Eureka 32026R1392 Sign in
European flag

Επίσημη Εφημερίδα
της Ευρωπαϊκής Ένωσης

EL

Σειρά L


2026/1392

26.6.2026

ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΕ) 2026/1392 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ

της 20ής Μαΐου 2026

σχετικά με την παραγωγή και την εμπορία δασικού πολλαπλασιαστικού υλικού, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) 2016/2031 και (ΕΕ) 2017/625 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 1999/105/ΕΚ του Συμβουλίου (κανονισμός για το ΔΠΥ)

(Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ)

ΤΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ,

Έχοντας υπόψη τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως το άρθρο 43 παράγραφος 2,

Έχοντας υπόψη την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής,

Κατόπιν διαβίβασης του σχεδίου νομοθετικής πράξης στα εθνικά κοινοβούλια,

Έχοντας υπόψη τη γνώμη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (1),

Αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία (2),

Εκτιμώντας τα ακόλουθα:

(1)

Η οδηγία 1999/105/ΕΚ του Συμβουλίου (3) καθορίζει κανόνες σχετικά με την παραγωγή με σκοπό την εμπορία και με την εμπορία δασικού πολλαπλασιαστικού υλικού («ΔΠΥ»).

(2)

Τα δάση καλύπτουν περίπου το 45 % των χερσαίων εκτάσεων της Ένωσης και διαδραματίζουν πολυλειτουργικό ρόλο ο οποίος περιλαμβάνει κοινωνικές, οικονομικές, περιβαλλοντικές, οικολογικές και πολιτιστικές λειτουργίες. Μεταξύ άλλων, τα δάση επιτελούν πρωταρχική λειτουργία ως καταβόθρες άνθρακα στο πλαίσιο της πολιτικής για τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής. Το υψηλής ποιότητας, προσαρμοσμένο στην κλιματική αλλαγή και ποικιλόμορφο ΔΠΥ εξακριβωμένης ταυτότητας είναι απαραίτητο για την εκπλήρωση αυτών των ρόλων.

(3)

Υπό το πρίσμα των εξελίξεων στις επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, της επικαιροποίησης των κανόνων και των κανονισμών του προγράμματος του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) για την πιστοποίηση του δασικού πολλαπλασιαστικού υλικού που διακινείται με το διεθνές εμπόριο («πρόγραμμα του ΟΟΣΑ για τους δασικούς σπόρους και τα φυτά»), των νέων προτεραιοτήτων πολιτικής της Ένωσης σε σχέση με τη βιωσιμότητα, την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και τη βιοποικιλότητα και ιδίως της ανακοίνωσης της Επιτροπής της 11ης Δεκεμβρίου 2019 με τίτλο «Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία», καθώς και της πείρας που αποκτήθηκε κατά την εφαρμογή της οδηγίας 1999/105/ΕΚ, η εν λόγω οδηγία θα πρέπει να αντικατασταθεί από νέα πράξη. Για να εξασφαλιστεί η ομοιόμορφη εφαρμογή των νέων κανόνων σε ολόκληρη την Ένωση, η εν λόγω πράξη θα πρέπει να έχει τη μορφή κανονισμού.

(4)

Στόχος του προγράμματος του ΟΟΣΑ για τους δασικούς σπόρους και τα φυτά είναι να προωθήσει την παραγωγή και τη χρήση σπόρων, μερών φυτών και φυτών που έχουν συλλεχθεί, έχουν υποστεί επεξεργασία και διατεθεί για εμπορία κατά τρόπο που να εξασφαλίζει την υψηλή ποιότητα και διαθεσιμότητα ΔΠΥ. Λόγω των μεγάλης διάρκειας κύκλων ανάπτυξης των δασών, του κόστους των φυτεύσεων και του μακροπρόθεσμου χαρακτήρα των δασικών επενδύσεων, είναι απαραίτητο οι δασοκόμοι να λαμβάνουν πλήρως αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με την καταγωγή και τα γενετικά χαρακτηριστικά του ΔΠΥ που χρησιμοποιούν στις φυτεύσεις τους. Το πρόγραμμα του ΟΟΣΑ για τους δασικούς σπόρους και τα φυτά ανταποκρίνεται στην ανάγκη αυτή μέσω της πιστοποίησης και της ιχνηλασιμότητας. Διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο για την προσαρμογή των δασών του πλανήτη στις μεταβαλλόμενες κλιματικές συνθήκες. Δίνεται έμφαση στη διασφάλιση υψηλής γενετικής ποικιλότητας εντός των ειδών και στη διατήρηση της ποικιλότητας των ειδών, μεταξύ άλλων μέσω της διαφοροποίησης στα δασοτεμάχια. Ως εκ τούτου, διατηρείται η προσαρμοστική ικανότητα των δασών και βελτιώνεται για τη μελλοντική αναφύτευση μιας έκτασης με δένδρα («αναδάσωση») και τη δημιουργία νέων δασών («δάσωση»). Αναδάσωση μπορεί να απαιτείται στο πλαίσιο της βιώσιμης δασικής διαχείρισης ή όταν τμήματα ενός υπάρχοντος δάσους έχουν πληγεί από ακραία καιρικά φαινόμενα, δασικές πυρκαγιές, νόσους, εξάρσεις επιβλαβών οργανισμών και άλλες καταστροφές.

(5)

Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία απηχεί τη δέσμευση της Επιτροπής για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και των προκλήσεων που σχετίζονται με το περιβάλλον. Αποσκοπεί στον μετασχηματισμό της οικονομίας της Ένωσης για τη δημιουργία ενός βιώσιμου μέλλοντος. Οι κανόνες της Ένωσης για την παραγωγή και την εμπορία ΔΠΥ χρειάζεται να συνάδουν με τον κανονισμό (ΕΕ) 2021/1119 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (4), ο οποίος θεσπίζει το ενωσιακό πλαίσιο για την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας, και με τις τρεις στρατηγικές εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, όπως παρουσιάζονται στην ανακοίνωση της Επιτροπής, της 20ής Μαΐου 2020, με τίτλο «Στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030 — Επαναφορά της φύσης στη ζωή μας» («στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα»), στην ανακοίνωση της Επιτροπής, της 24ης Φεβρουαρίου 2021, με τίτλο «Διαμορφώνοντας μια Ευρώπη ανθεκτική στην κλιματική αλλαγή — η νέα στρατηγική της ΕΕ για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή» («στρατηγική της ΕΕ για την προσαρμογή») και στην ανακοίνωση της Επιτροπής, της 16ης Ιουλίου 2021, με τίτλο «Νέα δασική στρατηγική της ΕΕ για το 2030» («δασική στρατηγική της ΕΕ»).

(6)

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2021/1119 επιβάλλει στα αρμόδια θεσμικά όργανα της Ένωσης και στα κράτη μέλη να διασφαλίζουν διαρκή πρόοδο στη βελτίωση της προσαρμοστικής ικανότητας, την ενίσχυση της ανθεκτικότητας και τη μείωση της ευπάθειας στην κλιματική αλλαγή. Συνεπώς, ένας από τους στόχους της στρατηγικής της ΕΕ για την προσαρμογή είναι η επιτάχυνση της ικανότητας της Ένωσης να προσαρμόζεται στην κλιματική αλλαγή, μεταξύ άλλων μέσω της τροποποίησης των κανόνων για το ΔΠΥ. Το ενωσιακό δίκαιο θα πρέπει να προάγει την παραγωγή και την εμπορία ΔΠΥ σε ολόκληρη την Ένωση.

(7)

Οι βασικοί στόχοι της δασικής στρατηγικής της ΕΕ είναι η αποτελεσματική δάσωση και η διατήρηση και αποκατάσταση των δασών στην Ένωση. Η επιδίωξη των στόχων αυτών θα συμβάλει στην αύξηση της απορρόφησης CO2, στη μείωση της συχνότητας και της έκτασης των δασικών πυρκαγιών και στην προώθηση της βιοοικονομίας, με πλήρη σεβασμό εκείνων των οικολογικών αρχών που ευνοούν τη βιοποικιλότητα. Η διασφάλιση της αποκατάστασης των δασών και η ενίσχυση της βιώσιμης δασικής διαχείρισης είναι απαραίτητες για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και για την ανθεκτικότητα των δασών. Στο πλαίσιο αυτό, η δασική στρατηγική της ΕΕ αναφέρει ότι για την προσαρμογή των δασών στην κλιματική αλλαγή και την αποκατάστασή τους μετά από βλάβες οφειλόμενες σε κλιματικούς λόγους θα απαιτηθούν μεγάλες ποσότητες κατάλληλου ΔΠΥ. Αυτό συνεπάγεται ότι πρέπει να γίνουν προσπάθειες για τη διασφάλιση και τη βιώσιμη χρήση των δασικών γενετικών πόρων από τους οποίους εξαρτάται μια πιο ανθεκτική στην κλιματική αλλαγή δασοκομία. Απαιτούνται επίσης προσπάθειες για την αύξηση της παραγωγής και της διαθεσιμότητας τέτοιου ΔΠΥ, για την παροχή καλύτερης ενημέρωσης σχετικά με την καταλληλότητά του για τις συγκεκριμένες κλιματικές και οικολογικές συνθήκες της περιοχής όπου προβλέπεται να σπαρεί ή να φυτευτεί και για την ενίσχυση της συνεργατικής παραγωγής και μεταφοράς τέτοιου ΔΠΥ πέραν των εθνικών συνόρων εντός της Ένωσης.

(8)

Η στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα έχει ως στόχο να θέσει τη βιοποικιλότητα της Ένωσης σε τροχιά ανάκαμψης έως το 2030. Στο πλαίσιο της εν λόγω στρατηγικής, το ενωσιακό δίκαιο χρειάζεται να δίνει προτεραιότητα στη διατήρηση της ποικιλότητας των ειδών και να διασφαλίζει υψηλή γενετική ποικιλότητα εντός των ειδών και των παρτίδων ΔΠΥ, προκειμένου να διευκολυνθεί ο εφοδιασμός με υψηλής ποιότητας και γενετικά ποικίλο ΔΠΥ εξακριβωμένης ταυτότητας που είναι προσαρμοσμένο, ή προσαρμόσιμο, στις υφιστάμενες και τις προβλεπόμενες κλιματικές συνθήκες. Η διατήρηση και η βελτίωση της βιοποικιλότητας των δασών, συμπεριλαμβανομένης της γενετικής ποικιλότητας εντός μεμονωμένων ειδών δένδρων, είναι απαραίτητες για τη βιώσιμη δασική διαχείριση και τη διατήρηση των δασικών γενετικών πόρων και, ως εκ τούτου, για τη στήριξη της προσαρμογής των δασών στην κλιματική αλλαγή.

(9)

Υπάρχει μια μακροπρόθεσμη διασυνοριακή διάσταση λόγω του γεγονότος ότι η ήδη παρατηρούμενη μετανάστευση ζωνών βλάστησης προς τον Βορρά αναμένεται να επιταχυνθεί σημαντικά κατά τις επόμενες δεκαετίες. Ως εκ τούτου, η απαίτηση του παρόντος κανονισμού για παροχή πληροφοριών σχετικά με τις περιοχές στις οποίες το ΔΠΥ είναι προσαρμοσμένο στις τοπικές συνθήκες θα αποτελέσει εξαιρετικά χρήσιμο εφόδιο για τους δασοκόμους. Οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν τέτοιες περιοχές («περιοχές ανάπτυξης»).

(10)

Η οδηγία 1999/105/ΕΚ ορίζει το ΔΠΥ σε σχέση με τη σημασία του για δασοκομικούς σκοπούς στο σύνολο ή σε μέρος της Ένωσης, ωστόσο παραμένει ασαφής όσον αφορά τους εν λόγω δασοκομικούς σκοπούς. Για λόγους σαφήνειας, στον ορισμό του πεδίου εφαρμογής του παρόντος κανονισμού θα πρέπει συνεπώς να απαριθμούνται οι σκοποί για τους οποίους είναι σημαντικό να χρησιμοποιείται ΔΠΥ υψηλής ποιότητας. Το ΔΠΥ μπορεί να παράγεται για χρήση σε δάσωση, αναδάσωση, διαφοροποίηση σε δασοτεμάχιο και άλλη δενδροφύτευση και απευθείας σπορά για έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους σκοπούς: πολυλειτουργική δασοκομία, παραγωγή ξυλείας, βιοϋλικών, βιομάζας ή άλλων δασικών προϊόντων και διατήρηση των δασικών γενετικών πόρων.

(11)

Ωστόσο, η αγροδασοπονία θα πρέπει να εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού, διότι θεωρείται, μαζί με τη γεωργία ακριβείας, τη βιολογική γεωργία, την αγροοικολογία και τους μόνιμους λειμώνες χαμηλής έντασης, μία από τις πολλές γεωργικές πρακτικές που συμβάλλουν στην προστασία της βιοποικιλότητας, των οικοσυστημικών υπηρεσιών και των χαρακτηριστικών του τοπίου. Τα αγροδασικά χαρακτηριστικά, και ιδίως οι θαμνοστοιχίες, αναγνωρίζονται ως μη παραγωγικά γεωργικά στοιχεία που προστατεύουν τις γεωργικές εκτάσεις, καλύπτοντας έτσι στόχους και σκοπούς πέραν αυτών που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

(12)

Έρευνες έχουν δείξει πως είναι εξαιρετικά σημαντικό η αξιολόγηση και η έγκριση του βασικού υλικού να εδράζονται στον συγκεκριμένο σκοπό για τον οποίο θα χρησιμοποιηθεί το ΔΠΥ. Επιπλέον, η σπορά και η φύτευση ΔΠΥ υψηλής ποιότητας στον κατάλληλο τόπο έχουν θετικό αντίκτυπο στον σκοπό για τον οποίο χρησιμοποιείται το εν λόγω ΔΠΥ. Όταν γίνονται σπορά και φύτευση «στον κατάλληλο τόπο» σημαίνει ότι το ΔΠΥ ενδείκνυται γενετικά και φαινοτυπικά για τον τόπο στον οποίο φύεται, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών κλιματικών προβλέψεων για τον συγκεκριμένο τόπο.

(13)

Μετά την έγκριση του βασικού υλικού, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να κάνουν διάκριση μεταξύ αυτόχθονων και ιθαγενών πηγών σπόρων ή δασοσυστάδων. Οι επαγγελματίες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αποτυπώνουν τη διάκριση αυτή στο έγγραφο επαγγελματία.

(14)

Για να εξασφαλιστεί επαρκής εφοδιασμός με ΔΠΥ ως απάντηση στην αυξημένη ζήτησή του, είναι αναγκαίο να αρθούν τυχόν πραγματικοί ή δυνητικοί φραγμοί στο εμπόριο οι οποίοι ενδέχεται να παρεμποδίζουν την ελεύθερη διακίνηση ΔΠΥ εντός της Ένωσης. Ο στόχος αυτός μπορεί να επιτευχθεί μόνο εάν οι αντίστοιχοι κανόνες της Ένωσης για το ΔΠΥ επιβάλλουν τα υψηλότερα δυνατά πρότυπα.

(15)

Οι κανόνες της Ένωσης σχετικά με την παραγωγή για εμπορία και με την εμπορία ΔΠΥ θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις πρακτικές ανάγκες και θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνο σε ορισμένα είδη και στα υβρίδιά τους που είναι σημαντικά για τους στόχους του παρόντος κανονισμού. Τα εν λόγω είδη θα πρέπει να απαριθμούνται στον παρόντα κανονισμό.

(16)

Στόχος του παρόντος κανονισμού είναι να συμβάλει στη διατήρηση και τη δημιουργία ανθεκτικών δασών, στην αποκατάσταση των δασικών οικοσυστημάτων, στη στήριξη των οικοσυστημικών υπηρεσιών τους και στη δημιουργία άλλων δενδροφυτεύσεων. Αυτό θα επιτευχθεί ιδίως με τη βιώσιμη παραγωγή, την εμπορία και την ιχνηλασιμότητα ΔΠΥ υψηλής ποιότητας και με τη διασφάλιση ότι οι χρήστες ενημερώνονται πριν από την αγορά ΔΠΥ σχετικά με τις συγκεκριμένες κλιματικές και οικολογικές συνθήκες στις οποίες βρισκόταν το αντίστοιχο βασικό υλικό.

(17)

Για να διασφαλίζεται ότι το πιστοποιημένο ΔΠΥ είναι προσαρμοσμένο στις ειδικές κλιματικές και οικολογικές συνθήκες της περιοχής στην οποία προορίζεται να σπαρεί ή να φυτευτεί, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να αξιολογούν τα χαρακτηριστικά βιωσιμότητας του βασικού υλικού κατά τη διαδικασία έγκρισής του. Τα εν λόγω χαρακτηριστικά βιωσιμότητας θα πρέπει να καλύπτουν την προσαρμογή του εν λόγω βασικού υλικού στις συγκεκριμένες κλιματικές και οικολογικές συνθήκες, συμπεριλαμβανομένων των βιοτικών και αβιοτικών παραγόντων που επικρατούν στην περιφέρεια προέλευσης και της αντοχής ή ανθεκτικότητάς του στους επιβλαβείς οργανισμούς και στις δυσμενείς συνθήκες του κλίματος και του σημείου όπου βλάστησε.

(18)

Προκειμένου να διασφαλίζεται η υψηλότερη δυνατή ποιότητα του ΔΠΥ, θα πρέπει να συγκομίζεται μόνο από βασικό υλικό που έχει καταχωριστεί σε εθνικό μητρώο. Θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες σχετικά με τη συγκομιδή και τη συλλογή ΔΠΥ από βασικό υλικό, προκειμένου να διασφαλιστούν η υψηλή ποιότητα και η ιχνηλασιμότητα τέτοιου είδους ΔΠΥ. Προκειμένου να μπορούν οι αρμόδιες αρχές να εποπτεύουν τη συγκομιδή και τη συλλογή, οι επαγγελματίες φορείς θα πρέπει να τις ενημερώνουν εκ των προτέρων για την πρόθεσή τους να προχωρήσουν σε συγκομιδή.

(19)

Το βασικό υλικό θα πρέπει να αξιολογείται και να εγκρίνεται από τις αρμόδιες αρχές. Το εγκεκριμένο βασικό υλικό θα πρέπει να καταχωρίζεται σε εθνικό μητρώο με μοναδικό αριθμό μητρώου και με αναφορά σε μονάδα έγκρισης.

(20)

Ωστόσο, προκειμένου να διασφαλιστεί μεγαλύτερη ευελιξία όσον αφορά το ΔΠΥ της κατηγορίας «γνωστής πηγής» σε περίπτωση ακραίων καιρικών και κλιματικών συνθηκών, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα, κατόπιν έγκρισης από την Επιτροπή, να εξουσιοδοτούν τους επαγγελματίες να εγκρίνουν για ορισμένα είδη βασικό υλικό που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ της εν λόγω κατηγορίας.

(21)

Προκειμένου να αντικατοπτρίζονται οι εξελίξεις στις επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις και σε εφαρμοστέα διεθνή πρότυπα, θα πρέπει να είναι δυνατή η συμπερίληψη της χρήσης βιοχημικών και μοριακών τεχνικών στη διαδικασία έγκρισης του βασικού υλικού ως συμπληρωματικής μεθόδου.

(22)

Για να εξασφαλιστούν η αποτελεσματική επισκόπηση του ΔΠΥ και η διαφάνεια σχετικά με το ΔΠΥ, που παράγεται και διατίθεται για εμπορία σε ολόκληρη την Ένωση, κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να καταρτίζει, να δημοσιεύει και να τηρεί επικαιροποιημένο, σε ηλεκτρονική μορφή, εθνικό μητρώο του βασικού υλικού για τα διάφορα είδη και τα υβρίδιά τους που έχουν εγκριθεί στην επικράτειά του.

(23)

Για τον ίδιο λόγο, η Επιτροπή θα πρέπει να δημοσιεύει, σε ηλεκτρονική μορφή, ενωσιακό κατάλογο εγκεκριμένου βασικού υλικού για την παραγωγή ΔΠΥ, με βάση τα εθνικά μητρώα που παρέχονται από κάθε κράτος μέλος. Ο εν λόγω ενωσιακός κατάλογος θα πρέπει να περιέχει πληροφορίες σχετικά με το βασικό υλικό που περιέχει ή αποτελείται από γενετικώς τροποποιημένο οργανισμό, συμπεριλαμβανομένου εκείνου που έχει παραχθεί με ορισμένες νέες γονιδιωματικές τεχνικές.

(24)

Θα πρέπει να εκδίδεται γενικό πιστοποιητικό από τις αρμόδιες αρχές για το σύνολο του ΔΠΥ που προέρχεται από εγκεκριμένο βασικό υλικό. Το γενικό πιστοποιητικό θα πρέπει να διασφαλίζει την ταυτοποίηση του ΔΠΥ, να περιέχει πληροφορίες σχετικά με την καταγωγή του και να παρέχει τα καταλληλότερα στοιχεία για τους χρήστες του και τις αρμόδιες αρχές που είναι επιφορτισμένες με τον επίσημο έλεγχό του. Θα πρέπει να είναι δυνατή η έκδοση του γενικού πιστοποιητικού σε ηλεκτρονική μορφή.

(25)

Κάθε κράτος μέλος θα πρέπει να θεσπίσει και να επικαιροποιεί εθνικό κατάλογο εκδοθέντων γενικών πιστοποιητικών και να καθιστά τον κατάλογο αυτό διαθέσιμο στην Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές όλων των άλλων κρατών μελών.

(26)

Μόνο το ΔΠΥ που έχει συγκομιστεί από εγκεκριμένο βασικό υλικό θα πρέπει να επιτρέπεται να πιστοποιείται στη συνέχεια και να διατίθεται στην αγορά. Το ΔΠΥ θα πρέπει να πιστοποιείται ως «γνωστής πηγής», «επιλεγμένο», «χαρακτηρισμένο» και «δοκιμασμένο» από τις αρμόδιες αρχές και να διατίθεται για εμπορία με αναφορά στις εν λόγω κατηγορίες. Οι κατηγορίες ΔΠΥ «γνωστής πηγής», «επιλεγμένο», «χαρακτηρισμένο» και «δοκιμασμένο» θα πρέπει να υπόκεινται σε ενιαίες απαιτήσεις παραγωγής και εμπορίας, ώστε να διασφαλίζεται η διαφάνεια, να δημιουργούνται ίσες συνθήκες για τους επαγγελματίες σε ολόκληρη την Ένωση και να διαφυλάσσεται η ακεραιότητα της εσωτερικής αγοράς.

(27)

Το βασικό υλικό που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ με σκοπό τη διατήρηση των δασικών γενετικών πόρων διαφέρει από το βασικό υλικό που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ για εμπορικούς σκοπούς, λόγω των διαφορετικών κριτηρίων επιλογής που εφαρμόζονται σε αυτούς τους δύο τύπους βασικού υλικού. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να είναι δυνατό να εξουσιοδοτούνται οι επαγγελματίες, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να εγκρίνουν βασικό υλικό που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ με σκοπό τη διατήρηση των δασικών γενετικών πόρων. Οι εξουσιοδοτημένοι επαγγελματίες θα πρέπει να εγκρίνουν το εν λόγω βασικό υλικό σύμφωνα με τις απαιτήσεις που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό και με αναφορά σε μονάδα έγκρισης και να κοινοποιούν τα στοιχεία της εν λόγω μονάδας έγκρισης στην αρμόδια αρχή. Η απόφαση για τη συμπερίληψη του εν λόγω βασικού υλικού στο εθνικό μητρώο θα πρέπει να λαμβάνεται από την αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους.

(28)

Η κατηγορία «γνωστής πηγής» είναι το ελάχιστο πρότυπο που απαιτείται για την εμπορία ΔΠΥ, διότι υφίσταται ελάχιστη ή καμία φαινοτυπική επιλογή του βασικού υλικού που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ της εν λόγω κατηγορίας. Για να διασφαλιστεί η ιχνηλασιμότητα, ο επαγγελματίας θα πρέπει να καταγράφει την τοποθεσία του βασικού υλικού από το οποίο συλλέγεται το ΔΠΥ ή, με άλλα λόγια, την προέλευσή του. Η καταγωγή του εν λόγω βασικού υλικού θα πρέπει να δηλώνεται, εφόσον είναι γνωστή. Τούτο συνάδει με το πρόγραμμα του ΟΟΣΑ για τους δασικούς σπόρους και τα φυτά και με την πείρα που έχει αποκτηθεί από την εφαρμογή της οδηγίας 1999/105/ΕΚ.

(29)

Με βάση την πείρα που έχει αποκτηθεί από την εφαρμογή της οδηγίας 1999/105/ΕΚ και λαμβανομένου υπόψη του προγράμματος του ΟΟΣΑ για τους δασικούς σπόρους και τα φυτά, η αρμόδια αρχή θα πρέπει να αξιολογεί το βασικό υλικό που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ της κατηγορίας «επιλεγμένο». Η εν λόγω αξιολόγηση θα πρέπει να βασίζεται στην παρατήρηση των χαρακτηριστικών του εν λόγω βασικού υλικού και θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον ειδικό σκοπό για τον οποίο πρόκειται να χρησιμοποιηθεί το ΔΠΥ που συγκομίζεται από το εν λόγω βασικό υλικό. Θα πρέπει να διασφαλίζεται η συνολική ποιότητα της εν λόγω κατηγορίας. Ο αναπαραγωγικός πληθυσμός θα πρέπει να έχει τουλάχιστον έναν ορισμένο βαθμό ομοιομορφίας.

(30)

Για την παραγωγή ΔΠΥ της κατηγορίας «χαρακτηρισμένο», ο επαγγελματίας θα πρέπει να επιλέγει τα συστατικά του βασικού υλικού που θα χρησιμοποιηθούν στον σχεδιασμό των διασταυρώσεων σε ατομικό επίπεδο λόγω των εξαιρετικών χαρακτηριστικών τους όσον αφορά, για παράδειγμα, την παραγωγή ξυλείας ή την προσαρμογή στις τοπικές κλιματικές και οικολογικές συνθήκες. Η αρμόδια αρχή θα πρέπει να εγκρίνει τη σύνθεση και τον προτεινόμενο σχεδιασμό των διασταυρώσεων των εν λόγω συστατικών, τη διάταξη στον αγρό, τις συνθήκες απομόνωσης και την τοποθεσία του εν λόγω βασικού υλικού. Αυτό είναι σημαντικό, προκειμένου να υπάρχει ευθυγράμμιση με τα εφαρμοστέα διεθνή πρότυπα σύμφωνα με το πρόγραμμα του ΟΟΣΑ για τους δασικούς σπόρους και τα φυτά και να λαμβάνεται υπόψη η πείρα που έχει αποκτηθεί από την εφαρμογή της οδηγίας 1999/105/ΕΚ.

(31)

Το βασικό υλικό που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ της κατηγορίας «δοκιμασμένο» θα πρέπει να υπόκειται στις αυστηρότερες δυνατές απαιτήσεις. Η ανωτερότητα του ΔΠΥ θα πρέπει να αξιολογείται σε σχέση με ένα ή κατά προτίμηση με περισσότερα εγκεκριμένα ή προεπιλεγμένα πρότυπα. Τα εν λόγω πρότυπα θα πρέπει να καθορίζονται με βάση τον σκοπό για τον οποίο θα χρησιμοποιηθεί το ΔΠΥ της κατηγορίας «δοκιμασμένο». Μετά την επιλογή των συστατικών του βασικού υλικού, η ανωτερότητα του ΔΠΥ θα πρέπει να καταδεικνύεται μέσω συγκριτικών δοκιμών ή να εκτιμάται μέσω της αξιολόγησης των γενετικών συστατικών του εν λόγω βασικού υλικού. Η αρμόδια αρχή θα πρέπει να συμμετέχει σε αυτήν τη διαδικασία. Θα πρέπει να εγκρίνει τον πειραματικό σχεδιασμό και τις δοκιμές για την έγκριση του βασικού υλικού, να επαληθεύει τα αρχεία που παρέχει ο επαγγελματίας και να εγκρίνει είτε τα αποτελέσματα των δοκιμών σχετικά με την ανωτερότητα του ΔΠΥ είτε τη γενετική αξιολόγηση. Κατά την εκτέλεση αυτών των καθηκόντων, η αρμόδια αρχή θα πρέπει να επιδιώκει την ευθυγράμμιση με τα εφαρμοστέα διεθνή πρότυπα σύμφωνα με το πρόγραμμα του ΟΟΣΑ για τους δασικούς σπόρους και τα φυτά και με άλλα εφαρμοστέα διεθνή πρότυπα και να λαμβάνει υπόψη την πείρα που έχει αποκτηθεί από την εφαρμογή της οδηγίας 1999/105/ΕΚ.

(32)

Η αξιολόγηση του βασικού υλικού που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ της κατηγορίας «δοκιμασμένο» διαρκεί κατά μέσο όρο 10 έτη. Προκειμένου να εξασφαλιστεί ταχύτερη πρόσβαση ΔΠΥ της εν λόγω κατηγορίας στην αγορά ενόσω η αξιολόγηση του βασικού υλικού βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εγκρίνουν προσωρινά το βασικό υλικό για μέγιστη περίοδο 10 ετών. Η έγκριση αυτή θα πρέπει να χορηγείται μόνο εάν τα προσωρινά αποτελέσματα της γενετικής αξιολόγησης ή των συγκριτικών δοκιμών δείχνουν ότι το εν λόγω βασικό υλικό θα πληροί τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού όταν ολοκληρωθούν οι δοκιμές. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η έγκριση εξακολουθεί να είναι ενδεδειγμένη, τα εν λόγω αποτελέσματα θα πρέπει να επανεξεταστούν μετά από 10 έτη το αργότερο.

(33)

Η συμμόρφωση ΔΠΥ που διατίθεται για εμπορία με τις απαιτήσεις για τις κατηγορίες «γνωστής πηγής», «επιλεγμένο», «χαρακτηρισμένο» και «δοκιμασμένο» θα πρέπει να πιστοποιείται με επίσημη ετικέτα. Προτού διατεθεί για εμπορία ή χρησιμοποιηθεί απευθείας και έως ότου εκδοθεί η επίσημη ετικέτα, το συγκομισθέν ΔΠΥ θα πρέπει να φέρει προσωρινή ετικέτα, ώστε να διασφαλίζεται η ιχνηλασιμότητα.

(34)

Εκτός από την επίσημη ετικέτα, οι επαγγελματίες θα πρέπει επίσης να εκδίδουν έγγραφο επαγγελματία. Θα πρέπει να περιέχει όλες τις πληροφορίες που περιέχονται στην επίσημη ετικέτα, καθώς και συμπληρωματικές πληροφορίες. Αυτό είναι αναγκαίο, προκειμένου να ενημερώνεται ο χρήστης όσο το δυνατόν πληρέστερα σχετικά με το ΔΠΥ και να καταγράφονται οι εν λόγω πληροφορίες με τον πλέον αποτελεσματικό τρόπο.

(35)

Γενετικώς τροποποιημένο ΔΠΥ θα πρέπει να διατίθεται για εμπορία μόνο αν είναι ασφαλές για την ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον και αν έχει επιτραπεί η καλλιέργειά του δυνάμει της οδηγίας 2001/18/ΕΚ (5) ή τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (6) και εάν το εν λόγω ΔΠΥ ανήκει στην κατηγορία «δοκιμασμένο». Θα πρέπει να είναι δυνατή η διάθεση για εμπορία ΔΠΥ που λαμβάνεται με ορισμένες νέες γονιδιωματικές τεχνικές μόνο εάν συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2026/1388 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (7) και εάν το εν λόγω ΔΠΥ ανήκει στην κατηγορία «δοκιμασμένο».

(36)

Η επίσημη ετικέτα θα πρέπει να περιλαμβάνει πληροφορίες για το βασικό υλικό που περιέχει γενετικώς τροποποιημένο οργανισμό ή που αποτελείται από γενετικώς τροποποιημένο οργανισμό, συμπεριλαμβανομένου εκείνου που έχει παραχθεί με ορισμένες νέες γονιδιωματικές τεχνικές.

(37)

Προκειμένου να διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να δημιουργηθούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού, θα πρέπει να θεσπιστούν ορισμένες απαιτήσεις σχετικά με την υποχρέωση των επαγγελματιών να διασφαλίζουν την ιχνηλασιμότητα και την ταυτοποίηση του ΔΠΥ σε όλα τα στάδια της παραγωγής και της εμπορίας και με την υποβολή των εν λόγω επαγγελματιών σε επίσημους ελέγχους. Πριν τους ανατεθεί η εκτέλεση όλων ή ορισμένων δραστηριοτήτων που απαιτούνται για την παραγωγή και την εμπορία ΔΠΥ υπό την επίσημη εποπτεία της αρμόδιας αρχής, οι επαγγελματίες θα πρέπει να έχουν λάβει εξουσιοδότηση από την αρμόδια αρχή. Θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες σχετικά με τη χορήγηση, την ανάκληση ή την τροποποίηση της εν λόγω εξουσιοδότησης και για τη διενέργεια επίσημης εποπτείας από τις αρμόδιες αρχές.

(38)

Ειδικότερα, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εξουσιοδοτούν τους επαγγελματίες να εκδίδουν και να εκτυπώνουν, υπό επίσημη εποπτεία, την επίσημη ετικέτα για ορισμένα είδη και κατηγορίες ΔΠΥ. Τούτο θα παράσχει μεγαλύτερη ευελιξία στους επαγγελματίες ως προς τη μετέπειτα εμπορία του εν λόγω ΔΠΥ. Ωστόσο, οι επαγγελματίες θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να αρχίσουν να εκδίδουν και να εκτυπώνουν την επίσημη ετικέτα μόνο αφού διαπιστωθεί ότι το ΔΠΥ συμμορφώνεται με τις ισχύουσες απαιτήσεις. Η εξουσιοδότηση αυτή είναι αναγκαία λόγω του επίσημου χαρακτήρα της επίσημης ετικέτας και προκειμένου να διασφαλίζονται τα υψηλότερα δυνατά πρότυπα ποιότητας για τους χρήστες του ΔΠΥ.

(39)

Εφόσον ορισμένα είδη και τα υβρίδιά τους δεν υπόκεινται στα μέτρα που περιέχονται στον παρόντα κανονισμό, τα κράτη μέλη μπορούν, για τα εν λόγω είδη και υβρίδια και όσον αφορά την επικράτειά τους, να λαμβάνουν ισοδύναμα, περισσότερο αυστηρά ή λιγότερο αυστηρά μέτρα.

(40)

Προκειμένου να διασφαλίζονται η διαφάνεια και οι πιο αποτελεσματικοί έλεγχοι της παραγωγής και της εμπορίας ΔΠΥ, οι επαγγελματίες θα πρέπει να είναι εγγεγραμμένοι στα μητρώα που έχουν καταρτίσει τα κράτη μέλη δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (8). Τούτο είναι αναγκαίο για την ορθή λειτουργία του επίσημου μητρώου επαγγελματιών και για την αποφυγή της διπλής εγγραφής. Οι επαγγελματίες για τους οποίους ισχύει ο παρών κανονισμός καλύπτονται σε μεγάλο βαθμό από το πεδίο εφαρμογής του επίσημου μητρώου επαγγελματιών του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031.

(41)

Πριν από τη μεταφορά ΔΠΥ, οι επαγγελματίες θα πρέπει να διευκολύνουν την πρόσβαση των δυνητικών χρηστών του ΔΠΥ τους στις υφιστάμενες διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με την καταλληλότητα του ΔΠΥ για συγκεκριμένες κλιματικές και οικολογικές συνθήκες, ώστε να μπορούν οι χρήστες να επιλέγουν το καταλληλότερο ΔΠΥ για την προοριζόμενη χρήση του στην προβλεπόμενη τοποθεσία.

(42)

Στην περίπτωση βασικού υλικού που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ των κατηγοριών «γνωστής πηγής» και «επιλεγμένο», τα κράτη μέλη θα πρέπει να οριοθετούν, για τα σχετικά είδη, τις περιφέρειες προέλευσης, προκειμένου να προσδιορίζονται περιοχές ή ομάδες περιοχών με επαρκώς ομοιόμορφες οικολογικές συνθήκες που περιέχουν βασικό υλικό με παρόμοια φαινοτυπικά ή γενετικά χαρακτηριστικά. Αυτό είναι αναγκαίο, διότι το ΔΠΥ που παράγεται από το συγκεκριμένο βασικό υλικό θα διατεθεί για εμπορία με αναφορά στις εν λόγω περιφέρειες προέλευσης.

(43)

Θα πρέπει να θεσπιστούν διατάξεις σχετικά με την εκπόνηση και την επικαιροποίηση σχεδίων έκτακτης ανάγκης για ένα ή περισσότερα είδη δένδρων τα οποία μπορούν να καταρτίσουν τα κράτη μέλη για να διασφαλίσουν ότι είναι προετοιμασμένα και έχουν την ικανότητα να δημιουργήσουν επάρκεια εφοδιασμού με το απαιτούμενο ΔΠΥ για την αναδάσωση περιοχών που πλήττονται από ακραία καιρικά φαινόμενα, δασικές πυρκαγιές, ασθένειες, εξάρσεις επιβλαβών οργανισμών, καταστροφές ή οποιοδήποτε άλλο δυσμενές συμβάν. Θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες σχετικά με το περιεχόμενο των σχεδίων έκτακτης ανάγκης, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ανάληψη προληπτικής και αποτελεσματικής δράσης κατά των κινδύνων αυτών, εάν προκύψουν. Θα πρέπει επίσης να είναι δυνατό να προσαρμόζεται το περιεχόμενο των σχεδίων έκτακτης ανάγκης στις συγκεκριμένες κλιματικές και οικολογικές συνθήκες της επικράτειας των κρατών μελών. Οι δυνατότητες αυτές θα πρέπει επίσης να αντικατοπτρίζουν τις γενικές δράσεις ετοιμότητας που αναλαμβάνουν τα κράτη μέλη σε εθελοντική βάση στο πλαίσιο του μηχανισμού πολιτικής προστασίας της Ένωσης, που θεσπίστηκε με την απόφαση αριθ. 1313/2013/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (9).

(44)

Προκειμένου να διασφαλίζεται η ιχνηλασιμότητά του, το ΔΠΥ θα πρέπει, σε όλα τα στάδια παραγωγής και εμπορίας, να διατηρείται σε χωριστές παρτίδες με αναφορά στις επιμέρους μονάδες έγκρισης και στο γενικό πιστοποιητικό, μόλις αυτό εκδοθεί. Για λόγους διαφάνειας και ιχνηλασιμότητας, κάθε παρτίδα ΔΠΥ θα πρέπει να ταυτοποιείται με τον κωδικό παρτίδας και με τον κωδικό γενικού πιστοποιητικού, μόλις αυτό εκδοθεί.

(45)

Μόνο οι σπόροι που πληρούν ορισμένα πρότυπα ποιότητας θα πρέπει να διατίθενται για εμπορία. Θα πρέπει να επισημαίνονται και να διατίθενται για εμπορία μόνο σε κλειστές συσκευασίες που είναι σφραγισμένες, ώστε να είναι δυνατή η ορθή ταυτοποίησή τους, να διασφαλίζεται η ποιότητα και η ιχνηλασιμότητά τους και να αποφεύγεται η απάτη.

(46)

Κατά τη διάρκεια περιόδων όπου παρουσιάζονται προσωρινές δυσκολίες όσον αφορά την εξασφάλιση επαρκούς συγκομιδής ΔΠΥ από ορισμένα είδη, θα πρέπει να είναι δυνατή η προσωρινή έγκριση βασικού υλικού ή ΔΠΥ που πληροί λιγότερο αυστηρές απαιτήσεις ποιότητας, υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Οι εν λόγω λιγότερο αυστηρές απαιτήσεις θα πρέπει να αφορούν την έγκριση βασικού υλικού που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ διάφορων κατηγοριών ή την εμπορία ΔΠΥ που πληροί λιγότερο αυστηρές απαιτήσεις ποιότητας. Αυτό είναι αναγκαίο για να εξασφαλιστεί η εφαρμογή μιας ευέλικτης προσέγγισης στις περιοχές που πλήττονται από αντίξοες συνθήκες και για να αποφευχθεί η πρόκληση διαταραχών στην εσωτερική αγορά ΔΠΥ.

(47)

Προκειμένου να εναρμονιστεί η διενέργεια επίσημων ελέγχων και άλλων επίσημων δραστηριοτήτων σε σχέση με το ΔΠΥ σε ολόκληρη την Ένωση, θα πρέπει να θεσπιστούν κανόνες σχετικά με τον ορισμό των αρμόδιων αρχών που είναι υπεύθυνες για τα εν λόγω καθήκοντα και τις σχετικές απαιτήσεις, καθώς και σχετικά με την εκτέλεση και την πιθανή ανάθεση των εν λόγω καθηκόντων.

(48)

Οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής θα πρέπει να είναι σε θέση να διενεργούν ελέγχους, συμπεριλαμβανομένων των διακριβώσεων, στα κράτη μέλη για να εξακριβώνουν την εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας της Ένωσης, καθώς και τη λειτουργία των εθνικών συστημάτων ελέγχων και των αρμόδιων αρχών.

(49)

Προκειμένου να διασφαλιστούν οι αρχές της χρηστής διοίκησης και η εμπιστοσύνη του κοινού, οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να διενεργούν επίσημους ελέγχους με υψηλό επίπεδο διαφάνειας. Για τον σκοπό αυτό, θα πρέπει να θέτουν στη διάθεση του κοινού, μεταξύ άλλων μέσω δημοσίευσης στο διαδίκτυο, σχετικές πληροφορίες που αφορούν την οργάνωση και τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων, συμπεριλαμβανομένων, όπου αρμόζει, του είδους και του αριθμού των επίσημων ελέγχων, των περιπτώσεων μη συμμόρφωσης, των μέτρων που λαμβάνονται και των κυρώσεων που επιβάλλονται.

(50)

ΔΠΥ από τρίτες χώρες θα πρέπει να εισάγεται μόνο εάν διαπιστωθεί ότι πληροί απαιτήσεις ισοδύναμες με αυτές που εφαρμόζονται σε ΔΠΥ που παράγεται και διατίθεται για εμπορία στην Ένωση. Αυτό είναι αναγκαίο για να διασφαλίζεται ότι το εισαγόμενο ΔΠΥ προσφέρει το ίδιο επίπεδο ποιότητας με το ΔΠΥ που παράγεται στην Ένωση. Η προσέγγιση αυτή θα διασφαλίσει ότι το εισαγόμενο ΔΠΥ όχι μόνο πληροί τα πρότυπα της Ένωσης, αλλά ότι συμβάλλει επίσης στη γενετική ποικιλότητα και τη βιωσιμότητα.

(51)

Οι ακραίες καιρικές και κλιματικές συνθήκες μπορεί να προκαλέσουν ελλείψεις ΔΠΥ σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη οι οποίες δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν από τα άλλα κράτη μέλη ή από τρίτες χώρες για τις οποίες έχει χορηγηθεί ισοδυναμία. Ως εκ τούτου, σε αυτές τις εξαιρετικές περιπτώσεις, θα πρέπει να επιτρέπεται στα εν λόγω κράτη μέλη, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να εισάγουν προσωρινά ΔΠΥ από τρίτες χώρες άλλες από εκείνες για τις οποίες έχει χορηγηθεί ισοδυναμία. Κατά την αξιολόγηση των εν λόγω προϋποθέσεων, η Επιτροπή θα πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη τις ειδικές ανάγκες των οικείων κρατών μελών, όπως η καταγωγή και τα γενετικά χαρακτηριστικά του σχετικού ΔΠΥ.

(52)

Όταν εισάγεται ΔΠΥ στην Ένωση από τρίτη χώρα, ο ενδιαφερόμενος επαγγελματίας θα πρέπει να ενημερώνει εκ των προτέρων την αντίστοιχη αρμόδια αρχή για την εν λόγω εισαγωγή μέσω του συστήματος διαχείρισης πληροφοριών για τους επίσημους ελέγχους (IMSOC) που έχει θεσπιστεί δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (10). Επιπλέον, το εισαγόμενο ΔΠΥ θα πρέπει να συνοδεύεται από πιστοποιητικό ΟΟΣΑ ή από ισοδύναμο επίσημο πιστοποιητικό που έχει εκδώσει η τρίτη χώρα καταγωγής και από αρχεία που περιέχουν λεπτομέρειες σχετικά με το συγκεκριμένο ΔΠΥ τις οποίες παρέχει ο επαγγελματίας στην εν λόγω τρίτη χώρα. Στο εν λόγω ΔΠΥ θα πρέπει να επικολλάται επίσημη ετικέτα ΟΟΣΑ ή ισοδύναμη επίσημη ετικέτα, καθώς αυτό είναι αναγκαίο ώστε οι χρήστες του εν λόγω ΔΠΥ να έχουν τη δυνατότητα να προβαίνουν σε τεκμηριωμένες επιλογές, καθώς και για να διευκολύνεται η διενέργεια των αντίστοιχων επίσημων ελέγχων από τις αρμόδιες αρχές.

(53)

Προκειμένου να παρακολουθείται ο αντίκτυπος του παρόντος κανονισμού και να μπορεί η Επιτροπή να αξιολογεί τα μέτρα που θεσπίζονται, τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποβάλλουν ανά πενταετία έκθεση σχετικά με τις ποσότητες πιστοποιημένου ΔΠΥ ανά κατηγορία ετησίως, τον αριθμό των εγκεκριμένων σχεδίων έκτακτης ανάγκης, τους διαθέσιμους και σχετικούς διαδικτυακούς τόπους και τους οδηγούς φύτευσης, καθώς και τις ποσότητες ΔΠΥ ανά γένη και είδη που εισάγονται από τρίτες χώρες, τις κυρώσεις που επιβάλλονται και τον αριθμό των εγγεγραμμένων επαγγελματιών.

(54)

Προκειμένου να προσαρμόζεται ο παρών κανονισμός στις οικολογικές μεταβολές, και ιδίως στη μετατόπιση των ειδών δένδρων και των γεωγραφικών κατανομών τους ως αποτέλεσμα της κλιματικής αλλαγής, καθώς και για να αντικατοπτρίζονται οι εξελίξεις όσον αφορά τις επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) όσον αφορά την τροποποίηση του παρόντος κανονισμού με την προσθήκη ή τη διαγραφή ειδών δένδρων από τον κατάλογο των ειδών που υπόκεινται στον παρόντα κανονισμό, ανάλογα με το αν πληρούν ή παύουν να πληρούν ορισμένα κριτήρια.

(55)

Προκειμένου να αντικατοπτρίζονται οι εξελίξεις όσον αφορά τις επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις και το πρόγραμμα του ΟΟΣΑ για τους δασικούς σπόρους και τα φυτά και άλλα εφαρμοστέα διεθνή πρότυπα, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ για την τροποποίηση των απαιτήσεων έγκρισης βασικού υλικού που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ των κατηγοριών «γνωστής πηγής», «επιλεγμένο», «χαρακτηρισμένο» και «δοκιμασμένο», καθώς και των κατηγοριών στις οποίες μπορεί να υπάγεται το ΔΠΥ των διάφορων τύπων βασικού υλικού προκειμένου να διατεθεί για εμπορία.

(56)

Προκειμένου να αντικατοπτρίζονται οι εξελίξεις όσον αφορά τις επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό ορισμένων απαιτήσεων σχετικά με τις παρτίδες μονάδων σπόρου των ειδών δένδρων που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό εκτός των υβριδίων τους, σχετικά με μέρη φυτών των εν λόγω ειδών και των υβριδίων τους, σχετικά με τα εξωτερικά πρότυπα ποιότητας για τα Populus spp. που πολλαπλασιάζονται με μοσχεύματα βλαστού, με ή χωρίς ρίζες, σχετικά με το μητρικό υλικό των ειδών δένδρων και των υβριδίων τους που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό και σχετικά με το μητρικό υλικό που προορίζεται να διατεθεί για εμπορία σε τελικούς χρήστες σε περιοχές με ιδιαίτερες οικοκλιματικές συνθήκες.

(57)

Προκειμένου να διασφαλιστούν η σαφήνεια και η εναρμονισμένη προσέγγιση όσον αφορά την εκπόνηση και την εφαρμογή των σχεδίων έκτακτης ανάγκης, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον προσδιορισμό των στοιχείων που μπορούν να περιλαμβάνονται σε σχέδιο έκτακτης ανάγκης δυνάμει του παρόντος κανονισμού.

(58)

Προκειμένου να αυξηθεί η αξιοπιστία του συστήματος εξουσιοδότησης των επαγγελματιών και της επίσημης εποπτείας από τις αρμόδιες αρχές, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία έκδοσης πράξεων σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον καθορισμό της διαδικασίας για την αίτηση εξουσιοδότησης που πρέπει να υποβάλει ο επαγγελματίας και για την επιβεβαίωση της συμμόρφωσης με τις εφαρμοστέες απαιτήσεις.

(59)

Προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος της ανακοίνωσης της Επιτροπής της 9ης Μαρτίου 2021 με τίτλο «Ψηφιακή Πυξίδα 2030: η ευρωπαϊκή οδός για την ψηφιακή δεκαετία», ο οποίος είναι να καταστεί δυνατός ο μετασχηματισμός των ψηφιακών τεχνολογιών κατά τρόπο επωφελή για τους ανθρώπους και τις επιχειρήσεις, και να ληφθούν υπόψη οι τεχνικές εξελίξεις στην ψηφιοποίηση των υπηρεσιών, θα πρέπει να ανατεθεί στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 290 ΣΛΕΕ όσον αφορά τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τη θέσπιση κανόνων σχετικών με την ψηφιακή καταγραφή των βασικών ενεργειών που αφορούν την επαλήθευση των απαιτήσεων για την έγκριση του βασικού υλικού και την παραγωγή ΔΠΥ οι οποίες οδηγούν στην έκδοση γενικών πιστοποιητικών, επίσημων ετικετών και εγγράφων επαγγελματία και σχετικών με τη δημιουργία κεντρικής πλατφόρμας που συνδέει όλα τα κράτη μέλη και την Επιτροπή.

(60)

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό η Επιτροπή να διεξάγει, κατά τις προπαρασκευαστικές της εργασίες για τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, τις κατάλληλες διαβουλεύσεις, μεταξύ άλλων σε επίπεδο εμπειρογνωμόνων, οι οποίες να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου (11). Πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ίση συμμετοχή στην προετοιμασία των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο λαμβάνουν όλα τα έγγραφα κατά τον ίδιο χρόνο με τους εμπειρογνώμονες των κρατών μελών, και οι εμπειρογνώμονές τους έχουν συστηματικά πρόσβαση στις συνεδριάσεις των ομάδων εμπειρογνωμόνων της Επιτροπής που ασχολούνται με την προετοιμασία κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων.

(61)

Προκειμένου να διασφαλιστεί αναλογική προσέγγιση, δεν θα πρέπει να είναι αναγκαίο να πληρούνται ορισμένες απαιτήσεις κατά την εμπορία μικρών ποσοτήτων σπόρων. Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίοι όροι για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες για τον καθορισμό του τι συνιστά μικρή ποσότητα που δίνει το δικαίωμα σε μεμονωμένα είδη να εξαιρούνται από ορισμένες απαιτήσεις εμπορίας.

(62)

Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίοι όροι για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και ότι οι εξουσιοδοτημένοι επαγγελματίες διενεργούν ορθά και με συνεκτικό τρόπο την έγκριση βασικού υλικού που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ με σκοπό τη διατήρηση των δασικών γενετικών πόρων, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή όσον αφορά τους ειδικούς όρους για την αξιολόγηση της επιλεξιμότητας των επαγγελματιών που θα εξουσιοδοτηθούν να εγκρίνουν βασικό υλικό και τους όρους για την κοινοποίηση των στοιχείων της μονάδας έγκρισης στην αρμόδια αρχή.

(63)

Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίοι όροι για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και να αντιμετωπιστούν προσωρινές δυσκολίες στον γενικό εφοδιασμό με ΔΠΥ, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες όσον αφορά την εξουσιοδότηση ενός ή περισσότερων κρατών μελών να επιτρέπουν προσωρινά την εμπορία ΔΠΥ που πληροί, ή προέρχεται από βασικό υλικό που πληροί, λιγότερο αυστηρές απαιτήσεις από εκείνες που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό.

(64)

Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίοι όροι για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και να διευκολυνθούν η αναγνωρισιμότητα και η χρήση των γενικών πιστοποιητικών, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες όσον αφορά την έγκριση του περιεχομένου και του υποδείγματος του γενικού πιστοποιητικού, καθώς και τη θέσπιση κανόνων σχετικά με τους μηχανισμούς και τις τεχνικές ρυθμίσεις για τη διασφάλιση της έκδοσης ακριβών και αξιόπιστων γενικών πιστοποιητικών και την πρόληψη του κινδύνου απάτης, τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται σε περίπτωση ανάκλησης γενικών πιστοποιητικών και για την έκδοση πιστοποιητικών αντικατάστασης, τους κανόνες για την παραγωγή επικυρωμένων αντιγράφων γενικών πιστοποιητικών και τους κανόνες για την έκδοση ηλεκτρονικών πιστοποιητικών και τη χρήση ηλεκτρονικών υπογραφών.

(65)

Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίοι όροι για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και ένα εναρμονισμένο πλαίσιο για την επισήμανση και την παροχή πληροφοριών σχετικά με το ΔΠΥ, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες όσον αφορά τον καθορισμό της μορφής, του μεγέθους, του σχήματος και του χρώματος της επίσημης ετικέτας και του εγγράφου επαγγελματία για όλες ή για συγκεκριμένες κατηγορίες ΔΠΥ. Κατά τον καθορισμό του χρώματος, η Επιτροπή θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους κανόνες και τους κανονισμούς του προγράμματος του ΟΟΣΑ για τους δασικούς σπόρους και τα φυτά. Θα πρέπει να επιτρέπεται στα κράτη μέλη να εφαρμόζουν τους κανόνες σχετικά με το χρώμα, ανάλογα με την περίπτωση.

(66)

Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίοι όροι για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και να αντικατοπτρίζονται οι εξελίξεις όσον αφορά την ψηφιοποίηση του τομέα ΔΠΥ, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες όσον αφορά τον καθορισμό των τεχνικών ρυθμίσεων για την έκδοση ηλεκτρονικών γενικών πιστοποιητικών, ηλεκτρονικών επίσημων ετικετών και ηλεκτρονικών εγγράφων επαγγελματία.

(67)

Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίοι όροι για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και να εξασφαλιστεί η έγκριση του βασικού υλικού της κατηγορίας «γνωστής πηγής» από τους επαγγελματίες, θα πρέπει να ανατεθούν εκτελεστικές αρμοδιότητες στην Επιτροπή όσον αφορά τη χορήγηση της εν λόγω έγκρισης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

(68)

Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίοι όροι για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού και να διασφαλιστεί η ορθή χρήση της παρέκκλισης σχετικά με την προσωρινή έγκριση βασικού υλικού που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ της κατηγορίας «δοκιμασμένο», θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες όσον αφορά τον καθορισμό του μέγιστου αριθμού μονάδων ΔΠΥ και του μέγιστου μεγέθους έκτασης που μπορεί να υπόκειται στην εν λόγω έγκριση.

(69)

Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίοι όροι για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη διοργάνωση προσωρινών πειραμάτων για την αναζήτηση βελτιωμένων εναλλακτικών έναντι των απαιτήσεων του παρόντος κανονισμού όσον αφορά την αξιολόγηση και την έγκριση βασικού υλικού και την παραγωγή και την εμπορία ΔΠΥ.

(70)

Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίοι όροι για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, και παράλληλα να καταστεί δυνατή η εφαρμογή εθνικών ή περιφερειακών προσεγγίσεων όσον αφορά την παραγωγή και την εμπορία ΔΠΥ και με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας του σχετικού ΔΠΥ, την προστασία του περιβάλλοντος ή τη συμβολή στην προστασία της βιοποικιλότητας και την αποκατάσταση των δασικών οικοσυστημάτων, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες όσον αφορά την εξουσιοδότηση των κρατών μελών, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να θεσπίζουν αυστηρότερες ή πρόσθετες απαιτήσεις για την έγκριση βασικού υλικού και την παραγωγή ΔΠΥ, να περιορίζουν την έγκριση βασικού υλικού που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ της κατηγορίας «γνωστής πηγής» ή να απαγορεύουν την εμπορία στον τελικό χρήστη με σκοπό τη σπορά ή τη φύτευση συγκεκριμένου ΔΠΥ στο σύνολο ή σε μέρος της επικράτειάς τους, όταν το εν λόγω ΔΠΥ δεν είναι κατάλληλο για τις δασοκομικές οικολογικές συνθήκες του οικείου κράτους μέλους και τους σχετικούς σκοπούς.

(71)

Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίοι όροι για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες ως προς τη λήψη αποφάσεων σχετικά με το αν ΔΠΥ συγκεκριμένων γενών, ειδών ή κατηγοριών και, κατά περίπτωση, προερχόμενο από συγκεκριμένους τύπους βασικού υλικού ή συγκεκριμένη περιφέρεια προέλευσης, το οποίο έχει παραχθεί σε τρίτη χώρα, πληροί απαιτήσεις ισοδύναμες με αυτές που εφαρμόζονται σε ΔΠΥ που παράγεται και διατίθεται για εμπορία στην Ένωση.

(72)

Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίοι όροι για την εκτέλεση του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες όσον αφορά τον καθορισμό ορισμένων κανόνων σχετικά με ενιαίες πρακτικές ρυθμίσεις για τη διεξαγωγή των επίσημων ελέγχων προς επαλήθευση της συμμόρφωσης με τους κανόνες για το ΔΠΥ.

(73)

Προκειμένου να διασφαλιστούν ενιαίοι όροι για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, θα πρέπει να ανατεθούν στην Επιτροπή εκτελεστικές αρμοδιότητες όσον αφορά τον καθορισμό του τεχνικού μορφότυπου, μεταξύ άλλων όσον αφορά την ψηφιακή υποβολή και επεξεργασία, που πρέπει να χρησιμοποιείται για τις εκθέσεις που υποχρεούνται να υποβάλλουν τα κράτη μέλη στην Επιτροπή σχετικά με τις ποσότητες πιστοποιημένου ΔΠΥ ανά κατηγορία ετησίως, τον αριθμό των εγκεκριμένων σχεδίων έκτακτης ανάγκης, τους διαθέσιμους και σχετικούς δικτυακούς τόπους και τους οδηγούς φύτευσης, τις ποσότητες ΔΠΥ ανά γένη και είδη που εισάγονται από τρίτες χώρες, τις κυρώσεις και τον αριθμό των εγγεγραμμένων επαγγελματιών.

(74)

Οι εκτελεστικές αρμοδιότητες που ανατίθενται στην Επιτροπή με τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει να ασκούνται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (12).

(75)

Μόνο υγιές ΔΠΥ θα πρέπει να επιτρέπεται να διατίθεται για εμπορία σε ολόκληρη την Ένωση. Το ΔΠΥ που διατίθεται για εμπορία σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό θα πρέπει επίσης να συμμορφώνεται με τους κανόνες που ορίζονται ή προβλέπονται στις σχετικές διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 όσον αφορά τους ενωσιακούς επιβλαβείς οργανισμούς καραντίνας, τους επιβλαβείς οργανισμούς καραντίνας στις προστατευόμενες ζώνες και τους ενωσιακούς ρυθμιζόμενους επιβλαβείς οργανισμούς μη καραντίνας, καθώς και με τα μέτρα που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 30 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού.

(76)

Οι επιβλαβείς για την ποιότητα οργανισμοί είναι επιβλαβείς οργανισμοί που δεν υπόκεινται στον κανονισμό (ΕΕ) 2016/2031. Μπορούν να εμφανιστούν κατά την παραγωγή ΔΠΥ και όταν το ΔΠΥ αποθηκεύεται για μεγάλο χρονικό διάστημα υπό συνθήκες υπερβολικής υγρασίας στο υλικό ή στην ατμόσφαιρα. Ως εκ τούτου, η παρουσία τους σε ΔΠΥ που διατίθεται για εμπορία θα πρέπει να είναι τόσο χαμηλή, ώστε να μην υπάρχει δυσμενής επίδραση στην ποιότητά του.

(77)

Προκειμένου να βελτιωθεί η συνοχή των κανόνων σχετικά με το ΔΠΥ με τους κανόνες του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 για τα φυτοϋγειονομικά διαβατήρια, θα πρέπει να επιτρέπεται ο συνδυασμός της επίσημης ετικέτας για το ΔΠΥ με το φυτοϋγειονομικό διαβατήριο.

(78)

Λόγω των ιδιαιτεροτήτων του τομέα του ΔΠΥ, είναι σκόπιμο ο παρών κανονισμός να θεσπίσει τις δικές του διατάξεις σχετικά με τους επίσημους ελέγχους του ΔΠΥ. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι επίσημοι έλεγχοι σχετικά με το ΔΠΥ εφαρμόζονται με συνέπεια σε όλα τα κράτη μέλη, να δημιουργηθούν συνέργειες με το σύστημα επίσημων ελέγχων σε παρόμοιους τομείς, ιδίως στον τομέα της υγείας των φυτών, και να δοθεί η δυνατότητα στα κράτη μέλη να χρησιμοποιούν υφιστάμενα μέσα και εργαλεία, όπως το IMSOC, για την επαλήθευση της συμμόρφωσης με τους κανόνες για το ΔΠΥ, οι διατάξεις του παρόντος κανονισμού σχετικά με τους επίσημους ελέγχους θα πρέπει να εφαρμόζονται επιπλέον των σχετικών διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625, όπου απαιτείται.

(79)

Γίνεται δεκτό ότι οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών που είναι επιφορτισμένες με την εκτέλεση καθηκόντων δυνάμει του παρόντος κανονισμού μπορούν επίσης να είναι αρμόδιες αρχές που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625 και, ως εκ τούτου, υπεύθυνες για την οργάνωση των επίσημων ελέγχων και άλλων επίσημων δραστηριοτήτων σε άλλους τομείς.

(80)

Συνεπώς, οι κανονισμοί (ΕΕ) 2016/2031 και (ΕΕ) 2017/625 θα πρέπει να τροποποιηθούν αναλόγως.

(81)

Για λόγους νομικής σαφήνειας και διαφάνειας, η οδηγία 1999/105/ΕΚ θα πρέπει να καταργηθεί.

(82)

Δεδομένου ότι ο στόχος του παρόντος κανονισμού, ήτοι να εξασφαλιστεί μια εναρμονισμένη προσέγγιση όσον αφορά την παραγωγή και την εμπορία ΔΠΥ, δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη, ωστόσο μπορεί, λόγω των συνεπειών του, της περιπλοκότητάς του και του διεθνούς αντικτύπου του, να επιτευχθεί καλύτερα στο επίπεδο της Ένωσης, η Ένωση μπορεί να θεσπίσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, που διατυπώνεται στο εν λόγω άρθρο, ο παρών κανονισμός δεν υπερβαίνει τα αναγκαία για την επίτευξη αυτού του στόχου. Στο πλαίσιο αυτό, και εφόσον είναι αναγκαίο, ο παρών κανονισμός εισάγει παρεκκλίσεις ή ειδικές απαιτήσεις για ορισμένα είδη ΔΠΥ και ορισμένους επαγγελματίες.

(83)

Λαμβανομένου υπόψη του χρόνου και των πόρων που χρειάζονται οι αρμόδιες αρχές και οι ενδιαφερόμενοι επαγγελματίες για να προσαρμοστούν στις νέες απαιτήσεις που ορίζονται στον παρόντα κανονισμό, ο παρών κανονισμός θα πρέπει να αρχίσει να εφαρμόζεται από τις 17 Ιουλίου 2031.

(84)

Προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε διαταραχή της παραγωγής και της εμπορίας ΔΠΥ στην Ένωση, το ΔΠΥ που έχει παραχθεί πριν από τις 17 Ιουλίου 2031 σύμφωνα με την οδηγία 1999/105/ΕΚ ή τους εθνικούς κανόνες θα πρέπει να επιτρέπεται να συνεχίσει να διατίθεται για εμπορία έως ότου εξαντληθούν τα αντίστοιχα αποθέματα. Για τον ίδιο λόγο, το ΔΠΥ που παράγεται σύμφωνα με την οδηγία 1999/105/ΕΚ θα πρέπει να επιτρέπεται να συνεχίσει να διατίθεται για εμπορία με γενικό πιστοποιητικό που έχει εκδοθεί δυνάμει της εν λόγω οδηγίας,

ΕΞΕΔΩΣΑΝ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Γενικές διατάξεις

Άρθρο 1

Αντικείμενο

Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κανόνες σχετικά με την παραγωγή δασικού πολλαπλασιαστικού υλικού («ΔΠΥ») για εμπορία και την εμπορία ΔΠΥ.

Ειδικότερα, ο παρών κανονισμός θεσπίζει απαιτήσεις σχετικά με την καταγωγή του βασικού υλικού που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ, την έγκριση του εν λόγω βασικού υλικού και την καταχώρισή του, καθώς και απαιτήσεις σχετικά με την ιχνηλασιμότητα του ΔΠΥ, τους επίσημους ελέγχους, τις κατηγορίες ΔΠΥ, την ταυτότητα και την ποιότητα του ΔΠΥ, την πιστοποίηση, την επισήμανση, τη συσκευασία, τις εισαγωγές, τους επαγγελματίες και τα εθνικά σχέδια έκτακτης ανάγκης.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής και στόχοι

1.   Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στην παραγωγή για εμπορία, και στην εμπορία, ΔΠΥ που ανήκει στα είδη δένδρων τα οποία απαριθμούνται στο παράρτημα I και στα υβρίδιά τους.

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, υβρίδια θεωρούνται τα υβρίδια των ειδών δένδρων που απαριθμούνται στο παράρτημα I, εάν περιλαμβάνεται σε αυτό τουλάχιστον ένα από τα γονικά είδη.

2.   Οι στόχοι του παρόντος κανονισμού είναι να συμβάλει στη διατήρηση και τη δημιουργία ανθεκτικών δασών, στην αποκατάσταση των δασικών οικοσυστημάτων και στη δασική βιοποικιλότητα και να στηρίξει τις υπηρεσίες δασικών οικοσυστημάτων και άλλες δενδροφυτεύσεις, ιδίως μέσω:

α)

της βιώσιμης παραγωγής, εμπορίας και ιχνηλασιμότητας ΔΠΥ υψηλής ποιότητας στην Ένωση·

β)

της εύρυθμης λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς ΔΠΥ·

γ)

της στήριξης της βιώσιμης παραγωγή ξυλείας, βιοϋλικών, βιομάζας και άλλων δασικών προϊόντων·

δ)

της στήριξης της διατήρησης δασικών γενετικών πόρων·

ε)

της συμβολής του ΔΠΥ στον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, στην προσαρμογή των δασών στην κλιματική αλλαγή και στην προστασία από τη διάβρωση του εδάφους.

3.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 31, για την τροποποίηση του καταλόγου του παραρτήματος I, λαμβάνοντας υπόψη:

α)

τις οικολογικές μεταβολές, συμπεριλαμβανομένων των μετατοπίσεων των ειδών δένδρων και των γεωγραφικών κατανομών τους ως αποτέλεσμα της κλιματικής αλλαγής·

β)

οποιεσδήποτε εξελίξεις στις επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις.

Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις προσθέτουν είδη δένδρων στον κατάλογο του παραρτήματος I μόνο εάν τα εν λόγω είδη πληρούν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα κριτήρια:

α)

αντιπροσωπεύουν σημαντική έκταση και σημαντικό ποσοστό της οικονομικής αξίας της παραγωγής ΔΠΥ στην Ένωση·

β)

διατίθενται ως ΔΠΥ στην αγορά τουλάχιστον δύο κρατών μελών· ή

γ)

θεωρούνται σημαντικά για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και τη διατήρηση των δασικών γενετικών πόρων.

Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις αφαιρούν είδη δένδρων από τον κατάλογο του παραρτήματος I όταν τα εν λόγω είδη δεν πληρούν πλέον κανένα από τα κριτήρια που ορίζονται στο δεύτερο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

4.   Ο παρών κανονισμός δεν εφαρμόζεται στο ακόλουθο υλικό:

α)

σπόρους και άλλο φυτικό πολλαπλασιαστικό υλικό που καλύπτονται από τις οδηγίες 66/401/ΕΟΚ (13), 66/402/ΕΟΚ (14), 68/193/ΕΟΚ (15), 2002/53/ΕΚ (16), 2002/54/ΕΚ (17), 2002/55/ΕΚ (18), 2002/56/ΕΚ (19), 2002/57/ΕΚ (20), 2008/72/ΕΚ (21) και 2008/90/ΕΚ του Συμβουλίου (22)·

β)

πολλαπλασιαστικό υλικό καλλωπιστικών φυτών όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 1) της οδηγίας 98/56/ΕΚ του Συμβουλίου (23)·

γ)

ΔΠΥ που παράγεται αποκλειστικά για εξαγωγή σε τρίτες χώρες, υπό την προϋπόθεση ότι προσδιορίζεται ως τέτοιο·

δ)

ΔΠΥ που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για επίσημες δοκιμές, επιστημονικούς σκοπούς ή εργασίες επιλογής, υπό την προϋπόθεση ότι προσδιορίζεται ως τέτοιο μέσω μέτρων επισήμανσης και ιχνηλασιμότητας·

ε)

ΔΠΥ που υπόκειται σε συμβάσεις παροχής υπηρεσιών για τους σκοπούς του καθαρισμού, της απολύμανσης, της επεξεργασίας και της μεταφοράς, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται όλοι οι ακόλουθοι όροι:

i)

ο πάροχος υπηρεσιών δεν αποκτά την κυριότητα ούτε του εν λόγω ΔΠΥ ούτε του προϊόντος της συγκομιδής·

ii)

διασφαλίζεται η ιχνηλασιμότητα του ΔΠΥ·

iii)

κατόπιν αιτήματος, ο επαγγελματίας που παράγει το ΔΠΥ έχει παράσχει στην αρμόδια αρχή αντίγραφο των σχετικών μερών της σύμβασης που έχει συνάψει με τον πάροχο υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των προτύπων και των προϋποθέσεων που πρέπει να πληροί το ΔΠΥ βάσει της εν λόγω σύμβασης· και

iv)

ο πάροχος υπηρεσιών είναι εγγεγραμμένος σε μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο β).

Ο όρος που καθορίζεται στο πρώτο εδάφιο σημείο iv) δεν ισχύει για τους παρόχους υπηρεσιών μεταφορών.

5.   Για τα είδη δένδρων που δεν απαριθμούνται στο παράρτημα I και τα υβρίδιά τους, τα κράτη μέλη δύνανται, όσον αφορά την επικράτειά τους, να λαμβάνουν μέτρα ισοδύναμα των μέτρων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό, ή περισσότερο αυστηρά ή λιγότερο αυστηρά αυτών. Υβρίδια θεωρούνται τα υβρίδια των ειδών δένδρων που δεν απαριθμούνται στο παράρτημα I, εάν κανένα από τα γονικά είδη δεν απαριθμείται στο εν λόγω παράρτημα.

Άρθρο 3

Ορισμοί

Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

1)

«δασικό πολλαπλασιαστικό υλικό» ή «ΔΠΥ»: μονάδες σπόρου, μέρη φυτών και μητρικό υλικό που ανήκουν σε είδη δένδρων που απαριθμούνται στο παράρτημα I και τα υβρίδιά τους και προορίζονται να χρησιμοποιηθούν για δάσωση, αναδάσωση, διαφοροποίηση σε δασικό αγροτεμάχιο και άλλου είδους δενδροφύτευση και απευθείας σπορά, για έναν ή περισσότερους από τους ακόλουθους σκοπούς:

α)

πολυλειτουργική δασοκομία·

β)

παραγωγή ξυλείας, βιοϋλικών, βιομάζας ή άλλων δασικών προϊόντων· ή

γ)

διατήρηση των δασικών γενετικών πόρων·

2)

«μονάδα σπόρου»: κώνοι, ταξικαρπίες, καρποί και σπόροι που προορίζονται για την παραγωγή μητρικού υλικού ή για απευθείας σπορά·

3)

«μητρικό υλικό»: κάθε φυτό ή μέρος φυτού που χρησιμοποιείται στον πολλαπλασιασμό φυτών και περιλαμβάνει φυτά που έχουν παραχθεί από μονάδες σπόρου, από μέρη φυτών ή από φυτά που προέρχονται από φυσική αναγέννηση·

4)

«μέρη φυτών»: μοσχεύματα βλαστού, με ή χωρίς ρίζες, μοσχεύματα φύλλων και μοσχεύματα ριζών, έκφυτα ή έμβρυα που χρησιμοποιούνται για μικροπολλαπλασιασμό, οφθαλμοί, καταβολάδες, ρίζες, εμβόλια και οποιαδήποτε άλλα μέρη φυτού που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή μητρικού υλικού·

5)

«δάσωση»: η δημιουργία δάσους μέσω φύτευσης ή σκόπιμης σποράς, συμπεριλαμβανομένης της φύτευσης ή της σκόπιμης σποράς προσαρμοσμένων στην περιοχή ειδών δένδρων, σε χερσαία έκταση που, έως εκείνη τη χρονική στιγμή, είχε διαφορετική χρήση, και η οποία συνεπάγεται τον μετασχηματισμό της χρήσης της γης από μη δασική έκταση σε δασική έκταση·

6)

«αναδάσωση»: η εκ νέου δημιουργία δάσους μέσω φύτευσης, σκόπιμης σποράς, αγενούς πολλαπλασιασμού ή φυσικής αναγέννησης σε έκταση που έχει ταξινομηθεί ως δάσος·

7)

«βασικό υλικό»: οποιοδήποτε από τα ακόλουθα είδη υλικού όπως αναφέρονται στον πίνακα που παρατίθεται στο παράρτημα VI: πηγή σπόρου, δασοσυστάδα, αγρός σποροπαραγωγής, γονικά φυτά οικογένειας, κλώνος ή μείγμα κλώνων·

8)

«πηγή σπόρου»: δένδρα εντός ορισμένης περιοχής από τα οποία συλλέγεται ΔΠΥ·

9)

«δασοσυστάδα»: οριοθετημένος πληθυσμός δένδρων επαρκώς ομοιόμορφης σύνθεσης·

10)

«αγρός σποροπαραγωγής»: φυτεία επιλεγμένων δένδρων, όπου κάθε μεμονωμένο δένδρο αναγνωρίζεται βάσει κλώνου ή οικογένειας και η εν λόγω φυτεία είναι απομονωμένη ή διαχειριζόμενη, προκειμένου να αποφεύγεται ή να περιορίζεται η επικονίαση από εξωτερικές πηγές, και της οποίας η διαχείριση ασκείται κατά τρόπο που να εξασφαλίζεται συχνή, άφθονη και εύκολη συγκομιδή μονάδων σπόρου·

11)

«γονικά φυτά οικογένειας»: δένδρα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή απογόνων με ελεγχόμενη ή ελεύθερη επικονίαση ενός γνωστού γονικού δένδρου που χρησιμοποιείται ως θηλυκό με τη γύρη ενός γονικού δένδρου (αμφιθαλείς απόγονοι) ή ορισμένων γνωστών ή άγνωστων γονικών δένδρων (ετεροθαλείς απόγονοι)·

12)

«κλώνος»: ένα άτομο ή μία ομάδα ατόμων κλώνων (ramets) που προέρχονται από τον ίδιο πρόδρομο (ortet) με αγενή πολλαπλασιασμό, για παράδειγμα με μοσχεύματα, μικροπολλαπλασιασμό, εμβολιασμό, καταβολάδες ή διαίρεση, ή προέρχονται από κυτταρικές σειρές·

13)

«μείγμα κλώνων»: μείγμα γνωστών κλώνων σε καθορισμένες αναλογίες·

14)

«μονάδα έγκρισης»: το σύνολο της έκτασης του βασικού υλικού ή ένα ή περισσότερα άτομα βασικού υλικού που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ που έχει εγκριθεί από τις αρμόδιες αρχές·

15)

«παρτίδα»: οποιοδήποτε από τα ακόλουθα: σπορομερίδα, παρτίδα μονάδας σπόρου, παρτίδα φυτών ή παρτίδα μερών φυτών·

16)

«σπορομερίδα»: σύνολο σπόρων που συλλέγονται από εγκεκριμένο βασικό υλικό και υποβάλλονται σε ομοιόμορφη επεξεργασία·

17)

«παρτίδα φυτών»: σύνολο φυτών που έχουν καλλιεργηθεί από μία μόνο σπορομερίδα ή από αγενώς πολλαπλασιαζόμενο μητρικό υλικό το οποίο έχει παραχθεί σε οριοθετήσιμη περιοχή και έχει υποβληθεί σε ομοιόμορφη επεξεργασία·

18)

«σπορομερίδα»: σύνολο μονάδων σπόρου που συλλέγονται από εγκεκριμένο βασικό υλικό και υποβάλλονται σε ομοιόμορφη επεξεργασία·

19)

«παρτίδα μερών φυτών»: σύνολο μερών φυτών που συλλέγονται και υποβάλλονται σε επεξεργασία κατά ομοιόμορφο τρόπο·

20)

«κωδικός παρτίδας»: ο κωδικός ταυτοποίησης μιας παρτίδας·

21)

«προέλευση»: το όνομα του τόπου όπου φύεται πηγή σπόρου ή δασοσυστάδα·

22)

«περιφέρεια προέλευσης»: η περιοχή ή ομάδα περιοχών όπου επικρατούν επαρκώς ομοιόμορφες οικολογικές συνθήκες και όπου απαντούν δασοσυστάδες ή πηγές σπόρου με παρεμφερή φαινοτυπικά ή γενετικά χαρακτηριστικά, λαμβανομένων υπόψη, κατά περίπτωση, των υψομετρικών ορίων·

23)

«αυτόχθονη πηγή σπόρου ή δασοσυστάδα»: πηγή σπόρου ή δασοσυστάδα της οποίας η αναγέννηση έχει συντελεστεί κατά τρόπο αδιάκοπο και φυσικό ή που έχει αναγεννηθεί τεχνητά από ΔΠΥ το οποίο έχει συλλεχθεί στην ίδια πηγή σπόρου ή δασοσυστάδα ή σε άλλες αυτόχθονες πηγές σπόρου ή δασοσυστάδες που βρίσκονται πολύ κοντά στην εν λόγω πηγή σπόρου ή δασοσυστάδα·

24)

«ιθαγενής πηγή σπόρου ή δασοσυστάδα»: πηγή σπόρου ή δασοσυστάδα που βρίσκεται σε συγκεκριμένη περιφέρεια προέλευσης η οποία αποτελεί μέρος της περιοχής φυσικής κατανομής του οικείου είδους, φύεται από σπόρο ή πολλαπλασιάζεται αγενώς και η καταγωγή της οποίας βρίσκεται στην ίδια περιφέρεια προέλευσης·

25)

«καταγωγή»: ένα από τα ακόλουθα:

α)

για αυτόχθονη πηγή σπόρου ή δασοσυστάδα, είναι ο τόπος στον οποίο φύονται τα δένδρα·

β)

για μη αυτόχθονη πηγή σπόρου ή δασοσυστάδα, είναι ο τόπος από τον οποίο είχαν αρχικά εισαχθεί οι σπόροι ή τα φυτά·

γ)

για αγρό σποροπαραγωγής, είναι οι τόποι όπου βρίσκονταν αρχικά τα συστατικά του, όπως η προέλευσή τους ή άλλες σχετικές γεωγραφικές πληροφορίες·

δ)

για γονικά φυτά οικογένειας, είναι οι τόποι όπου βρίσκονταν αρχικά τα συστατικά τους, όπως η προέλευσή τους ή άλλες σχετικές γεωγραφικές πληροφορίες·

ε)

για κλώνο, ο τόπος στον οποίο βρίσκεται ή από τον οποίο επιλέγεται ή όπου βρισκόταν ή απ’ όπου επιλέχθηκε αρχικά ο πρόδρομος (ortet) ή η κυτταρική σειρά·

στ)

για μείγμα κλώνων, οι τόποι στους οποίους βρίσκονται ή βρίσκονταν αρχικά ή από τους οποίους επιλέγονται ή επιλέχθηκαν αρχικά οι πρόδρομοι (ortets) ή οι κυτταρικές σειρές·

26)

«τοποθεσία του βασικού υλικού»: η γεωγραφική περιοχή ή η γεωγραφική θέση ή θέσεις του βασικού υλικού, ανάλογα με την περίπτωση για κάθε κατηγορία ΔΠΥ·

27)

«αρχικό υλικό»: φυτό, ομάδα φυτών, ΔΠΥ, υλικό DNA ή γενετικές πληροφορίες του κλώνου ή των κλώνων, στην περίπτωση μείγματος κλώνων, που χρησιμεύουν ως υλικό αναφοράς για την επαλήθευση της ταυτότητας του οικείου κλώνου ή κλώνων·

28)

«επαγγελματίας»: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι κατ’ επάγγελμα υπεύθυνο για την παραγωγή ή την εμπορία ΔΠΥ, ή και τα δύο·

29)

«παραγωγή»: όλα τα στάδια της δημιουργίας παρτίδων ΔΠΥ για εμπορία, συμπεριλαμβανομένων της συγκομιδής, της συλλογής, της αποθήκευσης, της επεξεργασίας και της διανομής και της αποστολής κατά τη διάρκεια των εν λόγω σταδίων, καθώς και της μετατροπής των παρτίδων μονάδων σπόρων και των παρτίδων μερών φυτών και της καλλιέργειας, του πολλαπλασιασμού, της διατήρησης, της αποθήκευσης και της συγκομιδής των παρτίδων φυτών·

30)

«εμπορία»: οι ακόλουθες ενέργειες που πραγματοποιούνται από επαγγελματία σε σχέση με το ΔΠΥ, είτε δωρεάν είτε όχι:

α)

πώληση, κατοχή ή προσφορά με σκοπό την πώληση ή οποιοσδήποτε άλλος τρόπος μεταβίβασης, διανομής ή αποστολής με σκοπό την πώληση στο εσωτερικό της Ένωσης· ή

β)

η εισαγωγή στην Ένωση·

31)

«αρμόδια αρχή»:

α)

κεντρική ή περιφερειακή αρχή κράτους μέλους αρμόδια για την οργάνωση επίσημων ελέγχων, την καταχώριση βασικού υλικού, την πιστοποίηση ΔΠΥ, την εγγραφή επαγγελματιών και άλλες επίσημες δραστηριότητες που αφορούν την παραγωγή και την εμπορία ΔΠΥ·

β)

κάθε άλλη αρχή στην οποία έχουν ανατεθεί οι αρμοδιότητες που αναφέρονται στο στοιχείο α) σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης·

γ)

κατά περίπτωση, η αρχή τρίτης χώρας που αντιστοιχεί στην αρχή που αναφέρεται στο στοιχείο α)·

32)

«εξουσιοδοτημένο όργανο»: ξεχωριστό νομικό πρόσωπο στο οποίο η αρμόδια αρχή έχει αναθέσει ορισμένα καθήκοντα επίσημων ελέγχων ή ορισμένα καθήκοντα που σχετίζονται με άλλες επίσημες δραστηριότητες·

33)

«κατηγορία»: η κατηγοριοποίηση ΔΠΥ ως γνωστής πηγής, επιλεγμένου, χαρακτηρισμένου ή δοκιμασμένου υλικού·

34)

«γνωστής πηγής»: κατηγορία ΔΠΥ που προέρχεται από βασικό υλικό το οποίο συνίσταται είτε σε πηγή σπόρου είτε σε δασοσυστάδα που βρίσκεται σε μία μόνο περιφέρεια προέλευσης και το οποίο πληροί τις απαιτήσεις του παραρτήματος II·

35)

«επιλεγμένο»: κατηγορία ΔΠΥ που προέρχεται από βασικό υλικό το οποίο συνίσταται σε δασοσυστάδα ευρισκόμενη μέσα σε μία μόνο περιφέρεια προέλευσης, το οποίο έχει επιλεχθεί στο επίπεδο του πληθυσμού και πληροί τις απαιτήσεις του παραρτήματος III·

36)

«χαρακτηρισμένο»: κατηγορία ΔΠΥ που προέρχεται από βασικό υλικό το οποίο συνίσταται σε αγρούς σποροπαραγωγής, γονικά φυτά οικογένειας, κλώνους ή μείγματα κλώνων, τα συστατικά των οποίων έχουν επιλεχθεί σε ατομικό επίπεδο, και η οποία πληροί τις απαιτήσεις του παραρτήματος IV·

37)

«δοκιμασμένο»: κατηγορία ΔΠΥ που προέρχεται από βασικό υλικό που αποτελείται από δασοσυστάδες, αγρούς σποροπαραγωγής, γονικά φυτά οικογένειας, κλώνους ή μείγματα κλώνων, όταν η ανωτερότητα του εν λόγω ΔΠΥ έχει καταδειχθεί με συγκριτικές δοκιμές ή έχει υπολογιστεί εκτίμηση της ανωτερότητας του ΔΠΥ με βάση τη γενετική αξιολόγηση των συστατικών του βασικού υλικού, και η οποία πληροί τις απαιτήσεις του παραρτήματος V·

38)

«επίσημη πιστοποίηση»: τόσο η διαδικασία που οδηγεί στην έκδοση όσο και η ίδια η έκδοση είτε γενικού πιστοποιητικού είτε επίσημης ετικέτας, σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό·

39)

«επίσημοι έλεγχοι»: δραστηριότητες για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό που διενεργούνται από τις αρμόδιες αρχές οι οποίες είναι υπεύθυνες για την οργάνωση των εν λόγω δραστηριοτήτων ή από τους φορείς ή τα φυσικά πρόσωπα στους οποίους ή στα οποία έχουν ανατεθεί ορισμένες από τις εν λόγω δραστηριότητες·

40)

«άλλες επίσημες δραστηριότητες»: δραστηριότητες που αφορούν την έγκριση βασικού υλικού και την παραγωγή και εμπορία ΔΠΥ εκτός των επίσημων ελέγχων, οι οποίες διενεργούνται από τις αρμόδιες αρχές ή από τους φορείς ή τα φυσικά πρόσωπα στους οποίους ή στα οποία έχουν ανατεθεί ορισμένες από τις εν λόγω δραστηριότητες·

41)

«έλεγχος εγγράφων»: η εξέταση των γενικών πιστοποιητικών και άλλων εγγράφων·

42)

«γενετικώς τροποποιημένος οργανισμός»: γενετικώς τροποποιημένος οργανισμός όπως ορίζεται στο άρθρο 2 σημείο 2) της οδηγίας 2001/18/ΕΚ, με εξαίρεση τους οργανισμούς που προκύπτουν με τις τεχνικές γενετικής τροποποίησης που απαριθμούνται στο παράρτημα I Β της εν λόγω οδηγίας·

43)

«φυτό ΝΓΤ»: φυτό ΝΓΤ όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 9) του κανονισμού (ΕΕ) 2026/1388·

44)

«περιοχή ανάπτυξης»: η περιοχή που ορίζεται από τις αρμόδιες αρχές και στην οποία ΔΠΥ που ανήκει στις κατηγορίες «χαρακτηρισμένο» και «δοκιμασμένο» προσαρμόζεται στις κλιματικές και οικολογικές συνθήκες της εν λόγω περιοχής·

45)

«FOREMATIS»: το σύστημα πληροφοριών δασικού πολλαπλασιαστικού υλικού της Επιτροπής·

46)

«φυσική αναγέννηση»: η ανανέωση του δάσους με φυσικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων της φυσικής σποράς, της βλάστησης, του ξεμασχαλίσματος ή του πολλαπλασιασμού με καταβολάδες·

47)

«επιβλαβείς για την ποιότητα οργανισμοί»: οι επιβλαβείς οργανισμοί:

α)

που δεν είναι ενωσιακοί επιβλαβείς οργανισμοί καραντίνας, επιβλαβείς οργανισμοί καραντίνας στις προστατευόμενες ζώνες ή ενωσιακοί ρυθμιζόμενοι επιβλαβείς οργανισμοί μη καραντίνας κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031, ούτε επιβλαβείς οργανισμοί που υπόκεινται στα μέτρα που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 30 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού·

β)

που εμφανίζονται κατά την παραγωγή ή την αποθήκευση ΔΠΥ· και

γ)

η παρουσία των οποίων έχει μη αποδεκτές αρνητικές επιπτώσεις στην ποιότητα του ΔΠΥ και μη αποδεκτές οικονομικές επιπτώσεις όσον αφορά τη χρήση του εν λόγω ΔΠΥ στην Ένωση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Βασικό υλικό και ΔΠΥ που προέρχεται από αυτό

Άρθρο 4

Έγκριση βασικού υλικού για την παραγωγή ΔΠΥ

1.   Για την παραγωγή ΔΠΥ χρησιμοποιείται μόνο βασικό υλικό που έχει εγκριθεί από τις αρμόδιες αρχές.

2.   Το βασικό υλικό που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ που πρόκειται να πιστοποιηθεί ως «γνωστής πηγής» εγκρίνεται εάν πληροί τις απαιτήσεις του παραρτήματος II.

Το βασικό υλικό που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ που πρόκειται να πιστοποιηθεί ως «επιλεγμένο» εγκρίνεται εάν πληροί τις απαιτήσεις του παραρτήματος III.

Το βασικό υλικό που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ που πρόκειται να πιστοποιηθεί ως «χαρακτηρισμένο» εγκρίνεται εάν πληροί τις απαιτήσεις του παραρτήματος IV.

Το βασικό υλικό που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ που πρόκειται να πιστοποιηθεί ως «δοκιμασμένο» εγκρίνεται εάν πληροί τις απαιτήσεις του παραρτήματος V.

Η αξιολόγηση του εάν πληρούνται οι απαιτήσεις για την έγκριση του βασικού υλικού που ορίζονται στα παραρτήματα II έως V περιλαμβάνει, κατά περίπτωση, οπτικές επιθεωρήσεις, ελέγχους εγγράφων, δοκιμές και αναλύσεις. Μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν και άλλες συμπληρωματικές μέθοδοι, όπως οι βιοχημικές και μοριακές τεχνικές, εφόσον είναι κατάλληλες για τον σκοπό της εν λόγω έγκρισης.

Το βασικό υλικό για όλες τις κατηγορίες αξιολογείται ως προς τα χαρακτηριστικά βιωσιμότητας του όπως ορίζονται στα παραρτήματα II έως V, λαμβανομένων υπόψη των κλιματικών και οικολογικών συνθηκών.

Η έγκριση του βασικού υλικού πραγματοποιείται με αναφορά στη μονάδα έγκρισης.

3.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 31 για την τροποποίηση των παραρτημάτων II έως V.

Οι εν λόγω τροποποιήσεις προσαρμόζουν τους κανόνες για την έγκριση βασικού υλικού που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ, ώστε να αντικατοπτρίζονται οι εξελίξεις όσον αφορά τις επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης βιοχημικών και μοριακών τεχνικών, και η εξέλιξη των εφαρμοστέων διεθνών προτύπων.

4.   Μόνο εγκεκριμένο βασικό υλικό περιλαμβάνεται στο εθνικό μητρώο δυνάμει του άρθρου 15. Καταχωρίζεται με αναφορά στη μονάδα έγκρισης. Κάθε μονάδα έγκρισης προσδιορίζεται στο εν λόγω εθνικό μητρώο από έναν και μόνο αριθμό μητρώου.

5.   Μετά την έγκριση, το βασικό υλικό που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ των κατηγοριών «επιλεγμένο», «χαρακτηρισμένο» και «δοκιμασμένο» επανελέγχεται από τις αρμόδιες αρχές σε τακτά χρονικά διαστήματα.

6.   Η έγκριση του βασικού υλικού ανακαλείται, εάν οι απαιτήσεις που αναφέρονται στον παρόντα κανονισμό παύουν να πληρούνται.

Άρθρο 5

Απαιτήσεις για την εμπορία ΔΠΥ

1.   Το ΔΠΥ των κατηγοριών «γνωστής πηγής», «επιλεγμένο», «χαρακτηρισμένο» ή «δοκιμασμένο» διατίθεται για εμπορία στην Ένωση μόνο εάν:

α)

συνοδεύεται από επίσημη ετικέτα που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 20 («επίσημη ετικέτα»):

i)

από τις αρμόδιες αρχές· ή

ii)

από τον επαγγελματία, υπό την επίσημη εποπτεία των αρμόδιων αρχών·

β)

συμμορφώνεται με την παράγραφο 2·

γ)

συνοδεύεται από έγγραφο επαγγελματία που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 20 («έγγραφο επαγγελματία»)· και

δ)

είναι απαλλαγμένο από επιβλαβείς για την ποιότητα οργανισμούς και τα συμπτώματα που προκαλούνται από αυτούς ή η παρουσία τέτοιου είδους επιβλαβών οργανισμών στο εν λόγω ΔΠΥ είναι τόσο χαμηλή ώστε οι εν λόγω επιβλαβείς οργανισμοί να μην επηρεάζουν αρνητικά την ποιότητά του.

2.   Το ΔΠΥ διατίθεται στην αγορά από επαγγελματίες σύμφωνα με τους ακόλουθους κανόνες:

α)

το ΔΠΥ των ειδών δένδρων που απαριθμούνται στο παράρτημα I και των φυσικών υβριδίων τους διατίθεται για εμπορία μόνο εάν ανήκει στις κατηγορίες «γνωστής πηγής», «επιλεγμένο», «χαρακτηρισμένο» ή «δοκιμασμένο» και έχει προέλθει από βασικό υλικό που έχει λάβει έγκριση δυνάμει του άρθρου 4·

β)

το ΔΠΥ των τεχνητών υβριδίων των ειδών δένδρων που απαριθμούνται στο παράρτημα I διατίθεται για εμπορία μόνο εάν ανήκει στις κατηγορίες «επιλεγμένο», «χαρακτηρισμένο» ή «δοκιμασμένο» και έχει προέλθει από βασικό υλικό που έχει λάβει έγκριση δυνάμει του άρθρου 4·

γ)

το ΔΠΥ των ειδών δένδρων που απαριθμούνται στο παράρτημα I και των υβριδίων τους το οποίο περιέχει ή αποτελείται από γενετικώς τροποποιημένους οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων των φυτών ΝΓΤ κατηγορίας 2 όπως ορίζονται στο άρθρο 3 σημείο 14) του κανονισμού (ΕΕ) 2026/1388, διατίθεται για εμπορία μόνο εάν:

i)

ανήκει στην κατηγορία «δοκιμασμένο»·

ii)

έχει προέλθει από βασικό υλικό το οποίο έχει λάβει έγκριση δυνάμει του άρθρου 4· και

iii)

έχει εγκριθεί για καλλιέργεια στην Ένωση δυνάμει του άρθρου 19 της οδηγίας 2001/18/ΕΚ ή των άρθρων 7 και 19 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 ή, κατά περίπτωση, του κεφαλαίου III του κανονισμού (ΕΕ) 2026/1388, και η εν λόγω καλλιέργεια δεν αποκλείεται στο αντίστοιχο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 26β της οδηγίας 2001/18/ΕΚ·

δ)

το ΔΠΥ των ειδών δένδρων που απαριθμούνται στο παράρτημα I και των υβριδίων τους το οποίο περιέχει ή αποτελείται από φυτό ΝΓΤ κατηγορίας 1 όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 13) του κανονισμού (ΕΕ) 2026/1388 διατίθεται στην αγορά μόνο εάν:

i)

ανήκει στην κατηγορία «δοκιμασμένο»·

ii)

έχει προέλθει από βασικό υλικό το οποίο έχει λάβει έγκριση δυνάμει του άρθρου 4 του παρόντος κανονισμού· και

iii)

το φυτό έχει λάβει δήλωση καθεστώτος φυτού ΝΓΤ κατηγορίας 1 δυνάμει του άρθρου 6 ή 7 του κανονισμού (ΕΕ) 2026/1388 ή είναι απόγονος τέτοιου φυτού ή φυτών·

ε)

το ΔΠΥ που διατίθεται στην αγορά σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό συμμορφώνεται με τους κανόνες που ορίζονται ή προβλέπονται στις σχετικές διατάξεις του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 όσον αφορά τους ενωσιακούς επιβλαβείς οργανισμούς καραντίνας, τους επιβλαβείς οργανισμούς καραντίνας στις προστατευόμενες ζώνες και τους ενωσιακούς ρυθμιζόμενους επιβλαβείς οργανισμούς μη καραντίνας, καθώς και με τα μέτρα που θεσπίζονται δυνάμει του άρθρου 30 παράγραφος 1 του εν λόγω κανονισμού.

3.   Στην περίπτωση σπορομερίδων, το ΔΠΥ των ειδών δένδρων που απαριθμούνται στο παράρτημα I και των υβριδίων τους διατίθεται για εμπορία μόνο εάν, επιπλέον της συμμόρφωσης με την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, υπάρχουν διαθέσιμες πληροφορίες όσον αφορά:

α)

την καθαρότητα, μετρούμενη σε ποσοστό κατά βάρος καθαρού σπόρου, άλλου σπόρου και αδρανούς ύλης·

β)

το ποσοστό βλαστικής ικανότητας του καθαρού σπόρου ή, όταν η δοκιμή βλαστικής ικανότητας είναι ανέφικτη ή πρακτικά αδύνατη, το ποσοστό βιωσιμότητας του καθαρού σπόρου που υπολογίζεται βάσει ειδικής μεθόδου·

γ)

το βάρος 1 000 καθαρών σπόρων·

δ)

τον αριθμό βλαστήσιμων σπόρων ανά χιλιόγραμμο ή λίτρο του προϊόντος που διατίθεται για εμπορία ως σπόρος ή, όταν η αξιολόγηση του αριθμού αυτού είναι ανέφικτη ή πρακτικά αδύνατη, τον αριθμό βιώσιμων σπόρων ανά χιλιόγραμμο ή λίτρο·

ε)

για τα τεχνητά υβρίδια, το ποσοστό υβριδίων.

Στην περίπτωση μικρών ποσοτήτων, δεν χρειάζεται να πληρούνται οι απαιτήσεις που ορίζονται στα στοιχεία β), δ) και ε) του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου.

4.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για να καθορίσει τι συνιστά μικρή ποσότητα, κατά τα αναφερόμενα στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου, σε σχέση με μεμονωμένα είδη. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 2.

5.   Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 3, όταν είναι αναγκαίο να καταστούν ταχέως διαθέσιμοι οι σπόροι της τρέχουσας εσοδείας, το ΔΠΥ μπορεί να διατίθεται για εμπορία στον πρώτο αγοραστή πριν να ολοκληρωθεί η εξέταση όσον αφορά τη βλαστική ικανότητα, όπως ορίζεται στην παράγραφο 3 πρώτο εδάφιο στοιχεία β) και δ). Ο επαγγελματίας ενημερώνει τον αγοραστή το συντομότερο δυνατό σχετικά με τη συμμόρφωση με τους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 3 πρώτο εδάφιο στοιχεία β) και δ). Ο επαγγελματίας που προτίθεται να κάνει χρήση της παρέκκλισης που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο κοινοποιεί την πρόθεσή του στις αρμόδιες αρχές μία φορά.

6.   Οι κατηγορίες στις οποίες μπορεί να υπάγεται το ΔΠΥ που προέρχεται από τους διαφορετικούς τύπους βασικού υλικού, προκειμένου να διατεθεί για εμπορία, καθορίζονται στον πίνακα του παραρτήματος VI.

7.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 31 παράγραφος 2 για την τροποποίηση του πίνακα του παραρτήματος VI.

Οι εν λόγω τροποποιήσεις επιφέρουν προσαρμογές στις κατηγορίες υπό τις οποίες μπορεί να διατίθεται για εμπορία ΔΠΥ από τους διάφορους τύπους βασικού υλικού, ώστε να αντικατοπτρίζονται οι εξελίξεις στις επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις και η εξέλιξη των εφαρμοστέων διεθνών προτύπων.

Άρθρο 6

Έγκριση βασικού υλικού με σκοπό τη διατήρηση δασικών γενετικών πόρων

1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 4 παράγραφος 1, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να εξουσιοδοτούν επαγγελματίες να εγκρίνουν βασικό υλικό για την παραγωγή ΔΠΥ με σκοπό τη διατήρηση δασικών γενετικών πόρων.

Οι εν λόγω επαγγελματίες υπόκεινται στις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 10 παράγραφοι 1 και 2.

2.   Προκειμένου να λάβει εξουσιοδότηση της παραγράφου 1, ο επαγγελματίας:

α)

διαθέτει τις απαραίτητες γνώσεις για να αξιολογεί τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 και στα παραρτήματα II έως V·

β)

διαθέτει τα προσόντα ή απασχολεί προσωπικό που διαθέτει τα προσόντα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 και στα παραρτήματα II έως V·

γ)

έχει την ικανότητα να αξιολογεί το επίπεδο γενετικής ποικιλότητας του σχετικού βασικού υλικού, να παρακολουθεί τα κρίσιμα σημεία για την έγκριση του βασικού υλικού και να τηρεί αρχεία με τα αποτελέσματα της εν λόγω παρακολούθησης.

3.   Οι επαγγελματίες που έχουν λάβει εξουσιοδότηση δυνάμει της παραγράφου 1 διασφαλίζουν ότι το βασικό υλικό εγκρίνεται με αναφορά σε μονάδα έγκρισης σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στα παραρτήματα II έως V σχετικά με τη διατήρηση των δασικών γενετικών πόρων. Κοινοποιούν τα στοιχεία της εν λόγω μονάδας έγκρισης στην αρμόδια αρχή.

Η αρμόδια αρχή αποφασίζει σχετικά με τη συμπερίληψη του εγκεκριμένου βασικού υλικού στο εθνικό μητρώο δυνάμει του άρθρου 15, κατόπιν επαλήθευσης της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 και στα παραρτήματα II έως V, με σκοπό τη διατήρηση των δασικών γενετικών πόρων.

4.   Όταν ο επαγγελματίας δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου ή της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, εφαρμόζεται το άρθρο 12 για την ανάκληση ή την τροποποίηση της εξουσιοδότησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

5.   Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις για τον καθορισμό των ειδικών όρων για την αξιολόγηση της επιλεξιμότητας των επαγγελματιών που εξουσιοδοτούνται να εγκρίνουν βασικό υλικό, καθώς και των όρων για την κοινοποίηση των στοιχείων της μονάδας έγκρισης στην αρμόδια αρχή.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις λαμβάνουν υπόψη την εξέλιξη των εφαρμοστέων διεθνών προτύπων. Εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 2.

Άρθρο 7

Προσωρινή άδεια εμπορίας ΔΠΥ που πληροί λιγότερο αυστηρές απαιτήσεις ή προέρχεται από βασικό υλικό που πληροί λιγότερο αυστηρές απαιτήσεις

1.   Σε περίπτωση προσωρινών δυσκολιών στον εφοδιασμό με ΔΠΥ που πληροί τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη οι οποίες δεν μπορούν να επιλυθούν με εφοδιασμό από το εσωτερικό της Ένωσης, η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις με τις οποίες να δίνεται άδεια σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη να επιτρέπουν προσωρινά την εμπορία ΔΠΥ που πληροί λιγότερο αυστηρές απαιτήσεις από εκείνες που ορίζονται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β), στο άρθρο 5 παράγραφος 3 και στο άρθρο 8 ή που προέρχεται από βασικό υλικό που πληροί λιγότερο αυστηρές απαιτήσεις από εκείνες που ορίζονται στα παραρτήματα II έως V, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω άδεια είναι αναγκαία για να διασφαλιστεί η επίτευξη των στόχων του παρόντος κανονισμού.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις καθορίζουν τους όρους της προσωρινής άδειας, και συγκεκριμένα:

α)

τη μέγιστη διάρκεια ισχύος της άδειας, η οποία δεν υπερβαίνει τους 12 μήνες·

β)

υποχρεώσεις όσον αφορά τους επίσημους ελέγχους των επαγγελματιών που εφαρμόζουν την εν λόγω άδεια·

γ)

τα κράτη μέλη τα οποία αφορά η άδεια·

δ)

τις σχετικές περιοχές, επαγγελματίες ή είδη για κάθε κράτος μέλος, κατά περίπτωση·

ε)

την περιοχή στην αγορά της οποίας μπορεί να διατίθεται για εμπορία το ΔΠΥ·

στ)

άλλους όρους εμπορίας, ανάλογα με τις ανάγκες, για κάθε κράτος μέλος· και

ζ)

τις κατηγορίες στις οποίες περιορίζεται η άδεια.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 2.

2.   Το ΔΠΥ που υπόκειται σε προσωρινή άδεια κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου συνοδεύεται από επίσημη ετικέτα και έγγραφο επαγγελματία. Επιπλέον, το εν λόγω έγγραφο επαγγελματία αναφέρει ότι το σχετικό ΔΠΥ πληροί λιγότερο αυστηρές απαιτήσεις από εκείνες που ορίζονται στο άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχεία α) και β), στο άρθρο 5 παράγραφος 3 και στο άρθρο 8 ή προέρχεται από βασικό υλικό που πληροί λιγότερο αυστηρές απαιτήσεις από εκείνες που ορίζονται στα παραρτήματα II έως V.

Άρθρο 8

Ειδικές απαιτήσεις για ορισμένους τύπους, είδη και κατηγορίες ΔΠΥ

Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 31, για τη συμπλήρωση, ανάλογα με τις ανάγκες, του παρόντος κανονισμού σχετικά με τις κατάλληλες απαιτήσεις για κάθε τύπο, είδος ή κατηγορία ΔΠΥ που αφορούν:

α)

μονάδες σπόρου των ειδών δένδρων που απαριθμούνται στο παράρτημα I, όσον αφορά την καθαρότητα των ειδών·

β)

μέρη φυτών των ειδών δένδρων που απαριθμούνται στο παράρτημα I και των υβριδίων τους, όσον αφορά την ποιότητα σε σχέση με τα γενικά χαρακτηριστικά, την υγεία και το μέγεθος·

γ)

εξωτερικά πρότυπα ποιότητας για τα Populus spp. που πολλαπλασιάζονται με μοσχεύματα βλαστού, με ή χωρίς ρίζες, όσον αφορά τα ελαττώματα και τις ελάχιστες διαστάσεις για τα μοσχεύματα βλαστού, με ή χωρίς ρίζες·

δ)

μητρικό υλικό των ειδών δένδρων που απαριθμούνται στο παράρτημα I και των υβριδίων τους, όσον αφορά την ποιότητα σε σχέση με τα γενικά χαρακτηριστικά, την υγεία, τη ζωτικότητα και την ποιότητα από άποψη φυσιολογίας·

ε)

μητρικό υλικό που πρόκειται να διατεθεί για εμπορία σε χρήστες περιοχών με συγκεκριμένες οικοκλιματικές συνθήκες όσον αφορά τα ελαττώματα, το μέγεθος και την ηλικία των φυτών και, κατά περίπτωση, το μέγεθος του δοχείου.

Οι εν λόγω κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις βασίζονται στην πείρα που αποκτάται από την εφαρμογή των σχετικών απαιτήσεων για κάθε τύπο, είδος ή κατηγορία ΔΠΥ όσον αφορά τις διατάξεις για τις επιθεωρήσεις, τη δειγματοληψία και τις δοκιμές, και την απομόνωση. Με τις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις οι απαιτήσεις αυτές προσαρμόζονται, ώστε να αντανακλώνται η εξέλιξη των εφαρμοστέων διεθνών προτύπων, οι εξελίξεις στις επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις ή οι κλιματικές και οικολογικές εξελίξεις.

Άρθρο 9

Σχέδια έκτακτης ανάγκης

1.   Κάθε κράτος μέλος δύναται να καταρτίζει ένα ή περισσότερα σχέδια έκτακτης ανάγκης, ώστε να διασφαλίζονται η ετοιμότητα και η ικανότητα διασφάλισης επαρκούς εφοδιασμού με ΔΠΥ για την αναδάσωση περιοχών που έχουν πληγεί από ακραία καιρικά φαινόμενα, δασικές πυρκαγιές, νόσους, εξάρσεις επιβλαβών οργανισμών, καταστροφές ή οποιαδήποτε άλλα δυσμενή συμβάντα, όπως προσδιορίζονται στις εθνικές εκτιμήσεις κινδύνου που εκπονούνται σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 1 της απόφασης αριθ. 1313/2013/ΕΕ.

Τα εν λόγω σχέδια έκτακτης ανάγκης μπορούν να εκπονούνται για ένα ή περισσότερα από τα είδη δένδρων που απαριθμούνται στο παράρτημα I του παρόντος κανονισμού και τα υβρίδιά τους, τα οποία προσδιορίζονται από το κράτος μέλος ως οικολογικά σημαντικά υπό το πρίσμα των τρεχουσών και προβλεπόμενων κλιματικών και οικολογικών συνθηκών του και ως κατάλληλα για την αντιμετώπιση των εντοπισθέντων κινδύνων έλλειψης ΔΠΥ.

2.   Το σχέδιο έκτακτης ανάγκης μπορεί να περιλαμβάνει τα ακόλουθα στοιχεία, κατά περίπτωση ανάλογα με τις ανάγκες των οικείων κρατών μελών:

α)

την εκτίμηση του κινδύνου σημαντικής έλλειψης ΔΠΥ και των δυνητικών επιπτώσεών της στην υγεία των ανθρώπων, των ζώων και των φυτών, καθώς και στο περιβάλλον, με βάση την προβλεπόμενη κατανομή των ειδών δένδρων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και, εφόσον υπάρχουν, με βάση προσομοιώσεις κλιματικών μοντέλων·

β)

τους ρόλους και τις αρμοδιότητες των φορέων που συμμετέχουν στην εκτέλεση του σχεδίου έκτακτης ανάγκης και τη δράση που πρέπει να αναληφθεί από τις αρμόδιες αρχές, τους επαγγελματίες και άλλους σχετικούς φορείς για να διασφαλιστεί ο εφοδιασμός με ΔΠΥ σε περίπτωση σοβαρής έλλειψης ΔΠΥ·

γ)

τον συντονισμό με γειτονικά κράτη μέλη και γειτονικές τρίτες χώρες, κατά περίπτωση·

δ)

περιγραφή των πόρων και του προσωπικού που πρέπει να διατίθενται και να χρησιμοποιούνται σε περίπτωση σοβαρής έλλειψης ΔΠΥ·

ε)

επεξήγηση του τρόπου με τον οποίο θα χρησιμοποιούνται οι πόροι και το προσωπικό σε περίπτωση σοβαρής έλλειψης ΔΠΥ·

στ)

περιγραφή του συντονισμού ενεργειών μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων σε περίπτωση σοβαρής έλλειψης ΔΠΥ·

ζ)

τις αρχές που διέπουν τη δέουσα επάρκεια του προσωπικού των αρμόδιων αρχών και, κατά περίπτωση, των φορέων, δημόσιων αρχών, εργαστηρίων, επαγγελματιών και λοιπών προσώπων που αναφέρονται στο στοιχείο β)·

η)

τα μέτρα για την ενημέρωση της Επιτροπής, των κρατών μελών, των επηρεαζόμενων συμφεροντούχων και της κοινωνίας των πολιτών σχετικά με σοβαρή έλλειψη ΔΠΥ και τα μέτρα που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση της εν λόγω έλλειψης·

θ)

τις ρυθμίσεις για την καταγραφή σοβαρής έλλειψης ΔΠΥ·

ι)

τις μεθόδους οριοθέτησης των γεωγραφικών περιοχών στις οποίες σημειώθηκε σοβαρή έλλειψη ΔΠΥ·

ια)

τον εντοπισμό τρωτών σημείων στον εφοδιασμό ΔΠΥ, μεταξύ άλλων όσον αφορά τις κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις, και μέτρα για τη μείωση των εν λόγω τρωτών σημείων.

3.   Τα κράτη μέλη επανεξετάζουν και, όπου απαιτείται, επικαιροποιούν τα οικεία σχέδια έκτακτης ανάγκης, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις στις επιστημονικές ή τεχνικές γνώσεις σχετικά με την κατανομή των ειδών δένδρων και των υβριδίων που καλύπτονται από τα εν λόγω σχέδια.

4.   Τα κράτη μέλη θέτουν τα οικεία σχέδια έκτακτης ανάγκης στη διάθεση της Επιτροπής, των άλλων κρατών μελών και όλων των σχετικών επαγγελματιών με δημοσίευση μέσω του FOREMATIS.

5.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 31 για τη συμπλήρωση του παρόντος κανονισμού με τον προσδιορισμό των στοιχείων που απαριθμούνται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου για τη στήριξη της δημιουργίας και της εφαρμογής των σχεδίων έκτακτης ανάγκης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Εγγραφή και εξουσιοδότηση επαγγελματιών και επίσημη εποπτεία από τις αρμόδιες αρχές

Άρθρο 10

Υποχρεώσεις των επαγγελματιών

1.   Οι επαγγελματίες:

α)

είναι εγκατεστημένοι στην Ένωση·

β)

σε κάθε κράτος μέλος όπου ασκούν δραστηριότητες σχετικές με την παραγωγή ή την εμπορία ΔΠΥ, εγγράφονται για τις εν λόγω δραστηριότητες σύμφωνα με το άρθρο 66 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 στο μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 65 του εν λόγω κανονισμού·

γ)

είναι προσωπικά διαθέσιμοι, ή ορίζουν άλλο πρόσωπο το οποίο θα είναι διαθέσιμο προσωπικά, να έρχονται σε επαφή με τις αρμόδιες αρχές με σκοπό τη διευκόλυνση της διενέργειας των επίσημων ελέγχων.

2.   Οι επαγγελματίες ενημερώνουν τη σχετική αρμόδια αρχή, εάν δεν ασκούν πλέον τις δραστηριότητες που σχετίζονται με την παραγωγή και την εμπορία ΔΠΥ. Στην περίπτωση αυτήν, η αρμόδια αρχή ανακαλεί την εγγραφή τους.

3.   Οι επαγγελματίες διασφαλίζουν την ιχνηλασιμότητα και την ταυτοποίηση του ΔΠΥ σε όλα τα στάδια της παραγωγής και της εμπορίας, μεταξύ άλλων με την καταχώριση πληροφοριών σχετικά με τους επαγγελματίες που προμηθεύουν ΔΠΥ και σχετικά με τους επαγγελματίες ή τους χρήστες στους οποίους παρέχεται ΔΠΥ, καθώς και μέσω των πληροφοριών που περιέχονται στην επίσημη ετικέτα και στο έγγραφο επαγγελματία. Ο επαγγελματίας διαθέτει σύστημα που επιτρέπει την παρακολούθηση των πληροφοριών που σχετίζονται με την ιχνηλασιμότητα και την ταυτοποίηση του ΔΠΥ για τη διενέργεια δικών του ελέγχων και των επίσημων ελέγχων.

4.   Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 3 αποθηκεύονται για τουλάχιστον 10 έτη κατά τρόπο που διασφαλίζει ότι δεν μπορούν να παραποιηθούν. Η περίοδος αυτή αρχίζει στο τέλος του έτους κατά το οποίο δημιουργήθηκε το έγγραφο επαγγελματία. Οι πληροφορίες μπορούν να αποθηκεύονται σε ψηφιακά αναγνώσιμη μορφή. Τα κράτη μέλη μπορούν να ρυθμίζουν το περιεχόμενο των αρχείων και να απαιτούν μόνο ψηφιακά αρχεία.

5.   Οι επαγγελματίες διευκολύνουν την πρόσβαση των χρηστών στις υφιστάμενες διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά με το ΔΠΥ όσον αφορά την καταλληλότητά του για τις κλιματικές και οικολογικές συνθήκες, με βάση τις διαθέσιμες γνώσεις και τα διαθέσιμα δεδομένα. Οι εν λόγω πληροφορίες παρέχονται στον δυνητικό χρήστη, πριν από τη μεταβίβαση του σχετικού ΔΠΥ, μέσω δικτυακών τόπων, οδηγών φύτευσης και άλλων κατάλληλων μέσων.

6.   Στον βαθμό που είναι αναγκαίο για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων, οι επαγγελματίες, όταν τους ζητείται από τις αρμόδιες αρχές, παρέχουν στο προσωπικό των αρμόδιων αρχών πρόσβαση:

α)

στον εξοπλισμό, τις εγκαταστάσεις και άλλους χώρους, συμπεριλαμβανομένου του βασικού υλικού, που βρίσκονται υπό τον έλεγχό τους·

β)

στα μηχανογραφικά συστήματα διαχείρισης πληροφοριών που διαθέτουν·

γ)

στο υπό τον έλεγχό τους ΔΠΥ·

δ)

στα έγγραφά τους και σε κάθε άλλη σχετική πληροφορία.

7.   Κατά τη διάρκεια των επίσημων ελέγχων, οι επαγγελματίες επικουρούν το προσωπικό των αρμόδιων αρχών στην εκτέλεση των καθηκόντων του και συνεργάζονται μαζί του.

8.   Οι υποχρεώσεις των επαγγελματιών που καθορίζονται στις παραγράφους 6 και 7 ισχύουν επίσης σε περιπτώσεις που οι επίσημοι έλεγχοι ή άλλες επίσημες δραστηριότητες πραγματοποιούνται από εντεταλμένα όργανα και από φυσικά πρόσωπα στα οποία έχουν ανατεθεί ορισμένα καθήκοντα επίσημου ελέγχου ή ορισμένα καθήκοντα που σχετίζονται με άλλες επίσημες δραστηριότητες.

Άρθρο 11

Εξουσιοδότηση επαγγελματία υπό επίσημη εποπτεία από την αρμόδια αρχή για την παραγωγή και εμπορία ΔΠΥ

1.   Μια αρμόδια αρχή μπορεί, κατόπιν αίτησης επαγγελματία, να εξουσιοδοτεί τον επαγγελματία να εκτελεί όλες ή ορισμένες από τις δραστηριότητες που απαιτούνται για την παραγωγή και την εμπορία ΔΠΥ υπό την επίσημη εποπτεία της εν λόγω αρμόδιας αρχής και να εκδίδει επίσημη ετικέτα για το εν λόγω ΔΠΥ.

Προκειμένου να είναι επιλέξιμος για τέτοιες εξουσιοδοτήσεις, και ανάλογα με τις δραστηριότητες για τις οποίες πρόκειται να εξουσιοδοτηθεί, ο επαγγελματίας:

α)

διαθέτει τις απαραίτητες γνώσεις ώστε να συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του άρθρου 5·

β)

διαθέτει τα προσόντα, ή απασχολεί προσωπικό που διαθέτει τα προσόντα, για την εκτέλεση μίας ή περισσότερων από τις ακόλουθες δραστηριότητες, ώστε να διασφαλίζεται η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 5:

i)

επιθεωρήσεις·

ii)

δειγματοληψία·

iii)

δοκιμές·

γ)

έχει εντοπίσει, και έχει τη δυνατότητα να παρακολουθεί, τα κρίσιμα σημεία της διαδικασίας παραγωγής που μπορεί να επηρεάσουν την ποιότητα και την ταυτότητα του ΔΠΥ, και τηρεί αρχεία σχετικά με τα αποτελέσματα αυτής της παρακολούθησης· και

δ)

διαθέτει συστήματα που διασφαλίζουν την εκπλήρωση των απαιτήσεων σχετικά με τις παρτίδες κατ’ εφαρμογή του άρθρου 19 και την έκδοση της επίσημης ετικέτας κατ’ εφαρμογή του άρθρου 20.

2.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις σύμφωνα με το άρθρο 31 για τη συμπλήρωση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου καθορίζοντας ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

τη διαδικασία υποβολής αιτήσεων για εξουσιοδότηση από τον επαγγελματία·

β)

ειδικά μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται από την αρμόδια αρχή για να επιβεβαιώνεται η συμμόρφωση με τα στοιχεία α) έως δ) της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.

Άρθρο 12

Ανάκληση ή τροποποίηση της εξουσιοδότησης επαγγελματία

1.   Όταν επαγγελματίας στον οποίο έχει χορηγηθεί εξουσιοδότηση δυνάμει του άρθρου 11 δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο γ), στο άρθρο 10 παράγραφος 5 και στο άρθρο 11 παράγραφος 1, η αρμόδια αρχή ζητεί από τον επαγγελματία να λάβει διορθωτικά μέτρα εντός καθορισμένης προθεσμίας.

2.   Η αρμόδια αρχή ανακαλεί ή τροποποιεί χωρίς καθυστέρηση και ανάλογα με την περίπτωση την εξουσιοδότηση, εάν ο εξουσιοδοτημένος επαγγελματίας δεν λάβει τα διορθωτικά μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 εντός της καθορισμένης προθεσμίας.

3.   Εάν η αρμόδια αρχή καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εξουσιοδότηση του επαγγελματία αποκτήθηκε με δόλιο τρόπο, η αρμόδια αρχή επιβάλλει στον επαγγελματία τις κατάλληλες κυρώσεις.

4.   Όταν, για λόγους άλλους από το κλείσιμο της επιχείρησης, ο επαγγελματίας, σε προσωρινή ή μόνιμη βάση, δεν ασκεί πλέον τις δραστηριότητες που αποτελούσαν αντικείμενο της εξουσιοδότησης, ο επαγγελματίας ζητεί την προσωρινή αναστολή ή την ανάκληση της εξουσιοδότησης σύμφωνα με τις οδηγίες της αρμόδιας αρχής.

Άρθρο 13

Επίσημη εποπτεία από τις αρμόδιες αρχές

1.   Για τους σκοπούς των δραστηριοτήτων των επαγγελματιών που βρίσκονται υπό την επίσημη εποπτεία των αρμόδιων αρχών, οι αρμόδιες αρχές διενεργούν τακτικούς ελέγχους για να διασφαλίσουν ότι οι επαγγελματίες πληρούν τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 11 παράγραφος 1.

2.   Οι έλεγχοι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου συνίστανται σε επίσημες επιθεωρήσεις και σε δειγματοληψία και δοκιμές του ΔΠΥ, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η συμμόρφωσή του με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 5, στο μέτρο του αναγκαίου.

Η συχνότητα των εν λόγω ελέγχων καθορίζεται με βάση εκτίμηση της επικινδυνότητας μη συμμόρφωσης του ΔΠΥ με τις εν λόγω απαιτήσεις.

3.   Οι έλεγχοι που αναφέρονται στην παράγραφο 1 μπορούν να περιλαμβάνουν την εισαγωγή συστημάτων αναφοράς για τη γενετική επαλήθευση της ταυτότητας του ΔΠΥ, όπως βιοχημικές και μοριακές τεχνικές.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Καταχώριση του βασικού υλικού και οριοθέτηση των περιφερειών προέλευσης

Άρθρο 14

Οριοθέτηση των περιφερειών προέλευσης για ορισμένες κατηγορίες

1.   Για τα σχετικά είδη του βασικού υλικού που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ των κατηγοριών «γνωστής πηγής» και «επιλεγμένο», τα κράτη μέλη οριοθετούν τις περιφέρειες προέλευσης.

2.   Οι αρμόδιες αρχές καταρτίζουν και δημοσιεύουν στον δικτυακό τους τόπο χάρτες στους οποίους αποτυπώνονται οι οριοθετήσεις των περιφερειών προέλευσης. Θέτουν τους χάρτες αυτούς στη διάθεση της Επιτροπής και των αρμόδιων αρχών των άλλων κρατών μελών μέσω του FOREMATIS.

Άρθρο 15

Εθνικό μητρώο βασικού υλικού

1.   Κάθε κράτος μέλος καταρτίζει, δημοσιεύει σε ηλεκτρονική μορφή, και τηρεί επικαιροποιημένο εθνικό μητρώο του βασικού υλικού των διάφορων ειδών που έχουν εγκριθεί στην επικράτειά του κατά τα άρθρα 4, 6 και 22.

Θέτει το εν λόγω μητρώο στη διάθεση της Επιτροπής και των άλλων κρατών μελών σε ηλεκτρονική μορφή μέσω του FOREMATIS, στον μορφότυπο που το FOREMATIS χρησιμοποιεί.

2.   Τα κράτη μέλη χρησιμοποιούν τον χρησιμοποιούμενο από το FOREMATIS μορφότυπο για την παρουσίαση κάθε μονάδας έγκρισης στο εθνικό μητρώο.

3.   Στο εθνικό μητρώο περιλαμβάνονται τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

η επιστημονική ονομασία του γένους και του είδους και, κατά περίπτωση, η κοινή ονομασία σε επίσημη γλώσσα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης·

β)

η κατηγορία ΔΠΥ·

γ)

ο τύπος του βασικού υλικού·

δ)

ο αριθμός μητρώου·

ε)

η τοποθεσία του βασικού υλικού, τουτέστιν σύντομη ονομασία, κατά περίπτωση, και ένα από τα ακόλουθα σύνολα στοιχείων:

i)

για την κατηγορία «γνωστής πηγής»: η περιφέρεια προέλευσης και η γεωγραφική θέση ή θέσεις, όπως προσδιορίζονται από το γεωγραφικό πλάτος, το γεωγραφικό μήκος και το υψόμετρο ή από το εύρος τιμών γεωγραφικού πλάτους, γεωγραφικού μήκους και υψομέτρου·

ii)

για την κατηγορία «επιλεγμένο»: η περιφέρεια προέλευσης και η γεωγραφική θέση ή θέσεις, όπως προσδιορίζονται από το γεωγραφικό πλάτος, το γεωγραφικό μήκος και το υψόμετρο ή από το εύρος τιμών γεωγραφικού πλάτους, γεωγραφικού μήκους και υψομέτρου·

iii)

για την κατηγορία «χαρακτηρισμένο»: η ακριβής γεωγραφική θέση ή θέσεις, όπως προσδιορίζονται από το γεωγραφικό πλάτος, το γεωγραφικό μήκος και το υψόμετρο ή από το εύρος τιμών γεωγραφικού πλάτους, γεωγραφικού μήκους και υψομέτρου, όπου διατηρείται το βασικό υλικό·

iv)

για την κατηγορία «δοκιμασμένο»: η ακριβής γεωγραφική θέση ή θέσεις, όπως προσδιορίζονται από το γεωγραφικό πλάτος, το γεωγραφικό μήκος και το υψόμετρο ή από το εύρος τιμών γεωγραφικού πλάτους, γεωγραφικού μήκους και υψομέτρου, όπου διατηρείται το βασικό υλικό·

στ)

το μέγεθος κάθε πηγής σπόρου, δασοσυστάδας ή αγρού σποροπαραγωγής, εκφραζόμενο σε εκτάρια ή αριθμό δένδρων·

ζ)

η καταγωγή:

i)

επισήμανση του αν το βασικό υλικό είναι ιθαγενές, μη ιθαγενές ή άγνωστης καταγωγής και, εάν είναι ιθαγενές, επισήμανση του αν είναι αυτόχθονο ή μη αυτόχθονο·

ii)

πληροφορίες σχετικά με την καταγωγή, εάν είναι γνωστή·

iii)

στην περίπτωση αγρού σποροπαραγωγής, η περιφέρεια ή οι περιφέρειες προέλευσης στις οποίες βρίσκονταν αρχικά τα συστατικά στοιχεία του ή άλλες σχετικές γεωγραφικές πληροφορίες, εάν είναι γνωστές·

η)

ένας ή περισσότεροι σκοποί χρήσης του ΔΠΥ όπως αναφέρονται στο άρθρο 3 σημείο 1)·

θ)

άλλες πληροφορίες σχετικές με το βασικό υλικό·

ι)

στην περίπτωση ΔΠΥ της κατηγορίας «δοκιμασμένο», επισήμανση του αν:

i)

έχει εγκριθεί για καλλιέργεια στην Ένωση ως γενετικώς τροποποιημένος οργανισμός δυνάμει του άρθρου 19 της οδηγίας 2001/18/ΕΚ ή των άρθρων 7 και 19 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 και αν η καλλιέργεια αυτή δεν αποκλείεται στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 26β της οδηγίας 2001/18/ΕΚ·

ii)

περιέχει ή αποτελείται από φυτό ΝΓΤ κατηγορίας 1 όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 13) του κανονισμού (ΕΕ) 2026/1388·

iii)

περιέχει ή αποτελείται από φυτό ΝΓΤ κατηγορίας 2 όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 14) του κανονισμού (ΕΕ) 2026/1388·

ια)

στην περίπτωση ΔΠΥ των κατηγοριών «χαρακτηρισμένο» και «δοκιμασμένο», πληροφορίες σχετικά με τον τόπο παραγωγής των απογόνων γονικών φυτών οικογένειας, κλώνων ή μειγμάτων κλώνων, δηλαδή ο τόπος ή η ακριβής γεωγραφική θέση παραγωγής του ΔΠΥ·

ιβ)

όταν μια βάση δεδομένων της αρμόδιας αρχής είναι προσβάσιμη στο ευρύ κοινό, σύνδεσμος προς την εν λόγω βάση δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων των γενικών πιστοποιητικών και των κωδικών των αντίστοιχων μονάδων έγκρισης, ή σύνδεσμος προς την πλατφόρμα που αναφέρεται στο άρθρο 18 παράγραφος 9 στοιχείο β)·

ιγ)

πληροφορίες σχετικά με τα κριτήρια επιλογής που εφαρμόστηκαν για την έγκριση του βασικού υλικού σύμφωνα με τα παραρτήματα II έως V, κατά περίπτωση, καθώς και η τεκμηρίωση ή τα αποδεικτικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τον προσδιορισμό της καταγωγής του σχετικού βασικού υλικού.

Η τοποθεσία του βασικού υλικού που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο ε) υποδεικνύεται με τη χρήση του ενιαίου συστήματος συντεταγμένων που έχει προσδιοριστεί από το FOREMATIS.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο ζ) σημείο iii), σε ό,τι αφορά τους αγρούς σποροπαραγωγής που αντιπροσωπεύουν ένα πιο προηγμένο στάδιο γενετικής βελτίωσης, μπορούν να χρησιμοποιούνται πληροφορίες από τα μητρώα αναπαραγωγής αντί των πληροφοριών για την καταγωγή και την περιφέρεια ή τις περιφέρειες προέλευσης.

4.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 4, οι αρμόδιες αρχές καταχωρίζουν αμέσως στα εθνικά μητρώα τους που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου το βασικό υλικό που έχει συμπεριληφθεί, πριν από τις 17 Ιουλίου 2031, στα εθνικά μητρώα τους που αναφέρονται στο άρθρο 10 παράγραφος 1 της οδηγίας 1999/105/ΕΚ, χωρίς να εφαρμόζουν τη διαδικασία καταχώρισης που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του εν λόγω άρθρου.

Άρθρο 16

Ενωσιακός κατάλογος εγκεκριμένου βασικού υλικού

Βάσει των εθνικών μητρώων που θεσπίζουν όλα τα κράτη μέλη σύμφωνα με το άρθρο 15, η Επιτροπή δημοσιεύει κατάλογο με τίτλο «Ενωσιακός κατάλογος εγκεκριμένου βασικού υλικού για την παραγωγή δασικού πολλαπλασιαστικού υλικού».

Ο εν λόγω κατάλογος διατίθεται σε ηλεκτρονική μορφή μέσω του FOREMATIS.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

Γενικό πιστοποιητικό, επισήμανση και συσκευασία

Άρθρο 17

Συγκομιδή και συλλογή από βασικό υλικό

1.   Εντός εύλογου χρονικού διαστήματος πριν από τη συγκομιδή, ο επαγγελματίας κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή την πρόθεσή του να προβεί σε συγκομιδή ΔΠΥ, ώστε να μπορέσει η αρμόδια αρχή να οργανώσει επίσημους ελέγχους.

2.   Όταν πραγματοποιείται συγκομιδή ΔΠΥ από τα είδη δένδρων που απαριθμούνται στο παράρτημα I και από τα υβρίδιά τους με σκοπούς άλλους από την εμπορία του ως ΔΠΥ εντός της Ένωσης, ο επαγγελματίας περιλαμβάνει σχετική επισήμανση στην κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου.

3.   Κατά τη συλλογή και την επεξεργασία του ΔΠΥ πριν από την εμπορία ή την άμεση χρήση, το συγκομισθέν ΔΠΥ φέρει προσωρινή ετικέτα που εκδίδεται από τον επαγγελματία και περιέχει μοναδική αναφορά στο βασικό υλικό, την ημερομηνία συλλογής, το όνομα του επαγγελματία και την ποσότητα συγκομιδής. Η ετικέτα αυτή αντικαθίσταται από την επίσημη ετικέτα αφού εκπληρωθούν οι σχετικές απαιτήσεις.

4.   Η αρμόδια αρχή δύναται να καθορίσει τις τεχνικές προϋποθέσεις που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη συγκομιδή και τη συλλογή.

5.   Ο επαγγελματίας που είναι υπεύθυνος για τη συγκομιδή ΔΠΥ διασφαλίζει ότι η συγκομιδή δεν θέτει σε κίνδυνο την αναγέννηση εγκεκριμένου βασικού υλικού με σκοπό τη διατήρηση των δασικών γενετικών πόρων.

6.   Ο επαγγελματίας που είναι υπεύθυνος για τη συγκομιδή, την εξαγωγή, τον καθαρισμό και τη συσκευασία του ΔΠΥ διασφαλίζει, σύμφωνα με τα εφαρμοστέα διεθνή πρότυπα, ότι οι παρτίδες μονάδων σπόρου και οι παρτίδες μερών φυτών είναι επαρκώς ομοιογενείς πριν από την εμπορία ή τη χρήση.

7.   Για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 10 ετών, οι επαγγελματίες τηρούν και, κατόπιν αιτήματος, παρέχουν στην αρμόδια αρχή αρχεία που περιέχουν λεπτομερή στοιχεία σχετικά με όλα τα φορτία που έχουν περιέλθει στην κατοχή τους και έχουν διατεθεί στην αγορά.

Άρθρο 18

Γενικό πιστοποιητικό

1.   Το γενικό πιστοποιητικό ταυτότητας («γενικό πιστοποιητικό») βεβαιώνει ότι το ΔΠΥ πληροί μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

προέρχεται από μία μόνο μονάδα εγκεκριμένου βασικού υλικού σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 2 έβδομο εδάφιο·

β)

προέρχεται από μεταγενέστερο αγενή πολλαπλασιασμό σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 2·

γ)

προέρχεται από μείγμα σπορομερίδων ή παρτίδες μερών φυτών σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3·

δ)

είναι εισαγόμενο και το επίσημο πιστοποιητικό του αντικαθίσταται σύμφωνα με το άρθρο 27 παράγραφος 3 στοιχείο α).

2.   Οι αρμόδιες αρχές εκδίδουν το γενικό πιστοποιητικό για το ΔΠΥ, που φέρει μοναδικό κωδικό, κατόπιν αίτησης επαγγελματία, το συντομότερο δυνατό μετά τη συγκομιδή του ΔΠΥ ή την εξαγωγή των σπόρων, ανάλογα με τις περιστάσεις και τη φύση του ΔΠΥ, ή μετά την εισαγωγή του ΔΠΥ, και επισημαίνει τον μοναδικό αριθμό μητρώου του βασικού υλικού.

3.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις, με τις οποίες καθορίζονται το περιεχόμενο και τα υποδείγματα του γενικού πιστοποιητικού, και ιδίως:

α)

του υποδείγματος του γενικού πιστοποιητικού για ΔΠΥ που προέρχεται από πηγές σπόρου και δασοσυστάδες·

β)

του υποδείγματος του γενικού πιστοποιητικού για ΔΠΥ που προέρχεται από αγρούς σποροπαραγωγής ή γονικά φυτά οικογένειας· και

γ)

του υποδείγματος του γενικού πιστοποιητικού για ΔΠΥ που προέρχεται από κλώνους και μείγματα κλώνων.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 2.

4.   Όταν, σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 2, ένας επαγγελματίας πραγματοποιεί μεταγενέστερο αγενή πολλαπλασιασμό του ΔΠΥ, ο εν λόγω επαγγελματίας ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή και εκδίδεται νέο γενικό πιστοποιητικό δυνάμει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.

5.   Όταν πραγματοποιείται ανάμειξη σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι είναι δυνατή η εξακρίβωση των αριθμών μητρώου των συστατικών των μειγμάτων και εκδίδουν νέο γενικό πιστοποιητικό δυνάμει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου. Ο επαγγελματίας κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή την πρόθεσή του να προβεί σε ανάμειξη εντός εύλογου χρονικού διαστήματος πριν από την πραγματοποίησή της. Η αρμόδια αρχή μπορεί να αποφασίσει να εποπτεύσει τη διαδικασία ανάμειξης.

6.   Όταν μια παρτίδα που αναφέρεται στο άρθρο 19 παράγραφος 1 υποδιαιρείται σε μικρότερες παρτίδες που δεν υπόκεινται σε ομοιόμορφη επεξεργασία και στη συνέχεια υποβάλλονται σε αγενή πολλαπλασιασμό, εκδίδεται νέο γενικό πιστοποιητικό δυνάμει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και γίνεται αναφορά στον κωδικό του προηγούμενου γενικού πιστοποιητικού.

7.   Κατόπιν αιτήματος του επαγγελματία, οι αρμόδιες αρχές εκδίδουν γενικό πιστοποιητικό δυνάμει της παραγράφου 2 προς αντικατάσταση γενικού πιστοποιητικού εκδοθέντος δυνάμει της οδηγίας 1999/105/ΕΚ. Στην περίπτωση αυτήν, το γενικό πιστοποιητικό φέρει τη δήλωση: «Το βασικό υλικό συμμορφώνεται προς τις απαιτήσεις της οδηγίας 1999/105/ΕΚ.».

8.   Το γενικό πιστοποιητικό μπορεί να εκδίδεται σε ηλεκτρονική μορφή («ηλεκτρονικό γενικό πιστοποιητικό»).

Η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει εκτελεστικές πράξεις, με τις οποίες ορίζονται οι τεχνικές ρυθμίσεις για την έκδοση των ηλεκτρονικών γενικών πιστοποιητικών και για τη χρήση ηλεκτρονικών υπογραφών, για την εξασφάλιση της συμμόρφωσης των ηλεκτρονικών γενικών πιστοποιητικών με το παρόν άρθρο, και κατάλληλος, αξιόπιστος και αποτελεσματικός τρόπος έκδοσής τους. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 2.

9.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 31, για τη συμπλήρωση του παρόντος άρθρου με τον καθορισμό κανόνων σχετικά με:

α)

την ψηφιακή καταγραφή των κύριων ενεργειών που αφορούν την επαλήθευση των απαιτήσεων για την έγκριση του βασικού υλικού και που οδηγούν στην έκδοση του γενικού πιστοποιητικού·

β)

τη δημιουργία κεντρικής πλατφόρμας που συνδέει όλα τα κράτη μέλη και την Επιτροπή με σκοπό τη διευκόλυνση της επεξεργασίας των γενικών πιστοποιητικών, της πρόσβασης σε αυτά και της χρήσης τους.

10.   Κάθε κράτος μέλος δημιουργεί και τηρεί επικαιροποιημένο εθνικό κατάλογο εκδοθέντων γενικών πιστοποιητικών και, κατόπιν αιτήματος, καθιστά τον κατάλογο αυτό διαθέσιμο στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη.

11.   Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις με τις οποίες θεσπίζονται κανόνες για τα εξής:

α)

τις διαδικασίες και τις τεχνικές ρυθμίσεις με τις οποίες διασφαλίζεται η έκδοση επακριβών και αξιόπιστων γενικών πιστοποιητικών και αποτρέπεται ο κίνδυνος απάτης·

β)

τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθούνται για την ανάκληση γενικών πιστοποιητικών και για την έκδοση γενικών πιστοποιητικών αντικατάστασης·

γ)

τους κανόνες για την έκδοση επικυρωμένων αντιγράφων γενικών πιστοποιητικών.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 2.

Άρθρο 19

Παρτίδες

1.   Το ΔΠΥ, σε όλα τα στάδια παραγωγής και εμπορίας, διατηρείται διαχωρισμένο σε παρτίδες, με αναφορά στις επιμέρους μονάδες έγκρισης και στο γενικό πιστοποιητικό, εφόσον έχει εγκριθεί.

Κάθε παρτίδα ΔΠΥ προσδιορίζεται από τα εξής:

α)

κωδικό παρτίδας· κατά τη διάρκεια της συγκομιδής, ο κωδικός παρτίδας μπορεί να χρησιμεύσει ως κωδικός γενικού πιστοποιητικού για όσο χρονικό διάστημα αναμένεται η έκδοση του γενικού πιστοποιητικού από την αρμόδια αρχή·

β)

τον σκοπό ή τους σκοπούς, κατά τα αναφερόμενα στο άρθρο 3 σημείο 1)·

γ)

τον κωδικό του γενικού πιστοποιητικού, μόλις αυτό εκδοθεί·

δ)

την επιστημονική ονομασία του γένους και του είδους και, κατά περίπτωση, την κοινή ονομασία σε επίσημη γλώσσα των θεσμικών οργάνων της Ένωσης·

ε)

την κατηγορία ΔΠΥ·

στ)

τον τύπο του βασικού υλικού·

ζ)

τον αριθμό μητρώου·

η)

την περιφέρεια προέλευσης, εφόσον πρόκειται για ΔΠΥ των κατηγοριών «γνωστής πηγής» και «επιλεγμένο» ή άλλο ΔΠΥ, κατά περίπτωση·

θ)

την καταγωγή, κατά περίπτωση, και επισήμανση του αν το βασικό υλικό είναι ιθαγενές, μη ιθαγενές ή άγνωστης καταγωγής και, εάν είναι ιθαγενές, επισήμανση του αν είναι αυτόχθονο ή μη αυτόχθονο·

ι)

στην περίπτωση μονάδων σπόρου, το έτος ωρίμανσης·

ια)

την ηλικία και τον τύπο του μητρικού υλικού σπορόφυτων ή μοσχευμάτων, ανεξαρτήτως του αν είναι προϊόντα υποκοπής, μεταφύτευσης ή καλλιέργειας εντός δοχείων·

ιβ)

για την κατηγορία «δοκιμασμένο», επισήμανση του αν το ΔΠΥ:

i)

έχει εγκριθεί για καλλιέργεια ως γενετικώς τροποποιημένος οργανισμός στην Ένωση δυνάμει του άρθρου 19 της οδηγίας 2001/18/ΕΚ ή των άρθρων 7 και 19 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 και αν η καλλιέργεια αυτή δεν αποκλείεται στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος σύμφωνα με το άρθρο 26β της οδηγίας 2001/18/ΕΚ·

ii)

περιέχει ή αποτελείται από φυτό ΝΓΤ κατηγορίας 1 όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 13) του κανονισμού (ΕΕ) 2026/1388·

iii)

περιέχει ή αποτελείται από φυτό ΝΓΤ κατηγορίας 2 όπως ορίζεται στο άρθρο 3 σημείο 14) του κανονισμού (ΕΕ) 2026/1388.

2.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, οι επαγγελματίες διατηρούν χωριστά κάθε ΔΠΥ που υπόκειται σε μεταγενέστερο αγενή πολλαπλασιασμό και το προσδιορίζουν ως τέτοιο. Στις περιπτώσεις αυτές, το ΔΠΥ που παράγεται από τον εν λόγω μεταγενέστερο αγενή πολλαπλασιασμό κατατάσσεται στην ίδια κατηγορία με το αρχικό ΔΠΥ.

3.   Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, η ανάμειξη παρτίδων σπόρων ή παρτίδων μερών φυτών υπόκειται σε μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις, κατά περίπτωση:

α)

στο πλαίσιο της κατηγορίας «γνωστής πηγής» ή «επιλεγμένο», η ανάμειξη εφαρμόζεται σε σπορομερίδες που προέρχονται από δύο ή περισσότερες μονάδες έγκρισης εντός μίας μόνο περιφέρειας προέλευσης·

β)

η ανάμειξη πραγματοποιείται μόνο στο πλαίσιο του ίδιου είδους, της ίδιας περιφέρειας προέλευσης και της ίδιας κατηγορίας·

γ)

όταν πραγματοποιείται ανάμειξη σπορομερίδων από πηγές σπόρου και δασοσυστάδες της κατηγορίας «γνωστής πηγής», η νέα συνδυασμένη παρτίδα πιστοποιείται ως «σπορομερίδα προερχόμενη από πηγή σπόρου»·

δ)

όταν πραγματοποιείται ανάμειξη σπορομερίδων που προέρχονται από μη ιθαγενές βασικό υλικό με σπορομερίδες από βασικό υλικό άγνωστης καταγωγής, η νέα συνδυασμένη παρτίδα πιστοποιείται ως «άγνωστης καταγωγής»·

ε)

όταν πραγματοποιείται ανάμειξη σπορομερίδων προερχόμενων από μία μόνο μονάδα έγκρισης από το ίδιο ή διαφορετικά έτη ωρίμανσης, καταγράφονται τα πραγματικά έτη ωρίμανσης και η αναλογία σπόρων από κάθε έτος·

στ)

όταν πραγματοποιείται ανάμειξη παρτίδων μερών φυτών προερχόμενων από μία μόνο μονάδα έγκρισης από ένα ή διαφορετικά έτη συλλογής, καταγράφονται τα πραγματικά έτη συλλογής και η αναλογία των μερών φυτών από κάθε έτος.

Όταν πραγματοποιείται ανάμειξη που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο α), γ) ή δ), ο κωδικός ταυτότητας για την περιφέρεια προέλευσης μπορεί να χρησιμοποιείται αντί του αριθμού μητρώου που προβλέπεται στην παράγραφο 1 στοιχείο ζ). Η προκύπτουσα παρτίδα αναμειγνύεται κατά τρόπο που να διασφαλίζει την ομοιογένειά της.

Άρθρο 20

Επίσημη ετικέτα και έγγραφο επαγγελματία

1.   Εκδίδεται και εκτυπώνεται επίσημη ετικέτα για κάθε παρτίδα ΔΠΥ προς εμπορία, με αναφορά στον κωδικό γενικού πιστοποιητικού και στον κωδικό παρτίδας, από:

α)

την αρμόδια αρχή· ή

β)

τον εξουσιοδοτημένο επαγγελματία ή πρόσωπο που προσέλαβε ο εν λόγω επαγγελματίας υπό την επίσημη εποπτεία της αρμόδιας αρχής.

Η εν λόγω επίσημη ετικέτα βεβαιώνει τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις των άρθρων 5 και 19 και, κατά περίπτωση, του άρθρου 8.

Δεν χρειάζεται να εκδίδεται και να εκτυπώνεται επίσημη ετικέτα στην περίπτωση παρτίδας ΔΠΥ που κατέχεται και προσφέρεται με σκοπό την πώληση. Ωστόσο, στην περίπτωση αυτήν παρέχεται αναφορά στον κωδικό του γενικού πιστοποιητικού και στον κωδικό παρτίδας.

2.   Η επίσημη ετικέτα διασφαλίζει τη μοναδική ταυτοποίηση και ιχνηλασιμότητα της παρτίδας, καθώς τη συνοδεύει κατά την εμπορία όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1.

3.   Κατά την παράδοση παρτίδων ΔΠΥ σε άλλο χρήστη, ο επαγγελματίας, επιπλέον της επίσημης ετικέτας, εκδίδει και εκτυπώνει έγγραφο επαγγελματία για κάθε παραδιδόμενη παρτίδα, το οποίο μπορεί να συνδυάζεται με δελτίο παράδοσης ή τιμολόγιο.

4.   Οι επίσημες ετικέτες είναι:

α)

γνήσιες και ακριβείς·

β)

συνταγμένες σε μία ή περισσότερες από τις επίσημες γλώσσες των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και, εφόσον είναι σκόπιμο, σε μία από τις επίσημες γλώσσες του κράτους μέλους προορισμού.

5.   Η επίσημη ετικέτα περιέχει όλα τα στοιχεία που απαριθμούνται στο άρθρο 19 παράγραφος 1 στοιχεία α) έως ε) και στο άρθρο 19 παράγραφος 1 στοιχεία ζ) και ιβ), καθώς και:

α)

τον κωδικό εγγραφής του προμηθεύοντος επαγγελματία που εκδίδει την επίσημη ετικέτα ή για τον οποίο έχει εκδοθεί η επίσημη ετικέτα από την αρμόδια αρχή· και

β)

τις λέξεις «προσωρινή έγκριση» για το ΔΠΥ της κατηγορίας «δοκιμασμένο» του οποίου το βασικό υλικό έχει εγκριθεί δυνάμει του άρθρου 23.

Η επίσημη ετικέτα μπορεί να περιέχει μη επίσημο μέρος που περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα στοιχεία του εγγράφου επαγγελματία που αναφέρεται στην παράγραφο 7 του παρόντος άρθρου.

Η επίσημη ετικέτα μπορεί επίσης να περιλαμβάνει ψηφιακό στοιχείο, όπως κωδικό QR, που περιέχει οποιοδήποτε από τα στοιχεία που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο.

6.   Η επίσημη ετικέτα τοποθετείται στο εξωτερικό των συσκευασιών, των δεσμών, των διχτυών, των δοχείων ή των μεμονωμένων φυτών. Όταν η επίσημη ετικέτα συνδυάζεται με φυτοϋγειονομικό διαβατήριο, εφαρμόζεται το άρθρο 88 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031.

7.   Το έγγραφο επαγγελματία περιέχει:

α)

όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο 5 πρώτο εδάφιο·

β)

όλα τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 19 παράγραφος 1 και δεν αναφέρονται στην παράγραφο 5 του παρόντος άρθρου·

γ)

το όνομα και τη διεύθυνση του επαγγελματία·

δ)

την ποσότητα του προμηθευόμενου ΔΠΥ·

ε)

κατά περίπτωση, το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη παραγωγής του σχετικού ΔΠΥ·

στ)

κατά περίπτωση, την τρίτη χώρα καταγωγής του σχετικού ΔΠΥ·

ζ)

το όνομα και τη διεύθυνση του παραλήπτη του σχετικού ΔΠΥ·

η)

την ημερομηνία έκδοσης του εγγράφου επαγγελματία·

θ)

τον κωδικό του εγγράφου επαγγελματία·

ι)

επισήμανση σχετικά με το εάν το ΔΠΥ προέρχεται από αγενή πολλαπλασιασμό· και

ια)

τις συμπληρωματικές πληροφορίες στην περίπτωση των σπορομερίδων που ορίζονται στο άρθρο 5 παράγραφος 3· ωστόσο, στην περίπτωση μικρών ποσοτήτων σπόρων, όπως αναφέρεται στο άρθρο 5 παράγραφος 3, δεν απαιτείται να αναγράφονται στο έγγραφο επαγγελματία οι πληροφορίες που αναφέρονται στα στοιχεία β) και δ) της εν λόγω παραγράφου.

8.   Επιπλέον των στοιχείων που παρατίθενται στην παράγραφο 7, το έγγραφο επαγγελματία μπορεί να περιλαμβάνει:

α)

επισήμανση σχετικά με το αν το ΔΠΥ προέρχεται από αυτόχθονο ή μη αυτόχθονο βασικό υλικό, εάν έχει καταχωριστεί ως τέτοιο δυνάμει του άρθρου 15 παράγραφος 3 στοιχείο ζ)·

β)

κάθε πρόσθετη πληροφορία που ο επαγγελματίας θεωρεί ενδεδειγμένη για την εμπορία του σχετικού ΔΠΥ.

9.   Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις με τις οποίες καθορίζονται η μορφή, το μέγεθος, το σχήμα και το χρώμα της επίσημης ετικέτας και του εγγράφου επαγγελματία για όλες ή για συγκεκριμένες κατηγορίες ή άλλους τύπους ΔΠΥ.

Με τις εν λόγω εκτελεστικές πράξεις προσδιορίζονται τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

επισήμανση του περιεχομένου·

β)

το χρώμα της ετικέτας για συγκεκριμένες κατηγορίες ή άλλους τύπους ΔΠΥ·

γ)

πρόσθετες πληροφορίες σε περίπτωση σπόρων και μικρών ποσοτήτων σπόρων·

δ)

πρόσθετες πληροφορίες στην περίπτωση συγκεκριμένων γενών ή ειδών.

Κατά τον προσδιορισμό του χρώματος της ετικέτας κατά το στοιχείο β) του δεύτερου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη το πρόγραμμα του ΟΟΣΑ για τους δασικούς σπόρους και τα φυτά και άλλα εφαρμοστέα διεθνή πρότυπα.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 2.

Τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίσουν να μην εφαρμόσουν τις εκτελεστικές πράξεις που εκδίδονται δυνάμει της παρούσας παραγράφου όσον αφορά τη χρήση του χρώματος για την επίσημη ετικέτα και το έγγραφο επαγγελματία, όπως αναφέρεται στο στοιχείο β) του δεύτερου εδαφίου της παρούσας παραγράφου.

10.   Η επίσημη ετικέτα ή το έγγραφο επαγγελματία μπορεί να εκδίδεται σε ηλεκτρονική μορφή («ηλεκτρονική επίσημη ετικέτα» ή «ηλεκτρονικό έγγραφο επαγγελματία»). Στην περίπτωση αυτήν, το σχετικό ΔΠΥ συνοδεύεται από έντυπο στοιχείο αναφοράς, όπως ο κωδικός QR.

Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις, με τις οποίες ορίζονται οι τεχνικές ρυθμίσεις για την έκδοση των ηλεκτρονικών επίσημων ετικετών ή των ηλεκτρονικών εγγράφων επαγγελματιών, προκειμένου να εξασφαλίζονται η συμμόρφωσή τους με το παρόν άρθρο και ο κατάλληλος, αξιόπιστος και αποτελεσματικός τρόπος έκδοσής τους. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 2.

11.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις, σύμφωνα με το άρθρο 31, για τη συμπλήρωση του παρόντος άρθρου με τον καθορισμό κανόνων σχετικά με:

α)

την ψηφιακή καταχώριση των κύριων ενεργειών για την παραγωγή και εμπορία του ΔΠΥ στις οποίες προβαίνουν οι επαγγελματίες και οι αρμόδιες αρχές και οι οποίες οδηγούν στην έκδοση των επίσημων ετικετών και των εγγράφων επαγγελματία·

β)

τη δημιουργία κεντρικής πλατφόρμας που συνδέει τα κράτη μέλη και την Επιτροπή, προκειμένου να διευκολυνθεί η επεξεργασία των εν λόγω καταχωρίσεων, της πρόσβασης σε αυτές και της χρήσης τους.

Άρθρο 21

Συσκευασία μονάδων σπόρου

Οι μονάδες σπόρου διατίθενται στην αγορά μόνο σε κλειστές συσκευασίες, συμπεριλαμβανομένων των διχτυών ή άλλων δοχείων, οι οποίες είναι σφραγισμένες. Οι συσκευασίες αυτές σφραγίζονται κατά τρόπο που κάθε άνοιγμά τους να είναι ορατό και ανιχνεύσιμο.

Στην περίπτωση ανορθόδοξων σπόρων δεν απαιτείται σφράγιση.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

Παρεκκλίσεις από το άρθρο 4

Άρθρο 22

Έγκριση, από επαγγελματίες, του βασικού υλικού που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ της κατηγορίας «γνωστής πηγής»

1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 4 παράγραφος 1, οι αρμόδιες αρχές μπορούν, κατόπιν έγκρισης της Επιτροπής, να εξουσιοδοτήσουν επαγγελματίες να εγκρίνουν βασικό υλικό που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ της κατηγορίας «γνωστής πηγής» για συγκεκριμένα είδη, εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

η περιφέρεια προέλευσης, στην οποία βρίσκεται το βασικό υλικό, υπόκειται σε ακραίες καιρικές και κλιματικές συνθήκες·

β)

οι εν λόγω ακραίες καιρικές και κλιματικές συνθήκες έχουν αντίκτυπο στον αναπαραγωγικό κύκλο του βασικού υλικού και ελαττώνουν τη συχνότητα των ετών σπερμοφορίας, μειώνοντας τη συχνή διαθεσιμότητα ΔΠΥ υψηλής ποιότητας·

γ)

ο τόπος συγκομιδής είναι απομακρυσμένος και η πρόσβαση των αρμόδιων αρχών κατά τη διάρκεια της συγκομιδής ΔΠΥ είναι εξαιρετικά δύσκολη.

2.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστική πράξη με την οποία χορηγείται η έγκριση σε κάθε κράτος μέλος για καθορισμένο χρονικό διάστημα. Η έγκριση χορηγείται κατόπιν αιτήματος του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους.

Η εν λόγω εκτελεστική πράξη εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 2.

Άρθρο 23

Προσωρινή έγκριση του βασικού υλικού που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ της κατηγορίας «δοκιμασμένο»

1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 4 παράγραφος 2, τα κράτη μέλη μπορούν να εγκρίνουν, για ανώτατο χρονικό διάστημα 10 ετών, βασικό υλικό που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ της κατηγορίας «δοκιμασμένο», όταν με βάση τα προσωρινά αποτελέσματα της γενετικής αξιολόγησης ή των συγκριτικών δοκιμών που αναφέρονται στο παράρτημα V μπορεί να συναχθεί ότι το βασικό υλικό θα πληροί, μετά την ολοκλήρωση των δοκιμών, τις απαιτήσεις του παρόντος κανονισμού όσον αφορά την έγκριση.

2.   Η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει εκτελεστική πράξη με την οποία καθορίζεται ο μέγιστος αριθμός μονάδων έγκρισης και το μέγιστο μέγεθος έκτασης που μπορεί να υπόκειται στην εν λόγω έγκριση.

Η εν λόγω εκτελεστική πράξη εκδίδεται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 2.

Άρθρο 24

Προσωρινά πειράματα για την αναζήτηση καλύτερων εναλλακτικών σε ορισμένες πτυχές του παρόντος κανονισμού

1.   Κατά παρέκκλιση από τα άρθρα 4 και 5, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει εκτελεστικές πράξεις με τις οποίες ορίζονται λεπτομερείς ρυθμίσεις όσον αφορά τη διοργάνωση προσωρινών πειραμάτων προς αναζήτηση καλύτερων εναλλακτικών σε ορισμένες πτυχές του παρόντος κανονισμού που αφορούν τα είδη δένδρων που απαριθμούνται στο παράρτημα I και τα υβρίδιά τους, τις απαιτήσεις για την έγκριση του βασικού υλικού και την παραγωγή και εμπορία του ΔΠΥ.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 2.

Τα πειράματα αυτά διεξάγονται μόνο εάν συμμετέχουν τουλάχιστον δύο κράτη μέλη, κατόπιν αιτήματός τους.

Τέτοια πειράματα μπορούν να λάβουν τη μορφή τεχνικών ή επιστημονικών δοκιμών που εξετάζουν τη σκοπιμότητα και την καταλληλότητα θέσπισης νέων απαιτήσεων σε σύγκριση με εκείνες που καθορίζονται στα άρθρα 4 και 5.

2.   Οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 προσδιορίζουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

τα σχετικά είδη δένδρων και, κατά περίπτωση, την προέλευση·

β)

τις συνθήκες των πειραμάτων ανά είδος δένδρου ή υβρίδιο·

γ)

τη διάρκεια του πειράματος·

δ)

τις υποχρεώσεις παρακολούθησης και υποβολής εκθέσεων των συμμετεχόντων κρατών μελών.

3.   Οι εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 λαμβάνουν υπόψη την εξέλιξη:

α)

των μεθόδων για τον προσδιορισμό της καταγωγής του βασικού υλικού, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης βιοχημικών και μοριακών τεχνικών·

β)

των μεθόδων διατήρησης και βιώσιμης χρήσης των δασικών γενετικών πόρων, λαμβάνοντας υπόψη τα εφαρμοστέα διεθνή πρότυπα·

γ)

των μεθόδων παραγωγής και αναπαραγωγής, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης καινοτόμων διαδικασιών παραγωγής·

δ)

των μεθόδων για τον σχεδιασμό των προγραμμάτων διασταύρωσης συστατικών του βασικού υλικού·

ε)

των μεθόδων για την αξιολόγηση των χαρακτηριστικών του βασικού υλικού και του ΔΠΥ·

στ)

των μεθόδων για τον έλεγχο του σχετικού ΔΠΥ.

Οι εκτελεστικές πράξεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 προσαρμόζονται στην εξέλιξη των τεχνικών παραγωγής του σχετικού ΔΠΥ και βασίζονται σε τυχόν συγκριτικές δοκιμές και εξετάσεις που διενεργούν τα κράτη μέλη.

4.   Η Επιτροπή επανεξετάζει τα αποτελέσματα των πειραμάτων που διενεργούνται δυνάμει του παρόντος άρθρου και τα συνοψίζει σε έκθεση, επισημαίνοντας, εάν είναι αναγκαίο, την ανάγκη τροποποίησης του άρθρου 1, 4 ή 5.

Άρθρο 25

Άδεια για τη θέσπιση αυστηρότερων ή πρόσθετων απαιτήσεων

1.   Κατά παρέκκλιση από το άρθρο 4, η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστική πράξη με την οποία επιτρέπεται σε κράτος μέλος, κατόπιν αιτήματός του:

α)

να θεσπίζει, όσον αφορά τις απαιτήσεις για την έγκριση βασικού υλικού και την παραγωγή ΔΠΥ, αυστηρότερες απαιτήσεις παραγωγής από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 4 ή πρόσθετες απαιτήσεις παραγωγής, στο σύνολο ή σε τμήμα της επικράτειας του εν λόγω κράτους μέλους, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω απαιτήσεις δεν επιβάλλουν ούτε οδηγούν σε απαγορεύσεις ή περιορισμούς όσον αφορά την είσοδο στην επικράτεια της Ένωσης ή τη διακίνηση εντός αυτής και μέσω αυτής ΔΠΥ που συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό·

β)

να περιορίσει, στην επικράτειά του, την έγκριση βασικού υλικού που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ της κατηγορίας «γνωστής πηγής»·

γ)

να απαγορεύσει την εμπορία προσδιορισμένου ΔΠΥ στον τελικό χρήστη που έχει ως σκοπό τη σπορά ή τη φύτευσή του στο σύνολο ή σε μέρος της επικράτειας του εν λόγω κράτους μέλους, όταν το συγκεκριμένο ΔΠΥ δεν ενδείκνυται για τις δασοκομικές οικολογικές συνθήκες του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους και για τους σχετικούς σκοπούς.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 2.

2.   Το αίτημα του κράτους μέλους που αναφέρεται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνει:

α)

το σχέδιο διατάξεων που περιέχει τις προτεινόμενες απαιτήσεις· και

β)

αιτιολόγηση της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας των εν λόγω απαιτήσεων.

3.   Η άδεια που αναφέρεται στην παράγραφο 1 χορηγείται μόνο εάν πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

τα ζητούμενα μέτρα εξασφαλίζουν τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα:

i)

τη βελτίωση της ποιότητας του σχετικού ΔΠΥ·

ii)

την προστασία του περιβάλλοντος, όπως προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, την ενίσχυση της βιοποικιλότητας ή την αποκατάσταση των δασικών οικοσυστημάτων και τη στήριξη της λειτουργίας τους·

β)

τα ζητούμενα μέτρα είναι αναγκαία και αναλογικά προς τον στόχο τους σύμφωνα με το στοιχείο α)· και

γ)

τα μέτρα είναι δικαιολογημένα με βάση τις ιδιαίτερες κλιματικές και οικολογικές συνθήκες στο οικείο κράτος μέλος.

4.   Τα κράτη μέλη που έχουν θεσπίσει πρόσθετες ή αυστηρότερες απαιτήσεις δυνάμει του άρθρου 7 της οδηγίας 1999/105/ΕΚ διασφαλίζουν, έως τις 17 Ιουλίου 2032, ότι τα εν λόγω μέτρα συμμορφώνονται με τον παρόντα κανονισμό. Ενημερώνουν την Επιτροπή και τα άλλα κράτη μέλη σχετικά με τις ενέργειες στις οποίες προβαίνουν με σκοπό τη διασφάλιση της εν λόγω συμμόρφωσης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

Εισαγωγές ΔΠΥ

Άρθρο 26

Εισαγωγές βάσει ενωσιακής ισοδυναμίας

1.   Εισαγωγές ΔΠΥ από τρίτες χώρες επιτρέπονται μόνο εάν διαπιστωθεί, κατά την παράγραφο 2, ότι το ΔΠΥ πληροί απαιτήσεις ισοδύναμες με αυτές που εφαρμόζονται σε ΔΠΥ που παράγεται και διατίθεται για εμπορία στην Ένωση.

2.   Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις με τις οποίες αποφασίζεται ότι ΔΠΥ συγκεκριμένων γενών, ειδών και κατηγοριών και, κατά περίπτωση, προερχόμενο από συγκεκριμένους τύπους βασικού υλικού ή συγκεκριμένη περιφέρεια προέλευσης, το οποίο έχει παραχθεί σε τρίτη χώρα, πληροί απαιτήσεις ισοδύναμες με αυτές που εφαρμόζονται σε ΔΠΥ που παράγεται και είναι αντικείμενο εμπορίας στην Ένωση.

Η Επιτροπή εκδίδει τις εν λόγω εκτελεστικές πράξεις αποκλειστικά με βάση τα εξής:

α)

διεξοδική εξέταση των πληροφοριών και των στοιχείων που παρέχει η οικεία τρίτη χώρα·

β)

το ικανοποιητικό αποτέλεσμα διακρίβωσης που διενεργείται από την Επιτροπή στην οικεία τρίτη χώρα, όταν η εν λόγω διακρίβωση κρίθηκε αναγκαία από την Επιτροπή·

γ)

εάν η εν λόγω τρίτη χώρα συμμετέχει στο πρόγραμμα του ΟΟΣΑ για τους δασικούς σπόρους και τα φυτά.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 2 και καθορίζουν κατάλληλες προϋποθέσεις εισαγωγής.

3.   Κατά την έγκριση των εκτελεστικών πράξεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η Επιτροπή εξετάζει αν τα συστήματα έγκρισης και καταχώρισης του βασικού υλικού και η επακόλουθη παραγωγή και εμπορία ΔΠΥ από το εν λόγω βασικό υλικό που εφαρμόζονται στη σχετική τρίτη χώρα παρέχουν τις ίδιες εγγυήσεις με εκείνες που προβλέπονται στα άρθρα 4 και 5, και, κατά περίπτωση, στο άρθρο 14, για τις κατηγορίες «γνωστής πηγής», «επιλεγμένο», «χαρακτηρισμένο» και «δοκιμασμένο».

4.   Κατά παρέκκλιση από τις παραγράφους 1 και 2, κατόπιν αιτήματος τουλάχιστον ενός κράτους μέλους, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει εκτελεστική πράξη με την οποία επιτρέπεται προσωρινά η εισαγωγή ΔΠΥ ορισμένων ειδών από τρίτη χώρα που δεν πληροί τις απαιτήσεις των εν λόγω παραγράφων, εάν:

α)

υπάρχει έλλειψη ΔΠΥ των σχετικών ειδών σε ένα ή περισσότερα κράτη μέλη, όπως έλλειψη οφειλόμενη σε ακραία καιρικά φαινόμενα, δασικές πυρκαγιές, νόσους, εξάρσεις επιβλαβών οργανισμών, καταστροφές ή άλλα δυσμενή συμβάντα, και η εν λόγω έλλειψη δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί από τα άλλα κράτη μέλη ή τρίτες χώρες για τις οποίες έχει χορηγηθεί ισοδυναμία σύμφωνα με την παράγραφο 2· και

β)

το οικείο κράτος μέλος ή τα οικεία κράτη μέλη έχουν υποβάλει αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη και τις αιτίες αυτής της έλλειψης ΔΠΥ.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις καθορίζουν τις προϋποθέσεις εισαγωγής.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 2.

Άρθρο 27

Κοινοποίηση και πιστοποιητικά ΔΠΥ που εισάγεται από τρίτες χώρες

1.   Οι επαγγελματίες που εισάγουν ΔΠΥ στην Ένωση ενημερώνουν εκ των προτέρων τη σχετική αρμόδια αρχή σχετικά με την εισαγωγή, μέσω του συστήματος διαχείρισης πληροφοριών για τους επίσημους ελέγχους (IMSOC) που αναφέρεται στο άρθρο 131 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625.

2.   Το εισαγόμενο ΔΠΥ συνοδεύεται από:

α)

πιστοποιητικό του ΟΟΣΑ ή ισοδύναμο επίσημο πιστοποιητικό που έχει εκδοθεί από την τρίτη χώρα καταγωγής·

β)

ετικέτα του ΟΟΣΑ ή ισοδύναμη επίσημη ετικέτα· και

γ)

αρχεία που περιέχουν λεπτομέρειες σχετικά με το εν λόγω ΔΠΥ παρεχόμενες από τον επαγγελματία στην εν λόγω τρίτη χώρα.

3.   Μετά την εισαγωγή ΔΠΥ στην Ένωση, η αρμόδια αρχή του οικείου κράτους μέλους:

α)

αντικαθιστά το πιστοποιητικό του ΟΟΣΑ ή το ισοδύναμο επίσημο πιστοποιητικό που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο α) με νέο γενικό πιστοποιητικό που έχει εκδοθεί στο εν λόγω κράτος μέλος· και

β)

αντικαθιστά την ετικέτα του ΟΟΣΑ ή την ισοδύναμη επίσημη ετικέτα που αναφέρεται στην παράγραφο 2 στοιχείο β) με νέα επίσημη ετικέτα ή προσθέτει νέα επίσημη ετικέτα στην εν λόγω ετικέτα του ΟΟΣΑ ή στην ισοδύναμη επίσημη ετικέτα· η νέα επίσημη ετικέτα συνοδεύεται από έγγραφο επαγγελματία.

4.   Το νέο γενικό πιστοποιητικό και η νέα επίσημη ετικέτα που αναφέρονται στην παράγραφο 3 στοιχεία α) και β), αντίστοιχα, περιέχουν αναφορά στα αντίστοιχα πρωτότυπα έγγραφα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII

Επίσημοι έλεγχοι

Άρθρο 28

Επίσημοι έλεγχοι του ΔΠΥ

1.   Τα κράτη μέλη ορίζουν την αρμόδια αρχή ή αρχές τους και τους αναθέτουν την ευθύνη της διοργάνωσης ή της διενέργειας επίσημων ελέγχων και άλλων επίσημων δραστηριοτήτων. Οι εν λόγω αρμόδιες αρχές μπορούν να είναι οι ίδιες με εκείνες που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625.

2.   Οι αρμόδιες αρχές προβαίνουν σε ρυθμίσεις για να διασφαλίζουν:

α)

την αποτελεσματικότητα και την καταλληλότητα των επίσημων ελέγχων και των άλλων επίσημων δραστηριοτήτων·

β)

την αμεροληψία, την ποιότητα και τη συνέπεια των επίσημων ελέγχων και των άλλων επίσημων δραστηριοτήτων·

γ)

ότι το προσωπικό που διενεργεί τους επίσημους ελέγχους και τις άλλες επίσημες δραστηριότητες δεν τελεί σε κατάσταση σύγκρουσης συμφερόντων·

δ)

ότι το προσωπικό που διενεργεί τους επίσημους ελέγχους και τις άλλες επίσημες δραστηριότητες διαθέτει τα προσόντα, την πείρα και την κατάρτιση που ενδείκνυνται για την εκτέλεση των καθηκόντων του· και

ε)

ότι το προσωπικό έχει στη διάθεσή του κατάλληλες εγκαταστάσεις και εξοπλισμό για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων και των άλλων επίσημων δραστηριοτήτων.

Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου στοιχείο γ), οι εμπορικές δραστηριότητες που σχετίζονται με το ΔΠΥ και ασκούνται από το προσωπικό των αρμόδιων αρχών για λογαριασμό του κράτους μέλους τους δεν συνιστούν σύγκρουση συμφερόντων.

3.   Οι αρμόδιες αρχές έχουν τις νομικές εξουσίες να διενεργούν επίσημους ελέγχους και άλλες επίσημες δραστηριότητες και να εφαρμόζουν τις νομικές διαδικασίες που υφίστανται για να διασφαλίζουν ότι το προσωπικό έχει πρόσβαση στις εγκαταστάσεις των επαγγελματιών και στα έγγραφα που αυτοί τηρούν.

4.   Οι αρμόδιες αρχές διενεργούν τακτικά επίσημους ελέγχους σε όλους τους επαγγελματίες με βάση τον κίνδυνο και με κατάλληλη συχνότητα, λαμβάνοντας υπόψη:

α)

εντοπισθέντες κινδύνους μη συμμόρφωσης με τον παρόντα κανονισμό και την εξέλιξη των εν λόγω κινδύνων·

β)

τις δραστηριότητες υπό τον έλεγχο των επαγγελματιών· και

γ)

κάθε πληροφορία που υποδεικνύει ότι οι αγοραστές ΔΠΥ ενδέχεται να παραπλανηθούν, ιδίως ως προς τη φύση, την ταυτότητα, τις ιδιότητες, τη σύνθεση, την ποσότητα, τη χώρα καταγωγής ή την προέλευση του ΔΠΥ.

5.   Τα κράτη μέλη μπορούν να εισπράττουν τέλη ή χρεώσεις για την κάλυψη του κόστους των επίσημων ελέγχων και άλλων επίσημων δραστηριοτήτων.

6.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη διάθεση επαρκών χρηματοδοτικών πόρων, ώστε να παρέχονται στις αρμόδιες αρχές το προσωπικό και οι λοιποί πόροι που απαιτούνται για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων και άλλων επίσημων δραστηριοτήτων. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση ανάθεσης ορισμένων καθηκόντων επίσημων ελέγχων και ορισμένων καθηκόντων που σχετίζονται με άλλες επίσημες δραστηριότητες.

7.   Οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αναθέτουν ορισμένα καθήκοντα επίσημων ελέγχων σε εξουσιοδοτημένα όργανα ή φυσικά πρόσωπα δυνάμει του άρθρου 28 παράγραφος 1 και των άρθρων 29 έως 31, πλην του άρθρου 29 στοιχείο β) σημείο iv), του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625. Οι αρμόδιες αρχές που έχουν αναθέσει ορισμένα καθήκοντα επίσημων ελέγχων ή ορισμένα καθήκοντα που σχετίζονται με άλλες επίσημες δραστηριότητες σε εξουσιοδοτημένα όργανα ή φυσικά πρόσωπα οργανώνουν διακριβώσεις ή επιθεωρήσεις των εν λόγω οργάνων ή προσώπων, όπως απαιτείται ώστε να διασφαλίζεται η κατάλληλη εκτέλεση των εν λόγω καθηκόντων. Οι αρμόδιες αρχές αποφεύγουν την αλληλεπικάλυψη των διακριβώσεων και των επιθεωρήσεων, λαμβάνοντας υπόψη κάθε διαπίστευση των εξουσιοδοτημένων οργάνων που συνάδει με πρότυπα συναφή προς τα ανατιθέμενα καθήκοντα.

8.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι η Επιτροπή ενημερώνεται για τα στοιχεία επικοινωνίας και για τυχόν αλλαγές όσον αφορά τις αρμόδιες αρχές που ορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1. Τα κράτη μέλη διαθέτουν επίσης τις σχετικές πληροφορίες στο ευρύ κοινό, μεταξύ άλλων μέσω του διαδικτύου.

9.   Η Επιτροπή μπορεί να εκδίδει εκτελεστικές πράξεις στις οποίες καθορίζονται κανόνες σχετικά με ενιαίες πρακτικές ρυθμίσεις για τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων, ώστε να εξακριβώνεται η συμμόρφωση με τους κανόνες για το ΔΠΥ όσον αφορά:

α)

τον προσδιορισμό των ρυθμίσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 2·

β)

ειδικές υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων των εξουσιοδοτημένων οργάνων και φυσικών προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο 7.

Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 2.

10.   Όλες οι αποφάσεις που λαμβάνει η αρμόδια αρχή δυνάμει του άρθρου 66 παράγραφοι 3 και 6, του άρθρου 137 παράγραφος 3 ή του άρθρου 138 παράγραφοι 1 και 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625 σχετικά με φυσικά ή νομικά πρόσωπα υπόκεινται στο δικαίωμα προσφυγής των προσώπων αυτών σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

11.   Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για τη δειγματοληψία και τις εργαστηριακές αναλύσεις, δοκιμές και διαγνώσεις με σκοπό τον προσδιορισμό των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 5 παράγραφος 3 συμμορφώνονται με τους κανόνες της Διεθνούς Ένωσης Ελέγχου Σπόρων, ή άλλα συγκρίσιμα διεθνή πρότυπα, που καθορίζουν τις εν λόγω μεθόδους ή τα κριτήρια επιδόσεων για τις μεθόδους αυτές.

Άρθρο 29

Διαφάνεια των επίσημων ελέγχων

Οι αρμόδιες αρχές διενεργούν επίσημους ελέγχους με υψηλό επίπεδο διαφάνειας. Θέτουν στη διάθεση του κοινού, μεταξύ άλλων μέσω δημοσίευσης στο διαδίκτυο, τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν την οργάνωση και τη διενέργεια των επίσημων ελέγχων.

Άρθρο 30

Έλεγχοι της Επιτροπής στα κράτη μέλη

Οι εμπειρογνώμονες της Επιτροπής μπορούν να διενεργούν ελέγχους, συμπεριλαμβανομένων των διακριβώσεων, σε κάθε κράτος μέλος, προκειμένου να εξακριβώνονται η εφαρμογή των κανόνων και η λειτουργία των εθνικών συστημάτων ελέγχου που καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό.

Οι εν λόγω έλεγχοι διοργανώνονται σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών. Διενεργούνται με βάση τον κίνδυνο και μπορεί να περιλαμβάνουν επιτόπιες εξακριβώσεις.

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα παρακολούθησης για την αποκατάσταση τυχόν ειδικών ή συστημικών ελλείψεων που εντοπίζονται μέσω των ελέγχων του παρόντος άρθρου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX

Διαδικαστικές διατάξεις

Άρθρο 31

Άσκηση της εξουσιοδότησης

1.   Ανατίθεται στην Επιτροπή η εξουσία να εκδίδει κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις υπό τους όρους του παρόντος άρθρου.

2.   Η εξουσία έκδοσης κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 3, στο άρθρο 4 παράγραφος 3, στο άρθρο 5 παράγραφος 7, στο άρθρο 8, στο άρθρο 9 παράγραφος 5, στο άρθρο 11 παράγραφος 2, στο άρθρο 18 παράγραφος 9 και στο άρθρο 20 παράγραφος 11 ανατίθεται στην Επιτροπή για περίοδο πέντε ετών από τις 16 Ιουλίου 2026. Η Επιτροπή συντάσσει έκθεση σχετικά με την εξουσία που της έχει ανατεθεί το αργότερο εννέα μήνες πριν από τη λήξη της περιόδου των πέντε ετών. Η εξουσιοδότηση παρατείνεται σιωπηρά για περιόδους ίσης διάρκειας, εκτός αν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο διατυπώσουν αντιρρήσεις για την εν λόγω παράταση το αργότερο εντός τριών μηνών πριν από τη λήξη της κάθε περιόδου.

3.   Η εξουσιοδότηση που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 3, στο άρθρο 4 παράγραφος 3, στο άρθρο 5 παράγραφος 7, στο άρθρο 8, στο άρθρο 9 παράγραφος 5, στο άρθρο 11 παράγραφος 2, στο άρθρο 18 παράγραφος 9 και στο άρθρο 20 παράγραφος 11 μπορεί να ανακληθεί ανά πάσα στιγμή από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο. Η απόφαση ανάκλησης περατώνει την εξουσιοδότηση που προσδιορίζεται στην εν λόγω απόφαση. Αρχίζει να ισχύει την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μεταγενέστερη ημερομηνία που ορίζεται σε αυτή. Δεν θίγει το κύρος των κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων που ισχύουν ήδη.

4.   Πριν από την έκδοση μιας κατ’ εξουσιοδότηση πράξης, η Επιτροπή διεξάγει διαβουλεύσεις με εμπειρογνώμονες που ορίζονται από κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με τις αρχές της διοργανικής συμφωνίας της 13ης Απριλίου 2016 για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου.

5.   Μόλις εκδώσει μια κατ’ εξουσιοδότηση πράξη, η Επιτροπή την κοινοποιεί ταυτόχρονα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο.

6.   Κατ’ εξουσιοδότηση πράξη που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 2 παράγραφος 3, του άρθρου 4 παράγραφος 3, του άρθρου 5 παράγραφος 7, του άρθρου 8, του άρθρου 9 παράγραφος 5, του άρθρου 11 παράγραφος 2, του άρθρου 18 παράγραφος 9 ή του άρθρου 20 παράγραφος 11 αρχίζει να ισχύει μόνο εφόσον δεν έχει διατυπωθεί αντίρρηση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ή το Συμβούλιο εντός δύο μηνών από την ημέρα κοινοποίησης της εν λόγω πράξης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και στο Συμβούλιο ή αν, πριν λήξει η εν λόγω περίοδος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο ενημερώσουν αμφότερα την Επιτροπή ότι δεν θα προβάλουν αντιρρήσεις. Η προθεσμία αυτή παρατείνεται κατά δύο μήνες κατόπιν πρωτοβουλίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή του Συμβουλίου.

Άρθρο 32

Διαδικασία επιτροπής

1.   Η Επιτροπή επικουρείται από τη μόνιμη επιτροπή φυτών, ζώων, τροφίμων και ζωοτροφών, που συστάθηκε με το άρθρο 58 παράγραφος 1 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (24). Πρόκειται για επιτροπή κατά την έννοια του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

2.   Όταν γίνεται παραπομπή στην παρούσα παράγραφο, εφαρμόζεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 182/2011.

Σε περίπτωση που η γνωμοδότηση της επιτροπής πρέπει να πραγματοποιηθεί με γραπτή διαδικασία, η εν λόγω διαδικασία περατώνεται χωρίς αποτέλεσμα όταν, εντός της προθεσμίας έκδοσης της γνώμης, η προεδρία της επιτροπής λάβει σχετική απόφαση ή μια απλή πλειοψηφία των μελών της επιτροπής υποβάλει σχετικό αίτημα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ X

Υποβολή εκθέσεων, κυρώσεις και τροποποιήσεις των κανονισμών (ΕΕ) 2016/2031 και (ΕΕ) 2017/625

Άρθρο 33

Υποβολή εκθέσεων

1.   Έως τις 17 Ιουλίου 2036 και στη συνέχεια κάθε πέντε έτη, τα κράτη μέλη διαβιβάζουν στην Επιτροπή έκθεση σχετικά με:

α)

τις ποσότητες πιστοποιημένου ΔΠΥ ανά κατηγορία και έτος·

β)

τον αριθμό των εγκεκριμένων εθνικών σχεδίων έκτακτης ανάγκης που αναφέρονται στο άρθρο 9·

γ)

πληροφορίες σχετικά με τους διαθέσιμους και σχετικούς δικτυακούς τόπους και οδηγούς φύτευσης που παρέχουν συμβουλές για τη βέλτιστη χρήση του ΔΠΥ·

δ)

τις ποσότητες ΔΠΥ, ανά γένος και είδος, που εισήχθησαν από τρίτες χώρες, όπως αναφέρεται στο άρθρο 26·

ε)

τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν δυνάμει του άρθρου 34· και

στ)

τον αριθμό των εγγεγραμμένων επαγγελματιών.

2.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστικές πράξεις όπου προσδιορίζεται ο τεχνικός μορφότυπος για την έκθεση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, μεταξύ άλλων όσον αφορά την ψηφιακή υποβολή και επεξεργασία. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εκδίδονται σύμφωνα με τη διαδικασία εξέτασης που αναφέρεται στο άρθρο 32 παράγραφος 2.

Άρθρο 34

Κυρώσεις

1.   Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους κανόνες για τις κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβιάσεων του παρόντος κανονισμού και λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσουν την εφαρμογή τους. Οι προβλεπόμενες κυρώσεις είναι αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές. Τα κράτη μέλη κοινοποιούν αμελλητί τους εν λόγω κανόνες και τα εν λόγω μέτρα στην Επιτροπή και την ενημερώνουν αμελλητί σχετικά με κάθε μεταγενέστερη τροποποίησή τους.

2.   Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι οι οικονομικές κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση παραβιάσεων των διατάξεων του παρόντος κανονισμού οι οποίες διαπράττονται μέσω δόλιων ή παραπλανητικών πρακτικών αντιστοιχούν, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, τουλάχιστον είτε στο οικονομικό πλεονέκτημα για τον επαγγελματία είτε, κατά περίπτωση, σε ποσοστό του κύκλου εργασιών του.

3.   Κατά περίπτωση, τα κράτη μέλη δύνανται να αποφασίσουν να εφαρμόσουν κανόνες σχετικά με τις κυρώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 139 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625.

Άρθρο 35

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/2031 τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο άρθρο 37, η παράγραφος 4 αντικαθίσταται από το ακόλουθο κείμενο:

«4.   Η Επιτροπή εκδίδει εκτελεστική πράξη, κατά περίπτωση, προκειμένου να καθορίσει μέτρα για την παρεμπόδιση της παρουσίας των ενωσιακών ρυθμιζόμενων επιβλαβών οργανισμών μη καραντίνας στα οικεία φυτά προς φύτευση, όπως αναφέρεται στο άρθρο 36 στοιχείο στ) του παρόντος κανονισμού. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις αφορούν, κατά περίπτωση, την είσοδο των φυτών αυτών στην Ένωση και τη διακίνησή τους εντός αυτής. Εκδίδονται σύμφωνα με τις αρχές που ορίζονται στο παράρτημα II τμήμα 2 του παρόντος κανονισμού. Οι εν λόγω εκτελεστικές πράξεις εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των μέτρων που λαμβάνονται δυνάμει των οδηγιών 66/401/ΕΟΚ, 66/402/ΕΟΚ, 68/193/ΕΟΚ, 98/56/ΕΚ, 2002/54/ΕΚ, 2002/55/ΕΚ, 2002/56/ΕΚ, 2002/57/ΕΚ, 2008/72/ΕΚ και 2008/90/ΕΚ.».

2)

Στο άρθρο 83, παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«5α.   Στην περίπτωση φυτών προς φύτευση που παράγονται ή διατίθενται για εμπορία ως κατηγορίας “γνωστής πηγής”, “επιλεγμένο”, “χαρακτηρισμένο” ή “δοκιμασμένο”, όπως αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2026/1392 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (*1), το φυτοϋγειονομικό διαβατήριο συνδυάζεται, σε διακριτή μορφή, με την επίσημη ετικέτα που παράγεται σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του εν λόγω κανονισμού.

Όταν εφαρμόζεται η παρούσα παράγραφος,

α)

το φυτοϋγειονομικό διαβατήριο για τη διακίνηση εντός της επικράτειας της Ένωσης περιλαμβάνει τα στοιχεία που ορίζονται στο παράρτημα VII μέρος Ε του παρόντος κανονισμού·

β)

το φυτοϋγειονομικό διαβατήριο για την είσοδο σε προστατευόμενη ζώνη και τη διακίνηση εντός αυτής περιλαμβάνει τα στοιχεία που ορίζονται στο παράρτημα VII μέρος ΣΤ του παρόντος κανονισμού.

(*1)  Κανονισμός (ΕΕ) 2026/1392 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2026, σχετικά με την παραγωγή και την εμπορία δασικού πολλαπλασιαστικού υλικού, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) 2016/2031 και (ΕΕ) 2017/625 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 1999/105/ΕΚ του Συμβουλίου (κανονισμός για το ΔΠΥ) (ΕΕ L, 2026/1392, 26.6.2026, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2026/1392/oj).»."

3)

Το παράρτημα VII τροποποιείται σύμφωνα με το παράρτημα VII του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 36

Τροποποιήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625

Ο κανονισμός (ΕΕ) 2017/625 τροποποιείται ως εξής:

1)

Στο άρθρο 1, παρεμβάλλεται η ακόλουθη παράγραφος:

«2α.   Τα άρθρα 8 και 13, τα άρθρα 28 έως 33 εκτός του άρθρου 29 στοιχείο β) σημείο iv) και του άρθρου 33 στοιχείο α), τα άρθρα 43 έως 46, τα άρθρα 65 έως 68, το άρθρο 69 παράγραφοι 1, 2 και 4, τα άρθρα 70, 71, 72, 75, 88 και 89, τα άρθρα 102 έως 108, το άρθρο 120, το άρθρο 130 παράγραφοι 1, 2, 3, 5 και 6 και τα άρθρα 131 έως 138 εφαρμόζονται, κατά περίπτωση, στους ελέγχους που διενεργούνται για την εξακρίβωση της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2026/1392 (*2).

(*2)  Κανονισμός (ΕΕ) 2026/1392 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2026, σχετικά με την παραγωγή και την εμπορία δασικού πολλαπλασιαστικού υλικού, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) 2016/2031 και (ΕΕ) 2017/625 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση της οδηγίας 1999/105/ΕΚ του Συμβουλίου (κανονισμός για το ΔΠΥ) (ΕΕ L, 2026/1392, 26.6.2026, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2026/1392/oj).»."

2)

Στο άρθρο 2, στο άρθρο 3 σημείο 3), στα άρθρα 31 και 44, στο άρθρο 45 παράγραφος 3, στα άρθρα 65, 66, 67, 71, 88, 102, 106, 107, 108, 120, 130, 131 και 132, στο άρθρο 133 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο και στο άρθρο 138, η φράση «άρθρο 1 παράγραφος 2» αντικαθίσταται από τη φράση «άρθρο 1 παράγραφοι 2 και 2α».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ XI

Τελικές διατάξεις

Άρθρο 37

Κατάργηση της οδηγίας 1999/105/ΕΚ

Η οδηγία 1999/105/ΕΚ καταργείται.

Οι παραπομπές στην εν λόγω καταργούμενη οδηγία νοούνται ως παραπομπές στον παρόντα κανονισμό και διαβάζονται σύμφωνα με τον πίνακα αντιστοιχίας του παραρτήματος VIII του παρόντος κανονισμού.

Άρθρο 38

Μεταβατικά μέτρα

1.   Το ΔΠΥ που έχει παραχθεί πριν από τις 17 Ιουλίου 2031 σύμφωνα με την οδηγία 1999/105/ΕΚ ή εθνικούς κανόνες μπορεί να εξακολουθήσει να διατίθεται για εμπορία μέχρι εξαντλήσεως των αποθεμάτων.

2.   Το ΔΠΥ που διατίθεται για εμπορία σύμφωνα με την παράγραφο 1 συνοδεύεται από ετικέτα όπου αναγράφεται ότι αφορά «ΔΠΥ χωρίς έγκριση βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2026/1392 σχετικά με την παραγωγή και την εμπορία δασικού πολλαπλασιαστικού υλικού».

3.   Το ΔΠΥ που έχει παραχθεί πριν από τις 17 Ιουλίου 2031 σύμφωνα με την οδηγία 1999/105/ΕΚ μπορεί να εξακολουθήσει να διατίθεται για εμπορία με βάση γενικό πιστοποιητικό που έχει εκδοθεί δυνάμει της εν λόγω οδηγίας.

Άρθρο 39

Έναρξη ισχύος και εφαρμογή

Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εφαρμόζεται από τις 17 Ιουλίου 2031.

Ο παρών κανονισμός είναι δεσμευτικός ως προς όλα τα μέρη του και ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος.

Στρασβούργο, 20 Μαΐου 2026.

Για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο

Η Πρόεδρος

R. METSOLA

Για το Συμβούλιο

Ο Πρόεδρος

Ν. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ


(1)   ΕΕ C, C/2024/1583, 5.3.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/C/2024/1583/oj.

(2)  Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 24ης Απριλίου 2024 (ΕΕ C, C/2025/3768, 17.9.2025, ELI: http://data.europa.eu/eli/C/2025/3768/oj) και θέση του Συμβουλίου σε πρώτη ανάγνωση της 21ης Απριλίου 2026 (ΕΕ C, C/2026/2570, 30.4.2026, ELI: http://data.europa.eu/eli/C/2026/2570/oj). Θέση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 19ης Μαΐου 2026 (δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα).

(3)  Οδηγία 1999/105/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1999, σχετικά με την εμπορία του δασικού πολλαπλασιαστικού υλικού (ΕΕ L 11 της 15.1.2000, σ. 17, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/1999/105/oj).

(4)  Κανονισμός (ΕΕ) 2021/1119 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 2021, για τη θέσπιση πλαισίου με στόχο την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 401/2009 και (ΕΕ) 2018/1999 («ευρωπαϊκό νομοθέτημα για το κλίμα») (ΕΕ L 243 της 9.7.2021, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2021/1119/oj).

(5)  Οδηγία 2001/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Μαρτίου 2001, για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον και την κατάργηση της οδηγίας 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου (ΕΕ L 106 της 17.4.2001, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2001/18/oj).

(6)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1829/2003 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 2003, για τα γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα και ζωοτροφές (ΕΕ L 268 της 18.10.2003, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2003/1829/oj).

(7)  Κανονισμός (ΕΕ) 2026/1388 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Ιουνίου 2026, για τα φυτά που παράγονται με ορισμένες νέες γονιδιωματικές τεχνικές και τα προϊόντα τους, και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/625 (ΕΕ L, 2026/1388, 26.6.2026, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2026/1388/oj).

(8)  Κανονισμός (ΕΕ) 2016/2031 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Οκτωβρίου 2016, σχετικά με προστατευτικά μέτρα κατά των επιβλαβών για τα φυτά οργανισμών, την τροποποίηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 228/2013, (ΕΕ) αριθ. 652/2014 και (ΕΕ) αριθ. 1143/2014, και την κατάργηση των οδηγιών του Συμβουλίου 69/464/ΕΟΚ, 74/647/ΕΟΚ, 93/85/ΕΟΚ, 98/57/ΕΚ, 2000/29/ΕΚ, 2006/91/ΕΚ και 2007/33/ΕΚ (ΕΕ L 317 της 23.11.2016, σ. 4, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2016/2031/oj).

(9)  Απόφαση αριθ. 1313/2013/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 2013, περί μηχανισμού πολιτικής προστασίας της Ένωσης (ΕΕ L 347 της 20.12.2013, σ. 924, ELI: http://data.europa.eu/eli/dec/2013/1313/oj).

(10)  Κανονισμός (ΕΕ) 2017/625 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2017, για τους επίσημους ελέγχους και τις άλλες επίσημες δραστηριότητες που διενεργούνται με σκοπό την εξασφάλιση της εφαρμογής της νομοθεσίας για τα τρόφιμα και τις ζωοτροφές και των κανόνων για την υγεία και την καλή μεταχείριση των ζώων, την υγεία των φυτών και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, για την τροποποίηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 999/2001, (ΕΚ) αριθ. 396/2005, (ΕΚ) αριθ. 1069/2009, (ΕΚ) αριθ. 1107/2009, (ΕΕ) αριθ. 1151/2012, (ΕΕ) αριθ. 652/2014, (ΕΕ) 2016/429 και (ΕΕ) 2016/2031, των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1/2005 και (ΕΚ) αριθ. 1099/2009 και των οδηγιών του Συμβουλίου 98/58/ΕΚ, 1999/74/ΕΚ, 2007/43/ΕΚ, 2008/119/ΕΚ και 2008/120/ΕΚ και για την κατάργηση των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 854/2004 και (ΕΚ) αριθ. 882/2004, των οδηγιών του Συμβουλίου 89/608/ΕΟΚ, 89/662/ΕΟΚ, 90/425/ΕΟΚ, 91/496/ΕΟΚ, 96/23/ΕΚ, 96/93/ΕΚ και 97/78/ΕΚ και της απόφασης 92/438/ΕΟΚ του Συμβουλίου (κανονισμός για τους επίσημους ελέγχους) (ΕΕ L 95 της 7.4.2017, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2017/625/oj).

(11)   ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/agree_interinstit/2016/512/oj.

(12)  Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 182/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Φεβρουαρίου 2011, για τη θέσπιση κανόνων και γενικών αρχών σχετικά με τους τρόπους ελέγχου από τα κράτη μέλη της άσκησης των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων από την Επιτροπή (ΕΕ L 55 της 28.2.2011, σ. 13, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2011/182/oj).

(13)  Οδηγία 66/401/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1966, περί εμπορίας σπόρων προς σπορά κτηνοτροφικών φυτών (EE 125 της 11.7.1966, σ. 2298/66, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/1966/401/oj).

(14)  Οδηγία 66/402/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1966, περί εμπορίας σπόρων δημητριακών προς σπορά (EE 125 της 11.7.1966, σ. 2309/66, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/1966/402/oj).

(15)  Οδηγία 68/193/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Απριλίου 1968, περί εμπορίας υλικών αγενούς πολλαπλασιασμού της αμπέλου (ΕΕ L 93 της 17.4.1968, σ. 15, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/1968/193/oj).

(16)  Οδηγία 2002/53/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, περί του κοινού καταλόγου ποικιλιών καλλιεργούμενων φυτικών ειδών (ΕΕ L 193 της 20.7.2002, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2002/53/oj).

(17)  Οδηγία 2002/54/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, περί εμπορίας σπόρων τεύτλων προς σπορά (ΕΕ L 193 της 20.7.2002, σ. 12, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2002/54/oj).

(18)  Οδηγία 2002/55/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, περί εμπορίας σπόρων προς σπορά κηπευτικών (ΕΕ L 193 της 20.7.2002, σ. 33, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2002/55/oj).

(19)  Οδηγία 2002/56/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, περί εμπορίας σπόρων γεωμήλων προς φύτευση (ΕΕ L 193 της 20.7.2002, σ. 60, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2002/56/oj).

(20)  Οδηγία 2002/57/ΕΚ του Συμβουλίου, της 13ης Ιουνίου 2002, περί εμπορίας των σπόρων προς σπορά των ελαιούχων και κλωστικών φυτών (ΕΕ L 193 της 20.7.2002, σ. 74, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2002/57/oj).

(21)  Οδηγία 2008/72/ΕΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 2008, για την εμπορία φυταρίων και πολλαπλασιαστικού υλικού κηπευτικών, εκτός των σπόρων προς σπορά (ΕΕ L 205 της 1.8.2008, σ. 28, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2008/72/oj).

(22)  Οδηγία 2008/90/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Σεπτεμβρίου 2008, για την εμπορία του πολλαπλασιαστικού υλικού οπωροφόρων φυτών και των οπωροφόρων δένδρων που προορίζονται για την παραγωγή φρούτων (ΕΕ L 267 της 8.10.2008, σ. 8, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2008/90/oj).

(23)  Οδηγία 98/56/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1998, για την εμπορία πολλαπλασιαστικού υλικού καλλωπιστικών φυτών (ΕΕ L 226 της 13.8.1998, σ. 16, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/1998/56/oj).

(24)  Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 178/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 28ης Ιανουαρίου 2002, για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφαλείας των τροφίμων (ΕΕ L 31 της 1.2.2002, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2002/178/oj).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I

Κατάλογος ειδών δένδρων

Abies alba Mill.

Pinus cembra L.

Abies cephalonica Loudon

Pinus contorta Douglas ex Loudon

Abies grandis (Douglas ex D.Don) Lindl.

Pinus halepensis Mill.

Abies nordmanniana (Steven) Spach

Pinus heldreichii Christ

Acer campestre L.

Pinus mugo Turra

Acer monspessulanum L.

Pinus nigra J.F. Arnold

Acer opalus Mill.

Pinus peuce Griseb.

Acer platanoides L.

Pinus pinaster Aiton

Acer pseudoplatanus L.

Pinus pinea L.

Alnus cordata (Loisel.) Duby

Pinus radiata D. Don

Alnus glutinosa (L.) Gaertn.

Pinus sylvestris L.

Alnus incana (L.) Moench

Pinus taeda L.

Alnus lusitanica Vít et al.

Pinus uncinata Mill. ex Mirb.

Betula pendula Roth.

Populus spp.

Betula pubescens Ehrh.

Pyrus communis var. pyraster L.

Carpinus betulus L.

Prunus avium (L.) L.

Carpinus orientalis Mill.

Prunus padus L.

Castanea sativa Mill.

Pseudotsuga menziesii (Mirb.) Franco

Cedrus atlantica (Endl.) G. Manetti ex Carrière

Quercus cerris L.

Cedrus libani A. Rich.

Quercus frainetto Ten.

Celtis australis L.

Quercus ilex L.

Ceratonia siliqua L.

Quercus petraea (Matt.) Liebl.

Chamaecyparis lawsoniana (A. Murray bis) Parl.

Quercus pubescens Willd.

Corylus colurna L.

Quercus robur L.

Cupressus sempervirens L.

Quercus rubra L.

Fagus orientalis Lipsky

Quercus suber L.

Fagus sylvatica L.

Robinia pseudoacacia L.

Fraxinus angustifolia Vahl

Salix alba L.

Fraxinus ornus L.

Sorbus aria (L.) Crantz

Fraxinus excelsior L.

Sorbus aucuparia L.

Juglans spp.

Sorbus domestica L.

Larix decidua Mill.

Sorbus torminalis (L.) Crantz

Larix kaempferi (Lamb.) Carrière

Taxus baccata L.

Larix sibirica Ledeb.

Thuja plicata Donn ex D.Don.

Malus sylvestris (L.) Mill.

Tilia cordata Mill.

Olea europaea L.

Tilia platyphyllos Scop.

Ostrya carpinifolia Scop.

Tilia tomentosa Moench

Picea abies Karst.

Ulmus glabra Huds.

Picea sitchensis (Bong.) Carrière

Ulmus laevis Pall.

Pinus brutia Ten.

Ulmus minor Mill.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ II

Απαιτήσεις για την έγκριση βασικού υλικού που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ στην κατηγορία «γνωστής πηγής»

Α.   Γενικές απαιτήσεις

1.   Αξιολόγηση του βασικού υλικού

Η αρμόδια αρχή αξιολογεί την πηγή σπόρου ή τη δασοσυστάδα σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους προορίζεται να χρησιμοποιηθεί το ΔΠΥ, όπως αναφέρονται στο άρθρο 3 σημείο 1), και καθορίζει τα κριτήρια επιλογής με βάση τους σκοπούς αυτούς. Οι εν λόγω σκοποί αναφέρονται στο εθνικό μητρώο του οικείου κράτους μέλους. Απαιτείται ελάχιστη ή δεν απαιτείται καμία φαινοτυπική επιλογή του βασικού υλικού που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ αυτής της κατηγορίας.

2.   Καταγωγή

Προσδιορίζεται είτε με ιστορικά στοιχεία (π.χ. βιβλιογραφία ή τεκμηρίωση που τηρείται από αρμόδιες αρχές, ερευνητικά ιδρύματα ή οποιουσδήποτε άλλους οργανισμούς) είτε με άλλα κατάλληλα μέσα (π.χ. δοκιμές προέλευσης), συμπεριλαμβανομένων των διεθνώς αναγνωρισμένων βιοχημικών και μοριακών τεχνικών, αν η πηγή σπόρου ή η δασοσυστάδα είναι ιθαγενής, μη ιθαγενής ή άγνωστης καταγωγής και, σε περίπτωση που είναι ιθαγενής, αν είναι αυτόχθονη ή μη αυτόχθονη. Για το μη ιθαγενές βασικό υλικό, δηλώνεται η καταγωγή, εφόσον είναι γνωστή.

3.   Τύπος βασικού υλικού και τοποθεσία

Το βασικό υλικό είναι πηγή σπόρου ή δασοσυστάδα που βρίσκεται σε μία και μόνο περιφέρεια προέλευσης.

B.   Ειδικές απαιτήσεις

1.   Αριθμός συγκομιδίσιμων και αναπαραγωγικώς ώριμων δένδρων

Οι πηγές σπόρων ή οι δασοσυστάδες αποτελούνται, ει δυνατόν, από μία ή περισσότερες ομάδες αναπαραγωγικώς ώριμων δένδρων. Τα εν λόγω δένδρα, ει δυνατόν, είναι καλά κατανεμημένα και σε επαρκή αριθμό σε μια δεδομένη περιοχή, ώστε να διατηρείται η γενετική ποικιλότητα, σύμφωνα με τις διαθέσιμες επιστημονικές γνώσεις, να αποφεύγονται οι ανεπιθύμητες επιπτώσεις της ενδοδιασταύρωσης και να εξασφαλίζεται ικανοποιητική διασταυρούμενη επικονίαση μεταξύ τους. Το ΔΠΥ συλλέγεται από βέλτιστο αριθμό ατόμων του εγκεκριμένου βασικού υλικού, λαμβανομένων υπόψη των φυσικών συνθηκών.

2.   Ομοιομορφία

Οι δασοσυστάδες, ει δυνατόν, παρουσιάζουν κανονικό βαθμό ατομικής απόκλισης των μορφολογικών χαρακτηριστικών. Εφόσον είναι αναγκαίο, τα μειονεκτούντα δένδρα απομακρύνονται. Οι απαιτήσεις αυτές δεν εφαρμόζονται στις πηγές σπόρων.

3.   Χαρακτηριστικά βιωσιμότητας

Οι πηγές σπόρων ή οι δασοσυστάδες, ει δυνατόν, είναι καλά προσαρμοσμένες στις κλιματικές και οικολογικές συνθήκες, συμπεριλαμβανομένων των βιοτικών και αβιοτικών παραγόντων που επικρατούν στην περιφέρεια προέλευσης. Τα δένδρα, ει δυνατόν, παρουσιάζουν αντοχή ή ανοχή σε επιβλαβείς οργανισμούς και δυσμενείς κλιματικές και τοπικές συνθήκες εκεί όπου φύονται.

4.   Άλλες ειδικές απαιτήσεις για ορισμένα γνωρίσματα και άλλα δασικά προϊόντα

Οι αρμόδιες αρχές αξιολογούν την πηγή σπόρου ή τη δασοσυστάδα σε σχέση με ορισμένα γνωρίσματα ή την παραγωγή ορισμένων δασικών προϊόντων και, κατά περίπτωση, θεσπίζουν άλλες ειδικές απαιτήσεις για τα γνωρίσματα ή τα προϊόντα αυτά. Όταν εφαρμόζονται τέτοιες απαιτήσεις, επισημαίνονται σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 3 στοιχείο ιγ).


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III

Απαιτήσεις για την έγκριση βασικού υλικού που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ στην κατηγορία «επιλεγμένο»

Α.   Γενικές απαιτήσεις

1.   Αξιολόγηση του βασικού υλικού

Η αρμόδια αρχή αξιολογεί τη δασοσυστάδα σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους προορίζεται να χρησιμοποιηθεί το ΔΠΥ, όπως αναφέρονται στο άρθρο 3 σημείο 1), και καθορίζει τα κριτήρια επιλογής με βάση τους σκοπούς αυτούς. Οι εν λόγω σκοποί αναφέρονται στο εθνικό μητρώο του οικείου κράτους μέλους.

2.   Καταγωγή

Προσδιορίζεται είτε με ιστορικά στοιχεία (π.χ. βιβλιογραφία ή τεκμηρίωση που τηρείται από αρμόδιες αρχές, ερευνητικά ιδρύματα ή οποιουσδήποτε άλλους οργανισμούς) είτε με άλλα κατάλληλα μέσα (π.χ. δοκιμές προέλευσης), συμπεριλαμβανομένων των διεθνώς αναγνωρισμένων βιοχημικών και μοριακών τεχνικών, αν η δασοσυστάδα είναι ιθαγενής, μη ιθαγενής ή άγνωστης καταγωγής και, σε περίπτωση που είναι ιθαγενής, αν είναι αυτόχθονη ή μη. Για το μη ιθαγενές βασικό υλικό, δηλώνεται η καταγωγή, εφόσον είναι γνωστή.

3.   Ηλικία και ανάπτυξη

Η ηλικία ή το στάδιο ανάπτυξης των δένδρων στη δασοσυστάδα είναι τέτοιο που να καθιστά δυνατή τη σαφή εκτίμηση των κριτηρίων επιλογής των δένδρων αυτών.

4.   Τύπος βασικού υλικού και τοποθεσία

Το βασικό υλικό είναι δασοσυστάδα που βρίσκεται σε μία και μόνο περιφέρεια προέλευσης.

B.   Ειδικές απαιτήσεις:

1.   Απομόνωση

α)

Σκοποί «πολυλειτουργική δασοκομία», «παραγωγή ξυλείας, βιοϋλικών, βιομάζας ή άλλων δασικών προϊόντων»: Οι δασοσυστάδες, ει δυνατόν, βρίσκονται σε επαρκή απόσταση από κακής ποιότητας δασοσυστάδες του ίδιου είδους ή από δασοσυστάδες συγγενικών ειδών τα οποία μπορούν να σχηματίσουν υβρίδια με το συγκεκριμένο είδος. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στην απαίτηση αυτήν, όταν οι δασοσυστάδες που περιβάλλουν αυτόχθονες/ιθαγενείς δασοσυστάδες είναι μη αυτόχθονες/μη ιθαγενείς ή άγνωστης καταγωγής.

β)

Σκοπός «διατήρηση των δασικών γενετικών πόρων»: Οι δασοσυστάδες, ει δυνατόν, βρίσκονται σε επαρκή απόσταση από δασοσυστάδες του ίδιου είδους ή από δασοσυστάδες συγγενικών ειδών τα οποία μπορούν να σχηματίσουν υβρίδια με το συγκεκριμένο είδος. Ιδιαίτερη προσοχή δίνεται στην απαίτηση αυτήν, όταν οι δασοσυστάδες που περιβάλλουν αυτόχθονες/ιθαγενείς δασοσυστάδες είναι μη αυτόχθονες/μη ιθαγενείς ή άγνωστης καταγωγής.

2.   Αριθμός συγκομιδίσιμων και αναπαραγωγικώς ώριμων δένδρων

α)

Σκοποί «πολυλειτουργική δασοκομία», «παραγωγή ξυλείας, βιοϋλικών, βιομάζας ή άλλων δασικών προϊόντων»: Οι δασοσυστάδες αποτελούνται από μία ή περισσότερες ομάδες αναπαραγωγικώς ώριμων δένδρων. Τα εν λόγω δένδρα είναι καλά κατανεμημένα και σε επαρκή αριθμό σε μια δεδομένη περιοχή, ώστε να διατηρείται η γενετική ποικιλότητα, να αποφεύγονται οι ανεπιθύμητες επιπτώσεις της ενδοδιασταύρωσης και να εξασφαλίζεται ικανοποιητική διασταυρούμενη επικονίαση μεταξύ τους.

β)

Σκοπός «διατήρηση των δασικών γενετικών πόρων»: Ει δυνατόν, οι δασοσυστάδες αποτελούνται από μία ή περισσότερες ομάδες αναπαραγωγικώς ώριμων δένδρων. Ει δυνατόν, τα εν λόγω δένδρα είναι καλά κατανεμημένα και σε επαρκή αριθμό σε μια δεδομένη περιοχή, ώστε να διατηρείται η γενετική ποικιλότητα, σύμφωνα με τις διαθέσιμες επιστημονικές γνώσεις, να αποφεύγονται οι ανεπιθύμητες επιπτώσεις της ενδοδιασταύρωσης και να εξασφαλίζεται ικανοποιητική διασταυρούμενη επικονίαση μεταξύ τους. Το ΔΠΥ συλλέγεται από βέλτιστο αριθμό ατόμων του εγκεκριμένου βασικού υλικού, λαμβανομένων υπόψη των φυσικών συνθηκών.

3.   Ομοιομορφία

α)

Σκοποί «πολυλειτουργική δασοκομία», «παραγωγή ξυλείας, βιοϋλικών, βιομάζας ή άλλων δασικών προϊόντων»: Οι δασοσυστάδες παρουσιάζουν κανονικό βαθμό ατομικής απόκλισης των μορφολογικών χαρακτηριστικών. Η απαίτηση αυτή δεν εφαρμόζεται στην παραγωγή βιομάζας. Εφόσον είναι αναγκαίο, τα μειονεκτούντα δένδρα απομακρύνονται.

β)

Σκοπός «διατήρηση των δασικών γενετικών πόρων»: Ει δυνατόν, οι δασοσυστάδες παρουσιάζουν κανονικό βαθμό ατομικής απόκλισης των μορφολογικών χαρακτηριστικών. Εφόσον είναι αναγκαίο, τα μειονεκτούντα δένδρα απομακρύνονται.

4.   Χαρακτηριστικά βιωσιμότητας

α)

Σκοποί «πολυλειτουργική δασοκομία», «παραγωγή ξυλείας, βιοϋλικών, βιομάζας ή άλλων δασικών προϊόντων»: Οι δασοσυστάδες είναι καλά προσαρμοσμένες στις κλιματικές και οικολογικές συνθήκες, συμπεριλαμβανομένων των βιοτικών και αβιοτικών παραγόντων που επικρατούν στην περιφέρεια προέλευσης. Τα δένδρα παρουσιάζουν αντοχή ή ανοχή σε επιβλαβείς οργανισμούς και δυσμενείς κλιματικές και τοπικές συνθήκες εκεί όπου φύονται.

β)

Σκοπός «διατήρηση των δασικών γενετικών πόρων»: Ει δυνατόν, οι δασοσυστάδες είναι καλά προσαρμοσμένες στις κλιματικές και οικολογικές συνθήκες, συμπεριλαμβανομένων των βιοτικών και αβιοτικών παραγόντων που επικρατούν στην περιφέρεια προέλευσης. Ει δυνατόν, τα δένδρα παρουσιάζουν αντοχή ή ανοχή σε επιβλαβείς οργανισμούς και δυσμενείς κλιματικές και τοπικές συνθήκες εκεί όπου φύονται.

5.   Παραγωγή κατ’ όγκο

α)

Σκοποί «πολυλειτουργική δασοκομία», «παραγωγή ξυλείας, βιοϋλικών, βιομάζας ή άλλων δασικών προϊόντων»: Ο όγκος παραγωγής κανονικά υπερέχει του μέσου αποδεκτού όγκου παραγωγής σε παρεμφερείς οικολογικές συνθήκες και συνθήκες διαχείρισης.

β)

Σκοπός «διατήρηση των δασικών γενετικών πόρων»: Δεν εφαρμόζονται απαιτήσεις ως προς την παραγωγή κατ’ όγκο.

6.   Ποιότητα του ξύλου

α)

Σκοποί «πολυλειτουργική δασοκομία», «παραγωγή ξυλείας, βιοϋλικών, βιομάζας ή άλλων δασικών προϊόντων»: Η ποιότητα του ξύλου κανονικά υπερέχει της μέσης αποδεκτής ποιότητας σε παρεμφερείς οικολογικές συνθήκες και συνθήκες διαχείρισης. Η απαίτηση αυτή δεν εφαρμόζεται στην παραγωγή βιοϋλικών, βιομάζας ή άλλων δασικών προϊόντων.

β)

Σκοπός «διατήρηση των δασικών γενετικών πόρων»: Δεν εφαρμόζονται απαιτήσεις ως προς την ποιότητα του ξύλου.

7.   Μορφή του τρόπου ανάπτυξης

α)

Σκοποί «πολυλειτουργική δασοκομία», «παραγωγή ξυλείας, βιοϋλικών, βιομάζας ή άλλων δασικών προϊόντων»: Τα δένδρα εμφανίζουν ιδιαίτερα καλά μορφολογικά χαρακτηριστικά, ιδίως ευθύγραμμο και ομοιόμορφο κυκλικό κορμό, ορθή διακλάδωση, μικρό μέγεθος των κλάδων και καλό φυσικό κλάδεμα. Επιπλέον, η αναλογία των διακλαδωμένων δένδρων και εκείνων που παρουσιάζουν στρεψοϊνία είναι χαμηλή και, εφόσον είναι αναγκαίο, τέτοια δένδρα απομακρύνονται. Η απαίτηση αυτή δεν εφαρμόζεται στην παραγωγή βιοϋλικών, βιομάζας ή άλλων δασικών προϊόντων.

β)

Σκοπός «διατήρηση των δασικών γενετικών πόρων»: Δεν εφαρμόζονται απαιτήσεις ως προς τη μορφή του τρόπου ανάπτυξης.

8.   Άλλες ειδικές απαιτήσεις για ορισμένα γνωρίσματα και άλλα δασικά προϊόντα

Οι αρμόδιες αρχές αξιολογούν τη δασοσυστάδα σε σχέση με ορισμένα γνωρίσματα ή την παραγωγή ορισμένων δασικών προϊόντων και, κατά περίπτωση, θεσπίζουν άλλες ειδικές απαιτήσεις για τα εν λόγω γνωρίσματα ή προϊόντα. Όταν εφαρμόζονται τέτοιες απαιτήσεις, επισημαίνονται σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 3 στοιχείο ιγ).

 

 

Σκοποί

 

 

Πολυλειτουργική δασοκομία

Παραγωγή ξυλείας, βιοϋλικών, βιομάζας ή άλλων δασικών προϊόντων

Διατήρηση των δασικών γενετικών πόρων

Ειδικές απαιτήσεις

Απομόνωση

(x)

(x)

(x)

Αριθμός συγκομιδίσιμων και αναπαραγωγικώς ώριμων δένδρων

x

x

(x)

Ομοιομορφία

x

x (εκτός από την παραγωγή βιομάζας)

(x)

Χαρακτηριστικά βιωσιμότητας

x

x

(x)

Παραγωγή κατ’ όγκο

x

x

—

Ποιότητα του ξύλου

x

x (μόνο για την παραγωγή ξύλου)

—

Μορφή του τρόπου ανάπτυξης

x

x (μόνο για την παραγωγή ξύλου)

—

Άλλες ειδικές απαιτήσεις (ειδικά χαρακτηριστικά ή προϊόντα)

Κατά περίπτωση

Κατά περίπτωση

Κατά περίπτωση

x = εφαρμόζεται· (x) = εφαρμόζεται, ει δυνατόν· – = δεν εφαρμόζεται


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV

Απαιτήσεις για την έγκριση βασικού υλικού που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ στην κατηγορία «χαρακτηρισμένο»

I.   Αγροί σποροπαραγωγής

Α.   Γενικές απαιτήσεις

α)

Η αρμόδια αρχή εγκρίνει τους σκοπούς του αγρού σποροπαραγωγής σε σχέση με τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 3 σημείο 1). Οι εν λόγω σκοποί αναφέρονται στο εθνικό μητρώο του οικείου κράτους μέλους. Οι συστατικοί κλώνοι ή μεμονωμένα δένδρα οικογενειών επιλέγονται για τα εξαιρετικά χαρακτηριστικά τους ανάλογα με τους επιλεγμένους σκοπούς.

β)

Η αρμόδια αρχή εγκρίνει και καταχωρίζει τον σχεδιασμό των διασταυρώσεων των συστατικών κλώνων ή των οικογενειών και τη διάταξη στον αγρό, τους συστατικούς κλώνους ή τις οικογένειες και, κατά περίπτωση, τον βαθμό σχέσης των συστατικών κλώνων, τον αριθμό τους και τον αριθμό ατόμων (ramets) ανά κλώνο στην περίπτωση των κλωνικών αγρών σποροπαραγωγής, την απομόνωση ή, ει δυνατόν, τον περιορισμό της ροής γύρης και την τοποθεσία, καθώς και τυχόν αλλαγές των στοιχείων αυτών.

γ)

Οι συστατικοί κλώνοι ή οι οικογένειες φυτεύονται ή έχουν φυτευτεί σύμφωνα με σχέδιο που έχει εγκρίνει η αρμόδια αρχή και το οποίο έχει καταρτιστεί κατά τρόπο τέτοιο ώστε να μπορεί να αναγνωρίζεται το κάθε συστατικό. Λαμβάνεται υπόψη η βέλτιστη ισορροπία μεταξύ του πραγματικού αριθμού συστατικών κλώνων ή οικογενειών και του γενετικού οφέλους.

δ)

Περιγράφονται η αραίωση που διεξάγεται στον αγρό σποροπαραγωγής μαζί με τα χρησιμοποιούμενα κριτήρια επιλογής για την αραίωση αυτήν και καταχωρίζονται από την αρμόδια αρχή.

ε)

Η διαχείριση των αγρών σποροπαραγωγής και η συγκομιδή των σπόρων γίνονται κατά τρόπο ώστε να επιτυγχάνονται οι σκοποί των αγρών. Στην περίπτωση που ο αγρός σποροπαραγωγής προορίζεται για την παραγωγή τεχνητών υβριδίων, προσδιορίζεται με μοριακές τεχνικές το ποσοστό των υβριδίων στο ΔΠΥ.

B.   Ειδικές απαιτήσεις

Η αρμόδια αρχή αξιολογεί τους συστατικούς κλώνους ή οικογένειες σε σχέση με συγκεκριμένα γνωρίσματα ή την παραγωγή ορισμένων προϊόντων (δηλαδή κριτήρια επιλογής), λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, την ηλικία και την ανάπτυξη, τα χαρακτηριστικά βιωσιμότητας, την παραγωγή κατ’ όγκο, την ποιότητα του ξύλου, τη μορφή του τρόπου ανάπτυξης και άλλα χρήσιμα ειδικά γνωρίσματα. Όπου ισχύουν τέτοιες απαιτήσεις, αυτές επισημαίνονται σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 3 στοιχείο ιγ).

II.   Γονικά φυτά οικογένειας

Α.   Γενικές απαιτήσεις

α)

Η αρμόδια αρχή εγκρίνει τους σκοπούς των γονικών φυτών οικογένειας σε σχέση με τους σκοπούς που αναφέρονται στο άρθρο 3 σημείο 1). Οι εν λόγω σκοποί αναφέρονται στο εθνικό μητρώο του οικείου κράτους μέλους. Τα γονικά φυτά οικογένειας επιλέγονται για τα εξαιρετικά χαρακτηριστικά τους σύμφωνα με τους επιλεγμένους σκοπούς.

β)

Η αρμόδια αρχή εγκρίνει και καταχωρίζει τον σχεδιασμό των διασταυρώσεων και το σύστημα επικονίασης, τα συστατικά, την απομόνωση ή, ει δυνατόν, τον περιορισμό της ροής γύρης και την τοποθεσία, καθώς και τυχόν σημαντικές αλλαγές των χαρακτηριστικών αυτών.

γ)

Η αρμόδια αρχή εγκρίνει και καταχωρίζει την ταυτότητα, τον αριθμό και την αναλογία των γονικών φυτών σε μείγμα.

δ)

Στην περίπτωση γονικών φυτών που προορίζονται για την παραγωγή τεχνητών υβριδίων, το ποσοστό των υβριδίων στο ΔΠΥ προσδιορίζεται με μοριακές τεχνικές.

B.   Ειδικές απαιτήσεις

Η αρμόδια αρχή αξιολογεί τα γονικά φυτά οικογένειας σε σχέση με ορισμένα γνωρίσματα ή την παραγωγή ορισμένων δασικών προϊόντων και, κατά περίπτωση, θεσπίζει ειδικές απαιτήσεις για τα γνωρίσματα ή προϊόντα αυτά (δηλαδή κριτήρια επιλογής), λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, την ηλικία και την ανάπτυξη, τα χαρακτηριστικά βιωσιμότητας, την παραγωγή κατ’ όγκο, την ποιότητα του ξύλου, τη μορφή του τρόπου ανάπτυξης και άλλα χρήσιμα ειδικά γνωρίσματα. Όπου ισχύουν τέτοιες απαιτήσεις, αυτές επισημαίνονται σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 3 στοιχείο ιγ).

III.   Κλώνοι

Α.   Γενικές απαιτήσεις

1.

Η αρμόδια αρχή εγκρίνει και καταχωρίζει κλώνους που είτε είναι αναγνωρίσιμοι χάρη σε διακριτά χαρακτηριστικά είτε είναι ανιχνεύσιμοι μέσω κύκλων πολλαπλασιασμού ή μοριακών τεχνικών, κατά περίπτωση.

2.

Η αξία των μεμονωμένων κλώνων εξακριβώνεται με παρατήρηση και ποιοτική αξιολόγηση των χαρακτηριστικών των εν λόγω κλώνων ή έχει αποδειχθεί με επαρκώς μακροχρόνιο πειραματισμό.

3.

Οι πρόδρομοι ή οι κυτταρικές σειρές που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή κλώνων επιλέγονται για τα εξαιρετικά χαρακτηριστικά τους, λαμβανομένων υπόψη των σκοπών για τους οποίους προορίζεται να χρησιμοποιηθεί το προκύπτον ΔΠΥ, όπως αναφέρονται στο άρθρο 3 σημείο 1).

4.

Η αρμόδια αρχή περιορίζει την έγκριση σε έναν μέγιστο αριθμό ετών ή έναν μέγιστο αριθμό παραγόμενων ατόμων κλώνων (ramets).

B.   Ειδικές απαιτήσεις

Η αρμόδια αρχή αξιολογεί τους προδρόμους ή τις κυτταρικές σειρές σε σχέση με ορισμένα γνωρίσματα ή την παραγωγή ορισμένων δασικών προϊόντων και, κατά περίπτωση, θεσπίζει ειδικές απαιτήσεις για τα γνωρίσματα ή προϊόντα αυτά (δηλαδή κριτήρια επιλογής), λαμβάνοντας υπόψη, κατά περίπτωση, την ηλικία και την ανάπτυξη, τα χαρακτηριστικά βιωσιμότητας, την παραγωγή κατ’ όγκο, την ποιότητα του ξύλου, τη μορφή του τρόπου ανάπτυξης και άλλα χρήσιμα ειδικά γνωρίσματα. Όπου ισχύουν τέτοιες απαιτήσεις, αυτές επισημαίνονται σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 3 στοιχείο ιγ).

IV.   Μείγματα κλώνων

Α.   Γενικές απαιτήσεις

1.

Τα μείγματα κλώνων συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του μέρους III τμήμα Α σημεία 1), 2) και 3).

2.

Η αρμόδια αρχή εγκρίνει και καταχωρίζει την ταυτότητα, τον αριθμό και την αναλογία των συστατικών κλώνων του μείγματος, τη μέθοδο επιλογής και το αρχικό υλικό. Κάθε μείγμα περιλαμβάνει επαρκή γενετική ποικιλότητα.

3.

Η αρμόδια αρχή περιορίζει την έγκριση σε έναν μέγιστο αριθμό ετών ή έναν μέγιστο αριθμό παραγόμενων ατόμων κλώνων (ramets).

B.   Ειδικές απαιτήσεις

Τα μείγματα κλώνων συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του μέρους III τμήμα Β.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ V

Απαιτήσεις για την έγκριση βασικού υλικού που προορίζεται για την παραγωγή ΔΠΥ στην κατηγορία «δοκιμασμένο»

1.   ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΔΟΚΙΜΕΣ

α)   Γενικά

Εάν το βασικό υλικό είναι δασοσυστάδα, πληροί τις σχετικές απαιτήσεις που ορίζονται στο παράρτημα III. Εάν το βασικό υλικό είναι αγρός σποροπαραγωγής, γονικό φυτό οικογένειας, κλώνος ή μείγμα κλώνων, πληροί τις σχετικές απαιτήσεις που ορίζονται στο παράρτημα IV. Η αρμόδια αρχή καθορίζει τα κριτήρια επιλογής με βάση τον σκοπό για τον οποίο προορίζεται να χρησιμοποιηθεί το ΔΠΥ.

Οι δοκιμές για την έγκριση του βασικού υλικού προετοιμάζονται, σχεδιάζονται και διεξάγονται και τα αποτελέσματά τους ερμηνεύονται σύμφωνα με διεθνώς αναγνωρισμένες διαδικασίες. Για τις συγκριτικές δοκιμές, το ΔΠΥ συγκρίνεται με ένα ή κατά προτίμηση περισσότερα εγκεκριμένα ή προεπιλεγμένα πρότυπα, όπως αναφέρονται στο σημείο 3) στοιχείο β).

β)   Χαρακτηριστικά που πρέπει να εξετάζονται

i)

Σχεδιάζονται δοκιμές για την αξιολόγηση των χαρακτηριστικών που καθορίζονται στο σημείο ii) και τα χαρακτηριστικά αυτά αναφέρονται στο αρχείο δοκιμής για κάθε δοκιμή.

ii)

Δίνεται βάρος στα χαρακτηριστικά που θεωρούνται σημαντικά για τον σκοπό για τον οποίο προορίζεται να χρησιμοποιηθεί το ΔΠΥ. Τα εν λόγω χαρακτηριστικά αξιολογούνται σε σχέση με τις οικολογικές συνθήκες της περιφέρειας στην οποία διεξάγεται η δοκιμή, συμπεριλαμβανομένων των υφιστάμενων και των προβλεπόμενων κλιματικών συνθηκών.

γ)   Τεκμηρίωση

Οι αρμόδιες αρχές ή, κατά περίπτωση, οι επαγγελματίες τηρούν αρχεία που περιγράφουν τα ακόλουθα στοιχεία: τους τόπους δοκιμής, συμπεριλαμβανομένων της τοποθεσίας, του κλίματος, του εδάφους, της προηγούμενης χρήσης, της εγκατάστασης, της διαχείρισης και των βλαβών που οφείλονται σε αβιοτικούς και βιοτικούς παράγοντες, μαζί με όλα τα αποτελέσματα κατά τον χρόνο της αξιολόγησης. Σε περίπτωση που τα αρχεία αυτά τηρούνται από τους επαγγελματίες, τίθενται στη διάθεση των αρμόδιων αρχών.

δ)   Προετοιμασία των δοκιμών

i)

Η καλλιέργεια, η φύτευση και η διαχείριση κάθε δείγματος ΔΠΥ πραγματοποιούνται με πανομοιότυπο τρόπο στον βαθμό που το επιτρέπουν οι τύποι του φυτικού υλικού.

ii)

Κάθε δοκιμή βασίζεται σε στατιστικά έγκυρο σχεδιασμό, προκειμένου να μπορούν να αξιολογούνται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε εξεταζόμενου συστατικού.

ε)   Ανάλυση και επικύρωση των αποτελεσμάτων

i)

Τα δεδομένα από τις δοκιμές αναλύονται με τη χρήση διεθνώς αναγνωρισμένων στατιστικών μεθόδων και τα αποτελέσματα παρουσιάζονται για κάθε εξεταζόμενο χαρακτηριστικό.

ii)

Η μεθοδολογία που χρησιμοποιείται για τη δοκιμή και, ει δυνατόν, τα λεπτομερή αποτελέσματα που προκύπτουν καθίστανται προσβάσιμα χωρίς περιορισμούς.

iii)

Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο διενεργήθηκε η δοκιμή δύναται να ορίσει μια περιοχή εγκατάστασης και καθιστά διαθέσιμες μέσω του FOREMATIS πληροφορίες σχετικά με τυχόν χαρακτηριστικά του ΔΠΥ που ενδέχεται να περιορίζουν τη χρησιμότητά του.

iv)

Εάν κατά τις δοκιμές αποδεικνύεται ότι το ΔΠΥ δεν διαθέτει τουλάχιστον τα χαρακτηριστικά του βασικού υλικού από το οποίο παρήχθη, δεν πιστοποιείται ως «δοκιμασμένο».

2.   ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΕΝΕΤΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΩΝ ΣΥΣΤΑΤΙΚΩΝ ΤΟΥ ΒΑΣΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ

α)

Τα συστατικά των ακόλουθων ειδών βασικού υλικού μπορούν να αξιολογούνται από γενετική άποψη: αγροί σποροπαραγωγής, γονικά φυτά οικογένειας, κλώνοι και μείγματα κλώνων.

β)

Τεκμηρίωση

Απαιτείται πρόσθετη τεκμηρίωση για την έγκριση του βασικού υλικού με την παροχή πληροφοριών σχετικά με:

i)

την ταυτότητα, την καταγωγή και τη γενεαλογία των αξιολογούμενων συστατικών· και

ii)

τον σχεδιασμό διασταυρώσεων βάσει του οποίου παράχθηκε το ΔΠΥ που χρησιμοποιείται στη δοκιμή αξιολόγησης.

γ)

Διαδικασίες της δοκιμής

i)

Η γενετική αξία κάθε συστατικού εκτιμάται με τη χρήση πληροφοριών από δύο ή περισσότερους τόπους δοκιμών, από τους οποίους τουλάχιστον ένας είναι σε περιβάλλον αντίστοιχο με την προβλεπόμενη περιοχή εγκατάστασης του ΔΠΥ.

ii)

Η διάρκεια της δοκιμής είναι επαρκής για την έκφραση των ελεγχόμενων χαρακτηριστικών.

iii)

Η εκτιμώμενη ανωτερότητα του ΔΠΥ που πρόκειται να διατεθεί για εμπορία υπολογίζεται με βάση τις γενετικές αξίες και τον ειδικό σχεδιασμό διασταυρώσεων.

iv)

Οι δοκιμές αξιολόγησης και οι γενετικοί υπολογισμοί εγκρίνονται από την αρμόδια αρχή.

δ)

Ερμηνεία

i)

Η εκτιμώμενη ανωτερότητα του ΔΠΥ υπολογίζεται σε σχέση με έναν πληθυσμό αναφοράς για ένα χαρακτηριστικό ή σειρά χαρακτηριστικών. Ο πληθυσμός αναφοράς ορίζεται στο πρόγραμμα γενετικής βελτίωσης και περιγράφεται στις εκθέσεις δοκιμών.

ii)

Στις εκθέσεις δοκιμών δηλώνεται αν η εκτιμώμενη γενετική αξία του ΔΠΥ είναι κατώτερη από εκείνη του πληθυσμού αναφοράς για οποιοδήποτε σημαντικό χαρακτηριστικό.

3.   ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΕΣ ΔΟΚΙΜΕΣ ΔΠΥ

α)   Δειγματοληψία ΔΠΥ

i)

Το δείγμα του ΔΠΥ για συγκριτική δοκιμή είναι πράγματι αντιπροσωπευτικό του ΔΠΥ που προέρχεται από το προς έγκριση βασικό υλικό.

ii)

Το ΔΠΥ για συγκριτική δοκιμή που έχει παραχθεί με εγγενή πολλαπλασιασμό:

—

έχει συλλεγεί σε χρονιά καλής άνθησης και καλής παραγωγής καρπών/σπόρων, και

—

έχει συλλεγεί με μεθόδους που εξασφαλίζουν την αντιπροσωπευτικότητα των δειγμάτων.

Μπορεί να χρησιμοποιείται τεχνητή επικονίαση για την παραγωγή τέτοιου ΔΠΥ.

β)   Πρότυπο υλικό

i)

Η αποδοτικότητα του πρότυπου υλικού που χρησιμοποιείται για σύγκριση στις δοκιμές, ει δυνατόν, είναι γνωστή για επαρκώς μεγάλο χρονικό διάστημα στην περιφέρεια στην οποία πρόκειται να διεξαχθεί η δοκιμή. Το πρότυπο υλικό αντιπροσωπεύει, κατά κανόνα, βασικό υλικό που έχει αποδειχθεί χρήσιμο για τον σχετικό σκοπό κατά τον χρόνο έναρξης της δοκιμής και σε οικολογικές συνθήκες στις οποίες προτείνεται να πιστοποιηθεί το ΔΠΥ. Το πρότυπο υλικό που χρησιμοποιείται για σύγκριση στις δοκιμές είναι, στο μέτρο του δυνατού:

—

δασοσυστάδες που επιλέγονται σύμφωνα με τα κριτήρια του παραρτήματος III ή

—

βασικό υλικό επίσημα εγκεκριμένο για την παραγωγή ΔΠΥ της κατηγορίας «δοκιμασμένο».

ii)

Για τις συγκριτικές δοκιμές τεχνητών υβριδίων, συμπεριλαμβάνονται στο πρότυπο υλικό, ει δυνατόν, και τα δύο γονικά είδη δένδρων.

iii)

Εφόσον είναι δυνατό, χρησιμοποιούνται πλείονα πρότυπα υλικά. Όταν είναι αιτιολογημένο, τα πρότυπα υλικά μπορούν να αντικαθίστανται από το καταλληλότερο από τα ελεγχόμενα ΔΠΥ ή από τον μέσο όρο των συστατικών της δοκιμής.

iv)

Τα ίδια πρότυπα υλικά χρησιμοποιούνται σε όλες τις δοκιμές σε όσο το δυνατόν ευρύτερο φάσμα τοπικών συνθηκών.

γ)   Ερμηνεία

i)

Αποδεικνύεται στατιστικώς σημαντική ανωτερότητα σε σύγκριση με το πρότυπο υλικό για τουλάχιστον ένα σημαντικό χαρακτηριστικό.

ii)

Δηλώνεται αν υπάρχουν χαρακτηριστικά οικονομικής ή περιβαλλοντικής σημασίας που εμφανίζουν σημαντικά κατώτερα αποτελέσματα σε σχέση με το πρότυπο υλικό και οι επιπτώσεις τους αντισταθμίζονται από ευνοϊκά χαρακτηριστικά.

4.   ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΕΓΚΡΙΣΗ

Η προκαταρκτική αξιολόγηση των αρχικών δοκιμών μπορεί να αποτελεί τη βάση για προσωρινή έγκριση. Οι ισχυρισμοί περί ανωτερότητας που βασίζονται σε αρχική αξιολόγηση επανεξετάζονται μετά από 10 έτη το αργότερο.

5.   ΑΡΧΙΚΕΣ ΔΟΚΙΜΕΣ

Δοκιμές σε φυτώριο, θερμοκήπιο και εργαστήριο μπορούν να γίνονται αποδεκτές από την αρμόδια αρχή για προσωρινή έγκριση ή τελική έγκριση, εφόσον μπορεί να αποδειχθεί ότι υπάρχει στενή σχέση μεταξύ του χαρακτηριστικού-στόχου και των χαρακτηριστικών υπό κανονική αξιολόγηση σε δοκιμές στο επίπεδο του δάσους. Τα άλλα χαρακτηριστικά που πρέπει να ελέγχονται συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του σημείου 3.


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VI

Κατηγορίες εμπορεύσιμου ΔΠΥ που προέρχεται από τους διαφορετικούς τύπους βασικού υλικού

Τύπος βασικού υλικού

Κατηγορία ΔΠΥ

Γνωστής πηγής

Επιλεγμένο

Χαρακτηρισμένο

Δοκιμασμένο

Πηγή σπόρου

x

 

 

 

Δασοσυστάδα

x

x

 

x

Αγρός σποροπαραγωγής

 

 

x

x

Γονικά φυτά οικογένειας

 

 

x

x

Κλώνος

 

 

x

x

Μείγμα κλώνων

 

 

x

x


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VII

Τροποποίηση του παραρτήματος VII του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031

Στο παράρτημα VII του κανονισμού (ΕΕ) 2016/2031 προστίθενται τα ακόλουθα μέρη:

«ΜΕΡΟΣ Ε

Φυτοϋγειονομικά διαβατήρια διακίνησης εντός της επικράτειας της Ένωσης, συνδυασμένα με την επίσημη ετικέτα, όπως αναφέρονται στο άρθρο 83 παράγραφος 5α δεύτερο εδάφιο στοιχείο α)

1)

Το φυτοϋγειονομικό διαβατήριο διακίνησης εντός της επικράτειας της Ένωσης, το οποίο παρουσιάζεται σε κοινή ετικέτα σε συνδυασμό με την επίσημη ετικέτα για το ΔΠΥ που αναφέρεται στο άρθρο 83 παράγραφος 5α, περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

τη φράση “Φυτοϋγειονομικό Διαβατήριο” στην άνω δεξιά γωνία της κοινής ετικέτας, σε μία από τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης και στην αγγλική, εάν είναι διαφορετικές, χωρισμένες με κάθετο·

β)

τη σημαία της Ένωσης στην άνω αριστερή γωνία της κοινής ετικέτας, είτε σε έγχρωμη είτε σε ασπρόμαυρη εκτύπωση.

Στην κοινή ετικέτα, το φυτοϋγειονομικό διαβατήριο τοποθετείται ακριβώς πάνω από την επίσημη ετικέτα και έχει το ίδιο πλάτος με αυτή.

2)

Το μέρος Α σημείο 2) εφαρμόζεται αναλόγως.

ΜΕΡΟΣ ΣΤ

Φυτοϋγειονομικά διαβατήρια εισόδου σε προστατευόμενες ζώνες και διακίνησης εντός αυτών, συνδυασμένα με την επίσημη ετικέτα, όπως αναφέρονται στο άρθρο 83 παράγραφος 5α δεύτερο εδάφιο στοιχείο β)

1)

Το φυτοϋγειονομικό διαβατήριο για την είσοδο σε προστατευόμενες ζώνες και τη διακίνηση εντός αυτών, το οποίο παρουσιάζεται σε κοινή ετικέτα σε συνδυασμό με την επίσημη ετικέτα για το ΔΠΥ που αναφέρεται στο άρθρο 83 παράγραφος 5α, περιέχει τα ακόλουθα στοιχεία:

α)

τη φράση “Φυτοϋγειονομικό Διαβατήριο — PZ” στην άνω δεξιά γωνία της κοινής ετικέτας, σε μία από τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης και στην αγγλική, εάν είναι διαφορετικές, χωρισμένες με κάθετο·

β)

ακριβώς κάτω από τη φράση “Φυτοϋγειονομικό Διαβατήριο — PZ”, την επιστημονική ονομασία ή τον κωδικό του ή των εκάστοτε επιβλαβών οργανισμών καραντίνας στην προστατευόμενη ζώνη·

γ)

τη σημαία της Ένωσης στην άνω αριστερή γωνία της κοινής ετικέτας, είτε σε έγχρωμη είτε σε ασπρόμαυρη εκτύπωση.

Στην κοινή ετικέτα, το φυτοϋγειονομικό διαβατήριο τοποθετείται ακριβώς πάνω από την επίσημη ετικέτα για το ΔΠΥ και έχει το ίδιο πλάτος με αυτή.

2)

Το μέρος Β σημείο 2) εφαρμόζεται αναλόγως.».


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ VIII

Πίνακας αντιστοιχίας

Οδηγία 1999/105/ΕΚ

Παρών κανονισμός

Άρθρο 1

Άρθρο 1

Άρθρο 2 στοιχείο α)

Άρθρο 3 σημείο 1)

Άρθρο 2 στοιχείο β) σημείο i)

Άρθρο 3 σημείο 2)

Άρθρο 2 στοιχείο β) σημείο ii)

Άρθρο 3 σημείο 4)

Άρθρο 2 στοιχείο β) σημείο iii)

Άρθρο 3 σημείο 3)

Άρθρο 2 στοιχείο γ)

Άρθρο 3 σημείο 7)

Άρθρο 2 στοιχείο γ) σημείο i)

Άρθρο 3 σημείο 8)

Άρθρο 2 στοιχείο γ) σημείο ii)

Άρθρο 3 σημείο 9)

Άρθρο 2 στοιχείο γ) σημείο iii)

Άρθρο 3 σημείο 10)

Άρθρο 2 στοιχείο γ) σημείο iv)

Άρθρο 3 σημείο 11)

Άρθρο 2 στοιχείο γ) σημείο v)

Άρθρο 3 σημείο 12)

Άρθρο 2 στοιχείο γ) σημείο vi)

Άρθρο 3 σημείο 13)

Άρθρο 2 στοιχείο δ) σημείο i)

Άρθρο 3 σημείο 23)

Άρθρο 2 στοιχείο δ) σημείο ii)

Άρθρο 3 σημείο 24)

Άρθρο 2 στοιχείο ε)

Άρθρο 3 σημείο 25)

Άρθρο 2 στοιχείο στ)

Άρθρο 3 σημείο 21)

Άρθρο 2 στοιχείο ζ)

Άρθρο 3 σημείο 22)

Άρθρο 2 στοιχείο η)

Άρθρο 3 σημείο 29)

Άρθρο 2 στοιχείο θ)

Άρθρο 3 σημείο 30)

Άρθρο 2 στοιχείο ι)

Άρθρο 3 σημείο 28)

Άρθρο 2 στοιχείο ια)

Άρθρο 3 σημεία 31) και 32)

Άρθρο 2 στοιχείο ιβ) σημείο i)

Άρθρο 3 σημείο 34)

Άρθρο 2 στοιχείο ιβ) σημείο ii)

Άρθρο 3 σημείο 35)

Άρθρο 2 στοιχείο ιβ) σημείο iii)

Άρθρο 3 σημείο 36)

Άρθρο 2 στοιχείο ιβ) σημείο iv)

Άρθρο 3 σημείο 37)

Άρθρο 3 παράγραφος 1

Άρθρο 2 παράγραφος 3

Άρθρο 3 παράγραφος 2

Άρθρο 2 παράγραφος 5

Άρθρο 3 παράγραφος 3

—

Άρθρο 3 παράγραφος 4

Άρθρο 2 παράγραφος 4 στοιχείο γ)

Άρθρο 4 παράγραφος 1

Άρθρο 4 παράγραφος 1

Άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο α)

Άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτο έως τέταρτο εδάφιο

Άρθρο 4 παράγραφος 2 στοιχείο β)

Άρθρο 4 παράγραφος 2 έβδομο εδάφιο και άρθρο 4 παράγραφος 4

Άρθρο 4 παράγραφος 3 στοιχείο α)

Άρθρο 4 παράγραφος 6

Άρθρο 4 παράγραφος 3 στοιχείο β)

Άρθρο 4 παράγραφος 5

Άρθρο 4 παράγραφος 4

Άρθρο 6, παράρτημα III μέρος Β

Άρθρο 4 παράγραφος 5

Άρθρο 23

Άρθρο 5

Άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο γ)

Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο α)

Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχεία β) και γ)

Άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο β)

Άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο δ)

Άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο γ)

Άρθρο 6 παράγραφος 2

Άρθρο 5 παράγραφος 6

Άρθρο 6 παράγραφος 3

Άρθρο 8

Άρθρο 6 παράγραφος 4

Άρθρο 10 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 6 παράγραφος 5 στοιχείο α)

Άρθρο 2 παράγραφος 4 στοιχείο δ), άρθρο 6 παράγραφοι 1 έως 4

Άρθρο 6 παράγραφος 5 στοιχείο β)

—

Άρθρο 6 παράγραφος 6

Άρθρο 6 παράγραφος 5

Άρθρο 6 παράγραφος 7

Άρθρο 7

Άρθρο 6 παράγραφος 8

—

Άρθρο 7

Άρθρο 25 παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 8

Άρθρο 25 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 9 παράγραφος 1

Άρθρο 14 παράγραφος 1

Άρθρο 9 παράγραφος 2

Άρθρο 14 παράγραφος 2

Άρθρο 10 παράγραφος 1

Άρθρο 15 παράγραφος 1

Άρθρο 10 παράγραφος 2

Άρθρο 15 παράγραφοι 2 και 3

Άρθρο 10 παράγραφος 3

—

Άρθρο 11

Άρθρο 16

Άρθρο 12 παράγραφος 1

Άρθρο 18 παράγραφος 2

Άρθρο 12 παράγραφος 2

Άρθρο 18 παράγραφος 4

Άρθρο 12 παράγραφος 3

Άρθρο 18 παράγραφος 5

Άρθρο 13 παράγραφος 1

Άρθρο 19 παράγραφος 1

Άρθρο 13 παράγραφος 2

Άρθρο 19 παράγραφος 2

Άρθρο 13 παράγραφος 3 στοιχείο α)

Άρθρο 19 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο α)

Άρθρο 13 παράγραφος 3 στοιχείο β)

Άρθρο 19 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο γ)

Άρθρο 13 παράγραφος 3 στοιχείο γ)

Άρθρο 19 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο στοιχείο δ)

Άρθρο 13 παράγραφος 3 στοιχείο δ)

Άρθρο 19 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 13 παράγραφος 3 στοιχεία ε) και στ)

Άρθρο 19 παράγραφος 3 πρώτο εδάφιο στοιχεία ε) και στ)

Άρθρο 14 παράγραφος 1 εισαγωγική περίοδος

Άρθρο 5 παράγραφος 1 στοιχείο α)· άρθρο 20 παράγραφος 1

Άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο α)

Άρθρο 20 παράγραφος 1

Άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο β)

Άρθρο 20 παράγραφος 7 στοιχείο γ)

Άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο γ)

Άρθρο 20 παράγραφος 7 στοιχείο δ)

Άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο δ)

Άρθρο 20 παράγραφος 5 στοιχείο β)

Άρθρο 14 παράγραφος 1 στοιχείο ε)

Άρθρο 20 παράγραφος 7 στοιχείο ι)

Άρθρο 14 παράγραφος 2

Άρθρο 5 παράγραφος 3· άρθρο 20 παράγραφος 7 στοιχείο ια)

Άρθρο 14 παράγραφος 3

Άρθρο 5 παράγραφος 5

Άρθρο 14 παράγραφος 4

Άρθρο 5 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο και άρθρο 5 παράγραφος 4

Άρθρο 14 παράγραφος 5

—

Άρθρο 14 παράγραφος 6

Άρθρο 20 παράγραφος 9 δεύτερο εδάφιο στοιχείο β) και άρθρο 20 παράγραφος 9 τρίτο και πέμπτο εδάφιο

Άρθρο 14 παράγραφος 7

Άρθρο 19 παράγραφος 1 στοιχείο ιβ) σημείο i)

Άρθρο 15

Άρθρο 21

Άρθρο 16 παράγραφος 1

Άρθρο 28 παράγραφος 4

Άρθρο 16 παράγραφος 2

Άρθρο 36 σημείο 1)

Άρθρο 16 παράγραφος 3

Άρθρο 10 παράγραφοι 3, 4 και 6

Άρθρο 16 παράγραφος 4

—

Άρθρο 16 παράγραφος 5

Άρθρο 28 παράγραφος 4

Άρθρο 16 παράγραφος 6

Άρθρο 30

Άρθρο 17 παράγραφος 1

—

Άρθρο 17 παράγραφος 2

Άρθρο 25 παράγραφος 1 στοιχείο γ)

Άρθρο 17 παράγραφος 3

Άρθρο 25 παράγραφος 2

Άρθρο 17 παράγραφος 4

—

Άρθρο 18 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο

Άρθρο 7 παράγραφος 1

Άρθρο 18 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο

Άρθρο 7 παράγραφος 2

Άρθρο 18 παράγραφος 2

Άρθρο 7 παράγραφος 1

Άρθρο 19

Άρθρο 26

Άρθρο 20

—

Άρθρο 21

Άρθρο 24

Άρθρο 22

Άρθρο 5 παράγραφος 2 στοιχείο ε)

Άρθρο 23

Άρθρο 2 παράγραφος 3· άρθρο 4 παράγραφος 3· Άρθρο 5 παράγραφος 7

Άρθρο 24

Άρθρο 5 παράγραφος 4· άρθρο 6 παράγραφος 5· άρθρο 7 παράγραφος 1· άρθρο 18 παράγραφος 3· άρθρο 18 παράγραφος 8 δεύτερο εδάφιο· άρθρο 18 παράγραφος 11· άρθρο 20 παράγραφος 9· άρθρο 20 παράγραφος 10 δεύτερο εδάφιο· άρθρο 22 παράγραφος 2· άρθρο 23 παράγραφος 2· άρθρο 24· άρθρο 25 παράγραφος 1· άρθρο 26 παράγραφοι 2, 3 και 4· άρθρο 28 παράγραφος 9· Άρθρο 33 παράγραφος 2

Άρθρο 25

Άρθρο 2 παράγραφος 3· άρθρο 4 παράγραφος 3· άρθρο 5 παράγραφος 7· άρθρο 8· άρθρο 9 παράγραφος 5· άρθρο 11 παράγραφος 2· άρθρο 18 παράγραφος 9· Άρθρο 20 παράγραφος 11

Άρθρο 26

Άρθρα 31 και 32

Άρθρο 27

Άρθρο 38

Άρθρο 28

—

Άρθρο 29

Άρθρο 37

Άρθρο 30

Άρθρο 39

Άρθρο 31

—

Παράρτημα I

Παράρτημα I

Παράρτημα II

Παράρτημα II

Παράρτημα III

Παράρτημα III

Παράρτημα IV

Παράρτημα IV

Παράρτημα V

Παράρτημα V

Παράρτημα VI

Παράρτημα VI

Παράρτημα VII

Άρθρο 8

Παράρτημα VIII

Άρθρο 18 παράγραφος 3

Παράρτημα IX

Παράρτημα VIII


ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2026/1392/oj

ISSN 1977-0669 (electronic edition)