ccp
as defined in Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου…, Article 2, point (1) (Ορισμοί)
1) «CCP»: νομικό πρόσωπο το οποίο παρεμβάλλεται μεταξύ αντισυμβαλλομένων σε συμβάσεις που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε μία ή περισσότερες χρηματοπιστωτικές αγορές και το οποίο αναλαμβάνει τον ρόλο αγοραστή έναντι κάθε πωλητή και πωλητή έναντι κάθε αγοραστή·
Install the extension for EUR-Lex
Also defined in
- Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014 , σχετικά με τη… 32014R0909, Article 2(1), point (16)
16) ως «κεντρικός αντισυμβαλλόμενος» (ή «CCP») νοείται ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012· - Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014 , για τις αγορές… 32014R0600, Article 2(1), point (31)
31) «CCP»: ένας CCP (κεντρικός αντισυμβαλλόμενος) όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012· - Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014 , για τις αγορές… 32014L0065, Article 4(1), point (51)
51) «CCP»: ένας CCP (κεντρικός αντισυμβαλλόμενος) όπως ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012, - CRR 32013R0575, Article 4(1), point (34)
ο CCP όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) 648/2012 - Οδηγια 98/26/ΕΚ Του Ευρωπαϊκου Κοινοβουλιου Και Του Συμβουλιου, της 19ης Μαΐου 1998, σχετικά με το αμετάκλητο του… 01998L0026-20240408, Article 2, point (c)
γ) «κεντρικός αντισυμβαλλόμενος» ή «CCP»: ο κεντρικός αντισυμβαλλόμενος (CCP) όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012·