Eureka 32004R0549 Sign in

icao

as defined in Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 549/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου…, Article 2, point (27)

27. "ICAO" σημαίνει τον Οργανισμό Διεθνούς Πολιτικής Αεροπορίας, που συστάθηκε με τη σύμβαση του Σικάγου του 1944 περί Διεθνούς Πολιτικής Αεροπορίας.

Open in the act with Eureka

Install the extension for EUR-Lex

Also defined in