19),

- την τροποποίηση του ποσού του αρχικού κεφαλαίου το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 5 προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι οικονομικές και νομισματικές εξελίξεις,

- τη διεύρυνση του περιεχομένου του καταλόγου ο οποίος μνημονεύεται στα άρθρα 18 και 19 και περιέχεται στο παράρτημα I ή την προσαρμογή της ορολογίας του καταλόγου προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές,

- τους τομείς στους οποίους οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να ανταλλάσσουν πληροφορίες και οι οποίοι απαριθμούνται στο άρθρο 28,

- την τροποποίηση του ορισμού των στοιχείων ενεργητικού που περιλαμβάνεται στο άρθρο 43, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις των χρηματοπιστωτικών αγορών,

- τον κατάλογο και την κατάταξη των εκτός ισολογισμού στοιχείων που αναφέρονται στα παραρτήματα II και IV και τον τρόπο με τον οποίο συνεκτιμώνται στον υπολογισμό του συντελεστή φερεγγυότητας όπως περιγράφεται στα άρθρα 42, 43 και 44 και στο παράρτημα III,

- την προσωρινή μείωση του ελάχιστου συντελεστή φερεγγυότητας ο οποίος ορίζεται στο άρθρο 47 ή των σταθμίσεων οι οποίες ορίζονται στο άρθρο 43, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη οι ειδικές συνθήκες.

- αποσαφήνιση των απαλλαγών που προβλέπονται στο άρθρο 49 παράγραφοι 5 έως 10.

2. Η επιτροπή θεσπίζει τον εσωτερικό κανονισμό της.

Στις περιπτώσεις που γίνεται μνεία της παρούσας παραγράφου, εφαρμόζονται τα άρθρα 5 και 7 της απόφασης 1999/468/ΕΚ, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 8 της ίδιας απόφασης.

Η περίοδος που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 6, της απόφασης 1999/468/ΕΚ ορίζεται σε τρεις μήνες.

ΤΙΤΛΟΣ VIII

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΞΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 61

Μεταβατικές διατάξεις όσον αφορά το άρθρο 36

Η Δανία μπορεί να επιτρέψει στα ιδρύματα της ενυπόθηκης πίστης τα οποία έχουν συσταθεί υπό μορφή συνεταιριστικών εταιρειών ή ταμείων, πριν από την 1η Ιανουαρίου 1990, και μετατρέπονται σε ανώνυμες εταιρείες, να συνεχίσουν να περιλαμβάνουν τις αλληλέγγυες υποχρεώσεις των μελών τους ή των δανειζομένων που αναφέρονται στο άρθρο 36 παράγραφος 1 και των οποίων οι απαιτήσεις εξομοιώνονται με τις αλληλέγγυες αυτές υποχρεώσεις, στα ίδια κεφάλαιά τους, εντός των ακολούθων ορίων:

α) η βάση υπολογισμού του μέρους των αλληλέγγυων υποχρεώσεων των δανειζομένων είναι το άθροισμα των στοιχείων που αναφέρονται στο άρθρο 34 παράγραφος 2, σημεία 1 και 2 μείον τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 34 παράγραφος 2, σημεία 9, 10 και 11·

β) η βάση υπολογισμού κατά την 1η Ιανουαρίου 1991 ή, σε περίπτωση που η μετατροπή τους γίνει αργότερα, κατά την ημερομηνία μετατροπής, είναι η μέγιστη βάση υπολογισμού. Η βάση υπολογισμού δεν μπορεί ποτέ να υπερβαίνει τη μέγιστη βάση υπολογισμού·

γ) από την 1η Ιανουαρίου 1997, η μέγιστη βάση υπολογισμού μειώνεται κατά το ήμισυ του προϊόντος των εκδόσεων νέου μετοχικού κεφαλαίου, κατά την έννοια του άρθρου 34 παράγραφος 2, σημείο 1 που πραγματοποιούνται μετά την ημερομηνία αυτή και

δ) το ανώτατο ποσό των αλληλέγγυων υποχρεώσεων των δανειζομένων που μπορούν να συνυπολογίζονται ως ίδια κεφάλαια δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει το ακόλουθο ποσοστό επί της βάσης υπολογισμού:

50 % το 1991 και 1992,

45 % το 1993 και 1994,

40 % το 1995 και 1996,

35 % το 1997,

30 % το 1998,

20 % το 1999,

10 % το 2000

και

0 % μετά την 1η Ιανουαρίου 2001.

Άρθρο 62

Μεταβατικές διατάξεις όσον αφορά το άρθρο 43

1. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2006, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν να επιτρέπουν στα πιστωτικά τους ιδρύματα να εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 50 % στα δάνεια που, κατά την κρίση τους, εξασφαλίζονται πλήρως και καθ' ολοκληρίαν με υποθήκες επί γραφείων ή εμπορικών χώρων πολλαπλής χρήσης που βρίσκονται στο έδαφος των κρατών μελών τα οποία επιτρέπουν την εφαρμογή συντελεστή στάθμισης 50 % υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

i) ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου 50 % εφαρμόζεται στο μέρος του δανείου το οποίο δεν υπερβαίνει ένα όριο που υπολογίζεται είτε σύμφωνα με το στοιχείο α) είτε σύμφωνα με το στοιχείο β) κατωτέρω:

α) 50 % της αγοραίας αξίας του εν λόγω ακινήτου.

Η αγοραία αξία του ακινήτου πρέπει να υπολογίζεται από δύο ανεξάρτητους εκτιμητές που προβαίνουν σε ανεξάρτητες εκτιμήσεις κατά τη στιγμή της σύναψης του δανείου. Το δάνειο πρέπει να βασίζεται στη χαμηλότερη μεταξύ των δύο εκτιμήσεων.

Το ακίνητο επανεκτιμάται τουλάχιστον μία φορά το χρόνο από έναν εκτιμητή. Για τα δάνεια που δεν υπερβαίνουν το 1 εκατομμύριο ευρώ και το 5 % των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος, το ακίνητο επανεκτιμάται τουλάχιστον κάθε τρία χρόνια από έναν εκτιμητή·

β) 50 % της αγοραίας αξίας του ακινήτου ή 60 % της υποθηκικής αξίας, όποια μεταξύ των δύο είναι χαμηλότερη, σε όσα κράτη μέλη έχουν θεσπίσει με νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αυστηρά κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του υπεγγύου για ενυπόθηκο δανεισμό.

Ως αξία του υπεγγύου για ενυπόθηκο δανεισμό ορίζεται η αξία του ακινήτου που καθορίζεται από τον αρμόδιο εκτιμητή, ο οποίος προβαίνει σε συντηρητική εκτίμηση της μελλοντικής εμπορευσιμότητας του ακινήτου, λαμβάνοντας υπόψη στοιχεία του ακινήτου που παραμένουν σταθερά σε μακροχρόνια βάση, τις κανονικές και τις τοπικές συνθήκες της αγοράς, την χρήση του ακινήτου εκείνη τη στιγμή και τυχόν πρόσφορες εναλακτικές χρήσεις του ακινήτου. Κατά την εκτίμηση της αξίας του υπεγγύου για ενυπόθηκο δανεισμό δεν θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στοιχεία κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Η υποθηκική αξία τεκμηριώνεται με τρόπο διαφανή και σαφή.

Τουλάχιστον κάθε τρία χρόνια ή, εφόσον σημειωθεί πτώση της αγοράς μεγαλύτερη από 10 %, επανεκτιμάται η υποθηκική αξία και ειδικότερα οι υποκείμενοι όροι οι σχετικοί με την εξέλιξη της αντίστοιχης αγοράς.

Όσον αφορά τα στοιχεία α) και β), ως "αγοραία αξία" νοείται η τιμή στην οποία θα μπορούσε να πωληθεί το ακίνητο με ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ ενός πωλητή που ενεργεί εκουσίως και ενός άσχετου προς αυτόν αγοραστή, κατά την ημέρα της εκτίμησης, θεωρώντας ως δεδομένο ότι το ακίνητο προσφέρεται δημοσίως προς πώληση, ότι οι όροι της αγοράς επιτρέπουν την κανονική του εκποίηση και ότι, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του ακινήτου, μεσολαβεί μια κανονική περίοδος για τις διαπραγματεύσεις της πωλήσεως:

ii) στο μέρος του δανείου που υπερβαίνει τα όρια που καθορίζονται στο σημείο i) εφαρμόζεται συντελεστής στάθμισης 100 %,

iii) το ακίνητο πρέπει να χρησιμοποιείται ή να εκμισθώνεται από τον ιδιοκτήτη.

Το πρώτο εδάφιο δεν κωλύει τις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους που εφαρμόζει υψηλότερο συντελεστή στάθμισης κινδύνου στο έδαφός του να επιτρέπουν υπό τους προαναφερόμενους όρους την εφαρμογή συντελεστή στάθμισης 50 % γι' αυτό το είδος δανείων στο έδαφος των κρατών μελών που επιτρέπουν την εφαρμογή συντελεστή στάθμισης κινδύνου 50 %.

Οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν να επιτρέπουν στα πιστωτικά τους ιδρύματα να εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 50 % στα υφιστάμενα δάνεια έως τις 21 Ιουλίου 2000, υπό τον όρο ότι εκπληρώνονται οι όροι που απαριθμούνται σ' αυτή την παράγραφο. Στην περίπτωση αυτή, το ακίνητο αποτιμάται σύμφωνα με κριτήρια εκτίμησης που παρατίθενται ανωτέρω το αργότερο έως τις 21 Ιουλίου 2003.

Για τα δάνεια που θα έχουν χορηγηθεί πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2006, ο συντελεστής στάθμισης κινδύνου 50 % εξακολουθεί να ισχύει μέχρι τη λήξη τους, εάν το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να τηρήσει τους συμβατικούς όρους.

Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2006, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών μπορούν επίσης να επιτρέπουν στα πιστωτικά τους ιδρύματα να εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 50 % στο μέρος των δανείων που εξασφαλίζεται πλήρως και καθ' ολοκληρίαν, κατά την κρίση τους, με μετοχές φινλανδικών στεγαστικών εταιρειών που λειτουργούν σύμφωνα με τον φινλανδικό στεγαστικό νόμο του 1991 ή ισοδύναμη μεταγενέστερη νομοθεσία, υπό τον όρο ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στην παρούσα παράγραφο.

Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή όσον αφορά τη χρήση αυτής της παραγράφου.

2. Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης κινδύνου 50 % στις χρηματοδοτικές μισθώσεις ακινήτων που θα έχουν συναφθεί πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 2006 και αφορούν περιουσιακά στοιχεία για επαγγελματική χρήση, τα οποία βρίσκονται στη χώρα της έδρας και διέπονται από νομοθετικές διατάξεις, σύμφωνα με τις οποίες ο εκμισθωτής παρακρατεί την πλήρη κυριότητα του μισθίου μέχρις ότου ασκήσει ο μισθωτής το δικαίωμα αγοράς. Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή όσον αφορά τη χρήση αυτής της παραγράφου.

3. Το άρθρο 43 παράγραφος 3 δεν θίγει την εκ μέρους των εποπτικών αρχών αναγνώριση των διμερών συμβάσεων ανανέωσης οφειλής που έχουν συναφθεί όσον αφορά:

- το Βέλγιο, πριν την 23η Απριλίου 1996,

- τη Δανία, πριν την 1η Ιουνίου 1996,

- τη Γερμανία, πριν την 30ή Οκτωβρίου 1996,

- την Ελλάδα, πριν την 27η Μαρτίου 1997,

- την Ισπανία, πριν την 7η Ιανουαρίου 1997,

- τη Γαλλία, πριν την 30ή Μαΐου 1996,

- την Ιρλανδία, πριν την 27η Ιουνίου 1996,

- την Ιταλία, πριν την 30ή Ιουλίου 1996,

- το Λουξεμβούργο, πριν την 29η Μαΐου 1996,

- τις Κάτω Χώρες, πριν την 1η Ιουλίου 1996,

- την Αυστρία, πριν την 30ή Δεκεμβρίου 1996,

- την Πορτογαλία, πριν την 15η Ιανουαρίου 1997,

- τη Φινλανδία, πριν την 21η Αυγούστου 1996,

- τη Σουηδία, πριν την 1η Ιουνίου 1996 και

- το Ηνωμένο Βασίλειο, πριν την 30ή Απριλίου 1996.

Άρθρο 63

Μεταβατικές διατάξεις όσον αφορά το άρθρο 47

1. Τα πιστωτικά ιδρύματα των οποίων ο ελάχιστος συντελεστής φερεγγυότητας ήταν κατώτερος, την 1η Ιανουαρίου 1991, από το 8 % που ορίζεται στο άρθρο 47 παράγραφος 1, υποχρεούνται, με διαδοχικές προσεγγίσεις, να πλησιάσουν το εν λόγω ποσοστό. Ενόσω δεν επιτυγχάνουν το σκοπούμενο αυτό όριο, δεν μπορούν να επιτρέπουν να κατέλθει περαιτέρω το ποσοστό του συντελεστή. Εάν, πάντως, παρατηρηθεί παρόμοια διακύμανση, πρέπει να είναι προσωρινή και να γνωστοποιείται η αιτία στις αρμόδιες αρχές.

2. Κατά τη διάρκεια περιόδου που δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια από την 1η Ιανουαρίου 1993, τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόζουν συντελεστή στάθμισης 10 % στις ομολογίες που ορίζονται στο άρθρο 22 παράγραφος 4 της οδηγίας 86/611/ΕΟΚ και να τον διατηρούν για τα πιστωτικά ιδρύματα, εφόσον το θεωρούν απαραίτητο, προκειμένου να αποφύγουν σοβαρές διαταραχές στις αγορές τους. Οι παρεκκλίσεις αυτές γνωστοποιούνται στην Επιτροπή.

3. Για διάστημα όχι μεγαλύτερο των επτά ετών, από 1ης Ιανουαρίου 1993, το άρθρο 47 παράγραφος 1 δεν θα εφαρμόζεται στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας. Η εν λόγω τράπεζα πρέπει, πάντως, να πλησιάσει το ποσοστό που ορίζεται στο άρθρο 47 παράγραφος 1 με διαδοχικές προσεγγίσεις, σύμφωνα με τη μέθοδο που περιγράφεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 64

Μεταβατικές διατάξεις όσον αφορά το άρθρο 49

1. Εάν, την 5η Φεβρουαρίου 1993, ένα πιστωτικό ίδρυμα έχει ήδη αναλάβει χρηματοδοτικό άνοιγμα ή ανοίγματα που υπερβαίνουν είτε τα όρια των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων είτε το συνολικό όριο των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, που προβλέπονται στο άρθρο 49, οι αρμόδιες αρχές απαιτούν από το ενδιαφερόμενο πιστωτικό ίδρυμα να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να επαναφέρει το εν λόγω χρηματοδοτικό άνοιγμα ή ανοίγματα στο επίπεδο που προβλέπει το άρθρο 49.

2. Η διαδικασία για την προσαρμογή του χρηματοδοτικού ανοίγματος ή ανοιγμάτων στο επιτρεπόμενο επίπεδο, καθορίζεται, εγκρίνεται, εφαρμόζεται και ολοκληρώνεται εντός της προθεσμίας που οι αρμόδιες αρχές θεωρούν ενδεδειγμένη, λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές της ορθής διαχείρισης και του θεμιτού ανταγωνισμού. Οι αρμόδιες αρχές πληροφορούν την Επιτροπή και τη συμβουλευτική επιτροπή τραπεζών για το χρονοδιάγραμμα της γενικής διαδικασίας που έχει καθοριστεί.

3. Ένα πιστωτικό ίδρυμα δεν μπορεί να λαμβάνει μέτρα που έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση των χρηματοδοτικών ανοιγμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1, σε σχέση με το ποσό στο οποίο είχαν ανέλθει κατά την 5η Φεβρουαρίου 1993.

4. Η προθεσμία που καθορίζεται δυνάμει της παραγράφου 2 λήγει, το αργότερο, στις 31 Δεκεμβρίου 2001. Τα χρηματοδοτικά ανοίγματα μεγαλύτερης διάρκειας, τους συμβατικούς όρους των οποίων υποχρεούται να τηρεί το δανειοδοτούν πιστωτικό ίδρυμα, μπορούν να συνεχισθούν μέχρι την εν λόγω λήξη.

5. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 1998, τα κράτη μέλη μπορούν να αυξήσουν το όριο που ορίζεται στο άρθρο 49, παράγραφος 1 σε 40 % και το όριο που ορίζεται στο άρθρο 49 παράγραφος 2 σε 30 %. Στις περιπτώσεις αυτές και με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 έως 4, η προθεσμία μέσα στην οποία τα υφιστάμενα χρηματοδοτικά ανοίγματα, κατά τη λήξη αυτής της περιόδου, πρέπει να επανέλθουν στα επίπεδα που προβλέπει το άρθρο 49 λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 2001.

6. Εφόσον πρόκειται για πιστωτικά ιδρύματα των οποίων τα ίδια κεφάλαια, δεν υπερβαίνουν τα 7 εκατομμύρια ευρώ, και μόνο στην περίπτωση τέτοιων ιδρυμάτων, τα κράτη μέλη δύνανται να παρατείνουν τις προθεσμίες της παραγράφου 5 κατά πέντε έτη. Τα κράτη μέλη τα οποία κάνουν χρήση της ευχέρειας που προβλέπει η παρούσα παράγραφος μεριμνούν για την αποφυγή στρεβλώσεων του ανταγωνισμού και ενημερώνουν την Επιτροπή καθώς και τη συμβουλευτική επιτροπή τραπεζών για τα μέτρα που λαμβάνουν προς το σκοπό αυτό.

7. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 5 και 6, ένα χρηματοδοτικό άνοιγμα μπορεί να θεωρείται ως μεγάλο εφόσον η αξία του ισούται με ή υπερβαίνει το 15 % των ιδίων κεφαλαίων.

8. Έως τις 31 Δεκεμβρίου 2001, τα κράτη μέλη μπορούν να αντικαθιστούν, τη συχνότητα κοινοποίησης μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, που αναφέρεται στο άρθρο 48, παράγραφος 2 δεύτερη περίπτωση, από συχνότητα κοινοποίησης τουλάχιστον δύο φορές το έτος.

9. Τα κράτη μέλη μπορούν να εξαιρούν, πλήρως ή εν μέρει, από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 49, παράγραφοι 1, 2 και 3, τα χρηματοδοτικά ανοίγματα τα οποία αναλαμβάνει πιστωτικό ίδρυμα και τα οποία συνίστανται σε ενυπόθηκα δάνεια, κατά την έννοια του άρθρου 62 παράγραφος 1 που συνάφθηκαν πριν την 1η Ιανουαρίου 2002, καθώς και τις συναλλαγές χρηματοδοτικής μίσθωσης επί ακινήτων κατά την έννοια του άρθρου 62 παράγραφος 2 που συνάφθηκαν πριν την 1η Ιανουαρίου 2002 ανερχόμενα, και στις δύο περιπτώσεις, μέχρι του 50 % της αξίας του οικείου ακινήτου.

Το ίδιο ισχύει και για δάνεια ικανοποιητικώς, κατά την κρίση των αρμοδίων αρχών, εξασφαλισμένα με μετοχές σε φινλανδικές στεγαστικές εταιρείες, λειτουργούσες βάσει του φινλανδικού νόμου περί στεγαστικών εταιρειών του 1991, ή μεταγενέστερης ισοδύναμης νομοθεσίας, τα οποία είναι παρόμοια με τα ενυπόθηκα δάνεια του πρώτου εδαφίου.

Άρθρο 65

Μεταβατικές διατάξεις όσον αφορά το άρθρο 51

Τα πιστωτικά ιδρύματα τα οποία, κατά την 1η Ιανουαρίου 1993, υπέρβαιναν τα όρια που καθορίζονται στο άρθρο 51 παραγράφους 1 και 2, έχουν στη διάθεσή τους προθεσμία μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2003 για να συμμορφωθούν με τις διατάξεις αυτές.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 66

Πληροφόρηση από την Επιτροπή

Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή τα κείμενα των κυριοτέρων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.

Άρθρο 67

Καταργούμενες οδηγίες

1. Οι οδηγίες 73/183/ΕΟΚ, 77/780/ΕΟΚ, 89/299/ΕΟΚ, 89/646/ΕΟΚ, 89/647/ΕΟΚ, 92/30/ΕΟΚ και 92/121/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκαν από τις οδηγίες που παρατίθενται στο παράρτημα V, μέρος Α, καταργούνται, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων των κρατών μελών όσον αφορά στις προθεσμίες ενσωμάτωσης και εφαρμογής που εμφαίνονται στο παράρτημα V, μέρος Β.

2. Οι αναφορές στις οδηγίες που καταργούνται θεωρούνται ότι γίνονται στην παρούσα οδηγία και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας που εμφαίνεται στο παράρτημα VI.

Άρθρο 68

Έναρξη ισχύος

Η παρούσα οδηγία αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Άρθρο 69

Αποδέκτες

Η παρούσα οδηγία απευθύνεται στα κράτη μέλη.

Βρυξέλλες, 20 Μαρτίου 2000.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Η Πρόεδρος

N. Fontaine

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

J. Gama

(1) ΕΕ C 157 της 25.5.1998, σ. 13.

(2) Γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 18.1.2000 (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στην Επίσημη Εφημερίδα και απόφαση του Συμβουλίου της 13ης Μαρτίου 2000) (δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στην Επίσημη Εφημερίδα).

(3) ΕΕ L 194 της 16.7.1973, σ. 1.

(4) ΕΕ L 322 της 17.12.1977, σ. 30· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 98/33/ΕΚ (ΕΕ L 204 της 21.7.1998, σ. 29).

(5) ΕΕ L 124 της 5.5.1989, σ. 16· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 92/30/ΕΟΚ (ΕΕ L 110 της 28.4.1992, σ. 52).

(6) ΕΕ L 386 της 30.12.1989, σ. 1· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 95/26/ΕΚ (ΕΕ L 168 της 18.7.1995, σ. 7).

(7) ΕΕ L 386 της 30.12.1989, σ. 14· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 98/33/ΕΚ.

(8) ΕΕ L 110 της 28.4.1992, σ. 52.

(9) ΕΕ L 29 της 5.2.1993, σ. 1· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την πράξη προσχωρήσεως του 1994.

(10) ΕΕ L 372 της 31.12.1986, σ. 1.

(11) ΕΕ L 193 της 18.7.1983, σ. 1 οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 90/605/ΕΟΚ (ΕΕ L 317 της 16.11.1990, σ. 60).

(12) ΕΕ L 184 της 17.7.1999, σ. 23.

(13) Οδηγία 88/627/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1988, σχετικά με τις πληροφορίες που πρέπει να δημοσιεύονται κατά την απόκτηση και την εκχώρηση σημαντικής συμμετοχής σε εταιρεία της οποίας οι μετοχές είναι εισηγμένες στο χρηματιστήριο (ΕΕ L 348 της 17.12.1988, σ. 62).

(14) Όγδοη οδηγία (84/253/ΕΟΚ) του Συμβουλίου της 10ης Απριλίου 1984 βασιζόμενη στο άρθρο 44 παράγραφος 2 στοιχείο ζ) της συνθήκης για τη χορήγηση άδειας στους υπεύθυνους για τον νόμιμο έλεγχο των λογιστικών εγγράφων (ΕΕ L 126 της 15.5.1984, σ. 20).

(15) Τέταρτη οδηγία (78/660/ΕΟΚ) του Συμβουλίου της 25ης Ιουλίου 1978 βασιζομένη στο άρθρο 44 παράγραφος 2 περίπτωση ζ) της συνθήκης περί των ετησίων λογαριασμών εταιρειών ορισμένων μορφών (ΕΕ L 222 της 14.8.1978, σ. 11)· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 1999/60/ΕΚ (ΕΕ L 62 της 26.6.1999, σ. 65).

(16) Οδηγία (85/611/ΕΟΚ) του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1985, για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ) (ΕΕ L 375 της 31.12.1985, σ. 3)· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 95/26/ΕΚ.

(17) Οδηγία 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Μαΐου 1993, σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών. (ΕΕ L 141 της 11.6.1993, σ. 27)· οδηγία όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 97/9/ΕΚ (ΕΕ L 84 της 26.3.1997, σ 22).

(18) Πρώτη οδηγία (73/239/ΕΟΚ) του Συμβουλίου, της 24ης Ιουλίου 1973, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητος πρωτασφαλίσεως, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής (ΕΕ L 228 της 16.8.1973, σ. 3)· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τλευταία από την οδηγία 95/26/ΕΚ.

(19) Πρώτη οδηγία (79/267/ΕΟΚ) του Συμβουλίου της 5ης Μαρτίου 1979, περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη της δραστηριότητος της πρωτασφαλίσεως ζωής και την άσκηση αυτής (ΕΕ L 63 της 13.3.1979, σ. 1)· οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 95/26/ΕΚ.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΠΟΥ ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΑΜΒΟΙΒΑΙΑΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ

1. Αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων

2. Χορήγηση πιστώσεων(1)

3. Χρηματοδοτική μίσθωση (leasing)

4. Πράξεις πληρωμής

5. Έκδοση και διαχείριση μέσων πληρωμής (πιστωτικών καρτών, ταξιδιωτικών επιταγών και πιστωτικών επιστολών)

6. Εγγυήσεις και αναλήψεις υποχρεώσεων

7. Συναλλαγές για λογαρισσμό του ιδίου του ιδρύματος ή της πελατείας του σε:

α) μέσα της χρηματαγοράς (επιταγές, γραμμάτια, ομόλογα καταθέσεων κ.λπ.)

β) αγορές συναλλάγματος

γ) χρηματοδοτικούς τίτλους επί προθεσμία ή με δικαίωμα επιλογής (option)

δ) μέσα σχετικά με συνάλλαγμα και επιτόκια

ε) κινητές αξίες

8. Συμμετοχές σε εκδόσεις τίτλων και παροχή συναφών υπηρεσιών

9. Παροχή συμβουλών σε επιχειρήσεις όσον αφορά τη διάρθρωση του κεφαλαίου, τη βιομηχανική στρατηγική και συναφή θέματα και συμβουλών και υπηρεσιών στον τομέα της συγχώνευσης και της εξαγοράς επιχειρήσεων

10. Μεσολάβηση στις διατραπεζικές αγορές

11. Διαχείρηση χαρτοφυλακίου ή παροχή συμβουλών για τη διαχείρηση χαρτοφυλακίου

12. Φύλλαξη και διαχείριση κινητών αξιών

13. Εμπορικές πληροφορίες

14. Εκμίσθωση θυρίδων

(1) Στα οποία περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων:

- η καταναλωτική πίστη,

- η ενυπόθηκη πίστη,

- πράξεις αναδόχου εισπράξεως απαιπήσεων (factoring) με ή χωρίς δικαίωμα αναγωγής,

- η χρηματοδότηση των εμπορικών συναλλαγών (συμπεριλαμβανομίνου του forfarting).

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

ΚΑΤΑΤΑΞΗ ΤΩΝ ΕΚΤΟΣ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

Υψηλός κίνδυνος

- Εγγυήσεις που αποτελούν υποκατάστατα πιστώσεων

- Τίτλοι αποδοχής

- Οπισθογραφήσεις αξιογράφων που δεν φέρουν την υπογραφή άλλου πιστωτικού ιδρύματος

- Συναλλαγές με δικαίωμα προσφυγής υπέρ του αγοραστή

- Ανέκκλητες stand-by πιστωτικές επιστολές που αποτελούν υποκατάστατα πιστώσεων

- Στριχεία ενεργητικού που έχουν αγοραστεί βάσει συμφωνιών μελλοντικής αγοράς

- Καταθέσεις προθεσμίας επί προθεσμία ("forward forward deposits")

- Μη καταβληθέν τμήμα μερικώς πληρωθέντων τίτλων και μετοχών

- Άλλα στοιχεία που ενέχουν επίσης υψηλό κίνδυνο

Μέσος κίνδυνος

- Πιστώσεις έναντι φορτωτικών εγγράφων που έχουν εκδοθεί και βεβαιωθεί (βλέπε επίσης μέτριο κίνδυνο)

- Εγγυήσεις και ασφάλειες (περιλαμβανομένων των εγγυήσεων συμμετοχής σε διαγωνισμό, των εγγυήσεων καλής εκτέλεσης, των τελωνειακών και φορολογικών εγγυήσεων) και εγγυήσεις που δεν αποτελούν υποκατάστατα πιστώσεων

- Πράξεις προσωρινής εκχώρησης και άλλες εκχωρήσεις με υποχρέωση επαναγοράς όπως οριζονται στο άρθρο 12 παράγραφοι 3 και 5 της οδηγίας 86/635/ΕΟΚ

- Ανέκκλητες stand-by πιστωτικές επιστολές που δεν αποτελούν υποκατάστατα πιστώσεων

- Μη χρησιμοποιηθείσες πιστωτικές ευχέρειες (υποχρεώσεις δανεισμού, αγοράς τίτλων, παροχής εγγυήσεων και διευκολύνσεις αποδοχής) με αρχική προθεσμία λήξης μεγαλύτερη του ενός έτους

- Ευχέρειες έκδοσης αξιών ("Note issuance facilities NIF") και ανανεούμενες ασφαλιστικές ευχέρειες ("Revolving underwriting facilities RUF")

- Άλλα στοιχεία που ενέχουν επίσης μέσο κίνδυνο

Μέτριος κίνδυνος

- Πιστώσεις έναντι φορτωτικών εγγράφων, στις οποίες τα εμπορεύματα χρησιμεύουν ως πρόσθετη εγγύηση και άλλες αυτοεξοφλούμενες συναλλαγές

- Άλλα στοιχεία που ενέχουν επίσης μέτριο κίνδυνο

Χαμηλός κίνδυνος

- Μη χρησιμοποιηθείσες πιστωτικές ευχέρειες (υποχρεώσεις δανεισμού, αγοράς τίτλων, παροχής εγγυήσεων και διευκολύνσεις αποδοχής) με αρχική προθεσμία λήξης ενός έτους κατ' ανώτατο όριο ή οι οποίες μπορούν να ακυρωθούν άνευ όρων και χωρίς προειδοποίηση οποιαδήποτε στιγμή

- Άλλα στοιχεία που ενέχουν επίσης χαμηλό κίνδυνο

Τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν τη δέσμευση να ενημερώσουν την Επιτροπή αμέσως μόλις δεχθούν να προσθέσουν ένα νέο στοιχείο εκτός ισολογισμού σε μια από τις τελευταίες περιπτώσεις που περιλαμβάνονται σε κάθε κατηγορία κινδύνου. Το στοιχείο αυτό θα καταταχθεί οριστικά σε κοινοτικό επίπεδο μόλις ολοκληρωθεί η διαδικασία του άρθρου 60.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΩΝ ΕΚΤΟΣ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ

1. ΕΠΙΛΟΓΗ ΤΗΣ ΜΕΘΟΔΟΥ

Με την επιφύλαξη της συναίνεσης των εποπτικών τους αρχών, τα πιστωτικά ιδρύματα να επιλέγουν μία από τις μεθόδους που περιγράφονται κατωτέρω για τη μέτρηση των κινδύνων των σχετιζομένων με τις συμβάσεις που απαριθμούνται στα σημεία 1 και 2 του παραρτήματος IV. Τα πιστωτικά ιδρύματα που πρέπει να τηρούν την υποχρέωση του άρθρου 6 παράγραφος 1 της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ(1). πρέπει να χρησιμοποιούν τη μέθοδο 1 που περιγράφεται κατωτέρω. Για τη μέτρηση των πιστωτικών κινδύνων που σχετίζονται με τις συμβάσεις που απαριθμούνται στο παράρτημα IV σημείο 3, όλα τα πιστωτικά ιδρύματα πρέπει να χρησιμοποιούν τη μέθοδο 1 που περιγράφεται κατωτέρω.

2. ΜΕΘΟΔΟΙ

Μέθοδος 1: μέθοδος της αποτίμησης βάσει των τρεχουσών τιμών της αγοράς (markt itoi imarket)

Στάδιο α): το τρέχον κόστος αντικατάστασης όλων των συμβάσεων με θετική αξία απολογίζεται βάσει των τρεχουσών (αγοραίων) τιμών των συμβάσεων.

Στάδιο β): για τον υπολογισμό του ενδεχόμενου μελλοντικού πιστωτικού ανοίγματος(2), τα ονομαστικά (πλασματικά) ποσά των συμβάσεων ή οι αξίες των υποκείμενων μέσων πολλαπλασιάζονται με τα ακόλουθα ποσοστά:

ΠΙΝΑΚΑΣ 1

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

Για τον υπολογισμό του ενδεχόμενου μελλοντικού ανοίγματος σύμφωνα με το στάδιο β), οι αρμόδιες αρχές μπορούν να επιτρέπουν στα πιστωτικά ιδρύματα να εφαρμόζουν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2006 τα ακόλουθα ποσοστά αντί για τα προβλεπόμενα στον πίνακα 1, εφόσον τα πιστωτικά ιδρύματα κάνουν χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στο άρθρο 11α της οδηγίας 93/6/EΟΚ για τις συμβάσεις που εμπίπτουν στο σημείο 3 στοιχεία β) και γ) του παραρτήματος IV:

ΠΙΝΑΚΑΣ 1α

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

Στάδιο γ): το άθροισμα του τρέχοντος κόστους αντικατάστασης και του ενδεχόμενου μελλοντικού πιστωτικού ανοίγματος πολλαπλασιάζεται με τον κατ' άρθρο 43 συντελεστή στάθμισης κινδύνου του οικείου αντισυμβαλλόμενου.

Μέθοδος 2: μέθοδος του "αρχικού ανοίγματος" (original exposure)

Στάδιο α): το ονομαστικό (πλασματικό) ποσό κάθε σύμβασης πολλαπλασιάζεται με τα ακόλουθα ποσοστά:

ΠΙΝΑΚΑΣ 2

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

Στάδιο β): το αρχικό άνοιγμα που υπολογίζεται κατ' αυτό τον τρόπο πολλαπλασιάζεται με τον κατ' άρθρο 43 συντελεστή στάθμισης κινδύνου των οικείων αντισυμβαλλόμενων.

Οι αρμόδιες αρχές πρέπει να εξασφαλίζουν και στις δύο μεθόδους 1 και 2 ότι το πλασματικό ονομαστικό ποσό του οποίου γίνεται χρήση αποτελεί κατάλληλο μέσο εκτίμησης του κινδύνου που ενυπάρχει στη σύμβαση. Όταν π.χ. η σύμβαση προβλέπει πολλαπλές ταμειακές ροές, το πλασματικό ονομαστικό ποσό πρέπει να αναπροσαρμόζεται κατάλληλα ώστε να αντανακλά τις επιπτώσεις των πολλαπλών αυτών ροών επί των κινδύνων που ενυπάρχουν στη σύμβαση.

3. ΣΥΜΒΑΤΙΚΟΣ ΣΥΜΨΗΦΙΣΜΟΣ (ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΟΦΕΙΛΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΣΥΜΨΗΦΙΣΜΟΥ)

α) Μορφές συμψηφισμού που μπορούν να αναγνωρισθούν από τις αρμόδιες αρχές

Για τους σκοπούς του παρόντος σημείου 3, "αντισυμβαλλόμενος" είναι ο φορέας (συμπεριλαμβανομένων και των φυσικών προσώπων), που έχει ικανότητα σύναψης συμφωνίας περί συμβατικού συμψηφισμού.

Οι αρμόδιες αρχές είναι δυνατόν να αναγνωρίζουν ως στοιχεία ελάττωσης του κινδύνου τα ακόλουθα είδη συμβατικού συμψηφισμού:

i) διμερείς συμβάσεις ανανέωσης οφειλής μεταξύ ενός πιστωτικού ιδρύματος και ενός αντισυμβαλλομένου του, βάσει των οποίων οι εκατέρωθεν απαιτήσεις και υποχρεώσεις συγχωνεύονται αυτομάτως, έτσι ώστε η ανανέωση αυτή να καταλήγει σε ένα και μόνο καθαρό ποσόν, οσάκις εφαρμόζεται ανανέωση, και συνεπώς γεννάται νέα νομικά δεσμευτική και ενιαία σύμβαση, δια της οποίας αποσβέννυνται οι προϋπάρχουσες συμβάσεις,

ii) άλλες διμερείς συμφωνίες συμψηφισμού μεταξύ του πιστωτικού ιδρύματος και του αντισυμβαλλομένου του.

β) Προϋποθέσεις αναγνώρισης

Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αναγνωρίζουν το συμβατικό συμψηφισμό ως στοιχείο ελάττωσης του κινδύνου, μόνον εάν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

i) το πιστωτικό ίδρυμα έχει συνάψει με τον αντισυμβαλλόμενό του σύμβαση συμψηφισμού η οποία γεννά μια ενιαία νομική υποχρέωση περιέχουσα το σύνολο των καλυπτομένων συναλλαγών ούτως ώστε, στην περίπτωση που ο αντισυμβαλλόμενος δεν εκπληρώσει την παροχή είτε λόγω αδυναμίας είτε λόγω πτωχεύσεως ή εκκαθαρίσεως ή άλλων αναλόγων περιστάσεων, το πιστωτικό ίδρυμα να έχει δικαίωμα να λάβει ή υποχρέωση να καταβάλει μόνο το καθαρό αλγεβρικό άθροισμα των αγοραίων αξιών στις οποίες αποτιμώνται οι καλυπτόμενες επί μέρους συναλλαγές,

ii) το πιστωτικό ίδρυμα έχει θέσει υπόψη των αρμοδίων αρχών γραπτές και αιτιολογημένες νομικές γνωμοδοτήσεις ούτως ώστε, αν υπάρξει νομική αμφισβήτηση, τα αρμόδια δικαστήρια και οι αρμόδιες διοικητικές αρχές να βρουν, στις περιπτώσεις τις περιγραφόμενες στο σημείο i), ότι οι απαιτήσεις και οι υποχρεώσεις του πιστωτικού ιδρύματος, θα περιορισθούν στο καθαρό άθροισμα, κατά τα οριζόμενα στο σημείο i), σύμφωνα με:

- το δίκαιο του κράτους στο οποίο έχει συσταθεί ο αντισυμβαλλόμενος και, στην περίπτωση που συμμετέχει αλλοδαπό υποκατάστημα μιας εταιρείας, και σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους στο οποίο ευρίσκεται το υποκατάστημα,

- το στάδιο που διέπει κάθε επί μέρους καλυπτόμενη από τη σύμβαση συμψηφισμού συναλλαγή και

- το στάδιο που διέπει καθεμία από τις συμβάσεις ή συμφωνίες που απαιτούνται για την πραγματοποίηση του συμβατικού συμψηφισμού,

iii) το πιστωτικό ίδρυμα έχει καθιερώσει διαδικασίες που εξασφαλίζουν ότι η εγκυρότης του συμβατικού συμψηφισμού εξακριβώνεται διαρκώς με γνώμονα τις εκάστοτε αλλαγές της οικείας νομοθεσίας.

Οι αρμόδιες αρχές, αφού ζητήσουν τη γνώμη άλλων εμπλεκόμενων αρμοδίων αρχών, εφόσον απαιτείται, πρέπει να βεβαιωθούν ότι ο συμβατικός συμψηφισμός είναι έγκυρος σύμφωνα με το δίκαιο καθεμίας από τις χώρες που έχουν εν προκειμένω δικαιοδοσία. Εάν κάποια αρμόδια αρχή δεν βεβαιωθεί σχετικά, η συμφωνία περί συμβατικού συμψηφισμού δεν αναγνωρίζεται ως παράγοντας ελάττωσης του κινδύνου για κανέναν από τους συμβαλλομένους.

Οι αρμόδιες αρχές μπορεί να δεχθούν αιτιολογημένες νομικές γνωμοδοτήσεις για κατηγορίες συμβατικού συμψηφισμού.

Συμβάσεις περιέχουσες ρήτρα, σύμφωνα με την οποία επιτρέπεται στο συμβαλλόμενο τον εκπληρώνονται τις υποχρεώσεις του να προβαίνει σε περιορισμένες μόνο καταβολές ή σε καμία καταβολή προς την περιουσία του περιελθόντος σε αδυναμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του αντισυμβαλλομένου, ακόμα και αν ο τελευταίος είναι καθαρός πιστωτής (ρήτρα υπαναχώρησης ή walkaway clause), δεν αναγνωρίζονται ως στοιχεία ελάττωσης του κινδύνου.

Οι αρμόδιες αρχές δύνανται να αναγνωρίζουν τον περιορισμό του κινδύνου που συνεπάγονται οι συμφωνίες συμβατικού συμψηφισμού που καλύπτουν συμβάσεις ξένου συναλλάγματος με αρχική διάρκεια ίση ή μικρότερη των 14 ημερολογιακών ημερών, συμβάσεις πώλησης προαιρέσεων ή άλλα παρεμφερή εκτός ισολογισμού στοιχεία, για τα οποία δεν ισχύει το παρόν παράρτημα, επειδή ο πιστωτικός κίνδυνος είναι μηδενικός ή αμελητέος. Αν ανάλογα με την θετική ή αρνητική τιμή αγοράς των συμβάσεων αυτών, η ένταξή τους σε άλλη συμφωνία συμβατικού συμψηφισμού μπορεί να προκαλέσει αύξηση ή μείωση των κεφαλαιακών απαιτήσεων, οι αρμόδιες αρχές πρέπει να υποχρεώσουν το πιστωτικό ίδρυμα που ελέγχουν να εφαρμόσει ανάλογη μεταχείριση.

γ) Αποτελέσματα της αναγνώρισης

i) Συμβάσεις ανανέωσης οφειλής

Εππρέπεται η στάθμιση των ενιαίων καθαρών ποσών που καθορίζονται από τις συμβάσεις ανανέωσης οφειλής αντί των μεικτών ποσών. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την πρώτη μέθοδο:

- κατά το στάδιο α): το τρέχον κόστος αντικατάστασης και

- κατά το στάδιο β): τα ονομαστικά (πλασματικά) ποσά των συμβάσεων ή οι αξίες των υποκείμενων μέσων,

μπορούν να υπολογισθούν λαμβανομένης υπόψη της σύμβασης ανανέωσης. Αν εφαρμοσθεί η δεύτερη μέθοδος, στο στάδιο α) για τον υπολογισμό του ονομαστικού (πλασματικού) ποσού μπορεί να ληφθεί υπόψη η σύμβαση ανανέωσης οφειλής. Ισχύουν τα ποσοστά του πίνακα 2.

ii) Άλλες συμφωνίες συμψηφισμού

Για την εφαρμογή της μεθόδου 1:

- Στο στάδιο α), το τρέχον κόστος αντικατάστασης για τις συμβάσεις που περιλαμβάνονται σε μία συμφωνία συμψηφισμού μπορεί να υπολογισθεί αν ληφθεί υπόψη το υποθετικό καθαρό κόστος αντικατάστασης που προκύπτει από τη συμφωνία όταν από τον συμψηφισμό προκύπτει καθαρή υποχρέωση για το πιστωτικό ίδρυμα που υπολογίζει το καθαρό κόστος αντικατάστασης, το τρέχον κόστος αντικατάστασης υπολογίζεται ως "0".

- Στο στάδιο β) το ποσό που αφορά τα ενδεχόμενα μελλοντικά πιστωτικά ανοίγματα για όλες τις συμβάσεις που περιλαμβάνονται σε μια συμφωνία συμψηφισμού, μπορεί να μειωθεί σύμφωνα με την ακόλουθη εξίσωση:

>ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΕ ΓΡΑΦΙΚΟ>

όπου:

- ΕΠΑμειωμένο= το μειωμένο ποσό που αφορά το ενδεχόμενο μελλοντικό πιστωτικό άνοιγμα για όλες τις συμβάσεις με έναν συγκεκριμένο αντισυμβαλλόμενο που περιλαμβάνονται σε μια νομικά έγκυρη διμερή συμφωνία συμψηφισμού

- ΕΠΑακαθ.= το άθροισμα των ενδεχόμενων μελλοντικών πιστωτικών ανοιγμάτων για όλες τις συμβάσεις με έναν συγκεκριμένο αντισυμβαλλόμενο που περιλαμβάνονται σε μια νομικά έγκυρη συμφωνία συμψηφισμού, τα οποία υπολογίζονται αν πολλαπλασιαστούν τα πλασματικά ονομαστικά ποσά με τα ποσοστά του πίνακα 1

- ΔΚΑ= Δείκτης καθαρού προς ακαθάριστο (net-to-gross ratio): κατά την κρίση των εποπτικών αρχών είτε:

i) με χωριστό υπολογισμό: το πηλίκο του καθαρού κόστους αντικατάστασης για όλες τις συμβάσεις που περιλαμβάνονται σε μία νομικά έγκυρη συμφωνία συμψηφισμού με έναν συγκεκριμένο αντισυμβαλλόμενο (αριθμητής) προς το ακαθάριστο κόστος αντικατάστασης για όλες τις συμβάσεις που περιλαμβάνονται σε μια νομικά έγκυρη διμερή συμφωνία συμψηφισμού με τον ίδιο αντισυμβαλλόμενο (παρονομαστής) ή

ii) με συνολικό υπολογισμό: το πηλίκο του αθροίσματος του καθαρού κόστους αντικατάστασης που υπολογίζεται σε διμερή βάση για όλους τους αντισυμβαλλομένους λαμβανομένων υπόψη όλων των συμβάσεων που περιλαμβάνονται σε νομικά έγκυρες συμφωνίες συμψηφισμού (αριθμητής) προς το ακαθάριστο κόστος αντικατάστασης για όλες τις συμβάσεις που περιλαμβάνονται σε νομικά έγκυρες συμφωνίες συμψηφισμού (παρονομαστής).

Αν τα κράτη μέλη επιτρέπουν στα πιστωτικά ιδρύματα να επιλέγουν τη μέθοδο, τότε η μέθοδος που θα επιλεγεί πρέπει να χρησιμοποιείται με συνέπεια.

Για τον υπολογισμό των ενδεχομένων μελλοντικών πιστωτικών ανοιγμάτων σύμφωνα με τον παραπάνω τύπο, οι πλήρως αντιστοιχιζόμενες μεταξύ τους συμβάσεις που περιλαμβάνονται στη συμφωνία συμψηφισμού μπορούν να λαμβάνονται υπόψη ως μια σύμβαση με πλασματικό ονομαστικό ποσό ισοδύναμο προς τις καθαρές εισροές. Οι πλήρως αντιστοιχιζόμενες μεταξύ τους συμβάσεις είναι συμβόλαια προθεσμιακών πράξεων συναλλάγματος (forward foreign exchange contracts), ή παρεμφερείς συμβάσεις, στις οποίες το ονομαστικό ποσό είναι ισοδύναμο με τις ταμειακές ροές, αν οι ταμειακές ροές λήγουν την ίδια τοκοφόρο ημερομηνία και πλήρως ή εν μέρει στο ίδιο νόμισμα.

Για την εφαρμογή της μεθόδου 2 στο στάδιο α):

- οι πλήρως αντιστοιχιζόμενες μεταξύ τους συμβάσεις που περιλαμβάνονται στη συμφωνία συμψηφισμού, μπορούν να λαμβάνονται υπόψη ως μία σύμβαση με πλασματικό ονομαστικό ποσό ισοδύναμο προς τις καθαρές εισροές τα πλασματικά ονομαστικά ποσά πολλαπλασιάζονται με τα ποσοστά του πίνακα 2,

- προκειμένου περί οιωνδήποτε άλλων συμβάσεων συμπεριλαμβανομένων σε συμφωνία συμψηφισμού, τα εφαρμοστέα ποσοστά, δυνατόν να ελαττωθούν κατά τα εκτιθέμενα στον πίνακα 3:

ΠΙΝΑΚΑΣ 3

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

(1) Οδηγία 93/6/EΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1993, για την επάρκεια των ίδιων κεφαλαίων των επικειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων. ΕΕ L 141 της 11.6.1993, σ. 1 της οδηγία όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία 98/33/EΚ (ΕΕ L 204 της 21.7.1998, σ. 29).

(2) Εκτός από τις συμβάσεις "κυμαινόμενου/κυμαινόμενου επιτοκίου" στο ίδιο νόμισμα για τις αποίες υπολογίζεται μόνο το τρέχον κόστος αντικατάστασης.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

ΕΙΔΗ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΕΚΤΟΣ ΙΣΟΛΟΓΙΣΜΟΥ

1. Συμβάσεις επιτοκίου

α) Πράξεις ανταλλαγής επιτοκίων στο ίδιο νόμισμα (single-currency interest rate swaps)

β) Πράξεις ανταλλαγής κυμαινομένων επιτοκίων διαφορετικής βάσης (basis swaps)

γ) Προθεσμιακές συμφωνίες επιτοκίων (forward rate agreements)

δ) Προθεσμιακές συμβάσεις (ή συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης - ΣΜΕ) επιτοκίων (interest rate futures)

ε) Αγορασθέντα δικαιώματα προαιρέσεως επιτοκίου (interest rate options purchased)

στ) Άλλες συμβάσεις παρεμφερούς φύσεως.

2. Συμβάσεις συναλλάγματος και συμβάσεις χρυσού

α) Πράξεις ανταλλαγής επιτοκίων σε διαφορετικά νομίσματα cross-currency interest-rate swaps)

β) Προθεσμιακές πράξεις συναλλάγματος forward foreign-exchange contracts)

γ) Προθεσμιακές συμβάσεις (ή συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης - ΣΜΕ)

δ) Αγορασθέντα δικαιώματα προαιρέσεως συναλλάγματος (currency options purchased)

ε) Άλλες συμβάσεις παρεμφερούς φύσεως

στ) Συμβάσεις χρυσού παρεμφερείς με εκείνες των στοιχείων α) έως ε).

3. Συμβάσεις παρεμφερούς φύσεως με εκείνες του σημείου 1 στοιχεία α) έως ε) και σημείου 2 στοιχεία α) έως στοιχεία δ) επι άλλων στοιχείων αναφοράς ή επί δεικτών, που αφορούν:

α) Μετοχές

β) Πολύτιμα μέταλλα εκτός από χρυσό

γ) Εμπορεύματα άλλα εκτός από πολύτιμα μέταλλα

δ) Άλλες συμβάσεις παρεμφερούς φύσεως.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

ΜΕΡΟΣ Α

ΚΑΤΑΡΓΟΥΜΕΝΕΣ ΟΔΗΓΙΕΣ ΜΕ ΤΙΣ ΔΙΑΔΟΧΙΚΕΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥΣ

(αναφέρονται στο άρθρο 67)

Οδηγία 73/183/ΕΟΚ του Συμβουλίου

Οδηγία 77/780/ΕΟΚ του Συμβουλίου

Οδηγία 85/345/ΕΟΚ του Συμβουλίου

Οδηγία 86/137/ΕΟΚ του Συμβουλίου

Οδηγία 86/524/ΕΟΚ του Συμβουλίου

Οδηγία 89/646/ΕΟΚ του Συμβουλίου

Οδηγία 95/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου:

μόνο το άρθρο 1, πρώτη περίπτωση το άρθρο 2 παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση και παράγραφος 2, πρώτη περίπτωση το άρθρο 3 παράγραφος 2 το άρθρο 4 παράγραφοι 2, 3 και 4, όσον αφορά στις αναφορές που γίνονται στην οδηγία 77/780/ΕΟΚ και την παράγραφο 6 το άρθρο 5, πρώτη περίπτωση.

Οδηγία 96/13/ΕΚ του Συμβουλίου

Οδηγία 98/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (άρθρο πρώτο)

Οδηγία 89/299/ΕΟΚ του Συμβουλίου

Οδηγία 91/633/ΕΟΚ του Συμβουλίου

Οδηγία 92/16/ΕΟΚ του Συμβουλίου

Οδηγία 92/30/ΕΟΚ του Συμβουλίου

Οδηγία 89/646/ΕΟΚ του Συμβουλίου

Οδηγία 92/30/ΕΟΚ του Συμβουλίου

Οδηγία 95/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου:

μόνο το άρθρο 1, πρώτη περίπτωση

Οδηγία 89/647/ΕΟΚ του Συμβουλίου

Οδηγία 91/31/ΕΟΚ της Επιτροπής

Οδηγία 92/30/ΕΟΚ του Συμβουλίου

Οδηγία 94/7/ΕΚ της Επιτροπής

Οδηγία 95/15/ΕΚ της Επιτροπής

Οδηγία 95/67/ΕΚ της Επιτροπής

Οδηγία 96/10/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

Οδηγία 98/32/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου

Οδηγία 98/33/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (άρθρο 2)

Οδηγία 92/30/ΕΟΚ του Συμβουλίου

Οδηγία 92/121/ΕΟΚ του Συμβουλίου

ΜΕΡΟΣ Β

ΠΡΟΘΕΣΜΙΕΣ ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗΣ

(αναφέρονται στο άρθρο 67)

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΙΑΣ

>ΘΕΣΗ ΠΙΝΑΚΑ>