κρίση
as defined in Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του…, Article 2, point (21) (Ορισμοί)
21) «κρίση»:
|
α) |
κατάσταση άμεσου ή επικείμενου κινδύνου που απειλεί να λάβει τη μορφή ένοπλης σύρραξης ή να αποσταθεροποιήσει μια χώρα ή την περιοχή γειτονίας της· |
|
β) |
κατάσταση που προκαλείται από φυσικές καταστροφές, ανθρωπογενείς κρίσεις, όπως πόλεμοι και άλλες συγκρούσεις, ή έκτακτες περιστάσεις που παράγουν παρόμοια αποτελέσματα και συνδέονται, μεταξύ άλλων, με την κλιματική αλλαγή, την υποβάθμιση του περιβάλλοντος, τη στέρηση της πρόσβασης σε ενέργεια και φυσικούς πόρους ή την έσχατη ένδεια· |
Install the extension for EUR-Lex
Also defined in
- Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2018/1993 του Συμβουλίου, της 11ης Δεκεμβρίου 2018, ως προς τις ολοκληρωμένες ρυθμίσεις της ΕΕ… 32018D1993, Article 3, point (a)
α) «κρίση»: κατάσταση τόσο ευρέους μεγέθους ή τέτοιας πολιτικής σημασίας, που απαιτεί έγκαιρο συντονισμό πολιτικής και έγκαιρη πολιτική αντιμετώπιση σε ενωσιακό πολιτικό επίπεδο, - 2014/415/EΕ: Απόφαση του Συμβουλίου, της 24ης Ιουνίου 2014 , σχετικά με τις ρυθμίσεις για την εφαρμογή από την Ένωση… 32014D0415, Article 3, point (c)
γ) «κρίση»: καταστροφή ή τρομοκρατική επίθεση με επιπτώσεις ή πολιτική σημασία τόσο ευρέους μεγέθους που να απαιτείται έγκαιρος συντονισμός πολιτικής και αντίδρασης σε ενωσιακό πολιτικό επίπεδο, - Οδηγία 2009/81/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Ιουλίου 2009 , σχετικά με τον συντονισμό των… 32009L0081, Article 1, point (10)
(10) «κρίση»: οιαδήποτε κατάσταση σε κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, κατά την οποία συμβαίνει ένα επιβλαβές γεγονός που υπερβαίνει σαφώς τις διαστάσεις των επιβλαβών γεγονότων της καθημερινής ζωής και θέτει σε κίνδυνο ή περιορίζει σοβαρά τη ζωή και την υγεία των ανθρώπων ή έχει ουσιαστικό αντίκτυπο…