μέρος
as defined in Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1218/2010 της Επιτροπής, της 14ης Δεκεμβρίου 2010 , για…, Article 1(2), point (2) (Ορισμοί)
Ως «συνδεδεμένες επιχειρήσεις» νοούνται:
|
α) |
οι επιχειρήσεις στις οποίες ένα από τα μέρη της συμφωνίας εξειδίκευσης έχει, άμεσα ή έμμεσα:
|
|
β) |
οι επιχειρήσεις που έχουν σε σχέση με ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας εξειδίκευσης, άμεσα ή έμμεσα, τα δικαιώματα ή τις εξουσίες που παρατίθενται στο στοιχείο α)· |
|
γ) |
οι επιχειρήσεις στις οποίες μία από τις επιχειρήσεις που αναφέρονται στο στοιχείο β) έχει, άμεσα ή έμμεσα, τα δικαιώματα ή τις εξουσίες που παρατίθενται στο στοιχείο α)· |
|
δ) |
οι επιχειρήσεις στις οποίες ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη της συμφωνίας εξειδίκευσης έχει, μαζί με μία ή περισσότερες από τις επιχειρήσεις που αναφέρονται στα στοιχεία α), β) ή γ), ή στις οποίες δύο ή περισσότερες από τις τελευταίες αυτές επιχειρήσεις, έχουν από κοινού τα δικαιώματα ή τις εξουσίες που παρατίθενται στο στοιχείο α)· |
|
ε) |
οι επιχειρήσεις στις οποίες κατέχουν από κοινού τα δικαιώματα ή τις εξουσίες που παρατίθενται στο στοιχείο α):
|
Install the extension for EUR-Lex
Also defined in
- Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1217/2010 της Επιτροπής, της 14ης Δεκεμβρίου 2010 , για την εφαρμογή του άρθρου 101 παράγραφος 3… 32010R1217, Article 1(2), point (2)
2. Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, οι όροι «επιχείρηση» και «μέρος» περιλαμβάνουν τις αντίστοιχες συνδεδεμένες επιχειρήσεις τους. Ως «συνδεδεμένες επιχειρήσεις» νοούνται: α) οι επιχειρήσεις στις οποίες ένα από τα μέρη της συμφωνίας έρευνας και ανάπτυξης έχει, άμεσα ή έμμεσα: i) τη…