Eureka C-769/22 Σύνδεση

 ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ολομέλεια)

της 21ης Απριλίου 2026 ( *1 )

Περιεχόμενα

 

I. Το νομικό πλαίσιο

 

Α. Το διεθνές δίκαιο

 

Β. Το δίκαιο της Ένωσης

 

1. Το πρωτογενές δίκαιο

 

α) Η Συνθήκη ΕΕ

 

β) Η Συνθήκη ΛΕΕ

 

γ) Ο Χάρτης

 

2. Το παράγωγο δίκαιο

 

α) Η οδηγία 2000/31

 

β) Η οδηγία 2006/123

 

γ) Η οδηγία 2010/13

 

δ) Η οδηγία 2015/1535

 

ε) Η οδηγία 2018/1808

 

στ) Ο ΓΚΠΔ

 

Γ. Το ουγγρικό δίκαιο

 

1. Ο ουγγρικός Θεμελιώδης Νόμος

 

2. Ο ουγγρικός Αστικός Κώδικας

 

3. Ο νόμος περί προστασίας του παιδιού

 

4. Ο νόμος περί εμπορικής διαφήμισης

 

5. Ο νόμος για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης

 

6. Ο νόμος περί ποινικού μητρώου

 

7. Ο νόμος περί δημόσιας εκπαίδευσης

 

II. Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

 

III. Επί της προσφυγής

 

Α. Επί της πρώτης, της δεύτερης, της τρίτης και της πέμπτης αιτιάσεως, με τις οποίες προβάλλεται πολλαπλή παράβαση της οδηγίας 2000/31, της οδηγίας 2006/123, της οδηγίας 2010/13, του άρθρου 56 ΣΛΕΕ καθώς και των άρθρων 1, 7, 11 και 21 του Χάρτη

 

1. Επί της πρώτης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται πολλαπλή παράβαση της οδηγίας 2010/13

 

α) Επί της παραβάσεως του άρθρου 6α, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13

 

1) Επιχειρηματολογία των διαδίκων

 

2) Εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

β) Επί της παραβάσεως του άρθρου 2 και του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13

 

1) Επιχειρηματολογία των διαδίκων

 

2) Εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

γ) Επί της παραβάσεως του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο ii, της οδηγίας 2010/13

 

1) Επιχειρηματολογία των διαδίκων

 

2) Εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

δ) Συμπέρασμα

 

2. Επί της δεύτερης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται πολλαπλή παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/31

 

α) Επί της υπάρξεως περιορισμού κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/31

 

1) Επί του άρθρου 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού

 

i) Επιχειρηματολογία των διαδίκων

 

ii) Εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

2) Επί του άρθρου 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης

 

i) Επιχειρηματολογία των διαδίκων

 

ii) Εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

β) Επί της δικαιολόγησης των περιορισμών βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 4, της οδηγίας 2000/31

 

1) Επιχειρηματολογία των διαδίκων

 

2) Εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

γ) Συμπέρασμα

 

3. Επί της τρίτης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται πολλαπλή παράβαση των άρθρων 16 και 19 της οδηγίας 2006/123 καθώς και του άρθρου 56 ΣΛΕΕ

 

α) Επί της υπάρξεως περιορισμού κατά την έννοια των άρθρων 16 και 19 της οδηγίας 2006/123 καθώς και του άρθρου 56 ΣΛΕΕ

 

1) Επί του άρθρου 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού

 

i) Επιχειρηματολογία των διαδίκων

 

ii) Εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

2) Επί του άρθρου 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης

 

i) Επιχειρηματολογία των διαδίκων

 

ii) Εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

3) Επί του άρθρου 9, παράγραφος 12, του νόμου περί δημόσιας εκπαίδευσης

 

i) Επιχειρηματολογία των διαδίκων

 

ii) Εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

β) Επί της δικαιολόγησης των περιορισμών κατά την έννοια των άρθρων 16 και 19 της οδηγίας 2006/123 καθώς και του άρθρου 56 ΣΛΕΕ

 

1) Επιχειρηματολογία των διαδίκων

 

2) Εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

γ) Συμπέρασμα

 

4. Επί της πέμπτης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται πολλαπλή παράβαση των άρθρων 1, 7, 11 και 21 του Χάρτη

 

α) Επί της δυνατότητας εφαρμογής του Χάρτη στο άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού και στο άρθρο 9, παράγραφος 12, του νόμου περί δημόσιας εκπαίδευσης

 

β) Επί της υπάρξεως παραβάσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 21 του Χάρτη

 

γ) Επί της υπάρξεως περιορισμών στα δικαιώματα και τις ελευθερίες που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 11 του Χάρτη

 

1) Επί της υπάρξεως περιορισμού του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη

 

i) Επιχειρηματολογία των διαδίκων

 

ii) Εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

2) Επί της υπάρξεως περιορισμού της ελευθερίας έκφρασης, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 του Χάρτη

 

i) Επιχειρηματολογία των διαδίκων

 

ii) Εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

δ) Επί της δικαιολόγησης των περιορισμών στα δικαιώματα και τις ελευθερίες που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 11 του Χάρτη

 

ε) Επί της υπάρξεως παραβάσεως του άρθρου 1 του Χάρτη

 

1) Επιχειρηματολογία των διαδίκων

 

2) Εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

στ) Συμπέρασμα

 

Β. Επί της δεύτερης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται παράβαση του άρθρου 2 ΣΕΕ

 

1. Επιχειρηματολογία των διαδίκων

 

2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

α) Επί του δεσμευτικού χαρακτήρα του άρθρου 2 ΣΕΕ

 

β) Επί της παραβάσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 2 ΣΕΕ

 

Γ. Επί της πέμπτης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται πολλαπλή παράβαση του άρθρου 10 του ΓΚΠΔ και του άρθρου 8, παράγραφος 2, του Χάρτη

 

1. Επιχειρηματολογία των διαδίκων

 

2. Εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

Επί των δικαστικών εξόδων

«Παράβαση κράτους μέλους – Άρθρο 258 ΣΛΕΕ – Εθνική νομοθεσία εισάγουσα περιορισμούς σε σχέση με την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, με την αλλαγή φύλου ή με την ομοφυλοφιλία, με σκοπό την προστασία των ανηλίκων – Οδηγίες 2000/31/ΕΚ, 2006/123/ΕΚ και 2010/13/ΕΕ – Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 – Περιορισμοί στη σεξουαλική αγωγή – Αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων – Αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης οι οποίες κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ – Επίκληση παραβίασης των αξιών αυτών στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως – Άρθρα 1, 7, 11 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα»

Στην υπόθεση C‑769/22,

με αντικείμενο προσφυγή δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ λόγω παραβάσεως, η οποία ασκήθηκε στις 19 Δεκεμβρίου 2022,

Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εκπροσωπούμενη αρχικώς από τον V. Di Bucci, τον L. Malferrari, τον J. Tomkin και την K. Talabér-Ritz, και στη συνέχεια από τον D. Calleja Crespo, τον L. Malferrari, τον J. Tomkin και την K. Talabér-Ritz,

προσφεύγουσα,

υποστηριζόμενη από:

το Βασίλειο του Βελγίου, εκπροσωπούμενο από τις C. Jacob, M. Jacobs, C. Pochet, A. Van Baelen και L. Van den Broeck,

το Βασίλειο της Δανίας, εκπροσωπούμενο από τις D. Elkan, J. Farver Kronborg και C. A.‑S. Maertens,

την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τους J. Möller, R. Kanitz και N. Scheffel,

τη Δημοκρατία της Εσθονίας, εκπροσωπούμενη από τις H. Hirsik και M. Kriisa,

την Ιρλανδία, εκπροσωπούμενη αρχικώς από τη M. Browne, Chief State Solicitor, τον A. Joyce, την M. Lane και τον D. O’Reilly, και στη συνέχεια από την M. Browne, Chief State Solicitor, τον R. Fanning, Attorney General, την A. Burke και τον A. Joyce, επικουρούμενους από την B. Quigley, SC, και τον S. Brittain, BL,

την Ελληνική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον Κ. Μπόσκοβιτς,

το Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από την A. Gavela Llopis, την A. Pérez-Zurita Gutiérrez και τον M. J. Ruiz Sánchez,

τη Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη αρχικώς από τους B. Fodda, E. Leclerc και T. Stéhelin, και στη συνέχεια από τους B. Fodda και T. Stéhelin,

το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, εκπροσωπούμενο από τους A. Germeaux και T. Schell, επικουρούμενους από τον P.‑E. Partsch, avocat,

τη Δημοκρατία της Μάλτας, εκπροσωπούμενη από την A. Buhagiar, επικουρούμενη από τον D. Sarmiento Ramírez-Escudero, abogado,

το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από την M. K. Bulterman, τη C. S. Schillemans και τον J. Langer,

τη Δημοκρατία της Αυστρίας, εκπροσωπούμενη από τον A. Posch και την J. Schmoll,

την Πορτογαλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τις P. Barros da Costa, L. Medeiros και A. Pimenta,

τη Δημοκρατία της Σλοβενίας, εκπροσωπούμενη από την A. Vran,

τη Δημοκρατία της Φινλανδίας, εκπροσωπούμενη από την H. Leppo,

το Βασίλειο της Σουηδίας, εκπροσωπούμενο αρχικώς από την H. Eklinder, την F.‑L. Göransson, την C. Meyer-Seitz, την A. M. Runeskjöld, την M. Salborn Hodgson, την R. Shahsavan Eriksson, την H. Shev και τον O. Simonsson, και στη συνέχεια από την H. Eklinder, την F.-L. Göransson, την C. Meyer-Seitz, την M. Salborn Hodgson, την R. Shahsavan Eriksson και τον O. Simonsson,

το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τον G. Corstens, την E. Paladini και τον A. Tamás,

παρεμβαίνοντες,

κατά

της Ουγγαρίας, εκπροσωπούμενης από τον M. Z. Fehér και την K. Szíjjártó,

καθής,

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (ολομέλεια),

συγκείμενο από τους K. Lenaerts, Πρόεδρο, T. von Danwitz, Αντιπρόεδρο, F. Biltgen, K. Jürimäe, Κ. Λυκούργο, I. Jarukaitis, M. L. Arastey Sahún (εισηγήτρια), I. Ziemele, J. Passer, O. Spineanu-Matei, M. Condinanzi και F. Schalin, προέδρους τμήματος, S. Rodin, E. Regan, N. Piçarra, A. Kumin, N. Jääskinen, Δ. Γρατσία, M. Gavalec, B. Smulders, S. Gervasoni, N. Fenger και R. Frendo, δικαστές,

γενική εισαγγελέας: T. Ćapeta

γραμματέας: I. Illéssy, διοικητικός υπάλληλος,

έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 19ης Νοεμβρίου 2024,

αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα, που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 5ης Ιουνίου 2025,

εκδίδει την ακόλουθη

Απόφαση

1

Με την υπό κρίση προσφυγή, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:

α)

να διαπιστώσει ότι η Ουγγαρία, θεσπίζοντας τον a pedofil bűnelkövetőkkel szembeni szigorúbb fellépésről, valamint a gyermekek védelme érdekében egyes törvények módosításáról szóló 2021. évi LXXIX. törvény (νόμο LXXIX του 2021, περί λήψεως αυστηρότερων μέτρων κατά των παιδόφιλων εγκληματιών και περί τροποποιήσεως ορισμένων νόμων για την προστασία των παιδιών), της 15ης Ιουνίου 2021 (Magyar Közlöny 2021/118., στο εξής: τροποποιητικός νόμος), παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το δίκαιο της Ένωσης, ως ακολούθως:

(1)

– εισάγοντας το άρθρο 6/Α στον a gyermekek védelméről és a gyámügyi igazgatásról szóló 1997. évi XXXI. törvény (νόμο XXXI του 1997, περί προστασίας του παιδιού και περί ανάθεσης της επιτροπείας), της 8ης Μαΐου 1997 (Magyar Közlöny 1997/39.), το οποίο απαγορεύει να τίθεται στη διάθεση των ανηλίκων περιεχόμενο το οποίο προωθεί ή απεικονίζει την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία, η Ουγγαρία παρέβη το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά («οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο») (ΕΕ 2000, L 178, σ. 1), τα άρθρα 16 και 19 της οδηγίας 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά (ΕΕ 2006, L 376, σ. 36), το άρθρο 56 ΣΛΕΕ και τα άρθρα 1, 7, 11 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης)·

–

εισάγοντας το άρθρο 8, παράγραφος 1a, στον gazdasági reklámtevékenység alapvető feltételeiről és egyes korlátairól szóló 2008. évi XLVIII. törvény (νόμο XLVIII του 2008 σχετικά με τους βασικούς όρους άσκησης δραστηριοτήτων εμπορικής διαφήμισης και με την επιβολή ορισμένων συναφών περιορισμών), της 28ης Ιουνίου 2008 (Magyar Közlöny 2008/95.), το οποίο απαγορεύει να τίθενται στη διάθεση των ανηλίκων διαφημίσεις οι οποίες προωθούν ή απεικονίζουν την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία, η Ουγγαρία παρέβη το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο ii, της οδηγίας 2010/13/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαρτίου 2010, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την παροχή υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων (οδηγία για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων) (ΕΕ 2010, L 95, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2018/1808 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 2018 (ΕΕ 2018, L 303, σ. 69) (στο εξής: οδηγία 2010/13), το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/31, τα άρθρα 16 και 19 της οδηγίας 2006/123, το άρθρο 56 ΣΛΕΕ και τα άρθρα 1, 7, 11 και 21 του Χάρτη·

–

εισάγοντας το άρθρο 9, παράγραφος 6, στον a médiaszolgáltatásokról és a tömegkommunikációról szóló 2010. évi CLXXXV. törvény (νόμο CLXXXV του 2010 για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας), της 31ης Δεκεμβρίου 2010 (Magyar Közlöny 2010/202.), το οποίο επιβάλλει στους παρόχους γραμμικών υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας την υποχρέωση να κατατάσσουν στην κατηγορία V όλα τα προγράμματα που έχουν ως καθοριστικό στοιχείο την προώθηση ή την απεικόνιση της απόκλισης από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, της αλλαγής φύλου ή της ομοφυλοφιλίας, συνεπώς δε να τα μεταδίδουν αποκλειστικά και μόνο μεταξύ 22:00 και 5:00, καθώς και θεσπίζοντας το άρθρο 32, παράγραφος 4a, του εν λόγω νόμου, το οποίο αποκλείει από την κατάταξη ως ανακοινώσεις δημόσιου ενδιαφέροντος ή ως μηνύματα ευαισθητοποίησης τα προγράμματα που έχουν ως καθοριστικό στοιχείο την προώθηση ή την απεικόνιση της απόκλισης από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, της αλλαγής φύλου ή της ομοφυλοφιλίας, η Ουγγαρία παρέβη το άρθρο 6α, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13 και τα άρθρα 1, 7, 11 και 21 του Χάρτη·

–

τροποποιώντας το άρθρο 179, παράγραφος 2, του νόμου CLXXXV του 2010 για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, το οποίο επιβάλλει στο Médiatanács (Συμβούλιο Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας, Ουγγαρία) την υποχρέωση να ζητεί από το κράτος μέλος στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται ο πάροχος υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας να λάβει αποτελεσματικά μέτρα και να παρέμβει προκειμένου να παύσουν οι παραβάσεις τις οποίες εντόπισε το Συμβούλιο Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας, η Ουγγαρία παρέβη το άρθρο 2 και το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13·

–

τροποποιώντας το άρθρο 9, παράγραφος 12, του a nemzeti köznevelésről szóló 2011. évi CXC. törvény (νόμου CXC του 2011 περί εθνικής δημόσιας εκπαίδευσης), της 29ης Δεκεμβρίου 2011 (Magyar Közlöny 2011/162.), το οποίο απαγορεύει οι δραστηριότητες που αφορούν τη σεξουαλική κουλτούρα, τη σεξουαλική ζωή, τον γενετήσιο προσανατολισμό και τη σεξουαλική ανάπτυξη να αποσκοπούν στην προώθηση της απόκλισης από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, της αλλαγής φύλου ή της ομοφυλοφιλίας, η Ουγγαρία παρέβη τα άρθρα 16 και 19 της οδηγίας 2006/123, το άρθρο 56 ΣΛΕΕ και τα άρθρα 1, 7, 11 και 21 του Χάρτη·

(2)

θεσπίζοντας τις διατάξεις που μνημονεύονται στο σημείο 1, η Ουγγαρία παρέβη το άρθρο 2 ΣΕΕ·

(3)

τροποποιώντας το άρθρο 67, παράγραφος 1, στοιχεία a έως d, του a bűnügyi nyilvántartási rendszerről, az Európai Unió tagállamainak bíróságai által magyar állampolgárokkal szemben hozott ítéletek nyilvántartásáról, valamint a bűnügyi és rendészeti biometrikus adatok nyilvántartásáról szóló 2009. évi XLVII. törvény (νόμου XLVII του 2009 περί του συστήματος ποινικού μητρώου, του μητρώου αποφάσεων των δικαστηρίων των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχουν εκδοθεί εις βάρος Ούγγρων υπηκόων, και περί καταγραφής βιομετρικών δεδομένων ποινικού και αστυνομικού ενδιαφέροντος), της 19ης Ιουνίου 2009 (Magyar Közlöny 2009/83.), το οποίο επιβάλλει στον φορέα ο οποίος έχει άμεση πρόσβαση στα καταχωρισμένα δεδομένα την υποχρέωση να επιτρέπει στο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να λάβει γνώση των καταχωρισμένων δεδομένων των προσώπων τα οποία έχουν διαπράξει εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας ή εγκλήματα κατά των σεξουαλικών ηθών σε βάρος παιδιών, η Ουγγαρία παρέβη το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ 2016, L 119, σ. 1, και διορθωτικό ΕΕ 2021, L 74, σ. 35) (στο εξής: ΓΚΠΔ), και το άρθρο 8, παράγραφος 2, του Χάρτη· και

β)

να καταδικάσει την Ουγγαρία στα δικαστικά έξοδα.

I. Το νομικό πλαίσιο

Α. Το διεθνές δίκαιο

2

Το άρθρο 4 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τη Διασυνοριακή Τηλεόραση, η οποία υπογράφηκε στο Στρασβούργο στις 5 Μαΐου 1989, ορίζει τα εξής:

«Τα συμβαλλόμενα μέρη διασφαλίζουν την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών[, η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου 1950, στο εξής: ΕΣΔΑ),] και εγγυώνται την ελευθερία λήψης, επιτρέποντας την αναμετάδοση, στην επικράτειά τους, των υπηρεσιών προγραμμάτων που συνάδουν με τις διατάξεις της παρούσας σύμβασης.»

3

Το άρθρο 7, παράγραφος 2, της εν λόγω Σύμβασης προβλέπει τα εξής:

«Όλα τα στοιχεία των μεταδιδόμενων προγραμμάτων που πιθανώς να βλάπτουν τη σωματική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξη παιδιών και εφήβων δεν θα μεταδίδονται σε ώρες εκπομπής και λήψης κατά τις οποίες είναι πιθανόν να τις παρακολουθήσουν παιδιά και έφηβοι.»

Β. Το δίκαιο της Ένωσης

1.   Το πρωτογενές δίκαιο

α)   Η Συνθήκη ΕΕ

4

Το άρθρο 2 ΣΕΕ προβλέπει τα εξής:

«Η Ένωση βασίζεται στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες. Οι αξίες αυτές είναι κοινές στα κράτη μέλη εντός κοινωνίας που χαρακτηρίζεται από τον πλουραλισμό, την απαγόρευση των διακρίσεων, την ανοχή, τη δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη και την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών.»

5

Το άρθρο 4, παράγραφοι 2 και 3, ΣΕΕ ορίζει τα ακόλουθα:

«2.   Η Ένωση σέβεται την ισότητα των κρατών μελών ενώπιον των Συνθηκών καθώς και την εθνική τους ταυτότητα που είναι συμφυής με τη θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική τους δομή, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η περιφερειακή και τοπική αυτοδιοίκηση. Σέβεται τις ουσιώδεις λειτουργίες του κράτους, ιδίως δε τις λειτουργίες που αποβλέπουν στη διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας, τη διατήρηση της δημόσιας τάξης και την προστασία της εθνικής ασφάλειας. Ειδικότερα, η εθνική ασφάλεια παραμένει στην ευθύνη κάθε κράτους μέλους.

3.   Σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, η Ένωση και τα κράτη μέλη εκπληρώνουν τα εκ των Συνθηκών καθήκοντα βάσει αμοιβαίου σεβασμού και αμοιβαίας συνεργασίας.

Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο ικανό να διασφαλίσει την εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις Συνθήκες ή προκύπτουν από πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης.

Τα κράτη μέλη διευκολύνουν την Ένωση στην εκπλήρωση της αποστολής της και απέχουν από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου ικανού να θέσει σε κίνδυνο την πραγματοποίηση των στόχων της Ένωσης.»

6

Το άρθρο 7 ΣΕΕ ορίζει τα εξής:

«1.   Το Συμβούλιο δύναται, βάσει αιτιολογημένης προτάσεως του ενός τρίτου των κρατών μελών, του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αποφασίζοντας με την πλειοψηφία των τεσσάρων πέμπτων των μελών του και κατόπιν της έγκρισης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, να διαπιστώσει την ύπαρξη σαφούς κινδύνου σοβαρής παραβίασης από κράτος μέλος των αξιών του άρθρου 2. Το Συμβούλιο, προτού προβεί στη διαπίστωση αυτή, ακούει το εν λόγω κράτος μέλος και δύναται, αποφασίζοντας με την ίδια διαδικασία, να του απευθύνει συστάσεις.

Το Συμβούλιο επαληθεύει τακτικά ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι λόγοι που οδήγησαν στη διαπίστωση αυτή.

2.   Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, αποφασίζοντας ομόφωνα μετά από πρόταση του ενός τρίτου των κρατών μελών ή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και αφού λάβει την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δύναται να διαπιστώσει την ύπαρξη σοβαρής και διαρκούς παραβίασης από κράτος μέλος των αξιών του άρθρου 2, αφού καλέσει το εν λόγω κράτος μέλος να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.

3.   Εφόσον γίνει η αναφερόμενη στην παράγραφο 2 διαπίστωση, το Συμβούλιο δύναται να αποφασίζει, με ειδική πλειοψηφία, την αναστολή ορισμένων δικαιωμάτων τα οποία απορρέουν από την εφαρμογή των Συνθηκών ως προς το εν λόγω κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων ψήφου του αντιπροσώπου της κυβέρνησης αυτού του κράτους μέλους στο Συμβούλιο. Ενεργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Συμβούλιο λαμβάνει υπόψη τις πιθανές συνέπειες μιας τέτοιας αναστολής στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις φυσικών και νομικών προσώπων.

Οι υποχρεώσεις του εν λόγω κράτους μέλους, δυνάμει των Συνθηκών, εξακολουθούν, εντούτοις, να δεσμεύουν αυτό το κράτος μέλος.

[…]»

7

Κατά το άρθρο 19, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ΣΕΕ:

«Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης περιλαμβάνει το Δικαστήριο, το Γενικό Δικαστήριο και ειδικευμένα δικαστήρια. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των Συνθηκών.»

8

Το άρθρο 49 ΣΕΕ ορίζει τα ακόλουθα:

«Κάθε ευρωπαϊκό κράτος το οποίο σέβεται τις αξίες που αναφέρονται στο άρθρο 2 και δεσμεύεται να τις προάγει, μπορεί να ζητήσει να γίνει μέλος της Ένωσης. […]

[…]»

β)   Η Συνθήκη ΛΕΕ

9

Το άρθρο 16, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ έχει ως ακολούθως:

«Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.»

10

Το άρθρο 34 ΣΛΕΕ ορίζει τα ακόλουθα:

«Οι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών, καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, απαγορεύονται μεταξύ των κρατών μελών.»

11

Το άρθρο 36 ΣΛΕΕ προβλέπει τα εξής:

«Οι διατάξεις των άρθρων 34 και 35 δεν αντιτίθενται στις απαγορεύσεις ή στους περιορισμούς εισαγωγών, εξαγωγών ή διαμετακομίσεων που δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας ηθικής, δημοσίας τάξεως, δημοσίας ασφαλείας, προστασίας της υγείας και της ζωής των ανθρώπων και των ζώων ή προφυλάξεως των φυτών, προστασίας των εθνικών θησαυρών που έχουν καλλιτεχνική, ιστορική ή αρχαιολογική αξία, ή προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας. Οι απαγορεύσεις ή οι περιορισμοί αυτοί δεν δύνανται πάντως να αποτελούν ούτε μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ούτε συγκεκαλυμμένο περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.»

12

Κατά το άρθρο 56 ΣΛΕΕ:

«Στο πλαίσιο των κατωτέρω διατάξεων, οι περιορισμοί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο εσωτερικό της Ένωσης απαγορεύονται όσον αφορά τους υπηκόους των κρατών μελών που είναι εγκατεστημένοι σε κράτος μέλος άλλο από εκείνο του αποδέκτου της παροχής.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία, δύνανται να επεκτείνουν το ευεργέτημα των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου και σε υπηκόους τρίτου κράτους που παρέχουν υπηρεσίες και είναι εγκατεστημένοι στο εσωτερικό της Ένωσης.»

13

Το άρθρο 57 ΣΛΕΕ έχει ως ακολούθως:

«Κατά την έννοια των Συνθηκών, ως υπηρεσίες νοούνται οι παροχές που κατά κανόνα προσφέρονται αντί αμοιβής, εφόσον δεν διέπονται από τις διατάξεις τις σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των κεφαλαίων και των προσώπων.

[…]»

14

Το άρθρο 165 ΣΛΕΕ προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.   Η Ένωση συμβάλλει στην ανάπτυξη παιδείας υψηλού επιπέδου, ενθαρρύνοντας τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών και, αν αυτό απαιτείται, υποστηρίζοντας και συμπληρώνοντας τη δράση τους, σεβόμενη ταυτόχρονα πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος, καθώς και την πολιτιστική και γλωσσική τους πολυμορφία.

[…]»

15

Το άρθρο 166, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ ορίζει τα εξής:

«Η Ένωση εφαρμόζει πολιτική επαγγελματικής εκπαίδευσης, η οποία στηρίζει και συμπληρώνει τις δράσεις των κρατών μελών, σεβόμενη ταυτόχρονα πλήρως την αρμοδιότητα των κρατών μελών για το περιεχόμενο και την οργάνωση της επαγγελματικής εκπαίδευσης.»

16

Το άρθρο 258 ΣΛΕΕ ορίζει τα ακόλουθα:

«Αν η Επιτροπή κρίνει ότι ένα κράτος μέλος έχει παραβεί υποχρέωσή του εκ των Συνθηκών, διατυπώνει αιτιολογημένη γνώμη επί του θέματος, αφού προηγουμένως παρέχει τη δυνατότητα στο κράτος αυτό να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του.

Αν το κράτος δεν συμμορφωθεί με τη γνώμη αυτή εντός της προθεσμίας που του τάσσει η Επιτροπή, η τελευταία δύναται να προσφύγει στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»

γ)   Ο Χάρτης

17

Το άρθρο 1 του Χάρτη έχει ως ακολούθως:

«Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι απαραβίαστη. Πρέπει να είναι σεβαστή και να προστατεύεται.»

18

Το άρθρο 7 του Χάρτη ορίζει τα εξής:

«Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στο σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και των επικοινωνιών του.»

19

Κατά το άρθρο 8 του Χάρτη:

«1.   Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.

2.   Η επεξεργασία αυτών των δεδομένων πρέπει να γίνεται νομίμως, για καθορισμένους σκοπούς και με βάση τη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου ή για άλλους θεμιτούς λόγους που προβλέπονται από το νόμο. Κάθε πρόσωπο δικαιούται να έχει πρόσβαση στα συλλεγέντα δεδομένα που το αφορούν και να επιτυγχάνει τη διόρθωσή τους.

[…]»

20

Το άρθρο 11 του Χάρτη προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.   Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία γνώμης και την ελευθερία λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, χωρίς την ανάμειξη δημοσίων αρχών και αδιακρίτως συνόρων.

2.   Η ελευθερία των μέσων μαζικής ενημέρωσης και η πολυφωνία τους είναι σεβαστές.»

21

Το άρθρο 14, παράγραφος 3, του Χάρτη ορίζει τα εξής:

«Η ελευθερία ίδρυσης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων με σεβασμό των δημοκρατικών αρχών καθώς και το δικαίωμα των γονέων να εξασφαλίζουν την εκπαίδευση και τη μόρφωση των τέκνων τους σύμφωνα με τις θρησκευτικές, φιλοσοφικές και παιδαγωγικές πεποιθήσεις τους, γίνονται σεβαστά σύμφωνα με τις εθνικές νομοθεσίες που διέπουν την άσκησή τους.»

22

Κατά το άρθρο 20 του Χάρτη:

«Όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι έναντι του νόμου.»

23

Το άρθρο 21 του Χάρτη έχει ως ακολούθως:

«1.   Απαγορεύεται κάθε διάκριση ιδίως λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών φρονημάτων ή κάθε άλλης γνώμης, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού.

[…]»

24

Το άρθρο 24 του Χάρτη προβλέπει τα εξής:

«1.   Τα παιδιά έχουν δικαίωμα στην προστασία και τη φροντίδα που απαιτούνται για την καλή διαβίωσή τους. Τα παιδιά μπορούν να εκφράζουν ελεύθερα τη γνώμη τους. Η γνώμη τους σχετικά με ζητήματα που τα αφορούν λαμβάνεται υπόψη σε συνάρτηση με την ηλικία και την ωριμότητά τους.

2.   Σε όλες τις πράξεις που αφορούν τα παιδιά, είτε επιχειρούνται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς, πρωταρχική σημασία πρέπει να δίνεται στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού.

[…]»

25

Το άρθρο 52 του Χάρτη ορίζει τα ακόλουθα:

«1.   Κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον παρόντα Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από το νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.

[…]

3.   Στο βαθμό που ο παρών Χάρτης περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα τα οποία διασφαλίζονται στην [ΕΣΔΑ], η έννοια και η εμβέλειά τους είναι ίδιες με εκείνες που τους αποδίδει η εν λόγω Σύμβαση. Η διάταξη αυτή δεν εμποδίζει το δίκαιο της Ένωσης να παρέχει ευρύτερη προστασία.

[…]»

2.   Το παράγωγο δίκαιο

α)   Η οδηγία 2000/31

26

Οι αιτιολογικές σκέψεις 8, 10, 18, 21 και 22 της οδηγίας 2000/31 διαλαμβάνουν τα εξής:

«(8)

Στόχος της παρούσας οδηγίας είναι η δημιουργία νομικού πλαισίου που θα εξασφαλίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας μεταξύ κρατών μελών και όχι η εναρμόνιση του ποινικού δικαίου αυτού καθ’ εαυτού.

[…]

(10)

Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, τα μέτρα που προβλέπει η παρούσα οδηγία περιορίζονται στο ελάχιστο αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου της ομαλής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς. Εφόσον είναι απαραίτητη μια παρέμβαση σε κοινοτικό επίπεδο και προκειμένου να εξασφαλιστεί ένας χώρος ο οποίος θα είναι πράγματι χωρίς εσωτερικά σύνορα για το ηλεκτρονικό εμπόριο, η οδηγία οφείλει να εξασφαλίζει την υψηλού επιπέδου προστασία των στόχων γενικού συμφέροντος, ιδίως την προστασία των ανηλίκων και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την προστασία του καταναλωτή και την προστασία της δημόσιας υγείας. Σύμφωνα με το [άρθρο 152 ΕΚ, νυν άρθρο 168 ΣΛΕΕ], η προστασία της δημόσιας υγείας είναι ουσιαστική συνιστώσα των άλλων πολιτικών της Κοινότητας.

[…]

(18)

Οι υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας καλύπτουν μεγάλο φάσμα οικονομικών δραστηριοτήτων σε απευθείας σύνδεση (on-line) οι οποίες μπορούν να συνίστανται, συγκεκριμένα, στην πώληση εμπορευμάτων σε απευθείας σύνδεση ενώ δεν καλύπτονται δραστηριότητες όπως η παράδοση αγαθών ή η παροχή υπηρεσιών off-line. Οι υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας δεν περιορίζονται σε υπηρεσίες επιτρέπουσες τη σύναψη συμβάσεων σε απευθείας σύνδεση αλλά επίσης, εφόσον συνιστούν οικονομικές δραστηριότητες, εκτείνονται και σε υπηρεσίες που δεν αμείβονται από τον αποδέκτη τους, όπως είναι η παροχή πληροφοριών σε απευθείας σύνδεση ή εμπορικές επικοινωνίες, ή οι υπηρεσίες αναζήτησης, πρόσβασης και ανάκτησης δεδομένων. Οι υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας καλύπτουν επίσης τη διαβίβαση πληροφοριών μέσω ενός δικτύου επικοινωνίας, με την παροχή πρόσβασης σε δίκτυο επικοινωνίας ή με την καταχώριση πληροφοριών τις οποίες παρέχει ο αποδέκτης της υπηρεσίας. Η τηλεοπτική μετάδοση κατά την έννοια της οδηγίας 89/552/ΕΚ [του Συμβουλίου, της 3ης Οκτωβρίου 1989, για το συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την άσκηση τηλεοπτικών δραστηριοτήτων (ΕΕ 1989, L 298, σ. 23),] και η ραδιοφωνική μετάδοση δεν αποτελούν υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας διότι δεν παρέχονται κατόπιν ατομικού αιτήματος. Αντιθέτως, οι υπηρεσίες που διαβιβάζονται από σημείο σε σημείο, όπως η μαγνητοσκόπηση κατ’ αίτηση ή η παροχή εμπορικών επικοινωνιών μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, αποτελούν υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας. Η χρήση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή αντίστοιχων ατομικών επικοινωνιών, π.χ., από φυσικά πρόσωπα που δεν ενεργούν στο πλαίσιο της εμπορικής ή επαγγελματικής τους δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης τους προς σύναψη συμβάσεων μεταξύ των εν λόγω προσώπων, δεν αποτελεί υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας. Η συμβατική σχέση μεταξύ εργαζομένου και εργοδότη δεν αποτελεί υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας. Οι υπηρεσίες οι οποίες εξ ορισμού δεν παρέχονται εξ αποστάσεως και με ηλεκτρονικά μέσα, όπως ο κατά νόμον έλεγχος των λογιστικών εταιρείας ή η παροχή ιατρικών συμβουλών όταν απαιτείται φυσική εξέταση του ασθενούς, δεν αποτελούν υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας.

[…]

(21)

Το πεδίο εφαρμογής του συντονισμένου τομέα δεν προδικάζει τυχόν μελλοντική εναρμόνιση σε κοινοτικό επίπεδο σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας ούτε μελλοντική νομοθεσία που θα θεσπιστεί σε εθνικό επίπεδο σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο. Ο συντονισμένος τομέας καλύπτει μόνον προϋποθέσεις σχετικά με δραστηριότητες σε απευθείας σύνδεση (on-line), όπως ενημέρωση on-line, διαφήμιση on-line, αγορά εμπορευμάτων on-line, σύναψη συμβάσεων on-line, και δεν αφορά τις νομικές προϋποθέσεις που ισχύουν στο κράτος σχετικά με εμπορεύματα, όπως τα πρότυπα ασφαλείας, οι υποχρεώσεις επισήμανσης ή η ευθύνη για τα προϊόντα, ούτε και τις προϋποθέσεις που ισχύουν στο κράτος μέλος σχετικά με την παράδοση ή μεταφορά εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένης της διανομής φαρμάκων. Το πεδίο εφαρμογής δεν καλύπτει την άσκηση δικαιωμάτων προτίμησης εκ μέρους των κρατικών αρχών σχετικά με ορισμένα αγαθά, όπως τα έργα τέχνης.

(22)

Ο έλεγχος των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας πρέπει να ασκείται στην πηγή της δραστηριότητας για να προστατεύεται αποτελεσματικά το γενικό συμφέρον και, γι’ αυτό το σκοπό, είναι απαραίτητο να δοθούν εγγυήσεις ότι η αρμόδια αρχή θα εξασφαλίζει την προστασία του γενικού συμφέροντος όχι μόνο για τους πολίτες της χώρας της αλλά επίσης για όλους τους πολίτες της Κοινότητας. Για τη βελτίωση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών είναι απαραίτητο να προσδιοριστεί επακριβώς η ευθύνη του κράτους μέλους καταγωγής των υπηρεσιών. Επιπλέον, για την αποτελεσματική εξασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών και προκειμένου να υπάρχει ασφάλεια δικαίου για τους φορείς παροχής των υπηρεσιών και για τους αποδέκτες τους, οι εν λόγω υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας θα πρέπει να υπόκεινται καταρχήν στο νομικό καθεστώς του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο φορέας παροχής υπηρεσιών.»

27

Το άρθρο 1 της οδηγίας 2000/31 ορίζει στις παραγράφους 1 και 2 τα εξής:

«1.   Η παρούσα οδηγία έχει ως στόχο την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, εξασφαλίζοντας την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας μεταξύ των κρατών μελών.

2.   Η παρούσα οδηγία εξασφαλίζει την προσέγγιση, εφόσον χρειάζεται για την πραγματοποίηση του στόχου που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ορισμένων εθνικών διατάξεων για τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας οι οποίες αφορούν την εσωτερική αγορά, την εγκατάσταση των φορέων παροχής υπηρεσιών, τις εμπορικές επικοινωνίες, τη σύναψη συμβάσεων με ηλεκτρονικά μέσα, την ευθύνη των μεσαζόντων, τους κώδικες δεοντολογίας, τον εξώδικο διακανονισμό των διαφορών, τα μέσα έννομης προστασίας και τη συνεργασία μεταξύ κρατών μελών.»

28

Το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής προβλέπει τα ακόλουθα:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)

“υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας”: υπηρεσίες κατά την έννοια της [παραγράφου 1, στοιχείο βʹ,] του άρθρου 1 της [οδηγίας (ΕΕ) 2015/1535 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 9ης Σεπτεμβρίου 2015, για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προδιαγραφών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών (ΕΕ 2015, L 241, σ. 1)]·

[…]

η)

“συντονισμένος τομέας”: οι προϋποθέσεις που ισχύουν στα νομικά συστήματα των κρατών μελών προκειμένου για φορείς παροχής υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας ή υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, ανεξαρτήτως εάν πρόκειται για γενικές διατάξεις ή για διατάξεις σχεδιασμένες ειδικά για τον τομέα αυτό·

i)

ο συντονισμένος τομέας αφορά απαιτήσεις προς τις οποίες πρέπει να συμμορφώνεται ο φορέας παροχής υπηρεσιών σχετικά με:

–

την ανάληψη δραστηριότητας παροχής υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας, όπως προϋποθέσεις σχετικά με τα προσόντα, την έγκριση ή την κοινοποίηση,

–

την άσκηση δραστηριότητας υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας, όπως απαιτήσεις σχετικά με τη συμπεριφορά του φορέα παροχής υπηρεσιών, σχετικά με την ποιότητα ή το περιεχόμενο της υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων για τη διαφήμιση και τη σύναψη συμβάσεων, ή απαιτήσεις σχετικά με την ευθύνη του φορέα παροχής υπηρεσιών·

ii)

ο συντονισμένος τομέας δεν καλύπτει απαιτήσεις όπως:

–

προϋποθέσεις σχετικά με τα ίδια τα αγαθά,

–

προϋποθέσεις σχετικά με την παράδοση αγαθών,

–

προϋποθέσεις σχετικά με υπηρεσίες που δεν παρέχονται με ηλεκτρονικά μέσα.»

29

Κατά το άρθρο 3 της εν λόγω οδηγίας:

«1.   Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε οι υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας που παρέχει ένας φορέας εγκατεστημένος στο έδαφός του να τηρούν τις ισχύουσες εθνικές διατάξεις του οι οποίες εμπίπτουν στο συντονισμένο τομέα.

2.   Τα κράτη μέλη δεν μπορούν, για λόγους που αφορούν το συντονισμένο τομέα, να περιορίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας οι οποίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος.

3.   Οι παράγραφοι 1 και 2 δεν εφαρμόζονται στους τομείς που αναφέρονται στο παράρτημα.

4.   Τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν μέτρα κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2 σε σχέση με συγκεκριμένη υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:

α)

τα μέτρα πρέπει:

i)

να είναι αναγκαία για έναν από τους ακόλουθους λόγους:

–

δημόσια τάξη, ιδίως πρόληψη, έρευνα, διαπίστωση και δίωξη εγκλημάτων, στα οποία περιλαμβάνονται η προστασία των ανηλίκων και η καταπολέμηση της πρόκλησης μίσους λόγω φυλής, φύλου, θρησκείας ή εθνικότητας, καθώς και οι παραβιάσεις της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που αφορούν μεμονωμένα πρόσωπα,

–

προστασία της δημόσιας υγείας,

–

δημόσια ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένης της προάσπισης της εθνικής ασφάλειας και άμυνας,

–

προστασία του καταναλωτή, περιλαμβανομένου και του επενδυτή·

ii)

να στρέφονται κατά μιας υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας η οποία βλάπτει τους στόχους που αναφέρονται στο σημείο i) ή συνιστά σοβαρό κίνδυνο που απειλεί να βλάψει τους προαναφερόμενους στόχους·

iii)

να είναι ανάλογα προς τους στόχους αυτούς·

β)

πριν από τη λήψη των εν λόγω μέτρων και ανεξαρτήτως τυχόν δικαστικών διαδικασιών, συμπεριλαμβανομένων των προκαταρκτικών διαδικασιών και ενεργειών που αναλαμβάνονται στα πλαίσια ποινικών ερευνών, το κράτος μέλος:

–

έχει ζητήσει από το κράτος μέλος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 να λάβει μέτρα και το τελευταίο δεν έλαβε μέτρα ή τα μέτρα ήταν ανεπαρκή,

–

έχει κοινοποιήσει στην Επιτροπή και στο κράτος μέλος που αναφέρεται στην παράγραφο 1 την πρόθεσή του να λάβει τέτοια μέτρα.

5.   Τα κράτη μέλη μπορούν, σε έκτακτες περιπτώσεις, να παρεκκλίνουν από τους όρους που αναφέρονται στην παράγραφο 4 στοιχείο β). Στην περίπτωση αυτή, τα μέτρα πρέπει να κοινοποιούνται το συντομότερο δυνατό στην Επιτροπή και στο κράτος μέλος που αναφέρεται στην παράγραφο 1, αναφέροντας τους λόγους για τους οποίους το κράτος μέλος κρίνει ότι πρόκειται για επείγουσα κατάσταση.

6.   Με την επιφύλαξη της δυνατότητας του κράτους μέλους να λάβει τα εν λόγω μέτρα, η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει τη συμβατότητα των κοινοποιηθέντων μέτρων προς το κοινοτικό δίκαιο το ταχύτερο δυνατό. Εάν συμπεράνει ότι το μέτρο δεν συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο, η Επιτροπή ζητεί από το εν λόγω κράτος μέλος να μη λάβει τα προβλεπόμενα μέτρα ή να τερματίσει επειγόντως τα ληφθέντα μέτρα.»

30

Το άρθρο 4 της ίδιας οδηγίας ορίζει τα εξής:

«1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι η ανάληψη και η άσκηση δραστηριότητας φορέα παροχής υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας δεν μπορεί να υπαχθεί σε καθεστώς προηγούμενης παροχής άδειας ή σε οποιαδήποτε άλλη προϋπόθεση ισοδυνάμου αποτελέσματος.

2.   Η παράγραφος 1 εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των καθεστώτων έγκρισης που δεν αφορούν ειδικά και αποκλειστικά τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας […].»

β)   Η οδηγία 2006/123

31

Οι αιτιολογικές σκέψεις 7, 9 και 27 της οδηγίας 2006/123 διαλαμβάνουν τα εξής:

«(7)

Η παρούσα οδηγία θεσπίζει γενικό νομικό πλαίσιο το οποίο διέπει μεγάλη ποικιλία υπηρεσιών, ενώ παράλληλα λαμβάνει υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά κάθε είδους δραστηριότητας ή επαγγέλματος και το αντίστοιχο σύστημα κανονιστικής ρύθμισης. Το εν λόγω πλαίσιο βασίζεται σε δυναμική και επιλεκτική προσέγγιση, η οποία συνίσταται στην κατά προτεραιότητα εξάλειψη των εμποδίων που μπορούν εύκολα να αρθούν και, όσον αφορά τα υπόλοιπα εμπόδια, στην εφαρμογή διαδικασίας αξιολόγησης, διαβούλευσης και εναρμόνισης για ειδικά ζητήματα, η οποία θα δώσει στα εθνικά κανονιστικά συστήματα που διέπουν τις δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών τη δυνατότητα να εκσυγχρονιστούν κατά τρόπο προοδευτικό και συντονισμένο, πράγμα ζωτικής σημασίας για να δημιουργηθεί, μέχρι το 2010, πραγματική εσωτερική αγορά υπηρεσιών. Θα πρέπει να προβλεφθεί ισορροπημένος συνδυασμός μέτρων, που να περιλαμβάνουν τη στοχοθετημένη εναρμόνιση, τη διοικητική συνεργασία, τη διάταξη περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών και την παρότρυνση για κατάρτιση κωδίκων δεοντολογίας για ορισμένα θέματα. Ο εν λόγω συντονισμός των εθνικών νομοθετικών καθεστώτων θα πρέπει να εξασφαλίζει υψηλό βαθμό νομικής ολοκλήρωσης στην Κοινότητα και υψηλό επίπεδο προστασίας για θέματα γενικού συμφέροντος, ιδίως όσον αφορά την προστασία των καταναλωτών, που έχει ζωτική σημασία για τη δημιουργία εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών. Η παρούσα οδηγία λαμβάνει επίσης υπόψη άλλους στόχους γενικού συμφέροντος, όπως την προστασία του περιβάλλοντος, τη δημόσια ασφάλεια και τη δημόσια υγεία, καθώς και την ανάγκη συμμόρφωσης με το εργατικό δίκαιο.

[…]

(9)

Η παρούσα οδηγία έχει εφαρμογή μόνον στις απαιτήσεις που επηρεάζουν την πρόσβαση σε, ή την άσκηση δραστηριοτήτων παροχής υπηρεσιών. Συνεπώς, δεν έχει εφαρμογή σε απαιτήσεις, όπως κανόνες οδικής κυκλοφορίας, κανόνες για την κατάρτιση ή τη χρήση χωροταξικών και πολεοδομικών ρυθμίσεων, οικοδομικά πρότυπα καθώς και διοικητικές κυρώσεις οι οποίες επιβάλλονται λόγω της μη τήρησης των κανόνων αυτών και οι οποίες δεν ρυθμίζουν ειδικά ούτε θίγουν ειδικά τη δραστηριότητα παροχής υπηρεσιών αλλά πρέπει να τηρούνται από τους παρόχους υπηρεσιών κατά την άσκηση των οικονομικών τους δραστηριοτήτων κατά τον ίδιο τρόπο όπως και από τα άτομα όταν ενεργούν ως ιδιώτες.

[…]

(27)

Η παρούσα οδηγία δεν θα πρέπει να καλύπτει τις κοινωνικές υπηρεσίες στους τομείς της στέγασης, της παιδικής μέριμνας και της στήριξης οικογενειών και ατόμων που έχουν ανάγκη, που παρέχονται από το κράτος –σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο– από παρόχους υπηρεσιών για λογαριασμό του κράτους ή από φιλανθρωπικά ιδρύματα αναγνωρισμένα από το κράτος, με στόχο τη στήριξη όσων, μόνιμα ή προσωρινά, έχουν ιδιαίτερη ανάγκη, λόγω της ανεπάρκειας του οικογενειακού τους εισοδήματος ή της πλήρους ή μερικής έλλειψης αυτονομίας, και όσων κινδυνεύουν να περιθωριοποιηθούν. Οι υπηρεσίες αυτές έχουν ουσιώδη σημασία για την εξασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ακεραιότητας και αποτελούν εκδήλωση των αρχών της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης και δεν θα πρέπει να θιγούν από την παρούσα οδηγία.»

32

Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας ορίζει τα εξής:

«Η παρούσα οδηγία θεσπίζει τις γενικές διατάξεις που διευκολύνουν την άσκηση της ελευθερίας εγκατάστασης των παρόχων υπηρεσιών και την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών, διατηρώντας ταυτόχρονα υψηλό ποιοτικό επίπεδο υπηρεσιών.»

33

Το άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας προβλέπει τα εξής:

«1.   Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται στις υπηρεσίες παρόχων εγκατεστημένων σε κράτος μέλος.

2.   Η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες δραστηριότητες:

α)

στις μη οικονομικές υπηρεσίες γενικού ενδιαφέροντος·

[…]

γ)

στις υπηρεσίες και τα δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών καθώς και στις συναφείς εγκαταστάσεις και υπηρεσίες όσον αφορά τα θέματα που ρυθμίζονται από τις οδηγίες 2002/19/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με την πρόσβαση σε δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών και συναφείς ευκολίες, καθώς και με τη διασύνδεσή τους (οδηγία για την πρόσβαση) (ΕΕ 2002, L 108, σ. 7)], 2002/20/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την αδειοδότηση δικτύων και υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την αδειοδότηση) (ΕΕ 2002, L 108, σ. 21)], 2002/21/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία πλαίσιο) (ΕΕ 2002, L 108, σ. 33)], 2002/22/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, για την καθολική υπηρεσία και τα δικαιώματα των χρηστών όσον αφορά δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία καθολικής υπηρεσίας) (ΕΕ 2002, L 108, σ. 51)], και 2002/58/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες) (ΕΕ 2002, L 201, σ. 37)]·

[…]

ζ)

στις οπτικοακουστικές υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων των κινηματογραφικών υπηρεσιών, ανεξάρτητα από τον τρόπο παραγωγής, διανομής ή μετάδοσής τους, και στις ραδιοφωνικές εκπομπές·

[…]

θ)

στις δραστηριότητες που συνδέονται με την άσκηση δημόσιας εξουσίας, όπως ορίζεται στο [άρθρο 45 ΕΚ, νυν άρθρο 51 ΣΛΕΕ]·

ι)

στις κοινωνικές υπηρεσίες που σχετίζονται με την κοινωνική στέγαση, την παιδική μέριμνα και τη στήριξη των οικογενειών και των ατόμων που έχουν μονίμως ή προσωρινώς ανάγκη, οι οποίες παρέχονται από το κράτος, από παρόχους για λογαριασμό του κράτους ή από φιλανθρωπικές οργανώσεις αναγνωρισμένες από το κράτος·

[…]».

34

Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας έχει ως ακολούθως:

«Αν οι διατάξεις της παρούσας οδηγίας έρχονται σε σύγκρουση με διάταξη άλλης κοινοτικής πράξης που ρυθμίζει τις ειδικές πτυχές της πρόσβασης και της άσκησης δραστηριότητας παροχής υπηρεσίας σε ειδικούς τομείς ή ειδικά επαγγέλματα, η διάταξη της άλλης κοινοτικής πράξης υπερισχύει και εφαρμόζεται σ’ αυτούς τους ειδικούς τομείς ή τα ειδικά επαγγέλματα. Στις εν λόγω πράξεις συμπεριλαμβάνονται:

α)

η οδηγία 96/71/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με την απόσπαση εργαζομένων στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών (ΕΕ 1997, L 18, σ. 1)]·

β)

ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1408/71 [του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1971, περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73), όπως τροποποιήθηκε και ενημερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 118/97 του Συμβουλίου, της 2ας Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ 1997, L 28, σ. 1)]·

γ)

η [οδηγία 89/552]·

δ)

η οδηγία 2005/36/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων (ΕΕ 2005, L 255, σ. 22)]».

35

Το άρθρο 4 της οδηγίας 2006/123 ορίζει, στα σημεία 1 και 7 αντιστοίχως, ως «υπηρεσία» κάθε μη μισθωτή οικονομική δραστηριότητα, που παρέχεται κατά κανόνα έναντι αμοιβής, κατά το άρθρο 57 ΣΛΕΕ, και ως «απαίτηση», μεταξύ άλλων, κάθε υποχρέωση, απαγόρευση, προϋπόθεση ή όριο που προβλέπεται στις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών ή προκύπτει από τη νομολογία, τη διοικητική πρακτική, τους κανόνες επαγγελματικών συλλόγων ή τους συλλογικούς κανόνες επαγγελματικών ενώσεων ή οργανώσεων που εγκρίνονται στο πλαίσιο της άσκησης της νομικής αυτονομίας τους.

36

Κατά το άρθρο 16 της οδηγίας αυτής:

«1.   Τα κράτη μέλη σέβονται το δικαίωμα των παρόχων υπηρεσιών να παρέχουν υπηρεσίες σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό στο οποίο εδρεύουν.

Το κράτος μέλος στο οποίο παρέχεται η υπηρεσία εξασφαλίζει την ελεύθερη πρόσβαση σε δραστηριότητα παροχής υπηρεσιών και την ελεύθερη άσκησή της στο έδαφός του.

Τα κράτη μέλη δεν εξαρτούν την πρόσβαση σε δραστηριότητα παροχής υπηρεσιών ή την άσκησή της στο έδαφός τους από απαιτήσεις που δεν τηρούν τις ακόλουθες αρχές:

α)

μη εισαγωγή διακρίσεων: οι απαιτήσεις δεν πρέπει να εισάγουν, άμεσα ή έμμεσα, διακρίσεις ανάλογα με την ιθαγένεια ή, όσον αφορά τα νομικά πρόσωπα, ανάλογα με το κράτος μέλος στο οποίο εδρεύουν·

β)

αναγκαιότητα: οι απαιτήσεις πρέπει να δικαιολογούνται για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας ή δημόσιας υγείας ή προστασίας του περιβάλλοντος·

γ)

αναλογικότητα: οι απαιτήσεις πρέπει να είναι κατάλληλες για να εξασφαλίσουν την υλοποίηση του επιδιωκόμενου στόχου και να μην υπερβαίνουν το όριο που είναι απαραίτητο για την επίτευξη του στόχου.

2.   Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να περιορίζουν την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών σε πάροχο ο οποίος είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος, επιβάλλοντας οποιαδήποτε από τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

την υποχρέωση για τον πάροχο να είναι εγκατεστημένος στο έδαφός τους·

β)

την υποχρέωση για τον πάροχο να εξασφαλίζει άδεια από τις αρμόδιες αρχές, συμπεριλαμβανομένης της εγγραφής σε μητρώο ή σε επαγγελματικό φορέα ή σύλλογο που λειτουργεί στο έδαφός τους, εκτός από περιπτώσεις που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία ή σε άλλες πράξεις του κοινοτικού δικαίου·

γ)

την απαγόρευση για τον πάροχο να αποκτήσει στο έδαφός τους υποδομή ορισμένης μορφής ή είδους, συμπεριλαμβανομένου γραφείου ή δικηγορικού γραφείου, που είναι απαραίτητη για την παροχή των υπηρεσιών του·

δ)

την εφαρμογή ειδικού συμβατικού καθεστώτος μεταξύ παρόχου και αποδέκτη που εμποδίζει ή περιορίζει την παροχή υπηρεσιών από αυτοαπασχολούμενο·

ε)

την υποχρέωση για τον πάροχο να διαθέτει συγκεκριμένο έγγραφο ταυτότητας για την άσκηση δραστηριότητας παροχής υπηρεσιών, το οποίο χορηγείται από τις αρμόδιες αρχές τους·

στ)

απαιτήσεις οι οποίες θίγουν τη χρήση εξοπλισμού και υλικού που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παροχής της υπηρεσίας, με εξαίρεση τις απαιτήσεις που είναι αναγκαίες για την υγεία και την ασφάλεια στο χώρο εργασίας·

ζ)

περιορισμούς στην ελευθερία παροχής υπηρεσιών που ορίζονται στο άρθρο 19.

3.   Το κράτος μέλος στο οποίο μετακομίζει ο πάροχος υπηρεσιών δεν μπορεί να εμποδιστεί να επιβάλλει απαιτήσεις που αφορούν τη δραστηριότητα παροχής υπηρεσιών και δικαιολογούνται για λόγους δημόσιας τάξης, δημόσιας ασφάλειας, δημόσιας υγείας ή προστασίας του περιβάλλοντος και σύμφωνα με την παράγραφο 1. Το εν λόγω κράτος μέλος δεν μπορεί επίσης να εμποδιστεί να εφαρμόσει, σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία, τους εγχώριους κανόνες του σχετικά με τις συνθήκες απασχόλησης, συμπεριλαμβανομένων όσων καθορίζονται σε συλλογικές συμβάσεις.

[…]»

37

Το άρθρο 19 της εν λόγω οδηγίας ορίζει τα εξής:

«Τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλλουν στους αποδέκτες απαιτήσεις οι οποίες περιορίζουν τη χρήση μιας υπηρεσίας που παρέχεται από φορέα εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος, ιδίως τις ακόλουθες απαιτήσεις:

α)

την υποχρέωση εξασφάλισης άδειας από τις αρμόδιες αρχές ή την υποβολή δήλωσης σε αυτές·

β)

μεροληπτικά όρια στη χορήγηση οικονομικών ενισχύσεων, λόγω του γεγονότος ότι ο πάροχος είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος ή λόγω του τόπου παροχής της υπηρεσίας.»

γ)   Η οδηγία 2010/13

38

Οι αιτιολογικές σκέψεις 11, 18, 31, 33, 41, 60, 83 και 104 της οδηγίας 2010/13 διαλαμβάνουν τα ακόλουθα:

«(11)

Προκειμένου να αποφευχθούν οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού, να βελτιωθεί η ασφάλεια του δικαίου, να ολοκληρωθεί η εσωτερική αγορά και να διευκολυνθεί η δημιουργία ενιαίου χώρου ενημέρωσης, απαιτείται να ισχύει για όλες τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων, τόσο στις τηλεοπτικές (δηλαδή στις γραμμικές υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων) όσο και στις κατά παραγγελία υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων (δηλαδή στις μη γραμμικές υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων) τουλάχιστον μία βασική δέσμη συντονισμένων κανόνων.

[…]

(18)

Η οδηγία [2002/21], και ειδικότερα το άρθρο 1 παράγραφος 3 αυτής, ισχύει υπό την επιφύλαξη των μέτρων που λαμβάνονται, σε ενωσιακό ή εθνικό επίπεδο, για την επιδίωξη στόχων γενικού συμφέροντος, ιδίως σχετικά με τη ρύθμιση του περιεχομένου και την πολιτική στον οπτικοακουστικό τομέα.

[…]

(31)

Με την παρούσα οδηγία θα πρέπει να θεσπισθεί ευρύτερος ορισμός των οπτικοακουστικών εμπορικών ανακοινώσεων, ο οποίος όμως δεν θα πρέπει να περιλαμβάνει ανακοινώσεις δημόσιων υπηρεσιών και φιλανθρωπικές εκκλήσεις που εκπέμπονται δωρεάν.

[…]

(33)

Η αρχή της χώρας προέλευσης θα πρέπει να θεωρηθεί ως πυρήνας της παρούσας οδηγίας, δεδομένου ότι είναι ουσιώδης για τη δημιουργία εσωτερικής αγοράς. Η εν λόγω αρχή θα πρέπει να ισχύει για όλες τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων ώστε να εξασφαλίζεται ασφάλεια δικαίου για τους παρόχους υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων ως απαραίτητη βάση για νέα επιχειρηματικά μοντέλα και για την εμπορική διάδοση χρήσης τέτοιων υπηρεσιών. Είναι επίσης ουσιώδης για την εξασφάλιση της ελεύθερης ροής πληροφοριών και οπτικοακουστικών προγραμμάτων στην εσωτερική αγορά.

[…]

(41)

Τα κράτη μέλη θα πρέπει να είναι ελεύθερα να εφαρμόζουν λεπτομερέστερους ή αυστηρότερους κανόνες στα πεδία που συντονίζει η παρούσα οδηγία όσον αφορά παρόχους υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων υπό τη δικαιοδοσία τους, φροντίζοντας οι κανόνες αυτοί να συνάδουν με τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου. […]

[…]

(60)

Τα μέτρα που λαμβάνονται για την προστασία της φυσικής, πνευματικής και ηθικής ανάπτυξης των ανηλίκων και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας θα πρέπει να σταθμίζονται προσεκτικά με το θεμελιώδες δικαίωμα της ελευθερίας έκφρασης, όπως ορίζεται στον [Χάρτη]. Ο σκοπός των εν λόγω μέτρων, όπως η χρήση κωδικών προσωπικών αριθμών αναγνώρισης (κωδικών PIN), συστημάτων φιλτραρίσματος ή επισήμανσης, θα πρέπει, έτσι, να είναι η εξασφάλιση κατάλληλου επιπέδου προστασίας της φυσικής, πνευματικής και ηθικής ανάπτυξης των ανηλίκων και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ιδίως όσον αφορά τις κατά παραγγελία υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων. Η σύσταση για την προστασία των ανηλίκων και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και για το δικαίωμα απάντησης αναγνώριζε ήδη τη σημασία των συστημάτων φιλτραρίσματος και σήμανσης και περιελάμβανε διάφορα πιθανά μέτρα προς όφελος των ανηλίκων, όπως η συστηματική παροχή στους χρήστες αποτελεσματικού, με δυνατότητα αναβάθμισης και εύχρηστου συστήματος φιλτραρίσματος όταν εγγράφονται συνδρομητές σε πάροχο πρόσβασης ή η πρόσβαση σε υπηρεσίες που προορίζονται ειδικά για παιδιά η οποία να είναι εξοπλισμένη με αυτόματα συστήματα φιλτραρίσματος.

[…]

(83)

Προκειμένου να διασφαλισθεί η πλήρης και σωστή προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών, δηλαδή των τηλεθεατών, είναι ουσιώδες η τηλεοπτική διαφήμιση να υπόκειται σε ορισμένο αριθμό ελάχιστων κανόνων και κριτηρίων και να έχουν τα κράτη μέλη την ευχέρεια να καθορίζουν λεπτομερέστερους ή αυστηρότερους κανόνες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, διαφορετικούς όρους για τους τηλεοπτικούς οργανισμούς που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους.

[…]

(104)

Δεδομένου ότι οι στόχοι της παρούσας οδηγίας, που είναι κυρίως η δημιουργία χώρου χωρίς εσωτερικά σύνορα για υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων με ταυτόχρονη εξασφάλιση υψηλού βαθμού προστασίας των στόχων γενικού συμφέροντος, ιδίως της προστασίας των ανηλίκων και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας καθώς και της προώθησης δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρία, δεν μπορούν να επιτευχθούν επαρκώς από τα κράτη μέλη και μπορούν συνεπώς, λόγω της κλίμακας και των αποτελεσμάτων της παρούσας οδηγίας να επιτευχθούν καλύτερα σε ενωσιακό επίπεδο, η Ένωση δύναται να υιοθετήσει μέτρα σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας που προβλέπεται στο άρθρο 5 [ΣΕΕ]. Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, του ιδίου άρθρου, η παρούσα οδηγία δεν υπερβαίνει τα αναγκαία όρια για την επίτευξη των εν λόγω στόχων.»

39

Το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13 ορίζει τα εξής:

«Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:

α)

ως “υπηρεσία οπτικοακουστικών μέσων” νοείται:

i)

υπηρεσία όπως ορίζεται στα άρθρα 56 και 57 [ΣΛΕΕ], όπου ο κύριος σκοπός της υπηρεσίας ή ενός διαχωρίσιμου τμήματος αυτής είναι η παροχή προγραμμάτων, υπό τη συντακτική ευθύνη του παρόχου υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας προς το ευρύ κοινό, με σκοπό την ενημέρωση, την ψυχαγωγία ή την εκπαίδευση μέσω δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών κατά την έννοια του άρθρου 2 στοιχείο α) της οδηγίας [2002/21]· η εν λόγω υπηρεσία οπτικοακουστικών μέσων είναι είτε μία τηλεοπτική εκπομπή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο στοιχείο ε) της παρούσας παραγράφου, είτε μία κατά παραγγελία υπηρεσία οπτικοακουστικών μέσων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο στοιχείο ζ) της παρούσας παραγράφου·

ii)

οπτικοακουστική εμπορική ανακοίνωση·

[…]

δ)

“πάροχος υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων”: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει τη συντακτική ευθύνη για την επιλογή του οπτικοακουστικού περιεχομένου της υπηρεσίας οπτικοακουστικών μέσων και που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο αυτό οργανώνεται·

[…]

η)

ως “οπτικοακουστική εμπορική ανακοίνωση” νοούνται οι εικόνες με ή χωρίς ήχο που προορίζονται για την άμεση ή έμμεση προώθηση των εμπορευμάτων, των υπηρεσιών ή της εικόνας ενός φυσικού ή νομικού προσώπου που ασκεί οικονομική δραστηριότητα· οι εικόνες αυτές συνοδεύουν ή περιλαμβάνονται σε πρόγραμμα ή βίντεο παραγόμενο από χρήστη έναντι πληρωμής ή αναλόγου ανταλλάγματος ή για λόγους αυτοπροβολής. Μεταξύ των μορφών οπτικοακουστικής εμπορικής ανακοίνωσης περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η τηλεοπτική διαφήμιση, η χορηγία, η τηλεπώληση και η τοποθέτηση προϊόντος·

θ)

“τηλεοπτική διαφήμιση”: κάθε μορφή τηλεοπτικής ανακοίνωσης που μεταδίδεται έναντι πληρωμής ή αναλόγου ανταλλάγματος ή για λόγους αυτοπροβολής, από μια δημόσια ή ιδιωτική επιχείρηση ή φυσικό πρόσωπο στα πλαίσια εμπορικής, βιομηχανικής ή βιοτεχνικής δραστηριότητας ή άσκησης επαγγέλματος, με σκοπό την προώθηση της παροχής αγαθών ή υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων ακινήτων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έναντι πληρωμής·

[…]».

40

Το άρθρο 2 της οδηγίας αυτής προβλέπει τα εξής:

«1.   Κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε όλες οι υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων οι οποίες μεταδίδονται από παρόχους υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων που υπάγονται στη δικαιοδοσία του, να τηρούν τους κανόνες δικαίου που ισχύουν σε αυτό το κράτος μέλος για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων που απευθύνονται στο κοινό.

[…]»

41

Το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της εν λόγω οδηγίας έχει ως ακολούθως:

«1.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν την ελευθερία λήψεως και δεν περιορίζουν την αναμετάδοση στο έδαφός τους υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων, οι οποίες προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, για λόγους που εμπίπτουν στα πεδία τα οποία διέπονται από την παρούσα οδηγία.

2.   Ένα κράτος μέλος δύναται να παρεκκλίνει προσωρινά από την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, όταν μια υπηρεσία οπτικοακουστικών μέσων παρεχόμενη από πάροχο υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας υπό τη δικαιοδοσία άλλου κράτους μέλους παραβαίνει προδήλως, σοβαρώς και βαρέως το άρθρο 6 παράγραφος 1 στοιχείο α) ή το άρθρο 6α παράγραφος 1 ή βλάπτει ή συνιστά σοβαρό και μείζονα κίνδυνο κατά της δημόσιας υγείας.

Η παρέκκλιση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο υπόκειται στους ακόλουθους όρους:

α)

ο πάροχος υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας έχει ήδη διενεργήσει τουλάχιστον δύο φορές κατά τη διάρκεια των 12 προηγούμενων μηνών μία ή περισσότερες από τις περιπτώσεις των πράξεων που περιγράφονται στο πρώτο εδάφιο·

β)

το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος έχει κοινοποιήσει γραπτώς στον πάροχο υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας, στο κράτος μέλος στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται ο εν λόγω πάροχος και στην Επιτροπή τις καταγγελλόμενες παραβάσεις καθώς και τα αναλογικά μέτρα που προτίθεται να λάβει σε περίπτωση που μια τέτοια παράβαση συμβεί εκ νέου·

γ)

το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος έχει σεβαστεί το δικαίωμα υπεράσπισης του παρόχου υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας και, ειδικότερα, έχει δώσει στον εν λόγω πάροχο τη δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις του σχετικά με τις καταγγελλόμενες παραβάσεις· και

δ)

οι διαβουλεύσεις με το κράτος μέλος στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται ο πάροχος υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας και με την Επιτροπή δεν έχουν καταλήξει σε φιλικό διακανονισμό εντός ενός μηνός από την παραλαβή από την Επιτροπή της κοινοποίησης που προβλέπεται στο στοιχείο β).

Εντός τριών μηνών από την παραλαβή της κοινοποίησης των μέτρων που έχει λάβει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και αφού ζητήσει τη διατύπωση γνώμης από την [ομάδα των ευρωπαϊκών ρυθμιστικών αρχών για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων (ERGA)] σύμφωνα με το άρθρο 30β παράγραφος 3 στοιχείο δ), η Επιτροπή αποφασίζει εάν τα μέτρα αυτά είναι συμβατά με το ενωσιακό δίκαιο. […]»

42

Κατά το άρθρο 4 της ίδιας οδηγίας:

«1.   Τα κράτη μέλη διατηρούν την ευχέρεια να απαιτούν από τους παρόχους υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους τη συμμόρφωσή τους με λεπτομερέστερους ή αυστηρότερους κανόνες στα πεδία που ρυθμίζονται από την παρούσα οδηγία, υπό την προϋπόθεση ότι οι κανόνες αυτοί συνάδουν με το ενωσιακό δίκαιο.

2.   Όταν ένα κράτος μέλος:

α)

έχει ασκήσει τις δυνατότητες που του παρέχονται δυνάμει της παραγράφου 1 για τη θέσπιση λεπτομερέστερων ή αυστηρότερων κανόνων γενικού δημοσίου συμφέροντος, και

β)

εκτιμά ότι ένας πάροχος υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας ο οποίος εμπίπτει στη δικαιοδοσία άλλου κράτους μέλους παρέχει υπηρεσία οπτικοακουστικών μέσων η οποία απευθύνεται στο σύνολό της ή κατά το μεγαλύτερο μέρος της στην επικράτειά του,

δύναται να ζητήσει από το κράτος μέλος που έχει δικαιοδοσία να αντιμετωπίσει τυχόν προβλήματα που διαπιστώνονται σε σχέση με την παρούσα παράγραφο. Αμφότερα τα κράτη μέλη συνεργάζονται ειλικρινώς και ταχέως με σκοπό την επίτευξη αμοιβαίως ικανοποιητικής λύσης.

Αφού λάβει τεκμηριωμένο αίτημα δυνάμει του πρώτου εδαφίου, το κράτος μέλος που έχει δικαιοδοσία ζητεί από τον πάροχο υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας να συμμορφωθεί προς τους εν λόγω κανόνες γενικού δημοσίου συμφέροντος. Το κράτος μέλος που έχει δικαιοδοσία ενημερώνει τακτικά το αιτούν κράτος μέλος σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που διαπιστώθηκαν. Εντός δύο μηνών από την παραλαβή του αιτήματος, το κράτος μέλος που έχει δικαιοδοσία ενημερώνει το αιτούν κράτος μέλος και την Επιτροπή σχετικά με τα αποτελέσματα που σημειώθηκαν και επεξηγεί τους λόγους σε περίπτωση μη δυνατότητας εξεύρεσης λύσης.

Οποιοδήποτε από τα δύο κράτη μέλη δύναται να ζητήσει από την επιτροπή επαφών να εξετάσει την υπόθεση ανά πάσα στιγμή.

3.   Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί να λάβει κατάλληλα μέτρα κατά του εν λόγω παρόχου υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας εφόσον:

α)

εκτιμά ότι τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν, κατόπιν εφαρμογής της παραγράφου 2 δεν είναι ικανοποιητικά· και

β)

έχει προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο εν λόγω πάροχος υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας έχει εγκατασταθεί στο κράτος μέλος που έχει δικαιοδοσία με σκοπό να παρακάμψει τους αυστηρότερους κανόνες, στους τομείς που συντονίζονται από την παρούσα οδηγία, οι οποίοι θα ίσχυαν στην περίπτωση που είχε εγκατασταθεί στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος· τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία καθιστούν δυνατή την εύλογη θεμελίωση αυτής της παράκαμψης αυστηρότερης νομοθεσίας, χωρίς να είναι αναγκαίο να αποδειχθεί η πρόθεση του παρόχου υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας να παρακάμψει τους εν λόγω αυστηρότερους κανόνες.

Τα μέτρα αυτά πρέπει να είναι αντικειμενικώς αναγκαία, να εφαρμόζονται κατά τρόπο που δεν επιφέρει διακρίσεις και να είναι ανάλογα προς τους επιδιωκόμενους στόχους τους.

4.   Ένα κράτος μέλος δύναται να λαμβάνει μέτρα κατ’ εφαρμογή της παραγράφου 3 μόνον εφόσον πληρούνται οι ακόλουθοι όροι:

α)

έχει κοινοποιήσει στην Επιτροπή και στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο πάροχος υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας την πρόθεσή του να λάβει τέτοια μέτρα, εκθέτοντας επίσης τους λόγους στους οποίους στηρίζει την εκτίμησή του·

β)

έχει σεβαστεί τα δικαιώματα της υπεράσπισης του ενδιαφερόμενου παρόχου υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας και, ιδίως, έχει δώσει στον εν λόγω πάροχο υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας τη δυνατότητα να εκφράσει τις απόψεις του σχετικά με την εικαζόμενη παράκαμψη και τα μέτρα που προτίθεται να λάβει το κοινοποιούν κράτος μέλος· και

γ)

η Επιτροπή έχει αποφασίσει, αφού ζητήσει τη διατύπωση γνώμης από την ERGA σύμφωνα με το άρθρο 30β παράγραφος 3 στοιχείο δ), ότι τα μέτρα είναι συμβατά με το ενωσιακό δίκαιο, και ιδίως ότι οι εκτιμήσεις του κράτους μέλους που λαμβάνει τα μέτρα βάσει των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου είναι ορθώς θεμελιωμένες· η Επιτροπή ενημερώνει δεόντως την επιτροπή επαφών.

5.   Εντός τριών μηνών από την παραλαβή της κοινοποίησης που προβλέπεται στο στοιχείο α) της παραγράφου 4, η Επιτροπή αποφασίζει εάν τα μέτρα αυτά είναι συμβατά με το ενωσιακό δίκαιο. Εφόσον η Επιτροπή αποφασίσει ότι τα εν λόγω μέτρα δεν είναι συμβατά με το ενωσιακό δίκαιο, απαιτεί από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος να μην προβεί στη θέσπιση των επιδιωκόμενων μέτρων.

Εάν η Επιτροπή δεν διαθέτει τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για τη λήψη της απόφασης σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, ζητά από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, εντός ενός μηνός από την παραλαβή της κοινοποίησης, όλες τις αναγκαίες πληροφορίες που απαιτούνται για τη λήψη της εν λόγω απόφασης. Η προθεσμία εντός της οποίας η Επιτροπή πρέπει να λάβει την απόφαση αναστέλλεται έως ότου το εν λόγω κράτος μέλος παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες. Σε κάθε περίπτωση, η αναστολή της προθεσμίας δεν διαρκεί περισσότερο από ένα μήνα.

6.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν, με τα κατάλληλα μέσα και στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου τους, ότι οι πάροχοι υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους συμμορφώνονται αποτελεσματικά με την παρούσα οδηγία.

7.   Εκτός εάν ορίζεται άλλως στην παρούσα οδηγία, εφαρμόζεται η οδηγία [2000/31]. Σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ της οδηγίας [2000/31] και της παρούσας οδηγίας, υπερισχύει η παρούσα οδηγία, εκτός εάν η παρούσα οδηγία ορίζει άλλως.»

43

Το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2010/13 ορίζει τα εξής:

«Με την επιφύλαξη της υποχρέωσης των κρατών μελών να σέβονται και να προστατεύουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν με κατάλληλα μέσα ότι οι υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων που παρέχονται από παρόχους υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας υπό τη δικαιοδοσία τους δεν εμπεριέχουν οποιαδήποτε:

α)

υποκίνηση σε βία ή μίσος εναντίον ομάδας ανθρώπων ή μέλους ομάδας για οποιονδήποτε από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 21 του Χάρτη».

44

Το άρθρο 6α της οδηγίας αυτής προβλέπει τα ακόλουθα:

«1.   Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε να εξασφαλίζουν ότι οι υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων που παρέχονται από παρόχους υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας υπό τη δικαιοδοσία τους, οι οποίες δύνανται να βλάψουν τη σωματική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων, διατίθενται μόνο κατά τέτοιον τρόπο που να διασφαλίζει ότι, υπό κανονικές συνθήκες, οι ανήλικοι ούτε θα τις ακούν ούτε θα τις βλέπουν. Τα μέτρα αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν επιλογή της ώρας μετάδοσης από τον τηλεοπτικό σταθμό, τα μέσα εξακρίβωσης της ηλικίας ή άλλα τεχνικά μέτρα. Τα μέτρα αυτά είναι αναλογικά ως προς τη δυνητική βλάβη που μπορεί να προκαλέσει το πρόγραμμα.

Το πλέον επιβλαβές περιεχόμενο, όπως είναι η αδικαιολόγητη βία και η πορνογραφία, υπόκειται στα αυστηρότερα μέτρα.

[…]»

45

Το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχεία γʹ και ζʹ, της εν λόγω οδηγίας έχει ως ακολούθως:

«Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι οπτικοακουστικές εμπορικές ανακοινώσεις που μεταδίδονται από παρόχους υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας που βρίσκονται υπό τη δικαιοδοσία τους πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

[…]

γ)

οι οπτικοακουστικές εμπορικές ανακοινώσεις απαγορεύεται:

i)

να θίγουν τον σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας·

ii)

να εισάγουν ή να προάγουν διακρίσεις βάσει φύλου, φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, εθνικότητας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή σεξουαλικού προσανατολισμού·

iii)

να ενθαρρύνουν τρόπους συμπεριφοράς επιβλαβείς για την υγεία ή την ασφάλεια·

iv)

να ενθαρρύνουν τρόπους συμπεριφοράς καταφανώς επιβλαβείς για την προστασία του περιβάλλοντος·

[…]

ζ)

οι οπτικοακουστικές εμπορικές ανακοινώσεις δεν πρέπει να προκαλούν σωματική, πνευματική ή ηθική βλάβη στους ανηλίκους· κατά συνέπεια, δεν τους παρακινούν ευθέως στην αγορά ή ενοικίαση προϊόντος ή υπηρεσίας εκμεταλλευόμενες την απειρία ή την ευπιστία τους, δεν τους ενθαρρύνουν ευθέως να πείσουν τους γονείς τους ή άλλους για την αγορά των διαφημιζόμενων προϊόντων ή υπηρεσιών, δεν εκμεταλλεύονται την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη των ανηλίκων στους γονείς, τους δασκάλους ή σε άλλα πρόσωπα και δεν παρουσιάζουν αναίτια ανήλικους σε επικίνδυνες καταστάσεις.»

46

Κατά το άρθρο 28β της ίδιας οδηγίας:

«1.   Με την επιφύλαξη των άρθρων 12 έως 15 της οδηγίας [2000/31], τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι πάροχοι πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα για την προστασία:

α)

των ανηλίκων από προγράμματα, βίντεο παραγόμενα από χρήστες και οπτικοακουστικές εμπορικές ανακοινώσεις που ενδέχεται να βλάψουν τη σωματική, πνευματική ή ηθική τους ανάπτυξη σύμφωνα με το άρθρο 6α παράγραφος 1·

β)

του ευρέος κοινού από προγράμματα, βίντεο παραγόμενα από χρήστες και οπτικοακουστικές εμπορικές ανακοινώσεις που εμπεριέχουν υποκίνηση σε βία ή μίσος εναντίον ομάδας ανθρώπων ή μέλους ομάδας για οποιονδήποτε από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 21 του Χάρτη·

γ)

του ευρέος κοινού από προγράμματα, βίντεο παραγόμενα από χρήστες και οπτικοακουστικές εμπορικές ανακοινώσεις με περιεχόμενο του οποίου η διάδοση συνιστά εγκληματική δράση δυνάμει του ενωσιακού δικαίου, και συγκεκριμένα δημόσια πρόκληση σε τέλεση τρομοκρατικού εγκλήματος, όπως ορίζεται στο άρθρο 5 της οδηγίας (ΕΕ) 2017/541 [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2017, για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και την αντικατάσταση της απόφασης-πλαισίου 2002/475/ΔΕΥ του Συμβουλίου και για την τροποποίηση της απόφασης 2005/671/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ 2017, L 88, σ. 6)], αδικήματα παιδικής πορνογραφίας όπως ορίζονται στο άρθρο 5 παράγραφος 4 της οδηγίας 2011/93/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας και την αντικατάσταση της απόφασης-πλαίσιο 2004/68/ΔΕΥ του Συμβουλίου (ΕΕ 2011, L 335, σ. 1),] και αδικήματα ρατσισμού και ξενοφοβίας όπως ορίζονται στο άρθρο 1 της απόφασης-πλαισίου 2008/913/ΔΕΥ [του Συμβουλίου, της 28ης Νοεμβρίου 2008, για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του ποινικού δικαίου (ΕΕ 2008, L 328, σ. 55)].

2.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι πάροχοι πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις του άρθρου 9 παράγραφος 1 όσον αφορά στις οπτικοακουστικές εμπορικές ανακοινώσεις που προωθούνται, πωλούνται ή διευθετούνται από τους ίδιους.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι πάροχοι πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα προκειμένου να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 όσον αφορά στις οπτικοακουστικές εμπορικές ανακοινώσεις που δεν προωθούνται, ούτε πωλούνται ή διευθετούνται από τους ίδιους, λαμβάνοντας υπόψη τον περιορισμένο έλεγχο που ασκούν αυτές οι πλατφόρμες διαμοιρασμού βίντεο σε αυτές τις οπτικοακουστικές εμπορικές ανακοινώσεις.

Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι πάροχοι πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο ενημερώνουν με σαφήνεια τους χρήστες όταν προγράμματα και παραγόμενα από χρήστες βίντεο περιέχουν οπτικοακουστικές εμπορικές ανακοινώσεις, υπό την προϋπόθεση ότι οι ανακοινώσεις αυτές δηλώνονται βάσει της παραγράφου 3 τρίτο εδάφιο στοιχείο γ) ή ο πάροχος είναι ενήμερος για τις δηλώσεις αυτές.

Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τη χρήση της συρρύθμισης και την προώθηση της αυτορρύθμισης μέσω κωδίκων δεοντολογίας κατά το άρθρο 4α παράγραφος 1, με στόχο τον αποτελεσματικό περιορισμό της έκθεσης των παιδιών σε οπτικοακουστικές εμπορικές ανακοινώσεις για τρόφιμα και ποτά που περιέχουν συστατικά και ουσίες με επιπτώσεις στη θρεπτική διατροφή και τη φυσιολογία, ιδίως λιπαρά, trans-λιπαρά οξέα, αλάτι ή νάτριο και σάκχαρα, των οποίων οι υπερβολικές ποσότητες δεν συνιστώνται στη συνολική διατροφή. Οι κώδικες δεοντολογίας θα πρέπει να προβλέπουν ότι αυτές οι οπτικοακουστικές εμπορικές ανακοινώσεις δεν δίνουν έμφαση στη θετική ποιότητα των διατροφικών πτυχών των εν λόγω τροφίμων και ποτών.

3.   Για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2, τα κατάλληλα μέτρα καθορίζονται με βάση το είδος του επίμαχου περιεχομένου, τη βλάβη που μπορεί να προκαλέσει, τα χαρακτηριστικά της κατηγορίας προσώπων που πρέπει να προστατεύονται, καθώς και τα δικαιώματα και τα νόμιμα συμφέροντα που διακυβεύονται, συμπεριλαμβανομένων των συμφερόντων των παρόχων πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο και των χρηστών που έχουν δημιουργήσει ή μεταφορτώσει το περιεχόμενο, καθώς και του γενικού δημοσίου συμφέροντος.

Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι όλοι οι πάροχοι πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο που υπόκεινται στη δικαιοδοσία τους εφαρμόζουν τα μέτρα αυτά. Τα εν λόγω μέτρα πρέπει να είναι εφικτά και αναλογικά, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος της πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο και το είδος της υπηρεσίας που παρέχεται. Τα εν λόγω μέτρα δεν συνεπάγονται μέτρα εκ των προτέρων ελέγχου ή φιλτράρισμα του περιεχομένου προς μεταφόρτωση, τα οποία δεν συμμορφώνονται με το άρθρο 15 της [οδηγίας 2000/31]. Για τους σκοπούς της προστασίας των ανηλίκων, που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) του παρόντος άρθρου, το πλέον επιβλαβές περιεχόμενο υπόκειται στα πλέον αυστηρά μέτρα ελέγχου πρόσβασης.

Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν, κατά περίπτωση:

α)

την πρόβλεψη και την εφαρμογή, στους όρους και τις προϋποθέσεις των υπηρεσιών πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο, των απαιτήσεων που αναφέρονται στην παράγραφο 1·

β)

την πρόβλεψη και την εφαρμογή, στους όρους και τις προϋποθέσεις των υπηρεσιών πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο, των απαιτήσεων που ορίζονται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 για τις οπτικοακουστικές εμπορικές ανακοινώσεις που δεν προωθούνται, πωλούνται ή διευθετούνται από τους παρόχους πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο·

γ)

την λειτουργική δυνατότητα των χρηστών που μεταφορτώνουν βίντεο παραγόμενα από χρήστες να δηλώνουν εάν τα βίντεο αυτά περιέχουν οπτικοακουστικές εμπορικές ανακοινώσεις στο βαθμό που το γνωρίζουν ή αναμένεται ευλόγως να το γνωρίζουν·

δ)

την εγκατάσταση και λειτουργία διαφανών και εύχρηστων μηχανισμών που επιτρέπουν στους χρήστες πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο να αναφέρουν ή να επισημαίνουν στον εκάστοτε πάροχο της πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο το αναφερόμενο στην παράγραφο 1 περιεχόμενο που παρέχεται στην πλατφόρμα του·

ε)

την εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων μέσω των οποίων οι πάροχοι πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο εξηγούν στους χρήστες της πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο το αποτέλεσμα της οριζόμενης στο στοιχείο δ) αναφοράς ή επισήμανσης·

στ)

την εγκατάσταση και λειτουργία συστημάτων επαλήθευσης της ηλικίας των χρηστών της πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο σε σχέση με περιεχόμενο που ενδέχεται να βλάψει τη σωματική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων·

ζ)

την εγκατάσταση και λειτουργία εύχρηστων συστημάτων που επιτρέπουν στους χρήστες της πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο να αξιολογούν το περιεχόμενο που αναφέρεται στην παράγραφο 1·

η)

την παροχή συστημάτων γονικού ελέγχου που βρίσκονται υπό τον έλεγχο του τελικού χρήστη, σχετιζόμενων με περιεχόμενο που ενδέχεται να βλάψει τη σωματική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων·

θ)

τη θέσπιση και λειτουργία διαφανών, εύχρηστων και αποτελεσματικών διαδικασιών για τη διεκπεραίωση και την επίλυση καταγγελιών των χρηστών προς τον πάροχο πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο όσον αφορά την εφαρμογή των μέτρων που αναφέρονται στα στοιχεία δ) έως η)·

ι)

την πρόβλεψη αποτελεσματικών μέτρων και εργαλείων για την παιδεία στα μέσα και την ενημέρωση των χρηστών σχετικά με τα εν λόγω μέτρα και εργαλεία.

Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ανηλίκων που συλλέγονται ή άλλως παράγονται από παρόχους πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο στοιχεία στ) και η) δεν υπόκεινται σε επεξεργασία για εμπορικούς σκοπούς, όπως η άμεση εμπορική προώθηση, η ανάλυση “προφίλ” και η διαφήμιση με βάση τη συμπεριφορά.

4.   Για τους σκοπούς της εφαρμογής των μέτρων των παραγράφων 1 και 3 του παρόντος άρθρου, τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν τη χρήση της συρρύθμισης όπως προβλέπεται στο άρθρο 4α παράγραφος 1.

5.   Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τους αναγκαίους μηχανισμούς αξιολόγησης της καταλληλότητας των μέτρων που αναφέρονται στην παράγραφο 3, τα οποία λαμβάνονται από τους παρόχους πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο. Τα κράτη μέλη αναθέτουν την αξιολόγηση των μέτρων αυτών στις εθνικές ρυθμιστικές αρχές ή τους φορείς.

6.   Τα κράτη μέλη δύνανται να επιβάλλουν στους παρόχους πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο μέτρα τα οποία είναι λεπτομερέστερα ή αυστηρότερα από τα μέτρα της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου. Κατά τη λήψη των μέτρων αυτών, τα κράτη μέλη συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις που καθορίζονται από το εφαρμοστέο δίκαιο της Ένωσης, όπως τις απαιτήσεις που καθορίζονται στα άρθρα 12 έως 15 της [οδηγίας 2000/31] ή στο άρθρο 25 της [οδηγίας 2011/93].

7.   Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν τη διαθεσιμότητα μηχανισμών εξωδικαστικής προσφυγής για την επίλυση διαφορών μεταξύ των χρηστών και των παρόχων πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο σχετικά με την εφαρμογή των παραγράφων 1 και 3. Οι εν λόγω μηχανισμοί επιτρέπουν την επίλυση των διαφορών με αμερόληπτο τρόπο και δεν αποστερούν τους χρήστες από τη νομική προστασία που παρέχει το εθνικό δίκαιο.

8.   Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι χρήστες να μπορούν να διεκδικούν τα δικαιώματά τους ενώπιον δικαστηρίου έναντι των παρόχων πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 3.

9.   Η Επιτροπή ενθαρρύνει τους παρόχους πλατφόρμας διαμοιρασμού βίντεο να ανταλλάσσουν βέλτιστες πρακτικές στις περί συρρύθμισης διατάξεις των κωδίκων δεοντολογίας που αναφέρονται στην παράγραφο 4.

10.   Τα κράτη μέλη και η Επιτροπή δύνανται να προάγουν την αυτορρύθμιση μέσω των κωδίκων δεοντολογίας της Ένωσης που αναφέρονται στο άρθρο 4α παράγραφος 2.»

δ)   Η οδηγία 2015/1535

47

Στο άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/1535 ως «υπηρεσία» ορίζεται «οποιαδήποτε υπηρεσία της κοινωνίας των πληροφοριών, ήτοι κάθε υπηρεσία που συνήθως παρέχεται έναντι αμοιβής, με ηλεκτρονικά μέσα εξ αποστάσεως και κατόπιν συγκεκριμένης παραγγελίας ενός αποδέκτη υπηρεσιών».

48

Το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής προβλέπει τα εξής:

«Με την επιφύλαξη του άρθρου 7, τα κράτη μέλη γνωστοποιούν πάραυτα στην Επιτροπή κάθε σχέδιο τεχνικού κανόνα, εκτός εάν πρόκειται απλώς για αυτούσια μεταφορά ενός διεθνούς ή ευρωπαϊκού προτύπου, οπότε αρκεί μια απλή πληροφόρηση ως προς το συγκεκριμένο πρότυπο· επίσης, απευθύνουν στην Επιτροπή κοινοποίηση σχετικά με τους λόγους για τους οποίους είναι αναγκαία η θέσπιση ενός τέτοιου τεχνικού κανόνα, εκτός εάν οι λόγοι αυτοί συνάγονται ήδη από το ίδιο το σχέδιο.

Εάν χρειαστεί, τα κράτη μέλη κοινοποιούν ταυτοχρόνως στην Επιτροπή –εάν δεν το έχουν ήδη διαβιβάσει με κάποια προηγούμενη γνωστοποίησή τους– το κείμενο των βασικών, νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων που αφορούν κατά κύριο και άμεσο τρόπο τον τεχνικό κανόνα, εφόσον η γνώση του κειμένου αυτού είναι αναγκαία για να εκτιμηθεί η εμβέλεια του σχεδίου τεχνικού κανόνα.

Τα κράτη μέλη προβαίνουν σε νέα γνωστοποίηση του σχεδίου του τεχνικού κανόνα στην Επιτροπή υπό τους όρους του πρώτου και δεύτερου εδαφίου της παρούσας παραγράφου εφόσον επιφέρουν σημαντικές τροποποιήσεις στο σχέδιο αυτό με αποτέλεσμα να τροποποιείται το πεδίο εφαρμογής του, να συντομεύεται το αρχικό χρονοδιάγραμμα εφαρμογής, να προστίθενται προδιαγραφές ή απαιτήσεις ή να καθίστανται πιο αυστηρές οι εν λόγω προδιαγραφές ή απαιτήσεις.

[…]

Η Επιτροπή, μόλις της γνωστοποιηθούν το σχέδιο του τεχνικού κανόνα και όλα τα σχετικά έγγραφα, τα θέτει υπόψη των λοιπών κρατών μελών. Μπορεί επίσης να τα υποβάλει προς γνωμοδότηση στην επιτροπή του άρθρου 2 της παρούσας οδηγίας, και, ενδεχομένως, στην επιτροπή που είναι αρμόδια για τον εν λόγω τομέα.

Όταν πρόκειται για τις τεχνικές προδιαγραφές ή άλλες απαιτήσεις ή τους κανόνες σχετικά με τις υπηρεσίες, που αναφέρει το άρθρο 1 παράγραφος 1 στοιχείο στ) δεύτερο εδάφιο σημείο iii) της παρούσας οδηγίας, οι παρατηρήσεις ή οι εμπεριστατωμένες γνώμες της Επιτροπής ή των κρατών μελών μπορούν να αφορούν μόνο τις πτυχές του μέτρου οι οποίες ενδεχομένως αποτελούν εμπόδιο για τις συναλλαγές ή προκειμένου για τους κανόνες σχετικά με τις υπηρεσίες, την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών ή την ελευθερία εγκατάστασης των φορέων παροχής υπηρεσιών και όχι τη φορολογική ή οικονομική του πτυχή.»

ε)   Η οδηγία 2018/1808

49

Η αιτιολογική σκέψη 20 της οδηγίας 2018/1808 διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

«Τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία των ανηλίκων που εφαρμόζονται στις υπηρεσίες τηλεοπτικών προγραμμάτων θα πρέπει επίσης να ισχύουν και για τις κατά παραγγελία υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων. Τούτο θα ενισχύσει το επίπεδο προστασίας. Η προσέγγιση της ελάχιστης εναρμόνισης παρέχει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να αναπτύξουν υψηλότερο βαθμό προστασίας [κατά] το[υ] περιεχ[ομένου] που μπορεί να βλάψει τη σωματική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων. Το πλέον επιβλαβές περιεχόμενο που μπορεί να βλάψει τη σωματική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων, αλλά δεν συνιστά κατ’ ανάγκη ποινικό αδίκημα, θα πρέπει να υπόκειται στα πλέον αυστηρά μέτρα όπως η κρυπτογράφηση και ο αποφασιστικός γονικός έλεγχος, με την επιφύλαξη της θέσπισης αυστηρότερων μέτρων από τα κράτη μέλη.»

στ)   Ο ΓΚΠΔ

50

Οι αιτιολογικές σκέψεις 1, 4, 10 και 154 του ΓΚΠΔ διαλαμβάνουν τα εξής:

«(1)

Η προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι θεμελιώδες δικαίωμα. Το άρθρο 8 παράγραφος 1 του [Χάρτη] και το άρθρο 16 παράγραφος 1 [ΣΛΕΕ] ορίζουν ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν.

[…]

(4)

Η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να προορίζεται να εξυπηρετεί τον άνθρωπο. Το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι απόλυτο δικαίωμα· πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τη λειτουργία του στην κοινωνία και να σταθμίζεται με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Ο παρών κανονισμός σέβεται όλα τα θεμελιώδη δικαιώματα και τηρεί τις ελευθερίες και αρχές που αναγνωρίζονται στον Χάρτη όπως κατοχυρώνονται στις Συνθήκες, ιδίως τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της κατοικίας και των επικοινωνιών, την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, την ελευθερία σκέψης, συνείδησης και θρησκείας, την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, την επιχειρηματική ελευθερία, το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου και την πολιτιστική, θρησκευτική και γλωσσική πολυμορφία.

[…]

(10)

Για τη διασφάλιση συνεκτικής και υψηλού επιπέδου προστασίας των φυσικών προσώπων και την άρση των εμποδίων στις ροές δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εντός της Ένωσης, το επίπεδο προστασίας των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των φυσικών προσώπων σε σχέση με την επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων θα πρέπει να είναι ισοδύναμο σε όλα τα κράτη μέλη. Θα πρέπει να διασφαλίζεται συνεκτική και ομοιόμορφη εφαρμογή των κανόνων για την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και των ελευθεριών των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε ολόκληρη την Ένωση. Όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που γίνεται προς συμμόρφωση με νομική υποχρέωση, προς εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας, τα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να διατηρούν ή να θεσπίζουν εθνικές διατάξεις για τον περαιτέρω προσδιορισμό της εφαρμογής των κανόνων του παρόντος κανονισμού. Σε συνδυασμό με το γενικό και οριζόντιο δίκαιο περί προστασίας δεδομένων που αποσκοπεί στην εφαρμογή της οδηγίας 95/46/ΕΚ [του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (ΕΕ 1995, L 281, σ. 31)], στα κράτη μέλη ισχύουν διάφοροι τομεακοί νόμοι σε τομείς που χρειάζονται ειδικότερες διατάξεις. Ο παρών κανονισμός παρέχει επίσης περιθώρια χειρισμού στα κράτη μέλη, ώστε να εξειδικεύσουν τους κανόνες του, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αφορούν την επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (“ευαίσθητα δεδομένα”). Σε αυτόν τον βαθμό, ο παρών κανονισμός δεν αποκλείει το δίκαιο των κρατών μελών να προσδιορίζει τις περιστάσεις ειδικών καταστάσεων επεξεργασίας, μεταξύ άλλων τον ακριβέστερο καθορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι σύννομη.

[…]

(154)

Ο παρών κανονισμός επιτρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αρχή της πρόσβασης του κοινού στα επίσημα έγγραφα κατά την εφαρμογή του παρόντος κανονισμ[ού]. Η πρόσβαση του κοινού σε επίσημα έγγραφα μπορεί να θεωρηθεί ως δημόσιο συμφέρον. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε έγγραφα που τηρούνται από δημόσια αρχή ή δημόσιο φορέα θα πρέπει να μπορούν να κοινολογούνται δημοσίως από την εν λόγω αρχή ή τον φορέα εάν η κοινολόγηση προβλέπεται από το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο του κράτους μέλους στο οποίο υπάγεται η δημόσια αρχή ή ο δημόσιος φορέας. Τα δίκαια αυτά θα πρέπει να συμφιλιώνουν την πρόσβαση του κοινού σε επίσημα έγγραφα και την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα με το δικαίωμα προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και μπορούν, συνεπώς, να προβλέπουν την αναγκαία συμφιλίωση με το δικαίωμα προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει του παρόντος κανονισμού. Η αναφορά σε δημόσιες αρχές και φορείς θα πρέπει εν προκειμένω να περιλαμβάνει όλες τις αρχές ή άλλους φορείς που καλύπτονται από το δίκαιο κράτους μέλους σχετικά με την πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα. Η οδηγία 2003/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου[, της 17ης Νοεμβρίου 2003, για την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα (ΕΕ 2003, L 345, σ. 90),] δεν θίγει και δεν επηρεάζει κατά κανένα τρόπο το επίπεδο προστασίας των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει των διατάξεων του ενωσιακού δικαίου και του δικαίου των κρατών μελών και ιδίως δεν μεταβάλλει τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα που θεσπίζονται στον παρόντα κανονισμό. Ειδικότερα, η εν λόγω οδηγία δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε έγγραφα στα οποία η πρόσβαση απαγορεύεται ή περιορίζεται δυνάμει των καθεστώτων πρόσβασης για λόγους προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ούτε σε τμήματα εγγράφων που είναι προσβάσιμα δυνάμει των εν λόγω καθεστώτων [εφόσον τα τμήματα αυτά] περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα η εκ νέου χρήση των οποίων προβλέπεται από το δίκαιο ότι είναι ασυμβίβαστη με το δίκαιο που αφορά την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.»

51

Το άρθρο 1 του ΓΚΠΔ ορίζει τα ακόλουθα:

«1.   Ο παρών κανονισμός θεσπίζει κανόνες που αφορούν την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και κανόνες που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

2.   Ο παρών κανονισμός προστατεύει θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες των φυσικών προσώπων και ειδικότερα το δικαίωμά τους στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

3.   Η ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εντός της Ένωσης δεν περιορίζεται ούτε απαγορεύεται για λόγους που σχετίζονται με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.»

52

Το άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού προβλέπει τα εξής:

«1.   Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα:

α)

υποβάλλονται σε σύννομη και θεμιτή επεξεργασία με διαφανή τρόπο σε σχέση με το υποκείμενο των δεδομένων (“νομιμότητα, αντικειμενικότητα και διαφάνεια”),

[…]

στ)

υποβάλλονται σε επεξεργασία κατά τρόπο που εγγυάται την ενδεδειγμένη ασφάλεια των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, μεταξύ άλλων την προστασία τους από μη εξουσιοδοτημένη ή παράνομη επεξεργασία και τυχαία απώλεια, καταστροφή ή φθορά, με τη χρησιμοποίηση κατάλληλων τεχνικών ή οργανωτικών μέτρων (“ακεραιότητα και εμπιστευτικότητα”).

[…]»

53

Το άρθρο 6 του εν λόγω κανονισμού έχει ως ακολούθως:

«1.   Η επεξεργασία είναι σύννομη μόνο εάν και εφόσον ισχύει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α)

το υποκείμενο των δεδομένων έχει παράσχει συγκατάθεση για την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του για έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους σκοπούς,

β)

η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκτέλεση σύμβασης της οποίας το υποκείμενο των δεδομένων είναι συμβαλλόμενο μέρος ή για να ληφθούν μέτρα κατ’ αίτηση του υποκειμένου των δεδομένων πριν από τη σύναψη σύμβασης,

γ)

η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τη συμμόρφωση με έννομη υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας,

δ)

η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τη διαφύλαξη ζωτικού συμφέροντος του υποκειμένου των δεδομένων ή άλλου φυσικού προσώπου,

ε)

η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας,

στ)

η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τους σκοπούς των έννομων συμφερόντων που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τρίτος, εκτός εάν έναντι των συμφερόντων αυτών υπερισχύει το συμφέρον ή τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων που επιβάλλουν την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως εάν το υποκείμενο των δεδομένων είναι παιδί.

Το στοιχείο στ) του πρώτου εδαφίου δεν εφαρμόζεται στην επεξεργασία που διενεργείται από δημόσιες αρχές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

[…]»

54

Κατά το άρθρο 10 του ίδιου κανονισμού:

«Η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα ή σχετικά μέτρα ασφάλειας που βασίζονται στο άρθρο 6 παράγραφος 1 διενεργείται μόνο υπό τον έλεγχο επίσημης αρχής ή εάν η επεξεργασία επιτρέπεται από το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο κράτους μέλους το οποίο προβλέπει επαρκείς εγγυήσεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων. Πλήρες ποινικό μητρώο τηρείται μόνο υπό τον έλεγχο επίσημης αρχής.»

55

Το άρθρο 24 του ΓΚΠΔ ορίζει τα εξής:

«1.   Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, το πεδίο εφαρμογής, το πλαίσιο και τους σκοπούς της επεξεργασίας, καθώς και τους κινδύνους διαφορετικής πιθανότητας επέλευσης και σοβαρότητας για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας εφαρμόζει κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα προκειμένου να διασφαλίζει και να μπορεί να αποδεικνύει ότι η επεξεργασία διενεργείται σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Τα εν λόγω μέτρα επανεξετάζονται και επικαιροποιούνται όταν κρίνεται απαραίτητο.

2.   Όταν δικαιολογείται σε σχέση με τις δραστηριότητες επεξεργασίας, τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 περιλαμβάνουν την εφαρμογή κατάλληλων πολιτικών για την προστασία των δεδομένων από τον υπεύθυνο επεξεργασίας.

3.   Η τήρηση εγκεκριμένων κωδίκων δεοντολογίας όπως αναφέρεται στο άρθρο 40 ή εγκεκριμένου μηχανισμού πιστοποίησης όπως αναφέρεται στο άρθρο 42 δύναται να χρησιμοποιηθεί ως στοιχείο για την απόδειξη της συμμόρφωσης με τις υποχρεώσεις του υπευθύνου επεξεργασίας.»

56

Το άρθρο 86 του κανονισμού αυτού προβλέπει τα εξής:

«Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε επίσημα έγγραφα που κατέχει δημόσια αρχή ή δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον μπορούν να κοινοποιούνται από την εν λόγω αρχή ή φορέα σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης ή του κράτους μέλους στο οποίο υπόκειται η δημόσια αρχή ή ο φορέας, προκειμένου να συμβιβάζεται η πρόσβαση του κοινού σε επίσημα έγγραφα με το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δυνάμει του παρόντος κανονισμού.»

Γ. Το ουγγρικό δίκαιο

1.   Ο ουγγρικός Θεμελιώδης Νόμος

57

Το άρθρο XV, παράγραφος 5, του Magyarország Alaptörvénye (ουγγρικού Θεμελιώδους Νόμου), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση διαφοράς, προβλέπει τα εξής:

«Η Ουγγαρία λαμβάνει ειδικά μέτρα προστασίας της οικογένειας, των παιδιών, των γυναικών, των ηλικιωμένων και των ατόμων με αναπηρία».

58

Το άρθρο XVI του ουγγρικού Θεμελιώδους Νόμου ορίζει τα ακόλουθα:

«1. Κάθε παιδί έχει δικαίωμα στην προστασία και τη φροντίδα που απαιτούνται για την ομαλή σωματική, πνευματική και ηθική ανάπτυξή του. Η Ουγγαρία προστατεύει το δικαίωμα των παιδιών να αυτοπροσδιορίζονται ανάλογα με το φύλο που τους αποδόθηκε κατά τη γέννησή τους και εξασφαλίζει εκπαίδευση βασιζόμενη σε αξίες που ανάγονται στη συνταγματική ταυτότητα της πατρίδας μας και στον χριστιανικό πολιτισμό της.

2. Οι γονείς έχουν το δικαίωμα να επιλέξουν την εκπαίδευση που θα παρέχουν στα παιδιά τους.»

2.   Ο ουγγρικός Αστικός Κώδικας

59

Το άρθρο 4:146 του a polgári törvénykönyvről szóló 2013. évi V. törvény (νόμου V του 2013 περί Αστικού Κώδικα, στο εξής: ουγγρικός Αστικός Κώδικας) προβλέπει τα εξής:

«1.   Το ανήλικο τέκνο τελεί υπό τη γονική μέριμνα ή υπό επιτροπεία.

2.   Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει το δικαίωμα και την υποχρέωση επιλογής του ονόματος του ανήλικου τέκνου, λήψης αποφάσεων ως προς την ανατροφή και τη μόρφωσή του καθώς και ως προς τη διαμονή του, διαχείρισης της περιουσίας του και διασφάλισης της νόμιμης εκπροσώπησής του, καθώς και το δικαίωμα ορισμού επιτρόπου και αποκλεισμού προσώπου από την επιτροπεία.»

60

Το άρθρο 4:224 του κώδικα αυτού ορίζει τα εξής:

«Εκτός αν ο παρών νόμος ορίζει άλλως, ο επίτροπος μεριμνά για την ασφάλεια και τη διαπαιδαγώγηση του υπό επιτροπεία τέκνου, διαχειρίζεται την περιουσία του και είναι ο νόμιμος εκπρόσωπός του.»

61

Κατά το άρθρο 8:1, παράγραφος 1, του εν λόγω κώδικα:

«Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου, νοούνται ως:

[…]

2)

“μέλη της ίδιας οικογένειας”: οι στενοί συγγενείς της ίδιας οικογένειας, οι σύντροφοι, οι σύζυγοι των ανιόντων και κατιόντων σε ευθεία γραμμή, οι ανιόντες και κατιόντες σε ευθεία γραμμή και τα αδέλφια των συζύγων, καθώς και οι σύζυγοι των αδελφών.

[…]»

3.   Ο νόμος περί προστασίας του παιδιού

62

Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του νόμου XXXI του 1997 περί προστασίας του παιδιού και περί ανάθεσης της επιτροπείας, όπως τροποποιήθηκε με τον τροποποιητικό νόμο (στο εξής: νόμος περί προστασίας του παιδιού), ορίζει τα εξής:

«Σκοπός του παρόντος νόμου είναι ο καθορισμός των βασικών κανόνων με βάση τους οποίους το κράτος, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που είναι επιφορτισμένα με την προστασία των παιδιών, καθώς και άλλες οργανώσεις που δεν διαθέτουν νομική προσωπικότητα, συμβάλλουν, μέσω ειδικών παροχών και μέτρων, στην άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων και συμφερόντων των παιδιών και στην εκπλήρωση των γονικών καθηκόντων, και μεριμνούν για την πρόληψη και την εξάλειψη των καταστάσεων ευαλωτότητας των παιδιών, την αναπλήρωση της έλλειψης γονικής φροντίδας και τη διασφάλιση της κοινωνικής ένταξης των νέων ενηλίκων που δεν υπάγονται πλέον στο καθεστώς προστασίας της παιδικής ηλικίας.»

63

Το άρθρο 4 του εν λόγω νόμου έχει ως ακολούθως:

«1.   Ο παρών νόμος εφαρμόζεται:

a)

εφόσον διαμένουν στο έδαφος της Ουγγαρίας, και υπό την επιφύλαξη της παρέκκλισης που προβλέπεται στην παράγραφο [3], στα παιδιά, στους νέους ενήλικες και στους ουγγρικής ιθαγένειας γονείς τους, σε όσους, αν δεν προβλέπεται άλλως σε διεθνή συνθήκη, έχουν την ιδιότητα εγκατεστημένου προσώπου, μετανάστη ή τους έχει αναγνωριστεί το καθεστώς υποδοχής, καθώς και σε όσους έχουν αναγνωριστεί από τις ουγγρικές αρχές ως πρόσφυγες, ως δικαιούχοι επικουρικής προστασίας ή ως ανιθαγενείς·

b)

σε κάθε πρόσωπο που απολαύει του δικαιώματος ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής δυνάμει του [a szabad mozgás és tartózkodás jogával rendelkező személyek beutazásáról és tartózkodásáról szóló 2007. évi I. törvény (νόμου I. του 2007 περί της εισόδου και διαμονής προσώπων με δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής)] εάν, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως για τη χορήγηση παροχών, ασκεί το δικαίωμά του ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής για διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών στο έδαφος της Ουγγαρίας σύμφωνα με τον νόμο Ι του 2007 περί της εισόδου και διαμονής προσώπων με δικαίωμα ελεύθερης κυκλοφορίας και διαμονής και έχει νόμιμη κατοικία σύμφωνα με τον [a polgárok személyi adatainak és lakcímének nyilvántartásáról szóló 1992. évi LXVI. törvény (νόμο LXVI. του 1992 περί του μητρώου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και διευθύνσεων των πολιτών)]·

[…]

3.   Εκτός από τα πρόσωπα που μνημονεύονται στην παράγραφο [1], ο παρών νόμος εφαρμόζεται και όσον αφορά την προστασία παιδιού άλλης ιθαγένειας πλην της ουγγρικής το οποίο διαμένει στο έδαφος της Ουγγαρίας σε περίπτωση που το να μην του παρασχεθεί προσωρινή τοποθέτηση, το μην τεθεί υπό εκπαιδευτική επιτήρηση ή το να μη διοριστεί επίτροπος θα έθετε το παιδί σε κίνδυνο ή θα του προξενούσε αναπόφευκτη βλάβη.»

64

Το άρθρο 5, στοιχείο s, του νόμου περί προστασίας του παιδιού ορίζει την έννοια του «διαχειριστή» ως ακολούθως:

«sa)

ο οργανισμός που ορίζεται με κυβερνητικό διάταγμα για την άσκηση των καθηκόντων του κρατικού διαχειριστή, ο οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης και η ένωση οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (στο εξής, από κοινού: κρατικός διαχειριστής)·

sb)

η αναγνωρισμένη εκκλησία, το εσωτερικό εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπό της, καθώς και η ενσωματωμένη εκκλησία, η καταχωρισμένη εκκλησία και το εσωτερικό εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπό τους που, δυνάμει των άρθρων 9/D, παράγραφος (5), και 9/F, παράγραφος (1), του [a lelkiismereti és vallásszabadság jogáról, valamint az egyházak, vallásfelekezetek és vallási közösségek jogállásáról szóló 2011. évi CCVI. törvény (νόμου CCVI του 2011 περί του δικαιώματος στην ελευθερία συνείδησης και θρησκείας και περί του νομικού καθεστώτος των εκκλησιών, των θρησκευμάτων και των θρησκευτικών κοινοτήτων)], συνήψε συμφωνία η οποία καλύπτει και την εκπλήρωση καθηκόντων σχετικών με την ευημερία των παιδιών και την προστασία της παιδικής ηλικίας ή κοινωνικών καθηκόντων […]·

sc)

ο ιδιώτης επιχειρηματίας·

sd)

τα νομικά πρόσωπα και οι ατομικές επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένα στην Ουγγαρία πέραν εκείνων που μνημονεύονται στα στοιχεία sa έως sb·

se)

το καταχωρισμένο στο εθνικό έδαφος υποκατάστημα επιχείρησης εγκατεστημένης σε κράτος συμβαλλόμενο στη συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (στο εξής: κράτος του ΕΟΧ) και –εάν, δυνάμει διεθνούς συνθήκης συναφθείσας με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα και τα κράτη μέλη της, οι πάροχοι υπηρεσιών του οικείου κράτους απολαύουν του ίδιου νομικού καθεστώτος με τους παρόχους υπηρεσιών των κρατών του ΕΟΧ όσον αφορά την ελευθερία εγκατάστασης– το καταχωρισμένο στο εθνικό έδαφος υποκατάστημα επιχείρησης εγκατεστημένης σε κράτος που δεν είναι κράτος του ΕΟΧ [οι οντότητες που αναφέρονται στα στοιχεία sc έως se, στο εξής, από κοινού: μη κρατικός διαχειριστής], εφόσον, υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στον παρόντα νόμο και σε άλλες νομοθετικές διατάξεις, πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την άσκηση της δραστηριότητας παροχής υπηρεσιών ευημερίας των παιδιών και προστασίας της παιδικής ηλικίας.»

65

Κατά το άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού:

«Για την επίτευξη των στόχων του παρόντος νόμου και τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων του παιδιού, απαγορεύεται η διάθεση σε άτομα ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ ετών πορνογραφικού περιεχομένου, καθώς και περιεχομένου στο οποίο απεικονίζεται η σεξουαλικότητα αυτή καθεαυτήν, ή το οποίο προωθεί ή απεικονίζει την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία.»

4.   Ο νόμος περί εμπορικής διαφήμισης

66

Το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 1a, του νόμου XLVIII του 2008 σχετικά με τους βασικούς όρους άσκησης δραστηριοτήτων εμπορικής διαφήμισης και με την επιβολή ορισμένων συναφών περιορισμών, όπως τροποποιήθηκε με τον τροποποιητικό νόμο (στο εξής: νόμος περί εμπορικής διαφήμισης), ορίζει τα εξής:

«1.   Απαγορεύεται η διαφήμιση που ενδέχεται να βλάψει τη σωματική, πνευματική, συναισθηματική ή ηθική ανάπτυξη των παιδιών και των ανηλίκων.

1a.   Απαγορεύεται η διάθεση σε άτομα ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ ετών διαφημίσεων που απεικονίζουν τη σεξουαλικότητα αυτή καθεαυτήν, ή που προωθούν ή απεικονίζουν την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία.»

5.   Ο νόμος για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης

67

Κατά το άρθρο 9 του νόμου CLXXXV του 2010 για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, όπως τροποποιήθηκε με τον τροποποιητικό νόμο (στο εξής: νόμος για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης):

«1.   Ο πάροχος γραμμικών υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας κατατάσσει όλα τα προγράμματα τα οποία προτίθεται να μεταδώσει, εκτός από τα ενημερωτικά προγράμματα, τα προγράμματα πολιτικής ειδησεογραφίας, τα αθλητικά προγράμματα, τα τρέιλερ κινηματογραφικών ταινιών, τις πολιτικές διαφημίσεις, τις τηλεαγορές, τα μηνύματα ευαισθητοποίησης και τις ανακοινώσεις δημόσιου ενδιαφέροντος, σε μία από τις κατηγορίες που μνημονεύονται στις παραγράφους 2 έως 7 πριν από τη μετάδοση.

[…]

6.   Προγράμματα που ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τη σωματική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων, ιδίως διότι έχουν ως καθοριστικό στοιχείο την προώθηση και την απεικόνιση της βίας, της απόκλισης από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, της αλλαγής φύλου και της ομοφυλοφιλίας, καθώς και την άμεση, ρεαλιστική ή αδικαιολόγητη αναπαράσταση της σεξουαλικότητας, κατατάσσονται στην κατηγορία V. Τα προγράμματα αυτά κατατάσσονται στην κατηγορία: ακατάλληλο για άτομα κάτω των δεκαοκτώ ετών.

7.   Εκπομπές που ενδέχεται να βλάψουν σοβαρά τη σωματική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων, ιδίως λόγω του πορνογραφικού περιεχομένου τους, του υπερβολικά βίαιου χαρακτήρα τους ή του γεγονότος ότι αναπαριστούν σκηνές αδικαιολόγητης βίας, κατατάσσονται στην κατηγορία VI.

8.   Το Συμβούλιο Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας δημοσιεύει, σε σύσταση, τις βασικές αρχές που διαπνέουν την πρακτική του κατά την εφαρμογή των λεπτομερών κριτηρίων που διέπουν την κατάταξη σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 7, τη σήμανση που πρέπει να χρησιμοποιείται πριν και κατά τη δημοσίευση κάθε προγράμματος και τον τρόπο με τον οποίο κοινοποιείται η κατάταξη, όταν τούτο δικαιολογείται από το δημόσιο συμφέρον προστασίας των ανηλίκων ή από την ανάγκη διασφάλισης ομοιόμορφης προστασίας των ανηλίκων.

[…]»

68

Το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο d, του νόμου αυτού προβλέπει ότι τα προγράμματα της κατηγορίας V μπορούν να μεταδίδονται αποκλειστικά και μόνο μεταξύ 22:00 και 5:00.

69

Το άρθρο 24, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου ορίζει τα εξής:

«Οι εμπορικές επικοινωνίες που δημοσιεύονται στο πλαίσιο των υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης […] δεν εισάγουν διακρίσεις βάσει φύλου, φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, ιθαγένειας, εθνικότητας, θρησκείας ή φιλοσοφικών πεποιθήσεων, σωματικής ή διανοητικής αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού, ούτε προάγουν τέτοιου είδους διακρίσεις.»

70

Το άρθρο 32, παράγραφος 4a, του ίδιου νόμου ορίζει τα εξής:

«Δεν επιτρέπεται να χαρακτηρίζονται ως ανακοινώσεις δημόσιου ενδιαφέροντος ή ως μηνύματα ευαισθητοποίησης προγράμματα τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τη σωματική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων, ιδίως διότι έχουν ως καθοριστικό στοιχείο την απεικόνιση της σεξουαλικότητας αυτής καθεαυτήν, της πορνογραφίας, καθώς και την προώθηση και την απεικόνιση της απόκλισης από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, της αλλαγής φύλου και της ομοφυλοφιλίας.»

71

Το άρθρο 179 του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης ορίζει τα εξής:

«[…]

2.   Σε περίπτωση που εντοπιστούν προβλήματα σε σχέση με τις διατάξεις της παραγράφου 1 και σε περίπτωση παράβασης των σχετικών διατάξεων του παρόντος νόμου και του [a sajtószabadságról és a médiatartalmak alapvető szabályairól szóló 2010. évi CIV. törvény (νόμου CIV του 2010 περί ελευθερίας του Τύπου και των θεμελιωδών κανόνων που εφαρμόζονται στο περιεχόμενο που μεταδίδεται από τα μέσα ενημέρωσης)], το Συμβούλιο Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας υποχρεούται να ζητήσει την εφαρμογή αποτελεσματικού μέτρου από το κράτος μέλος στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται ο πάροχος υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Στο πλαίσιο αυτό, το Συμβούλιο Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας καλεί το κράτος μέλος να παρέμβει προκειμένου να παύσουν οι παραβάσεις τις οποίες επισήμανε το Συμβούλιο.

[…]

4.   Το Συμβούλιο Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας μπορεί να εφαρμόσει τις έννομες συνέπειες που προβλέπονται στο άρθρο 187, παράγραφοι 3, στοιχεία b και c, και 4, έναντι του παρόχου υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας που αναφέρεται στην παράγραφο 1 εάν:

a)

διαπιστώσει ότι το μέτρο το οποίο το ίδιο ζήτησε να ληφθεί, δυνάμει της παραγράφου 2, από το έχον δικαιοδοσία κράτος μέλος δεν ελήφθη εντός προθεσμίας δύο μηνών ή ελήφθη μεν εντός της εν λόγω προθεσμίας, πλην όμως όχι προσηκόντως,

b)

βάσει των αποδεικτικών στοιχείων, μπορεί να διαπιστωθεί ότι ο πάροχος υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας εγκαταστάθηκε εκτός Ουγγαρίας προκειμένου να αποφύγει την υποχρέωση συμμόρφωσής του με τους αυστηρότερους κανόνες που θα ίσχυαν γι’ αυτόν δυνάμει του παρόντος νόμου ή [του νόμου CIV του 2010 περί ελευθερίας του Τύπου και των θεμελιωδών κανόνων που εφαρμόζονται στο περιεχόμενο που μεταδίδεται από τα μέσα ενημέρωσης],

c)

πριν από την εφαρμογή της έννομης συνέπειας που αναφέρεται στην παράγραφο 1, το Συμβούλιο Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας κοινοποίησε εγγράφως στο κράτος μέλος στο οποίο είναι εγκατεστημένος ο πάροχος υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή την έννομη συνέπεια που πρέπει να εφαρμοστεί και την αιτιολογία των συμπερασμάτων του,

d)

το Συμβούλιο Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας κάλεσε τον ενδιαφερόμενο πάροχο υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας να εκφράσει τις απόψεις του σχετικά με τη θέση του, τις παρατηρήσεις του και τα εισφερθέντα από τον ίδιο αποδεικτικά στοιχεία όσον αφορά την καταστρατήγηση των κανόνων και τις προβλεπόμενες έννομες συνέπειες,

e)

κατά την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η προβλεπόμενη έννομη συνέπεια είναι συμβατή με το δίκαιο της Ένωσης και οι διαπιστώσεις που αναφέρονται στο στοιχείο c είναι βάσιμες, καθώς και

f)

η προβλεπόμενη έννομη συνέπεια είναι αναλογική και αναγκαία σε σχέση με το συμφέρον που πρέπει να προστατευθεί.»

72

Το άρθρο 187, παράγραφος 3, του εν λόγω νόμου προβλέπει τα εξής:

«Το Συμβούλιο Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας και το Γραφείο [της Εθνικής Αρχής μέσων μαζικής ενημέρωσης και τηλεπικοινωνιών] δικαιούνται να εφαρμόζουν, λαμβάνοντας υπόψη τις παραγράφους 2 και 8, τις ακόλουθες έννομες συνέπειες:

a)

μπορούν να αποκλείσουν τον παραβάτη από τη συμμετοχή σε διαγωνισμούς του Ταμείου [υποστήριξης της υπηρεσίας των μέσων ενημέρωσης και διαχείρισης της ιδιοκτησίας (Médiaszolgáltatás-támogató és Vagyonkezelő Alap)] για ορισμένο χρονικό διάστημα,

b)

μπορούν να απαιτήσουν από τον παραβάτη να δημοσιεύσει ανακοίνωση ή απόφαση στην αρχική σελίδα του ιστοτόπου του, σε μέσο του Τύπου ή σε ειδικώς προσδιοριζόμενο πρόγραμμα, κατά τον τρόπο και για το χρονικό διάστημα που καθορίζονται στην απόφαση,

c)

μπορούν να αναστείλουν την άσκηση του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης για ορισμένο χρονικό διάστημα:

(ca)

η περίοδος αναστολής μπορεί να κυμαίνεται από 15 λεπτά έως 24 ώρες,

(cb)

η διάρκεια της αναστολής μπορεί να κυμαίνεται από μία ώρα έως σαράντα οκτώ ώρες σε περίπτωση σοβαρής παράβασης,

(cc)

η διάρκεια της αναστολής μπορεί να κυμαίνεται από τρεις ώρες έως μία εβδομάδα σε περίπτωση σοβαρής και επαναλαμβανόμενης παράβασης,

d)

μπορούν να διαγράψουν από το μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 41, παράγραφος 4, την υπηρεσία μέσων ενημέρωσης μέσω της οποίας διαπράχθηκε η παράβαση ή μπορούν να καταγγείλουν, με άμεση ισχύ, τη διοικητική σύμβαση που είχε συναφθεί σχετικά με το δικαίωμα παροχής υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας, εάν ο οικείος πάροχος έχει διαπράξει επανειλημμένα σοβαρή παράβαση. Η υπηρεσία μέσων ενημέρωσης που διαγράφηκε από το μητρώο δεν μπορεί να τεθεί στη διάθεση του κοινού μετά τη διαγραφή της.»

6.   Ο νόμος περί ποινικού μητρώου

73

Το άρθρο 67, παράγραφος 1, του νόμου XLVII του 2009 περί του ποινικού μητρώου, του μητρώου αποφάσεων που έχουν εκδοθεί από δικαστήρια των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης εις βάρος Ούγγρων υπηκόων, και περί καταγραφής βιομετρικών δεδομένων ποινικού και αστυνομικού ενδιαφέροντος, όπως τροποποιήθηκε με τον τροποποιητικό νόμο (στο εξής: νόμος περί ποινικού μητρώου), έχει ως ακολούθως:

«Η αρμόδια για την τήρηση του ποινικού μητρώου υπηρεσία, μέσω του συστήματος πληροφοριών για τα ποινικά μητρώα και σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου:

a)

παρέχει στο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο άμεση πρόσβαση στα καταχωρισμένα δεδομένα·

b)

διαβιβάζει τα δεδομένα στο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο βάσει σχετικού αιτήματος·

c)

επικυρώνει τα δεδομένα κατόπιν αιτήματος του εξουσιοδοτημένου προσώπου·

d)

θέτει στη διάθεση του εξουσιοδοτημένου προσώπου, με ηλεκτρονικά μέσα, τα καταχωρισμένα δεδομένα σχετικά με πρόσωπα που έχουν διαπράξει εγκλήματα κατά της σεξουαλικής ελευθερίας ή εγκλήματα κατά των σεξουαλικών ηθών σε βάρος παιδιών […]

[…]».

74

Το άρθρο 75/B, παράγραφοι 1 και 3, του εν λόγω νόμου έχει ως ακολούθως:

«1.   Για τη διαφύλαξη της προστασίας των παιδιών και την πρόληψη αδικημάτων κατά της σεξουαλικής ελευθερίας και των σεξουαλικών ηθών που διαπράττονται εις βάρος ή μέσω της εκμετάλλευσης παιδιών, με σκοπό τον έλεγχο των προσώπων που βρίσκονται σε άμεση επαφή με παιδιά, υπό τους όρους που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3 και στο άρθρο 75/C, ο φορέας ποινικού μητρώου μέσω διεπαφής που μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατόπιν ταυτοποίησης από υπηρεσία ηλεκτρονικής ταυτοποίησης που παρέχεται υποχρεωτικά από την κυβέρνηση σύμφωνα με τον νόμο περί της καθιέρωσης γενικών κανόνων σχετικά με την ηλεκτρονική διαχείριση και τις υπηρεσίες εμπιστοσύνης (στο εξής: διεπαφή) παρέχει πρόσβαση στα [ακόλουθα δεδομένα σχετικά με το υποκείμενο των δεδομένων:]

[…]

3.   Η διαδικασία διάθεσης των δεδομένων που αφορούν το υποκείμενο των δεδομένων μέσω της διεπαφής μπορεί να κινηθεί εάν:

a)

αυτός που κινεί τη διαδικασία είναι ενήλικος ο οποίος είναι

(aa)

μέλος της οικογένειας ή

(ab)

υπεύθυνος για την εκπαίδευση, τον έλεγχο ή την ανατροφή προσώπου ηλικίας κάτω των 18 ετών (στο εξής, από κοινού: πρόσωπο το οποίο εξουσιοδοτείται να έχει πρόσβαση στα δεδομένα του υποκειμένου των δεδομένων)·

b)

κατά τη γνώμη του προσώπου το οποίο εξουσιοδοτείται να έχει πρόσβαση στα δεδομένα του υποκειμένου των δεδομένων, η πρόσβαση στα δεδομένα ενδέχεται να είναι αναγκαία για τους σκοπούς που μνημονεύονται στην παράγραφο 1 και η επίτευξη των οποίων με άλλα μέσα θα δημιουργούσε δυσανάλογες δυσχέρειες, καθώς και

c)

το πρόσωπο το οποίο εξουσιοδοτείται να έχει πρόσβαση στα δεδομένα του υποκειμένου των δεδομένων

(ca)

δηλώνει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις σχετικά με την αναγκαιότητα της πρόσβασης στα δεδομένα οι οποίες αναφέρονται στο στοιχείο b, και

(cb)

υποδεικνύει το ονοματεπώνυμο του προσώπου το οποίο αφορά η αίτηση προσβάσεως στα δεδομένα.»

7.   Ο νόμος περί δημόσιας εκπαίδευσης

75

Το άρθρο 9, παράγραφος 12, του νόμου CXC του 2011 περί εθνικής δημόσιας εκπαίδευσης, όπως τροποποιήθηκε με τον τροποποιητικό νόμο (στο εξής: νόμος περί δημόσιας εκπαίδευσης), έχει ως ακολούθως:

«Κατά τις δραστηριότητες που διοργανώνονται για τους μαθητές και αφορούν τη σεξουαλική κουλτούρα, τη σεξουαλική ζωή, τον γενετήσιο προσανατολισμό και τη σεξουαλική ανάπτυξη, πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη προσοχή στις διατάξεις του άρθρου XVI, παράγραφος 1, του [ουγγρικού] Θεμελιώδους Νόμου. Οι δραστηριότητες αυτές δεν επιτρέπεται να αποσκοπούν στην προώθηση της απόκλισης από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, της αλλαγής φύλου ή της ομοφυλοφιλίας.»

II. Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία και η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου

76

Στις 15 Ιουνίου 2021, η Ουγγαρία ψήφισε τον τροποποιητικό νόμο, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 8 Ιουλίου 2021.

77

Στις 15 Ιουλίου 2021, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ουγγαρία προειδοποιητική επιστολή, στην οποία επισήμαινε ότι το εν λόγω κράτος μέλος, θεσπίζοντας τον εν λόγω νόμο, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 2, το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 4, παράγραφος 1, το άρθρο 6α, το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο ii, και το άρθρο 28β της οδηγίας 2010/13, το άρθρο 3 της οδηγίας 2000/31, το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2015/1535, τα άρθρα 16 και 19 της οδηγίας 2006/123, τα άρθρα 6 και 10 του ΓΚΠΔ, τα άρθρα 34, 36 και 56 ΣΛΕΕ, τα άρθρα 1, 7, 8, 11 και 21 του Χάρτη καθώς και το άρθρο 2 ΣΕΕ.

78

Με έγγραφο της 15ης Σεπτεμβρίου 2021, η Ουγγαρία αμφισβήτησε τις προβαλλόμενες παραβάσεις.

79

Στις 2 Δεκεμβρίου 2021, η Επιτροπή εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία ενέμενε στην άποψη ότι ο τροποποιητικός νόμος αντιβαίνει στις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης που μνημονεύθηκαν στη σκέψη 77 της παρούσας αποφάσεως. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή κάλεσε την Ουγγαρία να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών από την παραλαβή της.

80

Με έγγραφο της 2ας Φεβρουαρίου 2022, η Ουγγαρία απάντησε στην αιτιολογημένη γνώμη, επαναλαμβάνοντας τη θέση της ότι ο τροποποιητικός νόμος συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης.

81

Στις 19 Δεκεμβρίου 2022, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.

82

Με αποφάσεις του Προέδρου του Δικαστηρίου της 20ής Μαρτίου, της 4ης Μαΐου και της 29ης Ιουνίου 2023, επετράπη στο Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο της Δανίας, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, τη Δημοκρατία της Εσθονίας, την Ιρλανδία, την Ελληνική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, τη Γαλλική Δημοκρατία, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, τη Δημοκρατία της Μάλτας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, τη Δημοκρατία της Αυστρίας, την Πορτογαλική Δημοκρατία, τη Δημοκρατία της Σλοβενίας, τη Δημοκρατία της Φινλανδίας, το Βασίλειο της Σουηδίας, καθώς και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, να παρέμβουν υπέρ της Επιτροπής.

III. Επί της προσφυγής

83

Προς στήριξη της υπό κρίση προσφυγής, η Επιτροπή προβάλλει έξι αιτιάσεις, εκ των οποίων η πρώτη αφορά πολλαπλή παράβαση του άρθρου 2, του άρθρου 3, παράγραφος 1, του άρθρου 6α, παράγραφος 1, και του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο ii, της οδηγίας 2010/13, η δεύτερη, παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/31, η τρίτη, πολλαπλή παράβαση των άρθρων 16 και 19 της οδηγίας 2006/123 καθώς και του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, η τέταρτη, παράβαση του άρθρου 10 του ΓΚΠΔ καθώς και του άρθρου 8, παράγραφος 2, του Χάρτη, η πέμπτη, πολλαπλή παράβαση των άρθρων 1, 7, 11 και 21 του Χάρτη και, η έκτη, παράβαση του άρθρου 2 ΣΕΕ.

Α. Επί της πρώτης, της δεύτερης, της τρίτης και της πέμπτης αιτιάσεως, με τις οποίες προβάλλεται πολλαπλή παράβαση της οδηγίας 2000/31, της οδηγίας 2006/123, της οδηγίας 2010/13, του άρθρου 56 ΣΛΕΕ καθώς και των άρθρων 1, 7, 11 και 21 του Χάρτη

84

Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι, καίτοι, στο πλαίσιο της πέμπτης αιτιάσεως, η Επιτροπή προέβαλε, μεταξύ άλλων, παράβαση του άρθρου 21 του Χάρτη, το οποίο κατοχυρώνει τη γενική αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων, η επιχειρηματολογία την οποία προβάλλει προς στήριξη των τριών πρώτων αιτιάσεων επίσης αναφέρεται στην εν λόγω παράβαση, η οποία συμβάλλει, κατ’ αυτήν, στην προβαλλόμενη στο πλαίσιο των τελευταίων αυτών αιτιάσεων παράβαση της οδηγίας 2000/31, της οδηγίας 2006/123, της οδηγίας 2010/13 και του άρθρου 56 ΣΛΕΕ. Συνεπώς, οι αιτιάσεις αυτές πρέπει να εξεταστούν υπό το πρίσμα του συνόλου της επιχειρηματολογίας την οποία προβάλλει η Επιτροπή και η οποία σκοπεί στο να διαπιστωθεί η ύπαρξη άμεσης διάκρισης απαγορευόμενης από το άρθρο 21 του Χάρτη, καθώς και της επιχειρηματολογίας της Ουγγαρίας με την οποία αμφισβητείται η ύπαρξη τέτοιας διάκρισης εν προκειμένω.

1.   Επί της πρώτης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται πολλαπλή παράβαση της οδηγίας 2010/13

85

Η πρώτη αιτίαση περιλαμβάνει τρία σκέλη, εκ των οποίων το πρώτο αφορά παράβαση του άρθρου 6α, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13, το δεύτερο, παράβαση του άρθρου 2 καθώς και του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής και, το τρίτο, παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο ii, της εν λόγω οδηγίας.

α)   Επί της παραβάσεως του άρθρου 6α, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13

1) Επιχειρηματολογία των διαδίκων

86

Με το πρώτο σκέλος της πρώτης αιτιάσεως, η Επιτροπή προσάπτει στην Ουγγαρία ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 6α, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13, βάσει του οποίου τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε να εξασφαλίζουν ότι οι υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων που παρέχονται από παρόχους υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας υπό τη δικαιοδοσία τους, οι οποίες δύνανται να βλάψουν τη σωματική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων, διατίθενται μόνον κατά τέτοιον τρόπο που να διασφαλίζει ότι, υπό κανονικές συνθήκες, οι ανήλικοι ούτε θα τις ακούν ούτε θα τις βλέπουν.

87

Το εν λόγω θεσμικό όργανο επισημαίνει συναφώς, αφενός, ότι, κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης, οι πάροχοι γραμμικών υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας υποχρεούνται να κατατάσσουν τα προγράμματα που μεταδίδουν σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 7 του άρθρου 9 του νόμου αυτού. Κατά το άρθρο 9, παράγραφος 6, του εν λόγω νόμου, η κατάταξη στην κατηγορία V, η οποία περιλαμβάνει τα προγράμματα που χαρακτηρίζονται ως «ακατάλληλ[α] για άτομα κάτω των δεκαοκτώ ετών», ισχύει για τα προγράμματα που ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τη σωματική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων, ιδίως διότι έχουν ως καθοριστικό στοιχείο την προώθηση ή την απεικόνιση της απόκλισης από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, της αλλαγής φύλου ή της ομοφυλοφιλίας. Αφετέρου, το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο d, του ίδιου νόμου προβλέπει ότι πρόγραμμα της κατηγορίας V μπορεί να μεταδίδεται αποκλειστικά και μόνο μεταξύ 22:00 και 5:00.

88

Η Επιτροπή επισημαίνει, στο πλαίσιο αυτό, ότι ο προβλεπόμενος στο άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 6, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης περιορισμός της μετάδοσης δεν εφαρμόζεται σε ορισμένες συγκεκριμένες κατηγορίες προγραμμάτων, ιδίως στις ανακοινώσεις δημόσιου ενδιαφέροντος και στα μηνύματα ευαισθητοποίησης. Κατά το εν λόγω θεσμικό όργανο, μια ανακοίνωση δημόσιου ενδιαφέροντος είναι ένα σύντομο ενημερωτικό βίντεο που προορίζεται να επιστήσει την προσοχή του κοινού σε ένα σημαντικό ζήτημα. Ομοίως, ένα μήνυμα ευαισθητοποίησης θα μπορούσε να εκληφθεί υπό την έννοια ότι υποδηλώνει ένα ανακοινωθέν ή μήνυμα που έχει σχεδιαστεί προς το συμφέρον του κοινού, το οποίο μεταδίδεται χωρίς εμπορικό ενδιαφέρον, για μη διαφημιστικούς σκοπούς, έναντι αμοιβής ή δωρεάν, και το οποίο προορίζεται να επηρεάσει τον τηλεθεατή ή τον ακροατή υπηρεσίας μέσων επικοινωνίας αποβλέποντας στην επίτευξη σκοπού γενικού συμφέροντος.

89

Εντούτοις, το άρθρο 32, παράγραφος 4a, του εν λόγω νόμου αποκλείει ρητώς από τις έννοιες της «ανακοίνωσης δημόσιου ενδιαφέροντος» και του «μηνύματος ευαισθητοποίησης», κατά το άρθρο 9, παράγραφος 1, του νόμου αυτού, τα προγράμματα «τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τη σωματική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων, ιδίως διότι έχουν ως καθοριστικό στοιχείο […] την προώθηση και την απεικόνιση της απόκλισης από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, της αλλαγής φύλου και της ομοφυλοφιλίας». Η πρόσβαση στα προγράμματα που έχουν χαρακτήρα δημόσιας υπηρεσίας περιορίζεται, επομένως, σε μεγάλο βαθμό όσον αφορά τα προγράμματα τα οποία περιλαμβάνουν σκηνές που προωθούν ή απεικονίζουν την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία.

90

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα ανωτέρω μέτρα συνιστούν περιορισμό στην παροχή οπτικοακουστικών υπηρεσιών αντίθετο προς το άρθρο 6α, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13.

91

Κατά το εν λόγω θεσμικό όργανο, ο εν λόγω περιορισμός δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τον σκοπό της πρόληψης τυχόν απειλής για τη σωματική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων, δεδομένου ότι η απλή απεικόνιση της ομοφυλοφιλίας ή του τρόπου ζωής μη ταυτοφυλικών (μη cis) ατόμων δεν βλάπτει την ανάπτυξή τους. Τα μέτρα αυτά ούτε κατάλληλα για την αντιμετώπιση μιας τέτοιας απειλής είναι ούτε αναλογικά, η δε Ουγγαρία δεν απέδειξε την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των επίμαχων περιορισμών και του γενικού συμφέροντος το οποίο επικαλείται.

92

Συναφώς, ελλείψει αποδείξεως δυνητικής βλάβης για τους ανηλίκους, τα κράτη μέλη δεν είναι απολύτως ελεύθερα να ισχυρίζονται ότι ορισμένο περιεχόμενο είναι δυνητικά επιβλαβές. Ούτε το γεγονός ότι το άρθρο 6α, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13 προβαίνει σε ελάχιστη εναρμόνιση, ούτε η αρχή της προφυλάξεως, ούτε η αρχή της επικουρικότητας οδηγούν σε διαφορετικό συμπέρασμα.

93

Η Επιτροπή υποστηρίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι η επιβολή περιορισμού στην παροχή οπτικοακουστικών υπηρεσιών δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να στηριχθεί στο άρθρο 6α, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13 όταν αφορά περιεχόμενο το οποίο συναρτάται συγκεκριμένα με το φύλο ή τον γενετήσιο προσανατολισμό, αφ’ ης στιγμής ένας τέτοιος περιορισμός είναι, ως εκ της φύσεώς του, αντίθετος προς την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων, η οποία αποτελεί γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης κατοχυρωμένη στο άρθρο 21 του Χάρτη. Υπενθυμίζει, σχετικώς, την πάγια νομολογία από την οποία απορρέει ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να στηρίζονται σε ερμηνεία του παράγωγου δικαίου που θα ερχόταν σε σύγκρουση, μεταξύ άλλων, με τα θεμελιώδη δικαιώματα που προασπίζει η έννομη τάξη της Ένωσης.

94

Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η νομολογία η οποία απορρέει από την απόφαση της 27ης Απριλίου 2006, Richards (C‑423/04, EU:C:2006:256, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), και κατά την οποία η οδηγία 2010/13 έχει εφαρμογή και στις διακρίσεις που οφείλονται στην αλλαγή φύλου του ενδιαφερομένου, αφορά επίσης τη διάκριση λόγω της απόκλισης από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση.

95

Ο περιορισμός, πάντως, της μετάδοσης προγραμμάτων που έχουν ως καθοριστικό στοιχείο την προώθηση ή την απεικόνιση της απόκλισης από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, της αλλαγής φύλου ή της ομοφυλοφιλίας συνεπάγεται την εξάλειψη της εμφάνισης στην πράξη, στα προγράμματα αυτά, προσώπων που δεν είναι ταυτοφυλικά άτομα ή προσώπων που δεν είναι ετεροφυλόφιλα άτομα, καθώς και του τρόπου ζωής τους, καίτοι τα πρόσωπα αυτά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος μιας κοινωνίας που χαρακτηρίζεται από την πολυμορφία και τον πλουραλισμό, σύμφωνα με τις αξίες που μνημονεύονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ. Το άρθρο 9, παράγραφος 6, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης εισάγει, επομένως, άμεση διάκριση λόγω φύλου ή γενετήσιου προσανατολισμού, η οποία απαγορεύεται από το άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη.

96

Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ουγγαρία, η διάκριση αυτή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 24, παράγραφος 2, και του άρθρου 14, παράγραφος 3, του Χάρτη.

97

Πρώτον, όσον αφορά το άρθρο 24, παράγραφος 2, του Χάρτη, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προστασία των ανηλίκων έναντι ακατάλληλου για την ηλικία τους περιεχομένου μπορεί να επιτευχθεί και χωρίς να εισάγεται άμεση διάκριση λόγω φύλου και γενετήσιου προσανατολισμού. Επιπλέον, είναι απολύτως δυνατό να παρουσιάζεται η ποικιλομορφία των φύλων με τρόπο κατάλληλο για την ηλικία τους. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι το άρθρο 9, παράγραφος 6, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης δεν αποτελεί αναγκαίο ή κατάλληλο μέσο για τη διαφύλαξη της προστασίας των ανηλίκων.

98

Αντιθέτως, η διαφορετική μεταχείριση λόγω φύλου και γενετήσιου προσανατολισμού στην οποία προβαίνει η διάταξη αυτή είναι ικανή να ευνοήσει το αίσθημα στιγματισμού και αποξένωσης των ατόμων, ιδίως των νέων και των εφήβων των οποίων η σεξουαλική ταυτότητα ή ο γενετήσιος προσανατολισμός δεν ανταποκρίνεται στα «παραδοσιακά κοινωνικά πρότυπα», οι δε περιορισμοί αυτοί προξενούν μεγαλύτερη βλάβη απ’ ό,τι προλαμβάνουν, ιδίως όσον αφορά τους ανηλίκους.

99

Όσον αφορά το εάν είναι κρίσιμη, συναφώς, η νομολογία που απορρέει από την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: ΕΔΔΑ) της 20ής Ιουνίου 2017, Bayev κ.λπ. κατά Ρωσίας (CE:ECHR:2017:0620JUD006766709), όπερ αμφισβητεί η Ουγγαρία, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το ΕΔΔΑ, στην απόφαση αυτή, απέρριψε τον ισχυρισμό ότι η απλή μνεία της ομοφυλοφιλίας ή ένας ανοικτός δημόσιος διάλογος σχετικά με τις σεξουαλικές μειονότητες βλάπτει τα παιδιά ή τους ευάλωτους ενήλικες, υπογραμμίζοντας συγχρόνως τους λόγους για τους οποίους η ενημέρωση και ο διάλογος είναι πράγματι επωφελείς για την κοινωνική συνοχή. Η προστασία των ανηλίκων έναντι του κινδύνου εκμετάλλευσης και διαφθοράς τους λόγω της ευάλωτης κατάστασης στην οποία βρίσκονται δεν μπορεί να περιορίζεται στις σχέσεις μεταξύ προσώπων του ιδίου φύλου. Κατ’ αρχήν, η θετική αυτή υποχρέωση πρέπει να αποτελεί κρίσιμο στοιχείο και για τις σχέσεις μεταξύ προσώπων διαφορετικού φύλου.

100

Το εν λόγω θεσμικό όργανο προσθέτει ότι το ΕΔΔΑ επιβεβαίωσε εκ νέου τη νομολογία αυτή με την απόφαση της 23ης Ιανουαρίου 2023, Macatė κατά Λιθουανίας (CE:ECHR:2023:0123JUD006143519, § 210), στο πλαίσιο της οποίας υπογράμμισε ότι από κανένα επιστημονικό στοιχείο ή κοινωνιολογικό δεδομένο δεν προέκυπτε ότι ένας ανοικτός δημόσιος διάλογος σχετικά με το κοινωνικό καθεστώς των σεξουαλικών μειονοτήτων θα έβλαπτε τα παιδιά και ότι, εφόσον οι ανήλικοι που είναι παρόντες σε διαδηλώσεις υπέρ των δικαιωμάτων των μη ταυτοφυλικών ή των μη ετεροφυλόφιλων ατόμων εκτίθενται στις ιδέες της διαφορετικότητας, της ισότητας και της ανοχής, η υιοθέτηση των απόψεων αυτών δεν μπορεί παρά να ευνοήσει την κοινωνική συνοχή.

101

Εν προκειμένω, όμως, το άρθρο 9, παράγραφος 6, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης συνεπάγεται ότι η απλή απεικόνιση της απόκλισης από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, της αλλαγής φύλου ή της ομοφυλοφιλίας είναι εξίσου επιβλαβής με την αδικαιολόγητη αναπαράσταση σκηνών βίας, πορνογραφίας ή σεξουαλικής δραστηριότητας. Η Ουγγαρία δεν απέδειξε επίσης ότι το να διασφαλίζεται ότι μόνον παιδιά άνω των 18 ετών έχουν πρόσβαση στην απεικόνιση περιεχομένου ή του τρόπου ζωής μη ταυτοφυλικών ατόμων είναι όντως προς το υπέρτερο συμφέρον τους.

102

Δεύτερον, όσον αφορά το άρθρο 14, παράγραφος 3, του Χάρτη, η Επιτροπή αμφισβητεί ότι το άρθρο 9, παράγραφος 6, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης διαφυλάσσει την ελευθερία των γονέων να ανατρέφουν τα παιδιά τους σύμφωνα με τις προσωπικές θρησκευτικές, φιλοσοφικές και παιδαγωγικές πεποιθήσεις τους, η δε Ουγγαρία δεν παρέσχε κάποια πειστική εξήγηση σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο ο περιορισμός αυτός, πολλώ δε μάλλον η απουσία περιορισμών ως προς το περιεχόμενο, θα έθιγε το δικαίωμα των γονέων να ανατρέφουν ελεύθερα τα παιδιά τους.

103

Αφενός, τα δικαιώματα των γονέων βάσει του άρθρου 14, παράγραφος 3, του Χάρτη πρέπει να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 24 αυτού, καθώς και της προστασίας των δικαιωμάτων του παιδιού. Αφετέρου, το εν λόγω άρθρο 14 στηρίζεται στο δικαίωμα στην εκπαίδευση που κατοχυρώνεται στο άρθρο 2 του πρόσθετου πρωτοκόλλου αριθ. 1 της ΕΣΔΑ.

104

Πάντως, το δικαίωμα των γονέων να εξασφαλίζουν την εκπαίδευση και τη μόρφωση των τέκνων τους σύμφωνα με τις θρησκευτικές, φιλοσοφικές και παιδαγωγικές πεποιθήσεις τους, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 14, παράγραφος 3, του Χάρτη, δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι δικαιολογεί τη θέσπιση, από τα κράτη μέλη, νομοθεσίας η οποία θίγει κατά τρόπο εισάγοντα διακρίσεις την ελευθερία έκφρασης και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια των άλλων, συμπεριλαμβανομένων των ανηλίκων.

105

Επιπλέον, από την απόφαση του ΕΔΔΑ της 7ης Δεκεμβρίου 1976, Kjeldsen, Busk Madsen και Pedersen κατά Δανίας (CE:ECHR:1976:1207JUD000509571, § 50), προκύπτει ότι η δεύτερη περίοδος του άρθρου 2 του εν λόγω πρόσθετου πρωτοκόλλου αποσκοπεί στη διασφάλιση της δυνατότητας ύπαρξης πλουραλισμού στην εκπαίδευση, η οποία είναι ουσιώδης για τη διαφύλαξη της «δημοκρατικής κοινωνίας», όπως αυτή γίνεται αντιληπτή στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ.

106

Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 6, καθώς και το άρθρο 32, παράγραφος 4a, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης δεν μπορούν να θεωρηθούν ως «λεπτομερέστερ[οι] ή αυστηρότερ[οι] κανόνες», κατά την έννοια του άρθρου 4 της οδηγίας 2010/13, αφ’ ης στιγμής τέτοιοι λεπτομερέστεροι ή αυστηρότεροι κανόνες επιτρέπονται μόνο στο μέτρο που είναι σύμφωνοι με το δίκαιο της Ένωσης, όπερ δεν συμβαίνει εν προκειμένω.

107

Η Ουγγαρία επισημαίνει, αφενός, ότι, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τη διασυνοριακή τηλεόραση, οι πάροχοι περιεχομένου μέσων ενημέρωσης οφείλουν να μεριμνούν ώστε να μη μεταδίδονται προγράμματα που είναι δυνατόν να βλάψουν τη σωματική, πνευματική και ηθική ανάπτυξη των παιδιών ή των εφήβων όταν αυτά ενδέχεται να τα παρακολουθούν λόγω της ώρας μετάδοσης και προβολής τους. Αφετέρου, οι πάροχοι των υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας φέρουν παρόμοια ευθύνη δυνάμει των διατάξεων της οδηγίας 2010/13. Συγκεκριμένα, το άρθρο 6α και η αιτιολογική σκέψη 60 της οδηγίας αυτής υπογραμμίζουν συγκεκριμένα την αναγκαιότητα και τη σημασία της προστασίας των ανηλίκων, προβλέπουν δε μέτρα προς τούτο.

108

Συναφώς, το εν λόγω κράτος μέλος αμφισβητεί την παραδοχή στην οποία στηρίζεται η συλλογιστική της Επιτροπής και κατά την οποία η λήψη μέτρων βάσει του άρθρου 6α, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προϋποθέτει να διαπιστωθεί εκ των προτέρων ότι το επίμαχο περιεχόμενο των μέσων ενημέρωσης είναι πράγματι επιβλαβές για την ανάπτυξη των ανηλίκων.

109

Συγκεκριμένα, αφ’ ης στιγμής είναι αδύνατο να εκτιμηθεί ο πραγματικός αντίκτυπος του εν λόγω περιεχομένου των μέσων ενημέρωσης, εναπόκειται στα κράτη μέλη να εντοπίσουν, λαμβανομένου υπόψη του ελάχιστου χαρακτήρα της εναρμόνισης στην οποία προβαίνει το άρθρο 6α, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας και σύμφωνα με την αρχή της προφυλάξεως, το περιεχόμενο των μέσων ενημέρωσης, τα στοιχεία των προγραμμάτων ή τον τρόπο παρουσίασης που είναι δυνητικά επιβλαβή για τη σωματική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων. Όσον αφορά την αρχή της προφυλάξεως, η Ουγγαρία επισημαίνει ότι η έννοια της «ανθρώπινης υγείας» περιλαμβάνει την ψυχική υγεία και την υγιή ψυχολογική ανάπτυξη. Είναι, επομένως, δυνατή η επίκληση της αρχής αυτής προς υποστήριξη του ότι δεν υφίστανται αξιόπιστα επιστημονικά στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι το να διατίθεται δυνητικά επιβλαβές περιεχόμενο στους ανηλίκους δεν είναι ικανό να διαταράξει την υγιή ανάπτυξή τους.

110

Ο καθορισμός του εν λόγω περιεχομένου των μέσων ενημέρωσης που κρίνεται επιβλαβές και ο τρόπος με τον οποίο αυτό ερμηνεύεται, που πραγματοποιούνται βάσει των αξιών και των πολιτισμικών και ηθικών αντιλήψεων των κρατών μελών, καθώς και το επίπεδο προστασίας που πρέπει να χορηγηθεί, δεν έχουν, εντούτοις, εναρμονιστεί με την οδηγία αυτή 2010/13 και, ως εκ τούτου, εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών.

111

Εξάλλου, κάθε κράτος μέλος είναι ελεύθερο, δυνάμει της αρχής της επικουρικότητας, να καθορίζει και να προάγει την προστασία των παιδιών και το δικαίωμα των γονέων να ανατρέφουν τα παιδιά τους ανάλογα με τις προσωπικές τους πεποιθήσεις.

112

Πρώτον, όσον αφορά το περιεχόμενο των κανόνων που διέπουν, σε συνάρτηση με την κατηγορία V, την κατάταξη των προγραμμάτων ανάλογα με την ηλικία, η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι το άρθρο 9, παράγραφος 6, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ορισμένο περιεχόμενο κατατάσσεται ανεπιφύλακτα στην κατηγορία αυτή ή ότι το περιεχόμενο αυτό θεωρείται επιβλαβές ή επιζήμιο για τη σωματική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων.

113

Συγκεκριμένα, η κατάταξη ενός προγράμματος στην εν λόγω κατηγορία εξαρτάται από την πλήρωση των σωρευτικών προϋποθέσεων που τίθενται στη διάταξη αυτή. Αφενός, το πρόγραμμα θα πρέπει να είναι ικανό να επηρεάσει αρνητικά τη σωματική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων. Αφετέρου, η αρνητική αυτή επίδραση μπορεί να στοιχειοθετηθεί μόνον εάν τα δυνητικώς ζημιογόνα στοιχεία έχουν καθοριστικό χαρακτήρα στο πλαίσιο του εν λόγω προγράμματος.

114

Στο πλαίσιο αυτό, εκτός εάν η ομοφυλοφιλία ή ο τρόπος ζωής μη ταυτοφυλικών ατόμων αποτελεί το κεντρικό θέμα ενός προγράμματος, η απλή απεικόνισή τους δεν του προσδίδει τέτοιον καθοριστικό χαρακτήρα.

115

Δεύτερον, όσον αφορά το εάν τα επίμαχα μέτρα δικαιολογούνται και είναι αναλογικά, η Ουγγαρία υπενθυμίζει, αφενός, ότι ο θεμελιώδης σκοπός γενικού συμφέροντος τον οποίο επιδιώκουν έγκειται στην προστασία των ανηλίκων από επιβλαβές περιεχόμενο στα μέσα ενημέρωσης του οποίου τις δυνητικές δυσμενείς επιπτώσεις δεν μπορούν να αποτιμήσουν οι ίδιοι.

116

Αφ’ ης στιγμής είναι επιστημονικά αποδεκτό ότι η εκπαίδευση, η κουλτούρα, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και η κοινωνία επιδρούν στην ανάπτυξη της σεξουαλικής ταυτότητας και του γενετήσιου προσανατολισμού, η διδασκαλία, η ενημέρωση και η εκπαίδευση πρέπει να προσαρμόζονται ανάλογα με την ηλικία και τη γνωστική και συναισθηματική ανάπτυξη της εκάστοτε ηλικιακής ομάδας.

117

Αφετέρου, ο περιορισμός που απορρέει από το άρθρο 9, παράγραφος 6, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης δεν οδηγεί στον αποκλεισμό ορισμένων ατόμων ή ορισμένων τρόπων ζωής από τον δημόσιο χώρο και δεν συνεπάγεται, ως εκ τούτου, άμεση διάκριση λόγω γενετήσιου προσανατολισμού ή λόγω σεξουαλικής ταυτότητας. Η Ουγγαρία υπογραμμίζει ότι σκοπός της διάταξης δεν είναι να μην απεικονίζονται στις δημόσιες επικοινωνίες «τα πρόσωπα και οι ζωές» που σχετίζονται με την ομοφυλοφιλία, με την αλλαγή φύλου ή με ταυτότητα η οποία δεν αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση. Ο λόγος ύπαρξής της έγκειται στην προστασία των ανηλίκων, λόγος για τον οποίο δεν επιβάλλεται κανενός είδους περιορισμός ή απαγόρευση στους ενήλικες.

118

Για τον λόγο αυτόν, το εν λόγω κράτος μέλος αμφισβητεί τη λυσιτέλεια της αποφάσεως του ΕΔΔΑ της 20ής Ιουνίου 2017, Bayev κ.λπ. κατά Ρωσίας (CE:ECHR:2017:0620JUD006766709), δεδομένου ότι, σε αντίθεση με την κατάσταση την οποία αφορούσε η απόφαση εκείνη, δεν τίθεται εν προκειμένω ζήτημα ελλείψεως σαφήνειας των ληφθέντων μέτρων. Στο πλαίσιο αυτό, υπογραμμίζει ότι τα επίμαχα μέτρα, και ειδικότερα το άρθρο 9, παράγραφος 6, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης, προσδιορίζουν ρητώς το πεδίο εφαρμογής τους, καλύπτοντας τις σχέσεις οι οποίες, στην καθημερινή ζωή, μπορούν να έχουν αντίκτυπο στην υγιή ανάπτυξη των ανηλίκων, ιδίως όσον αφορά τον χώρο της εκπαίδευσης και των μέσων ενημέρωσης. Όσον αφορά τη λυσιτέλεια της αποφάσεως του ΕΔΔΑ της 23ης Ιανουαρίου 2023, Macatė κατά Λιθουανίας (CE:ECHR:2023:0123JUD006143519), η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι τα ίδια αυτά μέτρα δεν απαγορεύουν γενικώς την απόκτηση αγαθών ή υπηρεσιών που απεικονίζουν ή προωθούν ορισμένο περιεχόμενο, και δεν θίγουν το δικαίωμα των γονέων ή των επιτρόπων να ενημερώνουν τους ανηλίκους για τα ζητήματα αυτά και να συζητούν μαζί τους επ’ αυτών.

119

Πρέπει, επομένως, να ληφθούν υπόψη οι αποφάσεις του ΕΔΔΑ στις οποίες αναγνωρίζονται το υπέρτερο συμφέρον του ανηλίκου καθώς και το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη όταν ρυθμίζουν ευαίσθητα ζητήματα. Χάρη στην αναγνώριση του εν λόγω περιθωρίου εκτιμήσεως, όπως αυτό αποσαφηνίστηκε με την απόφαση του ΕΔΔΑ της 7ης Δεκεμβρίου 1976, Handyside κατά Ηνωμένου Βασιλείου (CE:ECHR:1976:1207JUD000549372, § 48), τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν εάν υφίσταται επιτακτική κοινωνική ανάγκη να περιοριστεί ένα συγκεκριμένο δικαίωμα και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν για την αντιμετώπισή της.

120

Η Ουγγαρία υποστηρίζει, επομένως, ότι ο περιορισμός της μετάδοσης ορισμένων προγραμμάτων τον οποίο εισάγει το άρθρο 9, παράγραφος 6, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης δικαιολογείται από το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού, το οποίο προστατεύεται από το άρθρο 24, παράγραφος 2, του Χάρτη, δεδομένου ότι τέτοια μέτρα προστασίας της παιδικής ηλικίας πρέπει να θεωρούνται ως δικαιολογημένα υπό το πρίσμα της αρχής της προφυλάξεως όταν πρόκειται για περιεχόμενο το οποίο τεκμαίρεται ότι έχει αρνητικό αντίκτυπο στην υγιή ανάπτυξη των ανηλίκων.

121

Κατά την Ουγγαρία, ο περιορισμός αυτός δικαιολογείται επίσης υπό το πρίσμα του άρθρου 14, παράγραφος 3, του Χάρτη. Όπως υποστηρίζει, από τη νομολογία που απορρέει από την απόφαση της 15ης Ιουλίου 2021, WABE και MH Müller Handel (C‑804/18 και C‑341/19,EU:C:2021:594), προκύπτει συναφώς ότι το δικαίωμα των γονέων να εξασφαλίζουν την εκπαίδευση και τη μόρφωση των τέκνων τους σύμφωνα με τις θρησκευτικές, φιλοσοφικές και παιδαγωγικές πεποιθήσεις τους συνιστά αντικειμενικό λόγο ικανό να δικαιολογήσει περιορισμούς στα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη.

122

Η Ουγγαρία προσθέτει ότι τα επίμαχα στο πλαίσιο του υπό κρίση σκέλους της πρώτης αιτιάσεως μέτρα δεν επιβάλλουν γενικό περιορισμό στη μετάδοση περιεχομένου μέσων ενημέρωσης για όλα τα είδη μέσων ενημέρωσης και για όλες τις κοινοτικές και δημόσιες πλατφόρμες, αλλά μόνο για τις γραμμικές υπηρεσίες μέσων επικοινωνίας, ως εκ τούτου δε δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα τον αποκλεισμό ενός θέματος ή ενός προσώπου από τον δημόσιο χώρο.

123

Όσον αφορά την απαγόρευση χαρακτηρισμού του οικείου περιεχομένου ως ανακοίνωσης δημόσιου ενδιαφέροντος και ως μηνύματος ευαισθητοποίησης, σύμφωνα με το άρθρο 32, παράγραφος 4a, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης, η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι τα μηνύματα ευαισθητοποίησης γενικού ενδιαφέροντος αποτελούν μορφή προώθησης, μέσω της διαφήμισης, που εξυπηρετεί την επίτευξη των σκοπών γενικού συμφέροντος ή κοινωνικής πολιτικής τους οποίους επιδιώκουν διάφοροι φορείς ή οργανώσεις, τόσο δημόσιοι όσο και μη κυβερνητικοί. Επομένως, ένα πρόγραμμα το οποίο έχει ως καθοριστικό στοιχείο την παρουσίαση ή την προώθηση δυνητικά επιζήμιου για τους ανηλίκους περιεχομένου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανακοίνωση δημόσιου ενδιαφέροντος ή ως μήνυμα ευαισθητοποίησης. Πάντως, το άρθρο 32, παράγραφος 4a, δεν αποκλείει τον χαρακτηρισμό ως ανακοίνωσης δημόσιου ενδιαφέροντος ή ως μηνύματος ευαισθητοποίησης προγραμμάτων τα οποία απλώς παρουσιάζουν ή προωθούν το επίμαχο περιεχόμενο, χωρίς το περιεχόμενο αυτό να αποτελεί καθοριστικό στοιχείο τους. Κατά τα λοιπά, το άρθρο 32, παράγραφος 4a, δεν προβλέπει γενική απαγόρευση μετάδοσης του εν λόγω περιεχομένου.

2) Εκτίμηση του Δικαστηρίου

124

Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται, αφενός, όπως προκύπτει από τον τίτλο και από την αιτιολογική της σκέψη 11, ότι η οδηγία 2010/13 αποσκοπεί στον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την παροχή υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων, ενόψει της ολοκληρώσεως μιας πραγματικής εσωτερικής αγοράς των συγκεκριμένων υπηρεσιών. Προς τούτο, με την εν λόγω οδηγία θεσπίζεται μια βασική δέσμη συντονισμένων κανόνων οι οποίοι ισχύουν για όλες τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων, ορισμένοι εκ των οποίων, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 18 της οδηγίας αυτής, αφορούν το περιεχόμενο των υπηρεσιών αυτών (απόφαση της 26ης Ιουνίου 2025, Μακελειό και Zougla, C‑555/23 και C‑556/23, EU:C:2025:484, σκέψη 60).

125

Αφετέρου, όπως διαλαμβάνει η αιτιολογική σκέψη 20 της οδηγίας 2018/1808, η οποία τροποποίησε την οδηγία 2010/13 εισάγοντας σε αυτήν το άρθρο 6α, παράγραφος 1, του οποίου την παράβαση προβάλλει η Επιτροπή στο πλαίσιο του πρώτου σκέλους της πρώτης αιτιάσεως, η προσέγγιση αυτή της ελάχιστης εναρμόνισης παρέχει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να αναπτύξουν υψηλότερο βαθμό προστασίας κατά του περιεχομένου που μπορεί να βλάψει τη σωματική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων.

126

Σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο του άρθρου 6α, παράγραφος 1, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε να εξασφαλίζουν ότι οι υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων που παρέχονται από παρόχους υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας υπό τη δικαιοδοσία τους, οι οποίες δύνανται να βλάψουν τη σωματική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων, διατίθενται μόνον κατά τέτοιον τρόπο που να διασφαλίζει ότι, υπό κανονικές συνθήκες, οι ανήλικοι ούτε θα τις ακούν ούτε θα τις βλέπουν. Τα μέτρα αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν επιλογή της ώρας μετάδοσης από τον τηλεοπτικό σταθμό, τα μέσα εξακρίβωσης της ηλικίας ή άλλα τεχνικά μέτρα. Τα μέτρα αυτά πρέπει να είναι αναλογικά ως προς τη δυνητική βλάβη που μπορεί να προκαλέσει το πρόγραμμα.

127

Συναφώς, επισημαίνεται, αφενός, ότι, όπως υπογραμμίστηκε στη σκέψη 125 της παρούσας αποφάσεως, με την προμνησθείσα διάταξη δεν επιδιώκεται πλήρης αλλά ελάχιστη εναρμόνιση. Αφετέρου, ελλείψει εναρμονίσεως, σε επίπεδο Ένωσης, των κανόνων που εφαρμόζονται στην κατάταξη και στη σήμανση των οπτικοακουστικών προγραμμάτων, εναπόκειται στα κράτη μέλη να καθορίσουν το δικό τους προς διασφάλιση επίπεδο προστασίας των ανηλίκων από οπτικοακουστικό περιεχόμενο που μπορεί να βλάψει την ευημερία και την ανάπτυξή τους. Επομένως, τα μέτρα που λαμβάνει ένα κράτος μέλος για να προστατεύσει τους ανηλίκους από οπτικοακουστικό περιεχόμενο δυνάμενο να βλάψει τη σωματική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξή τους δεν ανταποκρίνονται κατ’ ανάγκην σε μια κοινή σε όλα τα κράτη μέλη αντίληψη όσον αφορά το επίπεδο και τις λεπτομέρειες της προστασίας αυτής, δεδομένου ότι η αντίληψη αυτή μπορεί πράγματι να ποικίλλει μεταξύ των κρατών μελών, για λόγους ιδίως ηθικούς ή πολιτισμικούς (πρβλ. αποφάσεις της 19ης Νοεμβρίου 2020, ZW, C‑454/19, EU:C:2020:947, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, καθώς και της 23ης Μαρτίου 2023, Booky.fi, C‑662/21, EU:C:2023:239, σκέψεις 56 και 57).

128

Συνεπώς, όπως υποστηρίζει η Ουγγαρία, τα κράτη μέλη διαθέτουν, όταν εφαρμόζουν το άρθρο 6α, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13, περιθώριο εκτιμήσεως προκειμένου να καθορίσουν τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων που παρέχονται από παρόχους υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας υπό τη δικαιοδοσία τους, οι οποίες δύνανται να βλάψουν τη σωματική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων (πρβλ. απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2020, Vivendi, C‑719/18, EU:C:2020:627, σκέψη 47), υπό την επιφύλαξη, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, να είναι τα μέτρα που λαμβάνουν επί τη βάσει αυτή αναλογικά ως προς τη δυνητική βλάβη που μπορεί να προκαλέσει το οικείο πρόγραμμα. Η τελευταία αυτή απαίτηση προϋποθέτει ότι τα μέτρα αυτά δεν βαίνουν πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο για την προστασία της σωματικής, πνευματικής ή ηθικής ανάπτυξης των ανηλίκων και δεν είναι υπέρμετρα σε σχέση με τον εν λόγω σκοπό (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2024, Network One Distribution, C‑506/23, EU:C:2024:1003, σκέψη 35 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

129

Επιπλέον, κατά πάγια νομολογία, οι επιταγές που απορρέουν από την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων δεσμεύουν τα κράτη μέλη όταν αυτά εφαρμόζουν κανονιστικές ρυθμίσεις της Ένωσης και, συνεπώς, τα κράτη μέλη οφείλουν να εφαρμόζουν τις ρυθμίσεις αυτές κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στις εν λόγω επιταγές. Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη μέλη πρέπει μεταξύ άλλων να μεριμνούν ώστε να μην ερμηνεύουν τις διατάξεις του παράγωγου δικαίου κατά τρόπο αντίθετο προς τα εν λόγω θεμελιώδη δικαιώματα (πρβλ. αποφάσεις της 26ης Ιουνίου 2007, Ordre des barreaux francophones et germanophone κ.λπ., C‑305/05, EU:C:2007:383, σκέψη 28, της 29ης Απριλίου 2015, Léger, C‑528/13, EU:C:2015:288, σκέψη 41, και της 3ης Ιουνίου 2025, Kinsa, C‑460/23, EU:C:2025:392, σκέψη 69 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

130

Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης πρέπει να ερμηνεύονται με γνώμονα τα θεμελιώδη δικαιώματα, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των γενικών αρχών του δικαίου της Ένωσης των οποίων την τήρηση διασφαλίζει το Δικαστήριο και τα οποία έχουν πλέον κατοχυρωθεί με τον Χάρτη (αποφάσεις της 13ης Μαΐου 2014, Google Spain και Google, C‑131/12, EU:C:2014:317, σκέψη 68, της 25ης Μαΐου 2016, Meroni, C‑559/14, EU:C:2016:349, σκέψη 45, και της 21ης Δεκεμβρίου 2021, Bank Melli Iran, C‑124/20, EU:C:2021:1035, σκέψη 70).

131

Επομένως, όταν λαμβάνουν μέτρα δυνάμει του άρθρου 6α, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να παραβιάζουν, μεταξύ άλλων, την απαγόρευση κάθε διάκρισης λόγω φύλου ή γενετήσιου προσανατολισμού, την οποία καθιερώνει το άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη, καθόσον η εν λόγω απαγόρευση έχει επιτακτικό χαρακτήρα ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης (απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 2025, Wojewoda Mazowiecki, C‑713/23, EU:C:2025:917, σκέψη 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Η γενική αυτή αρχή αντίκειται ιδίως στο να επιφυλάσσεται σε όμοιες καταστάσεις διαφορετική μεταχείριση όταν η διαφορετική αυτή μεταχείριση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί αντικειμενικά (πρβλ. απόφαση της 1ης Μαρτίου 2011, Association belge des Consommateurs Test-Achats κ.λπ., C‑236/09, EU:C:2011:100, σκέψη 28 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

132

Συναφώς, διευκρινίζεται ότι η ύπαρξη απαγορευόμενης δυσμενούς διάκρισης μπορεί να απορρέει, μεταξύ άλλων, από τον προσβλητικό και/ή απαξιωτικό χαρακτήρα εθνικών διατάξεων έναντι των ενδιαφερόμενων προσώπων (βλ., όσον αφορά τη δυσμενή διάκριση λόγω εθνοτικής καταγωγής, απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Slagelse Almennyttige Boligselskab, Afdeling Schackenborgvænge, C‑417/23, EU:C:2025:1017, σκέψη 126 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

133

Όσον αφορά ειδικότερα τη διάκριση λόγω φύλου, κατά πάγια νομολογία, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι σ’ αυτήν εμπίπτουν μόνον οι διακρίσεις που οφείλονται στο γεγονός ότι το πρόσωπο το οποίο υφίσταται τη διάκριση ανήκει στο ένα ή στο άλλο φύλο. Λαμβανομένων υπόψη του σκοπού του άρθρου 21, παράγραφος 1, του Χάρτη και της φύσης των δικαιωμάτων στην προστασία των οποίων αποσκοπεί, αυτό έχει εφαρμογή όχι μόνο στις διακρίσεις που οφείλονται στην αλλαγή φύλου του ενδιαφερομένου, δηλαδή σε εγχείρηση επαναπροσδιορισμού φύλου, αλλά και στη διάκριση που βασίζεται στην απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση [πρβλ. και κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 27ης Απριλίου 2006, Richards, C‑423/04, EU:C:2006:256, σκέψη 24, της 26ης Ιουνίου 2018, MB (Αλλαγή φύλου και σύνταξη γήρατος), C‑451/16, EU:C:2018:492, σκέψη 35, και της 9ης Ιανουαρίου 2025, Mousse, C‑394/23, EU:C:2025:2, σκέψη 62 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

134

Εν προκειμένω, το άρθρο 9, παράγραφος 6, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο d, του νόμου αυτού, προβλέπει ότι στην κατηγορία V κατατάσσονται, και ως εκ τούτου μπορούν να μεταδίδονται μόνο μεταξύ των ωρών 22:00 και 05:00, τα προγράμματα τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου και τα οποία έχουν ως καθοριστικό στοιχείο ότι προωθούν ή απεικονίζουν την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία. Το άρθρο 32, παράγραφος 4a, του ίδιου νόμου προβλέπει επίσης ότι τέτοιου είδους προγράμματα δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως ανακοινώσεις δημόσιου ενδιαφέροντος ή μηνύματα ευαισθητοποίησης, ώστε να είναι δυνατό να μην εμπίπτουν, επί τη βάσει αυτή, στον περιορισμό που απορρέει από το άρθρο 9, παράγραφος 6. Η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι τέτοια μέτρα επιδιώκουν τον σκοπό της προστασίας της σωματικής, πνευματικής ή ηθικής ανάπτυξης των ανηλίκων καθώς και του δικαιώματος των γονέων να ανατρέφουν τα τέκνα τους σύμφωνα με τις προσωπικές τους πεποιθήσεις.

135

Διαπιστώνεται ωστόσο ότι οι εν λόγω διατάξεις του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης εισάγουν διαφοροποίηση άμεσα στηριζόμενη στο φύλο και τον γενετήσιο προσανατολισμό, καθόσον με βάση αυτές τα συγκεκριμένα ωράρια μετάδοσης ισχύουν μόνο για τα συγκεκριμένα προγράμματα, και όχι για τα προγράμματα των οποίων καθοριστικό στοιχείο είναι η προώθηση ή η απεικόνιση της σεξουαλικής ταυτότητας και του γενετήσιου προσανατολισμού ταυτοφυλικών και ετεροφυλόφιλων ατόμων. Η ανωτέρω διαφορετική μεταχείριση συνιστά, επομένως, διάκριση η οποία κατ’ αρχήν απαγορεύεται από το άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη.

136

Καθόσον βασίζονται αποκλειστικώς και μόνο σε εκτιμήσεις που σχετίζονται με την ταυτότητα και τον γενετήσιο προσανατολισμό που απεικονίζονται στα εν λόγω προγράμματα, οι εν λόγω διατάξεις στηρίζονται επίσης στην παραδοχή ότι κάθε είδους απεικόνιση ή προώθηση της απόκλισης από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, της αλλαγής φύλου ή της ομοφυλοφιλίας, ανεξαρτήτως του συγκεκριμένου περιεχομένου της, είναι ικανή να θίξει το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού, γεγονός που αναδεικνύει μια προτίμηση για ορισμένες ταυτότητες και ορισμένο γενετήσιο προσανατολισμό εις βάρος άλλων, λειτουργεί δε, επομένως, στιγματιστικά έναντι των τελευταίων (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση του ΕΔΔΑ της 23ης Ιανουαρίου 2023, Macatė κατά Λιθουανίας, CE:ECHR:2001:0123JUD006143519, § 214 έως 216).

137

Δεν μπορεί να ευδοκιμήσει στο πλαίσιο αυτό το επιχείρημα της Ουγγαρίας ότι το άρθρο 9, παράγραφος 6, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο d, καθώς και το άρθρο 32, παράγραφος 4a, του νόμου αυτού, δεν απαγορεύουν γενικώς τη μετάδοση των προγραμμάτων τα οποία αφορούν.

138

Συγκεκριμένα, διευκρινίζεται ότι το άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη απαγορεύει «κάθε» διάκριση, μεταξύ άλλων, λόγω φύλου ή γενετήσιου προσανατολισμού.

139

Επιπλέον, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ουγγαρία, η διάκριση που απορρέει από τις επίμαχες διατάξεις δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε μέσω της προώθησης του υπέρτερου συμφέροντος του παιδιού, βάσει του άρθρου 24, παράγραφος 2 του Χάρτη, ούτε λόγω του δικαιώματος των γονέων να εξασφαλίζουν την εκπαίδευση και τη μόρφωση των τέκνων τους σύμφωνα με τις θρησκευτικές, φιλοσοφικές και παιδαγωγικές πεποιθήσεις τους, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 14, παράγραφος 3, του Χάρτη.

140

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων.

141

Εν προκειμένω, όμως, λαμβανομένων υπόψη των εκτιμήσεων που εκτίθενται στη σκέψη 136 της παρούσας αποφάσεως, διαπιστώνεται ότι οι σχετικές εθνικές διατάξεις, καθόσον στηρίζονται στην παραδοχή ότι κάθε απεικόνιση ή προώθηση της απόκλισης από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, της αλλαγής φύλου ή της ομοφυλοφιλίας, ανεξαρτήτως του συγκεκριμένου περιεχομένου της, είναι ικανή να θίξει το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού, και καθόσον αναδεικνύουν κατ’ αυτόν τον τρόπο μια προτίμηση για ορισμένες ταυτότητες και ορισμένο γενετήσιο προσανατολισμό εις βάρος άλλων, λειτουργώντας συνεπώς στιγματιστικά έναντι των τελευταίων, προδήλως αντίκεινται στις επιταγές που απορρέουν, εντός πλουραλιστικής κοινωνίας, από την απαγόρευση της διάκρισης λόγω φύλου και γενετήσιου προσανατολισμού, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη, θίγουν δε, επομένως, το βασικό περιεχόμενο της συγκεκριμένης διάταξης.

142

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 52, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, του Χάρτη, η προσβολή του βασικού περιεχομένου δικαιώματος που κατοχυρώνεται από τον Χάρτη επ’ ουδενί μπορεί να δικαιολογηθεί (πρβλ. αποφάσεις της 26ης Σεπτεμβρίου 2024, Ordre des avocats du Barreau de Luxembourg, C‑432/23, EU:C:2024:791, σκέψη 74, και της 13ης Μαρτίου 2025, Deldits, C‑247/23, EU:C:2025:172, σκέψεις 45 και 50).

143

Επιπροσθέτως, όσον αφορά, πρώτον, την αντλούμενη από το άρθρο 24, παράγραφος 2, του Χάρτη επιχειρηματολογία της Ουγγαρίας, υπενθυμίζεται ότι η διάταξη αυτή επιβεβαιώνει τον θεμελιώδη χαρακτήρα των δικαιωμάτων του παιδιού [πρβλ. απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Επιστροφή ασυνόδευτου ανηλίκου), C‑441/19, EU:C:2021:9, σκέψη 45].

144

Όπως υποστηρίζει η Ουγγαρία, τα κράτη μέλη οφείλουν βεβαίως, όταν εφαρμόζουν το άρθρο 6α, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13, να λαμβάνουν υπόψη το άρθρο 24 του Χάρτη, το οποίο προβλέπει, στην παράγραφο 1, ότι τα παιδιά έχουν, μεταξύ άλλων, δικαίωμα στην προστασία που απαιτείται για την καλή διαβίωσή τους και, στην παράγραφο 2, ότι, σε όλες τις πράξεις που αφορούν τα παιδιά, μεταξύ άλλων εκείνες που επιχειρούνται από τις δημόσιες αρχές, πρωταρχική σημασία πρέπει να δίνεται στο υπέρτατο συμφέρον του παιδιού, απαιτήσεις οι οποίες αντικατοπτρίζονται στον επιδιωκόμενο από την οδηγία αυτή σκοπό, ο οποίος συνίσταται, όπως προκύπτει από τις αιτιολογικές της σκέψεις 60 και 104, στην εξασφάλιση υψηλού βαθμού προστασίας της φυσικής, πνευματικής και ηθικής ανάπτυξης των ανηλίκων.

145

Στα κράτη μέλη απόκειται, επομένως, να εκτιμήσουν, κατά την εφαρμογή του ανωτέρω άρθρου, εάν τα προγράμματα των παρόχων υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους είναι ακατάλληλα για όλους τους ανηλίκους ή για κάποιες κατηγορίες ανηλίκων, με γνώμονα τον ιδιαίτερο βαθμό ευαισθησίας που απορρέει από την ηλικία τους καθώς και το γεγονός ότι δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί η φυσική, πνευματική η ηθική ανάπτυξή τους.

146

Γεγονός παραμένει, ωστόσο, ότι οι ανήλικοι μπορούν να προστατευθούν επαρκώς από την έκθεση σε προγράμματα ακατάλληλα για την ηλικία τους, χωρίς να εισάγεται συναφώς άμεση διάκριση λόγω φύλου και γενετήσιου προσανατολισμού όπως αυτή που απορρέει, εν προκειμένω, από το άρθρο 9, παράγραφος 6, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο d, καθώς και από το άρθρο 32, παράγραφος 4a, του νόμου αυτού.

147

Πράγματι, το γεγονός και μόνον ότι ορισμένο περιεχόμενο προωθεί η απεικονίζει την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία δεν αρκεί, από μόνον του, προς απόδειξη του δυνητικά επιβλαβούς χαρακτήρα του περιεχομένου αυτού.

148

Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ουγγαρία, το ανωτέρω συμπέρασμα δεν κλονίζεται από το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη προκειμένου να προστατεύουν τους ανήλικους έναντι ακατάλληλων γι’ αυτούς υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, το οποίο υπομνήσθηκε στη σκέψη 128 της παρούσας αποφάσεως, αφού η άσκηση του περιθωρίου αυτού εκτιμήσεως υπόκειται, κατ’ εφαρμογήν της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 129 της ίδιας αποφάσεως, στον σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη.

149

Όσον αφορά, δεύτερον, την αντλούμενη από το άρθρο 14, παράγραφος 3, του Χάρτη επιχειρηματολογία της Ουγγαρίας, από τις επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη προκύπτει ότι το άρθρο 14 εμπνέεται τόσο από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών όσο και από το άρθρο 2 του πρόσθετου πρωτοκόλλου αριθ. 1 της ΕΣΔΑ, κατά το οποίο, αφενός, «[ο]υδείς δύναται να στερηθή του δικαιώματος όπως εκπαιδευθή» και, αφετέρου, «[π]αν Κράτος εν τη ασκήσει των αναλαμβανομένων υπ’ αυτού καθηκόντων επί του πεδίου της μορφώσεως και της εκπαιδεύσεως θα σέβεται το δικαίωμα των γονέων όπως εξασφαλίζωσι την μόρφωσιν και εκπαίδευσιν ταύτην συμφώνως προς τας ιδίας αυτών θρησκευτικάς και φιλοσοφικάς πεποιθήσεις». Από τις επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη προκύπτει επίσης ότι το κατοχυρούμενο στο άρθρο 14, παράγραφος 3, του Χάρτη δικαίωμα των γονέων πρέπει να ερμηνεύεται σε σχέση με τις διατάξεις του άρθρου 24 αυτού.

150

Από τη σχετική με το άρθρο 2 του πρόσθετου πρωτοκόλλου αριθ. 1 της ΕΣΔΑ νομολογία του ΕΔΔΑ συνάγεται εξάλλου ότι το δικαίωμα των γονέων, που αναφέρεται στη δεύτερη περίοδο του άρθρου 2, συναρτάται μεν με το θεμελιώδες δικαίωμα στην εκπαίδευση, η δεύτερη όμως αυτή περίοδος αποσκοπεί ιδίως στη διασφάλιση της δυνατότητας ύπαρξης πλουραλισμού στην εκπαίδευση, η οποία είναι ουσιώδης για τη διαφύλαξη της «δημοκρατικής κοινωνίας», όπως αυτή γίνεται αντιληπτή στο πλαίσιο της ΕΣΔΑ [αποφάσεις του ΕΔΔΑ της 7ης Δεκεμβρίου 1976, Kjeldsen, Busk Madsen και Pedersen κατά Δανίας, CE:ECHR:1976:1207JUD000509571, § 50, και της 25ης Ιουνίου 2024, Ουκρανία κατά Ρωσίας (Κριμαία) CE:ECHR:2024:0625JUD002095814, § 138].

151

Όσον αφορά την έννοια του «πλουραλισμού στην εκπαίδευση» κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, υπογραμμίζεται ότι από αυτήν απορρέει επίσης ότι «δεν θα ήταν ρεαλιστικό να αναμένεται να δίνεται συστηματικά προτεραιότητα στις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις των γονέων ανεξάρτητα από την κατάσταση που επικρατεί, ιδίως εκτός του σχολείου». Το ΕΔΔΑ έχει υπενθυμίσει, στο πλαίσιο αυτό, ότι «η [ΕΣΔΑ] δεν εγγυάται το δικαίωμα του ατόμου να μην έλθει αντιμέτωπο με απόψεις που είναι αντίθετες προς τις προσωπικές του πεποιθήσεις». Επομένως, «[σ]ε τομείς τόσο ευαίσθητους όπως ο δημόσιος διάλογος σχετικά με τη σεξουαλική αγωγή, όπου πρέπει να επέρχεται εξισορρόπηση μεταξύ των απόψεων των γονέων, της εκπαιδευτικής πολιτικής και του δικαιώματος των τρίτων στην ελευθερία έκφρασης, οι αρχές είναι αναγκασμένες να κάνουν χρήση των κριτηρίων της αντικειμενικότητας, του πλουραλισμού, της επιστημονικής ακρίβειας και, in fine, της ωφελιμότητας ορισμένου είδους πληροφοριών για το νεανικό κοινό» (απόφαση του ΕΔΔΑ της 20ής Ιουνίου 2017, Bayev κ.λπ. κατά Ρωσίας, CE:ECHR:2017:0620JUD006766709, § 81 και 82).

152

Όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, η γενική εισαγγελέας στο σημείο 127 των προτάσεών της, το δικαίωμα των γονέων να εξασφαλίζουν την εκπαίδευση και τη μόρφωση των τέκνων τους σύμφωνα με τις πεποιθήσεις τους, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 14, παράγραφος 3, του Χάρτη, συνιστά επομένως απόρροια του δικαιώματος στην εκπαίδευση, κατά την έννοια του άρθρου 14, ούτως ώστε να είναι σε θέση να εξασφαλίζουν οι γονείς την εκπαίδευση και τη μόρφωση των τέκνων τους σύμφωνα με τις θρησκευτικές, φιλοσοφικές και παιδαγωγικές πεποιθήσεις τους.

153

Τούτου λεχθέντος, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ουγγαρία, το δικαίωμα των γονέων να εξασφαλίζουν την εκπαίδευση και τη μόρφωση των τέκνων τους σύμφωνα με τις πεποιθήσεις τους δεν μπορεί να εκληφθεί υπό την έννοια ότι είναι ικανό να δικαιολογήσει, γενικώς, τη δυνατότητα λήψης, από κράτος μέλος, μέτρων τα οποία συνιστούν άμεση διάκριση λόγω φύλου ή γενετήσιου προσανατολισμού κατά τρόπον ώστε να περιορίζεται η μετάδοση, στη δημόσια σφαίρα, περιεχομένου χαρακτηριζόμενου από το γεγονός και μόνον ότι προωθεί ή απεικονίζει την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία. Ο ανωτέρω περιορισμός στη μετάδοση είναι, αντιθέτως, ικανός να στερήσει από τους γονείς την ελευθερία επιλογής που διαθέτουν όσον αφορά την εκπαίδευση και τη μόρφωση των τέκνων τους.

154

Επιπλέον, το γεγονός και μόνον ότι καθοριστικό στοιχείο των προγραμμάτων που μεταδίδονται από παρόχους γραμμικών υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας είναι η προώθηση ή η απεικόνιση της απόκλισης από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, της αλλαγής φύλου ή της ομοφυλοφιλίας, υπό την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 6, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης, ουδόλως σημαίνει ότι οι γονείς δεν μπορούν να ασκήσουν έναντι των παιδιών τους την ευθύνη που φέρουν ως εκπαιδευτές ή να τα κατευθύνουν προς μια κατεύθυνση που να συνάδει με τις θρησκευτικές ή φιλοσοφικές πεποιθήσεις που οι ίδιοι ασπάζονται.

155

Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, το άρθρο 9, παράγραφος 6, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο d, του νόμου αυτού, καθώς και το άρθρο 32, παράγραφος 4a, του νόμου αυτού, δεν μπορούν να λογιστούν ως κατάλληλα μέτρα, υπό την έννοια του άρθρου 6α, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13, ερμηνευόμενου υπό το πρίσμα του άρθρου 21 του Χάρτη, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων οι οποίες παρέχονται από παρόχους υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας υπό τη δικαιοδοσία της Ουγγαρίας και οι οποίες ενδέχεται να βλάψουν τη σωματική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων διατίθενται μόνον κατά τέτοιον τρόπο που να διασφαλίζει ότι, υπό κανονικές συνθήκες, οι ανήλικοι ούτε θα τις ακούν ούτε θα τις βλέπουν.

156

Το ανωτέρω συμπέρασμα δεν αναιρείται από την αρχή της προφυλάξεως την οποία επικαλείται η Ουγγαρία, αφού η εν λόγω αρχή δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, ικανή να δικαιολογήσει τη λήψη, κατά παραβίαση της προβλεπόμενης στο άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη απαγόρευσης, μέτρων τα οποία συνιστούν άμεση διάκριση λόγω φύλου και γενετήσιου προσανατολισμού.

157

Κατά μείζονα δε λόγο το εν λόγω συμπέρασμα δεν μπορεί να τεθεί εν αμφιβόλω κατ’ εφαρμογήν της αρχής της επικουρικότητας την οποία επικαλείται η Ουγγαρία, αφ’ ης στιγμής, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, το εν λόγω κράτος μέλος δεν αμφισβήτησε, διά της ασκήσεως της προβλεπόμενης στο άρθρο 263 ΣΛΕΕ προσφυγής ακυρώσεως, τη νομιμότητα του άρθρου 6α, παράγραφος 1, βάσει της αρχής αυτής προκειμένου να απόσχει από την εφαρμογή της συγκεκριμένης διάταξης.

158

Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι το άρθρο 9, παράγραφος 6, για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο d, του νόμου αυτού, όπως και το άρθρο 32, παράγραφος 4a, του εν λόγω νόμου, δεν μπορούν να συνιστούν μέτρα που πληρούν τις απαιτήσεις οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 6α, παράγραφος 1, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 21, παράγραφος 1, του Χάρτη.

159

Επιπλέον, διαπιστώνεται, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι το άρθρο 9, παράγραφος 6, για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο d, του νόμου αυτού, καθώς και το άρθρο 32, παράγραφος 4a, του εν λόγω νόμου, δεν μπορούν ούτε να θεωρηθούν ως λεπτομερέστεροι ή αυστηρότεροι κανόνες, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13.

160

Πράγματι, κατά το γράμμα της τελευταίας ως άνω διάταξης, ερμηνευόμενης υπό το πρίσμα των αιτιολογικών σκέψεων 41 και 83 της οδηγίας αυτής, προς διασφάλιση της πλήρους και προσήκουσας προστασίας των συμφερόντων των καταναλωτών, ήτοι των τηλεθεατών, τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια, όσον αφορά τους παρόχους υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους, να προβλέπουν λεπτομερέστερους ή αυστηρότερους κανόνες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, διαφορετικές προϋποθέσεις, στους τομείς που καλύπτει η οδηγία αυτή, υπό τον όρον ότι οι εν λόγω κανόνες συνάδουν προς το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, προς τις γενικές αρχές του (πρβλ. απόφαση της 26ης Ιουνίου 2025, Μακελειό και Zougla, C‑555/23 και C‑556/23, EU:C:2025:484, σκέψη 77 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

161

Επομένως, καίτοι το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13 επιτρέπει στα κράτη μέλη να προβλέπουν λεπτομερέστερους ή αυστηρότερους κανόνες στους τομείς που συντονίζονται από την οδηγία, οι κανόνες αυτοί πρέπει, κατ’ εφαρμογήν της εν λόγω διάταξης, να είναι σύμφωνοι με το δίκαιο της Ένωσης και, ιδίως, με τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη.

162

Πάντως, αφ’ ης στιγμής από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το άρθρο 9, παράγραφος 6, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο d, του νόμου αυτού, καθώς και το άρθρο 32, παράγραφος 4a, του εν λόγω νόμου, αντιβαίνουν προς το βασικό περιεχόμενο του άρθρου 21, παράγραφος 1, του Χάρτη, οι συγκεκριμένες διατάξεις της ουγγρικής νομοθεσίας δεν μπορούν, εν πάση περιπτώσει, να θεωρηθούν ως λεπτομερέστεροι ή αυστηρότεροι κανόνες, κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13.

163

Υπό τις συνθήκες αυτές, συνάγεται το συμπέρασμα ότι το πρώτο σκέλος της πρώτης αιτιάσεως είναι βάσιμο.

β)   Επί της παραβάσεως του άρθρου 2 και του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13

1) Επιχειρηματολογία των διαδίκων

164

Με το δεύτερο σκέλος της πρώτης αιτιάσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Ουγγαρία παραβίασε την αρχή της χώρας προέλευσης, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 2 και στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13.

165

Επισημαίνει ότι το άρθρο 179, παράγραφος 2, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης, το οποίο υποχρεώνει το Συμβούλιο Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας, σε περίπτωση που ανακύψει πρόβλημα σε σχέση με τις διατάξεις του νόμου αυτού, να ζητήσει την εφαρμογή αποτελεσματικού μέτρου από το κράτος μέλος στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται ο οικείος πάροχος υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας, καθώς και να ζητήσει από το αρμόδιο κράτος μέλος να παρέμβει προκειμένου να παύσουν οι παραβάσεις τις οποίες επισήμανε το Συμβούλιο, συνεπάγεται περιορισμό της ελευθερίας λήψεως, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13.

166

Πρώτον, η Επιτροπή διατείνεται ότι το άρθρο 179, παράγραφος 2, τροποποιεί, κατ’ ουσίαν, την αρχή της χώρας προέλευσης, καθόσον θεσπίζει μηχανισμό με τον οποίο το κράτος μέλος προορισμού τείνει να υποχρεώσει το κράτος μέλος προέλευσης να διασφαλίσει την τήρηση των κανόνων του κράτους μέλους προορισμού υπό προϋποθέσεις διαφορετικές από εκείνες που προβλέπονται στην εν λόγω οδηγία.

167

Βεβαίως, το άρθρο 3, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας παρέχει ένα νομικό πλαίσιο που επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν κατ’ εξαίρεση από την ελευθερία λήψεως οπτικοακουστικών υπηρεσιών προερχόμενων από άλλα κράτη μέλη. Ωστόσο, ένα κράτος μέλος δεν δύναται να θεσπίσει μια ειδική, παράλληλα υφιστάμενη διάταξη στο εθνικό του δίκαιο με σκοπό να επεκτείνει τους δικούς του κανόνες στους παρόχους υπηρεσιών που υπάγονται στη δικαιοδοσία άλλου κράτους μέλους και να εφαρμόσει χαμηλότερο όριο παρέμβασης από αυτό που προβλέπεται στην εν λόγω διάταξη.

168

Ούτε μπορεί η γενική υποχρέωση του Συμβουλίου Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας, δυνάμει του άρθρου 179, παράγραφος 2, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης, να θεωρηθεί βασίμως ως εμπίπτουσα στην έννοια των «λεπτομερέστερων ή αυστηρότερων κανόνων», κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν από την υποχρέωση συμμόρφωσης προς τις διατάξεις που έχουν εναρμονιστεί με την οδηγία αυτή. Επιπλέον, το εν λόγω άρθρο 4, παράγραφος 1, απαιτεί κατά περίπτωση ανάλυση, ενώ το άρθρο 179, παράγραφος 2, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης θεσπίζει γενική υποχρέωση του Συμβουλίου Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας.

169

Η Επιτροπή προσθέτει ότι, στο μέτρο που η υποχρέωση του Συμβουλίου Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας προς ενέργεια, βάσει του άρθρου 179, παράγραφος 2, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης, καταλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις περιπτώσεις προβλημάτων που διαπιστώνονται όσον αφορά την κατάταξη προγραμμάτων κατά τρόπο σύμφωνο με το άρθρο 9, παράγραφος 6, του νόμου αυτού, η εν λόγω υποχρέωση βασίζεται σε κριτήρια εισάγοντα διακρίσεις, για τον ίδιο λόγο με εκείνον που εκτέθηκε στη σκέψη 93 της παρούσας αποφάσεως. Το εν λόγω θεσμικό όργανο διευκρινίζει συναφώς ότι οι ουγγρικές αρχές έχουν ήδη εφαρμόσει σε πολλές περιπτώσεις το άρθρο 179, παράγραφος 2, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης.

170

Δεύτερον, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η επιβολή των κυρώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 187, παράγραφος 3, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης, σε περίπτωση που ο πάροχος υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας δεν συμμορφωθεί με το αίτημα του Συμβουλίου Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας εντός προθεσμίας δύο μηνών, σύμφωνα με το άρθρο 179, παράγραφος 4, του νόμου, ενδέχεται να περιορίζει την ελευθερία λήψεως και αναμετάδοσης που προβλέπεται στην οδηγία 2010/13, υπό περιστάσεις οι οποίες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής.

171

Τρίτον, όσον αφορά το επιχείρημα της Ουγγαρίας που αντλείται από το φερόμενο περιθώριο εκτιμήσεως των κρατών μελών όπως απορρέει από την απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2011, Mesopotamia Broadcast και Roj TV (C‑244/10 και C‑245/10, EU:C:2011:607), η Επιτροπή επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη απόφαση αφορά ερμηνεία της οδηγίας 89/552, ενώ τα επίμαχα εν προκειμένω εθνικά μέτρα εμπίπτουν στον τομέα που συντονίζει η οδηγία 2010/13, ως εκ τούτου δε τυγχάνει εφαρμοστέα η αρχή της χώρας προέλευσης.

172

Το Δικαστήριο διευκρίνισε, στη σκέψη 53 της εν λόγω αποφάσεως, ότι τέτοιου είδους μέτρα πρέπει να τηρούν την απαίτηση περί μη παρακώλυσης της αναμετάδοσης αυτής καθεαυτήν στο έδαφος του κράτους μέλους λήψεως των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών που ο ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός πραγματοποίησε από άλλο κράτος μέλος. Ωστόσο, η απαίτηση αυτή δεν πληρούται εν προκειμένω, δεδομένου ότι είναι δυνατό να επιβληθούν κυρώσεις εις βάρος των παρόχων υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας, συμπεριλαμβανομένων των διασυνοριακών παρόχων υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας.

173

Η Ουγγαρία αντιτείνει ότι δεν παραβιάζεται η αρχή της χώρας προέλευσης την οποία εγγυάται η οδηγία 2010/13.

174

Πρώτον, η νομική βάση της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 179 του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης δεν είναι το άρθρο 3 αλλά το άρθρο 4 της οδηγίας αυτής. Το εν λόγω άρθρο 179 περιέχει διατάξεις που καθιστούν δυνατή την καταπολέμηση των αποπειρών καταστρατήγησης των κανόνων που προβλέπονται στον νόμο για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης από παρόχους υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας οι οποίοι δεν είναι εγκατεστημένοι στην Ουγγαρία, αλλά προορίζουν το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος των υπηρεσιών τους για το ουγγρικό έδαφος.

175

Δεύτερον, ο τροποποιητικός νόμος δεν εισήγαγε στον νόμο για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης νέο άρθρο 179, παράγραφος 2, αλλά απλώς τροποποίησε τη διάταξη αυτή, διευκρινίζοντας ότι το Συμβούλιο Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας έχει την υποχρέωση να ζητήσει από το αρμόδιο κράτος μέλος να λάβει αποτελεσματικά μέτρα όταν πάροχος υπηρεσιών μη υπαγόμενος στη δικαιοδοσία της Ουγγαρίας έχει διαπράξει παράβαση.

176

Το άρθρο 179, παράγραφος 2, συνιστά, επομένως, εφαρμογή μηχανισμού καλόπιστης συνεργασίας για την εξεύρεση αμοιβαία ικανοποιητικής λύσης, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2010/13.

177

Τρίτον, από την απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2011, Mesopotamia Broadcast και Roj TV (C‑244/10 και C‑245/10, EU:C:2011:607, σκέψη 37), προκύπτει ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν ορισμένο περιθώριο ελιγμών, για λόγους δημόσιας τάξης, χρηστών ηθών ή δημόσιας ασφάλειας, όσον αφορά τους κανόνες που ισχύουν γενικώς στο έδαφός τους για τηλεοπτικές εκπομπές που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος.

2) Εκτίμηση του Δικαστηρίου

178

Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται, αφενός, ότι το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13 επιβάλλει σε κάθε κράτος μέλος να μεριμνά ώστε όλες οι υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων οι οποίες μεταδίδονται από παρόχους υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων που υπάγονται στη δικαιοδοσία του να τηρούν τους κανόνες δικαίου που ισχύουν σε αυτό το κράτος μέλος για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων που απευθύνονται στο κοινό.

179

Αφετέρου, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας υποχρεώνει τα κράτη μέλη να εξασφαλίζουν την ελευθερία λήψεως και να μην περιορίζουν την αναμετάδοση στο έδαφός τους υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων, οι οποίες προέρχονται από άλλα κράτη μέλη, για λόγους που εμπίπτουν στα πεδία τα οποία διέπονται από την οδηγία.

180

Η παράγραφος 2 του εν λόγω άρθρου 3 επιτρέπει εντούτοις στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν προσωρινά από την παράγραφο 1 αυτού, όταν μια υπηρεσία οπτικοακουστικών μέσων παρεχόμενη από πάροχο υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας υπό τη δικαιοδοσία άλλου κράτους μέλους παραβαίνει προδήλως, σοβαρώς και βαρέως το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, ή το άρθρο 6α, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας ή βλάπτει ή συνιστά σοβαρό και μείζονα κίνδυνο κατά της δημόσιας υγείας.

181

Επιπλέον, όπως διαλαμβάνει η αιτιολογική σκέψη 33 της οδηγίας 2010/13, η αρχή της χώρας προέλευσης, την οποία απηχούν το άρθρο 2, παράγραφος 1, καθώς και το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, είναι ουσιώδης για τη δημιουργία εσωτερικής αγοράς. Η εν λόγω αρχή θα πρέπει να ισχύει για όλες τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων ώστε να εξασφαλίζεται ασφάλεια δικαίου για τους παρόχους υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων ως απαραίτητη βάση για νέα επιχειρηματικά μοντέλα και για την εμπορική διάδοση χρήσης τέτοιων υπηρεσιών. Η αρχή αυτή είναι επίσης ουσιώδης για την εξασφάλιση της ελεύθερης ροής πληροφοριών και οπτικοακουστικών προγραμμάτων στην εσωτερική αγορά.

182

Πρώτον, πρέπει να ελεγχθεί εάν το άρθρο 179, παράγραφος 2, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης εμποδίζει την αναμετάδοση στο ουγγρικό έδαφος υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων οι οποίες προέρχονται από άλλα κράτη μέλη για λόγους που εμπίπτουν στους τομείς που συντονίζει η οδηγία 2010/13, κατά παράβαση του κανόνα που υπαγορεύεται από το άρθρο 3, παράγραφος 1, αυτής.

183

Συναφώς, υπογραμμίζεται ότι η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τη διασυνοριακή τηλεόραση, η οποία καταρτιζόταν κατά τον ίδιο χρόνο με την οδηγία 89/552 και στην οποία παραπέμπουν τόσο η οδηγία αυτή όσο και η οδηγία 2010/13, επιβάλλει στα συμβαλλόμενα μέρη της, με το άρθρο 4, που περιέχει διάταξη ανάλογη με εκείνη του άρθρου 3, παράγραφος 1, της τελευταίας αυτής οδηγίας, την υποχρέωση «να εγγυώνται την ελευθερία λήψης» και να «μην εμποδίζουν την αναμετάδοση», στην επικράτειά τους, των υπηρεσιών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω σύμβασης και συνάδουν με τις διατάξεις της (πρβλ. απόφαση της 4ης Ιουλίου 2019, Baltic Media Alliance, C‑622/17, στο εξής: απόφαση Baltic Media Alliance, EU:C:2019:566, σκέψη 69).

184

Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί στο πλαίσιο αυτό, σε σχέση με την οδηγία 89/552, της οποίας το άρθρο 2α, παράγραφοι 1 και 2, αντιστοιχεί κατ’ ουσίαν στο άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2010/13, ότι η οδηγία 89/552 καθιέρωνε την αρχή της αναγνώρισης, από το κράτος μέλος λήψης, των ελεγκτικών καθηκόντων του κράτους μέλους προέλευσης, ως προς τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων των παρόχων οι οποίοι υπάγονταν στη δικαιοδοσία του τελευταίου (απόφαση Baltic Media Alliance, σκέψη 71 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

185

Το Δικαστήριο έχει επίσης υπογραμμίσει ότι αποκλειστικώς αρμόδιο τόσο για τον έλεγχο της εφαρμογής του δικαίου του κράτους μέλους προέλευσης, το οποίο διέπει την παροχή υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων, όσο και για την τήρηση των διατάξεων της οδηγίας 89/552 είναι το κράτος μέλος προέλευσης των υπηρεσιών αυτών και ότι το κράτος μέλος λήψης δεν έχει εξουσία να ασκεί δικό του έλεγχο για λόγους που άπτονται των τομέων τους οποίους συντονίζει η εν λόγω οδηγία (απόφαση Baltic Media Alliance, σκέψη 72 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

186

Αντιθέτως, η οδηγία 2010/13 δεν αποκλείει, κατ’ αρχήν, την εφαρμογή εθνικής ρύθμισης που επιδιώκει, γενικώς, σκοπό δημοσίου συμφέροντος χωρίς όμως να καθιερώνει δεύτερο έλεγχο των τηλεοπτικών εκπομπών, επιπλέον εκείνου τον οποίο οφείλει να πραγματοποιεί το κράτος μέλος εκπομπής (απόφαση Baltic Media Alliance, σκέψη 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

187

Επομένως, ένα εθνικό μέτρο το οποίο επιδιώκει σκοπό δημοσίου συμφέροντος που διέπει ορισμένες πτυχές της μετάδοσης ή της διανομής υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας αυτής, εκτός αν καθιερώνει δεύτερο έλεγχο των τηλεοπτικών εκπομπών, επιπλέον εκείνου τον οποίο οφείλει να πραγματοποιεί το κράτος μέλος εκπομπής (απόφαση Baltic Media Alliance, σκέψη 74 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

188

Συνακόλουθα, δεν συνιστά τέτοιο εμπόδιο, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, ένα εθνικό μέτρο το οποίο επιδιώκει, γενικώς, σκοπό δημόσιας τάξης και ρυθμίζει τις πρακτικές λεπτομέρειες διανομής του τηλεοπτικού προγράμματος ενός καναλιού στους καταναλωτές του κράτους μέλους λήψης, υπό την προϋπόθεση ότι οι πρακτικές αυτές λεπτομέρειες δεν εμποδίζουν την καθ’ εαυτήν αναμετάδοση του προγράμματος του εν λόγω καναλιού, και δεν μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ότι ένα τέτοιο μέτρο καθιερώνει δεύτερο έλεγχο επί του προγράμματος του τηλεοπτικού καναλιού, επιπλέον εκείνου τον οποίο οφείλει να πραγματοποιεί το κράτος μέλος εκπομπής (πρβλ. απόφαση Baltic Media Alliance, σκέψη 77).

189

Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 179, παράγραφος 2, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης καθιερώνει μια υποχρέωση για το Συμβούλιο Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας, ιδίως σε περίπτωση παράβασης των σχετικών διατάξεων του νόμου, να ζητήσει την εφαρμογή αποτελεσματικού μέτρου από το κράτος μέλος εκπομπής στη δικαιοδοσία του οποίου υπάγεται ο οικείος πάροχος υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας. Στο πλαίσιο αυτό, το Συμβούλιο Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας ζητεί από το εν λόγω κράτος μέλος να παρέμβει προκειμένου να παύσουν οι παραβάσεις τις οποίες αυτό επισήμανε.

190

Σύμφωνα με το άρθρο 179, παράγραφος 4, του εν λόγω νόμου, το Συμβούλιο Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας μπορεί να εφαρμόσει, μεταξύ άλλων, τις έννομες συνέπειες που προβλέπονται στο άρθρο 187, παράγραφος 3, στοιχείο c, του ίδιου νόμου, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει, σε περίπτωση σοβαρής και επαναλαμβανόμενης παράβασης, στην αναστολή της άσκησης του δικαιώματος παροχής υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας για χρονικό διάστημα που μπορεί να φθάσει τη μία εβδομάδα.

191

Επιπλέον, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, το άρθρο 179 έχει εφαρμογή σε προγράμματα που ενδέχεται να επιδράσουν αρνητικά στη σωματική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων, υπό την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 6, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης. Η ανωτέρω διαπίστωση αρκεί προς απόδειξη του ότι το άρθρο 179 εμπίπτει στους τομείς τους οποίους συντονίζει η οδηγία 2010/13, όπως μαρτυρεί το άρθρο 6α, το οποίο αποσκοπεί συγκεκριμένα στην προστασία της σωματικής, πνευματικής ή ηθικής ανάπτυξης των ανηλίκων, προφυλάσσοντάς τους έναντι οπτικοακουστικού περιεχομένου ακατάλληλου για την ηλικία τους.

192

Συνεπώς, το άρθρο 179, παράγραφος 2, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης μπορεί να καθιερώνει δεύτερο έλεγχο των τηλεοπτικών εκπομπών, επιπλέον εκείνου τον οποίο οφείλει να πραγματοποιεί το κράτος μέλος εκπομπής. Ο δεύτερος αυτός έλεγχος είναι, κατ’ αρχήν, αντίθετος προς την οδηγία 2010/13, αφού περιορίζει την αναμετάδοση αυτή καθεαυτήν στο ουγγρικό έδαφος υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων προερχόμενων από άλλα κράτη μέλη, υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας.

193

Δεύτερον, διαπιστώνεται ότι η παρέκκλιση από την αρχή της χώρας προέλευσης την οποία εισάγει το άρθρο 179, παράγραφος 2, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης δεν μπορεί να δικαιολογηθεί βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής.

194

Κατά την τελευταία ως άνω διάταξη, ένα κράτος μέλος δύναται να παρεκκλίνει προσωρινά από την παράγραφο 1 του άρθρου 3, όταν μια υπηρεσία οπτικοακουστικών μέσων παρεχόμενη από πάροχο υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας υπό τη δικαιοδοσία άλλου κράτους μέλους παραβαίνει προδήλως, σοβαρώς και βαρέως το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, ή το άρθρο 6α, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας ή βλάπτει ή συνιστά σοβαρό και μείζονα κίνδυνο κατά της δημόσιας υγείας.

195

Όμως, αφενός, όπως διαπιστώθηκε στις σκέψεις 135 έως 155 της παρούσας αποφάσεως, το γεγονός και μόνον ότι υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων υπό τη μορφή οπτικοακουστικών προγραμμάτων έχουν ως καθοριστικό στοιχείο την προώθηση ή την απεικόνιση της απόκλισης από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, της αλλαγής φύλου ή της ομοφυλοφιλίας δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη λήψη, έναντι των προγραμμάτων αυτών, κατάλληλων μέτρων, κατά την έννοια του άρθρου 6α, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13, για τον λόγο ότι τα εν λόγω προγράμματα θα μπορούσαν να βλάψουν τη σωματική, πνευματική ή ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων.

196

Αφετέρου, σύμφωνα με τις αρχές που απορρέουν από τη νομολογία που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 127 έως 133 της παρούσας αποφάσεως, η φράση «σοβαρό και μείζονα κίνδυνο κατά της δημόσιας υγείας», η οποία απαντά στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2010/13, πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπο σύμφωνο, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη, το οποίο απαγορεύει κάθε μορφή διάκρισης λόγω φύλου ή γενετήσιου προσανατολισμού. Πάντως, για λόγους ανάλογους με εκείνους που εκτέθηκαν, ειδικότερα, στις σκέψεις 135 έως 154 της παρούσας αποφάσεως, διαπιστώνεται ότι υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων όπως αυτές τις οποίες αφορά το άρθρο 9, παράγραφος 6, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης δεν μπορούν ούτε να οδηγήσουν σε σοβαρό και μείζονα κίνδυνο κατά της δημόσιας υγείας, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, για τον λόγο και μόνον ότι έχουν ως καθοριστικό στοιχείο την προώθηση ή την απεικόνιση της απόκλισης από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, της αλλαγής φύλου και της ομοφυλοφιλίας.

197

Υπό τις συνθήκες αυτές, η Ουγγαρία δεν μπορεί να επικαλεστεί λυσιτελώς ούτε εκτιμήσεις που εμπίπτουν στον τομέα της δημόσιας τάξεως, των χρηστών ηθών ή της δημόσιας ασφάλειας προκειμένου να δικαιολογήσει την άσκηση από το Συμβούλιο Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας της αρμοδιότητας που του απονέμει το άρθρο 179, παράγραφος 2, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 179, παράγραφος 4, στοιχείο a, και το άρθρο 187, παράγραφος 3, στοιχείο c, του εν λόγω νόμου, με σκοπό να εμποδίσει την αναμετάδοση, αυτή καθεαυτήν, υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων οι οποίες προέρχονται από άλλα κράτη μέλη και εμφανίζουν τα χαρακτηριστικά που αναφέρονται στο άρθρο 9, παράγραφος 6, του νόμου (πρβλ. απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2011, Mesopotamia Broadcast και Roj TV, C‑244/10 και C‑245/10, EU:C:2011:607, σκέψη 37).

198

Τρίτον, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ουγγαρία, το άρθρο 179, παράγραφος 2, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο άρθρο 4 της οδηγίας 2010/13.

199

Όπως προκύπτει από τη σκέψη 160 της παρούσας αποφάσεως, τα κράτη μέλη διατηρούν την ευχέρεια, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 4, να απαιτούν από τους παρόχους υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους τη συμμόρφωσή τους με λεπτομερέστερους ή αυστηρότερους κανόνες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να προβλέπουν διαφορετικούς όρους, στα πεδία που ρυθμίζονται από την οδηγία, υπό την προϋπόθεση ότι οι κανόνες αυτοί συνάδουν με το ενωσιακό δίκαιο και, ιδίως, με τις γενικές αρχές του.

200

Περαιτέρω, το άρθρο 4, παράγραφος 2, της εν λόγω οδηγίας επιτρέπει κατ’ εξαίρεση, κατ’ ουσίαν, το να επιβάλλεται η εφαρμογή τέτοιων λεπτομερέστερων ή αυστηρότερων κανόνων, ληφθέντων από κράτος μέλος, σε πάροχο υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων ο οποίος εμπίπτει στη δικαιοδοσία άλλου κράτους μέλους αλλά ο οποίος παρέχει υπηρεσία οπτικοακουστικών μέσων απευθυνόμενη στο σύνολό της ή κατά το μεγαλύτερο μέρος της στην επικράτεια του πρώτου κράτους μέλους.

201

Εντούτοις, η αρμοδιότητα την οποία αντλεί το Συμβούλιο Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας από τις διατάξεις του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης των οποίων έγινε επίκληση στη σκέψη 197 της παρούσας αποφάσεως, όσον αφορά προγράμματα που εμφανίζουν τα χαρακτηριστικά που παρατίθενται στο άρθρο 9, παράγραφος 6, του νόμου αυτού, δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να συνιστά θεμιτή εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας.

202

Πράγματι, από το ίδιο το γράμμα της τελευταίας αυτής διάταξης προκύπτει ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να την επικαλεστεί μόνον όταν έχει ασκήσει τις δυνατότητες που του παρέχονται δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας για τη θέσπιση λεπτομερέστερων ή αυστηρότερων κανόνων γενικού δημοσίου συμφέροντος, τηρώντας το δίκαιο της Ένωσης.

203

Πλην όμως, όπως διαπιστώθηκε στη σκέψη 162 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 9, παράγραφος 6, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο d, του νόμου αυτού, δεν μπορεί να συνιστά κανόνα ανταποκρινόμενο στον χαρακτηρισμό αυτόν, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή θίγει το βασικό περιεχόμενο του άρθρου 21, παράγραφος 1, του Χάρτη.

204

Υπό τις συνθήκες αυτές, συνάγεται το συμπέρασμα ότι το δεύτερο σκέλος της πρώτης αιτιάσεως είναι βάσιμο.

γ)   Επί της παραβάσεως του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο ii, της οδηγίας 2010/13

1) Επιχειρηματολογία των διαδίκων

205

Με το τρίτο σκέλος της πρώτης αιτιάσεως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Ουγγαρία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο ii, της οδηγίας 2010/13.

206

Επισημαίνει ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης απαγορεύει τη διάθεση, σε άτομα ηλικίας κάτω των 18 ετών, διαφημίσεων που προωθούν ή απεικονίζουν την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία.

207

Πρώτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το μέτρο αυτό παραβιάζει την απαγόρευση των διακρίσεων βάσει φύλου ή σεξουαλικού προσανατολισμού την οποία προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο ii, της οδηγίας 2010/13 και η οποία αποτελεί έκφανση της γενικής αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων, ως γενικής αρχής του δικαίου της Ένωσης, που κατοχυρώνεται πλέον στο άρθρο 21 του Χάρτη. Ειδικότερα, η απαγόρευση των εμπορικών επικοινωνιών που παρουσιάζουν απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση ή που προωθούν ή απεικονίζουν την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία οδηγεί στην de facto εξάλειψη της απεικόνισης, στις επικοινωνίες αυτές, μη ταυτοφυλικών ή μη ετεροφυλόφιλων ατόμων καθώς και του τρόπου ζωής τους, ενώ τα πρόσωπα αυτά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος μιας κοινωνίας που χαρακτηρίζεται από την πολυμορφία και τον πλουραλισμό, σύμφωνα με τις αξίες του άρθρου 2 ΣΕΕ.

208

Συναφώς, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, κατά πάγια νομολογία σχετική με την ερμηνεία της οδηγίας 79/7/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Δεκεμβρίου 1978, περί της προοδευτικής εφαρμογής της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ ανδρών και γυναικών σε θέματα κοινωνικής ασφαλίσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/003, σ. 160), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι στη διάκριση λόγω φύλου εμπίπτουν μόνον οι διακρίσεις που οφείλονται στο γεγονός ότι ο υφιστάμενος τη διάκριση ανήκει στο ένα από τα δύο φύλα, δεδομένου ότι η οδηγία αυτή, λαμβανομένων υπόψη του σκοπού της και της φύσεως των δικαιωμάτων στην προστασία των οποίων αποσκοπεί, έχει εφαρμογή και στις διακρίσεις που οφείλονται στην αλλαγή φύλου του ενδιαφερομένου (απόφαση της 27ης Απριλίου 2006, Richards, C‑423/04, EU:C:2006:256, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Η μνημονευθείσα νομολογία πρέπει, πάντως, να εφαρμόζεται και στη διάκριση λόγω της απόκλισης από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση.

209

Δεύτερον, το άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης καταδεικνύει, ή ακόμη και απαιτεί, διαφορετική μεταχείριση ανάλογα με τη σεξουαλική ταυτότητα και τον γενετήσιο προσανατολισμό, καθόσον προβλέπει, πέραν της διατάξεως που αποσκοπεί στην προστασία των ανηλίκων από την έκθεση σε κάθε μορφή σεξουαλικότητας, απαγόρευση των διαφημίσεων που προωθούν ή απεικονίζουν την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία.

210

Τρίτον, το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο ii, της οδηγίας 2010/13 δεν συνιστά νομική βάση επιτρέπουσα παρέκκλιση από την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων. Συγκεκριμένα, δεν υφίσταται καμία διάταξη που να επιτρέπει στα κράτη μέλη να δικαιολογήσουν άμεση διάκριση λόγω, μεταξύ άλλων, φύλου ή γενετήσιου προσανατολισμού.

211

Το άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης, το οποίο εισάγει διάκριση λόγω φύλου ή γενετήσιου προσανατολισμού, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε με βάση το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας αυτής, ως μέτρο για την πρόληψη της πρόκλησης πνευματικής ή ηθικής βλάβης στους ανηλίκους.

212

Τέταρτον, το γεγονός ότι το άρθρο 24, παράγραφος 1, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης απαγορεύει το περιεχόμενο που εισάγει διακρίσεις στις εμπορικές επικοινωνίες δεν μπορεί, αυτό καθεαυτό, να δικαιολογήσει παράβαση του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο ii, της οδηγίας 2010/13 οφειλόμενη στο άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης.

213

Η Ουγγαρία αντιτείνει, πρώτον, ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης δεν μπορεί να παραβιάζει την οδηγία 2010/13, δεδομένου ότι η διαφήμιση που είναι προσβάσιμη μέσω των υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης θεωρείται ότι συνιστά εμπορική επικοινωνία κατά την έννοια των ειδικών κανόνων του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης και ότι, ως εκ τούτου, τα αντίστοιχα καθ’ ύλην πεδία εφαρμογής του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης και της εν λόγω οδηγίας δεν συμπίπτουν.

214

Επιπλέον, οι εμπορικές επικοινωνίες στο πλαίσιο των υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης δεν διαφέρουν, από πλευράς προστασίας των ανηλίκων, από άλλο περιεχόμενο μέσων ενημέρωσης, οπότε τα μέτρα προστασίας εφαρμόζονται κατά τον ίδιο τρόπο στο σύνολο των προγραμμάτων. Σε διαφορετική περίπτωση, ο συνιστάμενος στην προστασία των ανηλίκων σκοπός γενικού συμφέροντος δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί. Όσον αφορά δε τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης, οι διατάξεις του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης πρέπει να ερμηνεύονται σε συνδυασμό με τις διατάξεις του νόμου CIV του 2010 για την ελευθερία του Τύπου και τους θεμελιώδεις κανόνες που εφαρμόζονται στο περιεχόμενο που μεταδίδεται από τα μέσα ενημέρωσης. Από την ανωτέρω συνδυαστική ερμηνεία προκύπτει ότι μόνον οι ειδικοί κανόνες του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης εφαρμόζονται στις εμπορικές επικοινωνίες που παρουσιάζονται στις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης.

215

Δεύτερον, το εν λόγω κράτος μέλος υποστηρίζει ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης δεν συνιστά απαγόρευση μετάδοσης, αλλά πρέπει μάλλον να εκληφθεί, βάσει της αρχής της σύμφωνης με την αρχή της αναλογικότητας επέμβασης, ως ρύθμιση δικαιολογημένη και αναγκαία για την προστασία των ανηλίκων.

216

Τρίτον, το ίδιο το άρθρο 24, παράγραφος 1, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης προβλέπει απαγόρευση των διακρίσεων, υπό την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο ii, της οδηγίας 2010/13.

217

Επομένως, το άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης δεν αντιβαίνει στο εν λόγω άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο ii.

2) Εκτίμηση του Δικαστηρίου

218

Προκαταρκτικώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο ii, της οδηγίας 2010/13, οι οπτικοακουστικές εμπορικές ανακοινώσεις εμπίπτουν στην έννοια της «υπηρεσίας οπτικοακουστικών μέσων», κατά την εν λόγω οδηγία.

219

Το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας ορίζει ευρέως την έννοια της «οπτικοακουστικής εμπορικής ανακοίνωσης», όπως διαλαμβάνεται στην αιτιολογική σκέψη 31 της ίδιας οδηγίας. Ωσαύτως, υπό την έννοια αυτή νοούνται «οι εικόνες με ή χωρίς ήχο που προορίζονται για την άμεση ή έμμεση προώθηση των εμπορευμάτων, των υπηρεσιών ή της εικόνας ενός φυσικού ή νομικού προσώπου που ασκεί οικονομική δραστηριότητα», οι οποίες «συνοδεύουν ή περιλαμβάνονται σε πρόγραμμα […] έναντι πληρωμής ή αναλόγου ανταλλάγματος ή για λόγους αυτοπροβολής», μεταξύ δε «των μορφών» οπτικοακουστικής εμπορικής ανακοίνωσης «περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, η τηλεοπτική διαφήμιση, η χορηγία, η τηλεπώληση και η τοποθέτηση προϊόντος».

220

Επιπλέον, το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο ii, της οδηγίας 2010/13 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι οπτικοακουστικές εμπορικές ανακοινώσεις που μεταδίδονται από παρόχους υπηρεσιών μέσων επικοινωνίας που βρίσκονται υπό τη δικαιοδοσία τους απαγορεύεται να εισάγουν ή να προάγουν διακρίσεις βάσει φύλου, φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, εθνικότητας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή σεξουαλικού προσανατολισμού.

221

Με το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο ii, της οδηγίας 2010/13 ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε λόγο απαγορεύσεως ο οποίος αφορά, μεταξύ άλλων, διάκριση βάσει φύλου ή σεξουαλικού προσανατολισμού και ο οποίος αποτελεί την αναγκαία συνέπεια της υποχρεώσεως σεβασμού της αρχής της απαγόρευσης των διακρίσεων (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 26ης Ιουνίου 2025, Μακελειό και Zougla, C‑555/23 και C‑556/23, EU:C:2025:484, σκέψη 70).

222

Το εν λόγω άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο ii, συγκεκριμενοποιεί, επομένως, στον τομέα που καλύπτει, τη γενική αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων που κατοχυρώνεται πλέον στο άρθρο 21 του Χάρτη, το οποίο απαγορεύει κάθε διάκριση λόγω φύλου ή γενετήσιου προσανατολισμού, η δε απαγόρευση αυτή έχει, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 131 της παρούσας αποφάσεως, επιτακτικό χαρακτήρα ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης.

223

Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης, «[α]παγορεύεται η διάθεση σε άτομα ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ ετών διαφημίσεων που απεικονίζουν τη σεξουαλικότητα αυτή καθεαυτήν, ή που προωθούν ή απεικονίζουν την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία.»

224

Συναφώς, πρώτον, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα της Ουγγαρίας ότι η διαφήμιση που καθίσταται διαθέσιμη μέσω των υπηρεσιών μέσων ενημέρωσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1a, πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης και του νόμου CIV του 2010 για την ελευθερία του Τύπου και τους θεμελιώδεις κανόνες που εφαρμόζονται στο περιεχόμενο που μεταδίδεται από τα μέσα ενημέρωσης, με αποτέλεσμα η εν λόγω διάταξη να μην εμπίπτει στο καθ’ ύλην πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2010/13.

225

Συγκεκριμένα, λαμβανομένου υπόψη του ευρύτατου περιεχομένου της έννοιας «διαφήμιση», η οποία χρησιμοποιείται στο εν λόγω άρθρο 8, παράγραφος 1α, διαπιστώνεται ότι είναι δυνατόν η έννοια αυτή να εμπίπτει στην έννοια της «οπτικοακουστικής εμπορικής ανακοίνωσης», κατά το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας, δεδομένου ότι μπορεί, μεταξύ άλλων, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 219 της παρούσας αποφάσεως, να προσλάβει τη μορφή τηλεοπτικής διαφήμισης και τοποθέτησης προϊόντος.

226

Στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει ο ισχυρισμός της Ουγγαρίας περί εφαρμογής των ειδικών διατάξεων του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης αποκλειστικά και μόνο στις εμπορικές ανακοινώσεις που προβάλλονται στις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης.

227

Δεύτερον, πρέπει να εξακριβωθεί αν το άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης αντιβαίνει στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο ii, της οδηγίας 2010/13.

228

Όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, η οποία υπομνήσθηκε στη σκέψη 133 της παρούσας αποφάσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι στη διάκριση λόγω φύλου εμπίπτουν μόνον οι διακρίσεις που οφείλονται στο γεγονός ότι ο υφιστάμενος τη διάκριση ανήκει στο ένα από τα δύο φύλα. Λαμβανομένων υπόψη του σκοπού του τελευταίου αυτού άρθρου και της φύσης των δικαιωμάτων στην προστασία των οποίων αποσκοπεί, αυτό έχει εφαρμογή όχι μόνο στις διακρίσεις που οφείλονται στην αλλαγή φύλου του ενδιαφερομένου, δηλαδή σε εγχείρηση αλλαγής φύλου, αλλά και στη διάκριση που βασίζεται στην απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση.

229

Δεδομένου, όμως, ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης αποκλείει, ανεπιφύλακτα, το να τίθενται στη διάθεση προσώπων κάτω των 18 ετών διαφημίσεις που προωθούν ή απεικονίζουν την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία, πρέπει να θεωρηθεί ότι η διάταξη αυτή εισάγει άμεση διάκριση λόγω φύλου και γενετήσιου προσανατολισμού. Πράγματι, η απαγόρευση την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή έχει ως συνέπεια, στην πράξη, να υποχρεώνονται οι πάροχοι υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της να εισάγουν διάκριση λόγω φύλου και γενετήσιου προσανατολισμού, καθόσον τους στερεί κάθε δυνατότητα να θέσουν τέτοιου είδους περιεχόμενο στη διάθεση των ως άνω προσώπων.

230

Κατά συνέπεια, η απαγόρευση της διάθεσης τέτοιων διαφημίσεων στους ανηλίκους, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 1a, αντιβαίνει στο άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο ii, της οδηγίας 2010/13, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της προβλεπόμενης στο άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη απαγόρευσης κάθε διάκρισης λόγω φύλου ή γενετήσιου προσανατολισμού.

231

Η διάκριση αυτή δεν μπορεί να δικαιολογηθεί υπό το πρίσμα του σκοπού γενικού συμφέροντος τον οποίο επικαλείται το εν λόγω κράτος μέλος, ήτοι της προστασίας των ανηλίκων από διαφημίσεις που περιέχουν περιεχόμενο φερόμενο ως επιβλαβές.

232

Βεβαίως, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 104 της οδηγίας 2010/13, ο νομοθέτης της Ένωσης υπογράμμισε ότι η προστασία των ανηλίκων από την παρουσία οπτικοακουστικού περιεχομένου που ενδέχεται να είναι επιβλαβές γι’ αυτούς συνιστά στόχο γενικού συμφέροντος ο οποίος απαιτεί υψηλό βαθμό προστασίας (πρβλ. απόφαση της 23ης Μαρτίου 2023, Booky.fi, C‑662/21, EU:C:2023:239, σκέψη 40).

233

Εντούτοις, κατ’ αναλογίαν προς όσα διαπιστώθηκαν στις σκέψεις 135 έως 162 της παρούσας αποφάσεως, οι ανήλικοι μπορούν να προστατευθούν επαρκώς από περιεχόμενο ακατάλληλο για την ηλικία τους χωρίς να εισάγεται άμεση διάκριση λόγω φύλου και γενετήσιου προσανατολισμού όπως αυτή που απορρέει από το άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης, το οποίο θίγει το βασικό περιεχόμενο του άρθρου 21, παράγραφος 1, του Χάρτη.

234

Για τους ίδιους λόγους, το άρθρο 8, παράγραφος 1α, δεν μπορεί να συνιστά ούτε μέτρο για την πρόληψη της πρόκλησης πνευματικής ή ηθικής βλάβης στους ανηλίκους, κατά την έννοια του άρθρου 9 παράγραφος 1, στοιχείο ζʹ, της οδηγίας αυτής.

235

Υπό τις συνθήκες αυτές, συνάγεται το συμπέρασμα ότι το τρίτο σκέλος της πρώτης αιτιάσεως είναι βάσιμο.

δ)   Συμπέρασμα

236

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, διαπιστώνεται ότι η πρώτη αιτίαση είναι βάσιμη.

2.   Επί της δεύτερης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται πολλαπλή παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/31

α)   Επί της υπάρξεως περιορισμού κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/31

1) Επί του άρθρου 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού

i) Επιχειρηματολογία των διαδίκων

237

Με το πρώτο σκέλος της δεύτερης αιτιάσεως, η Επιτροπή προσάπτει στην Ουγγαρία ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/31.

238

Επισημαίνει ότι το άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού απαγορεύει να τίθεται στη διάθεση ατόμων ηλικίας κάτω των 18 ετών περιεχόμενο που προωθεί ή απεικονίζει την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία.

239

Κατά πρώτον, το εν λόγω θεσμικό όργανο υποστηρίζει ότι το άρθρο 6/A εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/31, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή δεν απαιτεί ο εθνικός κανόνας να εφαρμόζεται ρητώς ή αποκλειστικώς στις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας.

240

Συναφώς, πρώτον, οι διατάξεις του νόμου περί προστασίας του παιδιού ενδέχεται να έχουν άμεσο αντίκτυπο στις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, έννοια η οποία ορίζεται κατά τρόπο ευρύ στο άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής.

241

Δεύτερον, όπως προκύπτει από τη νομολογία που απορρέει από την απόφαση της 14ης Ιουλίου 2022, ASADE (C‑436/20, EU:C:2022:559, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), οι υπηρεσίες που παρέχονται προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος χωρίς να αποσκοπούν στην επίτευξη κέρδους, και είναι ανταγωνιστικές υπηρεσιών παρεχόμενων από φορείς κερδοσκοπικού χαρακτήρα, μπορούν να θεωρηθούν ως οικονομικές δραστηριότητες κατά την έννοια του άρθρου 57 ΣΛΕΕ.

242

Τρίτον, δεν ασκεί συναφώς επιρροή το γεγονός, το οποίο επικαλείται η Ουγγαρία, ότι οι οντότητες που καλύπτονται από το άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού μπορούν επίσης να ασκούν ορισμένες μη οικονομικές δραστηριότητες, αφού οι οντότητες αυτές μπορούν πάντοτε να ασκούν και άλλες δραστηριότητες που συνιστούν υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας. Ομοίως, το γεγονός ότι οι εν λόγω οντότητες είναι ιδιωτικοί πάροχοι υπηρεσιών δεν σημαίνει ότι οι δραστηριότητές τους δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως παροχές υπηρεσιών.

243

Τέταρτον, λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που απορρέει από τις αποφάσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2014, Παπασάββας (C‑291/13, EU:C:2014:2209, σκέψη 28), και της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, Mc Fadden (C‑484/14, EU:C:2016:689, σκέψη 41), δεν ασκεί επίσης επιρροή το γεγονός ότι η αμοιβή για την υπηρεσία παρέχεται από τρίτον και όχι από τον αποδέκτη της.

244

Τέλος, πέμπτον, το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/31 δεν ασκεί καμία επιρροή εν προκειμένω, δεδομένου ότι το άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού συνιστά απαίτηση και όχι σύστημα χορήγησης άδειας.

245

Κατά δεύτερον, η Επιτροπή διατείνεται ότι το άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού εμπίπτει στην έννοια του «συντονισμένου τομέα», κατά το άρθρο 2, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας αυτής, δεδομένου ότι η τελευταία αυτή διάταξη καλύπτει τις προϋποθέσεις που ισχύουν στα νομικά συστήματα των κρατών μελών προκειμένου για φορείς παροχής υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας ή υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, ανεξαρτήτως εάν πρόκειται για γενικές διατάξεις ή για διατάξεις σχεδιασμένες ειδικά για τον τομέα αυτό.

246

Κατά τρίτον, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του νόμου περί προστασίας του παιδιού, ο νόμος αυτός αφορά ευρύ φάσμα δημόσιων ή ιδιωτικών φορέων, φυσικών και νομικών προσώπων επιφορτισμένων με την προστασία των παιδιών, καθώς και άλλων οργανώσεων χωρίς νομική προσωπικότητα, οι οποίοι συμβάλλουν στην άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων και συμφερόντων των παιδιών και στην εκπλήρωση των γονικών καθηκόντων. Η εφαρμογή του νόμου αυτού στις ιδιωτικές οργανώσεις απορρέει από το άρθρο 5, στοιχεία s, sc έως se, το οποίο αφορά τους «μη κρατικούς» διαχειριστές.

247

Επομένως, ένα ευρύ φάσμα δημόσιων ή ιδιωτικών φορέων καθώς και φυσικών και νομικών προσώπων εμποδίζεται από το να παρέχει ή να χρησιμοποιεί υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, όπως η διαδικτυακή αγορά βιβλίων ή ηλεκτρονικών μέσων, εάν αυτά φέρουν περιεχόμενο που προωθεί ή απεικονίζει την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία. Οι εν λόγω πάροχοι θα πρέπει είτε να αφαιρέσουν το εν λόγω περιεχόμενο από τις παρεχόμενες υπηρεσίες είτε να απόσχουν πλήρως από το να τις παρέχουν.

248

Ως εκ τούτου, το άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού μπορεί να απαγορεύει, να εμποδίζει ή να καθιστά λιγότερο ελκυστική την παροχή υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, κατά παράβαση του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/31.

249

Η Ουγγαρία αντιτείνει, κατά πρώτον, ότι το πεδίο εφαρμογής του νόμου περί προστασίας του παιδιού δεν εκτείνεται στην παροχή υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2000/31, δεδομένου ότι οι υπηρεσίες που διέπονται από τον νόμο αυτό δεν είναι οικονομικής φύσεως, η δε έννοια της «υπηρεσίας» κατά το δίκαιο της Ένωσης προϋποθέτει το να παρέχεται υπηρεσία έναντι αμοιβής στο πλαίσιο οικονομικής δραστηριότητας.

250

Πρώτον, οι υπηρεσίες που καλύπτονται από τον νόμο περί προστασίας του παιδιού περιλαμβάνουν παροχές ο οικονομικός χαρακτήρας των οποίων δεν είναι ο καθοριστικός παράγοντας, δεδομένου ότι ο νόμος αυτός αφορά υπηρεσίες παρεχόμενες από το κράτος στον κοινωνικό τομέα.

251

Δεύτερον, το άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού εφαρμόζεται σε υπηρεσίες που δεν παρέχονται με ηλεκτρονικά μέσα, ήτοι στις βασικές υπηρεσίες που άπτονται της ευημερίας των παιδιών και στις εξειδικευμένες υπηρεσίες προστασίας της παιδικής ηλικίας, οι οποίες συνεπάγονται παροχές σε χρήμα καθώς και φροντίδα σε είδος και προσωπική φροντίδα. Η Επιτροπή, όμως, δεν απέδειξε την ύπαρξη ανταγωνιστικών υπηρεσιών κατά την έννοια του άρθρου 57 ΣΛΕΕ ούτε ανέφερε ποιο μέρος των βασικών υπηρεσιών σχετικά με την ευημερία των παιδιών και των εξειδικευμένων υπηρεσιών προστασίας της παιδικής ηλικίας θα μπορούσε να εμπίπτει στη διάταξη αυτή.

252

Επομένως, δεν υφίσταται σύνδεσμος μεταξύ της οδηγίας 2000/31 και του νόμου περί προστασίας του παιδιού, δεδομένου ότι ο νόμος αυτός δεν περιορίζει τις διαδικτυακές αγορές ως υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, αλλά τη διάθεση στα παιδιά δυνητικά επιζήμιου περιεχομένου καθώς και τη χρήση τέτοιου περιεχομένου στο πλαίσιο εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων. Η εκπαιδευτική δραστηριότητα και ο καθορισμός του περιεχομένου της εμπίπτουν, πάντως, στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών, σύμφωνα με το άρθρο 165 ΣΛΕΕ. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο εν λόγω νόμος θίγει την εν λόγω οδηγία ή παραβαίνει το άρθρο 3, παράγραφος 2, αυτής.

253

Τρίτον, η άποψη της Επιτροπής ότι οι απαγορεύσεις που δεν αφορούν ειδικώς τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας είναι εσφαλμένη. Τούτο επιβεβαιώνεται από το άρθρο 4, παράγραφος 2, της ίδιας οδηγίας, το οποίο προβλέπει ότι η απαγόρευση προηγούμενης άδειας που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, αυτής εφαρμόζεται με την επιφύλαξη των καθεστώτων έγκρισης που δεν αφορούν ειδικά και αποκλειστικά τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας.

254

Κατά δεύτερον, ακόμη και αν υποτεθεί ότι το άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού καταλαμβάνει «υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας», κατά την έννοια της οδηγίας 2000/31, το άρθρο αυτό δεν εντάσσεται στον συντονισμένο τομέα της οδηγίας αυτής.

255

Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 2, στοιχείο ηʹ, σημείο ii, τρίτη περίπτωση, της εν λόγω οδηγίας, ο συντονισμένος τομέας δεν καλύπτει «προϋποθέσεις σχετικά με υπηρεσίες που δεν παρέχονται με ηλεκτρονικά μέσα». Επομένως, για να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της ίδιας οδηγίας, οι περιορισμοί στην ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, κατά την έννοια της οδηγίας αυτής, πρέπει να αφορούν ειδικά και αποκλειστικά τις εν λόγω υπηρεσίες. Πλην όμως, οι παροχές που προβλέπονται στο άρθρο 6/A περιλαμβάνουν υπηρεσίες που δεν παρέχονται με ηλεκτρονικά μέσα.

256

Τρίτον, η Ουγγαρία διευκρινίζει ότι το άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού δεν έχει ως συνέπεια ότι οι πάροχοι τους οποίους αφορά η διάταξη αυτή οφείλουν να αποσύρουν το οικείο περιεχόμενο ή να απέχουν από την παροχή των διασυνοριακών αυτών υπηρεσιών, δεδομένου ότι η εν λόγω διάταξη προβλέπει απλώς ότι οι οργανώσεις και τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της δεν μπορούν να παρουσιάζουν τέτοιο περιεχόμενο στους ανηλίκους στο πλαίσιο των εννόμων σχέσεων που διέπονται από τον νόμο αυτόν.

ii) Εκτίμηση του Δικαστηρίου

257

Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 2000/31, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 8 αυτής, η οδηγία έχει ως στόχο την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς μέσω της δημιουργίας νομικού πλαισίου που εξασφαλίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας μεταξύ κρατών μελών, εξασφαλίζοντας την προσέγγιση, εφόσον χρειάζεται για την πραγματοποίηση του προαναφερθέντος στόχου, ορισμένων εθνικών διατάξεων για τις υπηρεσίες αυτές.

258

Το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2000/31, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/1535, ορίζει ως «υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας»«κάθε υπηρεσία που συνήθως παρέχεται έναντι αμοιβής, με ηλεκτρονικά μέσα εξ αποστάσεως και κατόπιν συγκεκριμένης παραγγελίας ενός αποδέκτη υπηρεσιών», εξυπακουομένου, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 18 της οδηγίας 2000/31, ότι οι υπηρεσίες αυτές καλύπτουν μεγάλο φάσμα οικονομικών δραστηριοτήτων σε απευθείας σύνδεση (on-line).

259

Το δε άρθρο 3 της οδηγίας 2000/31 είναι μια διάταξη με κεντρικό ρόλο στην οικονομία και στο σύστημα της οδηγίας αυτής, κατά το μέτρο που καθιερώνει την αρχή του ελέγχου στο κράτος μέλος καταγωγής, για την οποία γίνεται επίσης λόγος στην αιτιολογική σκέψη 22, που αναφέρει ότι «ο έλεγχος των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας πρέπει να ασκείται στην πηγή της δραστηριότητας» (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2023, Google Ireland κ.λπ., C‑376/22, EU:C:2023:835, σκέψη 40).

260

Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, κάθε κράτος μέλος μεριμνά ώστε οι υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας που παρέχει ένας φορέας εγκατεστημένος στο έδαφός του να τηρούν τις ισχύουσες εθνικές διατάξεις του οι οποίες εμπίπτουν στον συντονισμένο τομέα, ο δε συντονισμένος τομέας καλύπτει, όπως προβλέπει το άρθρο 2, στοιχείο ηʹ, της ίδιας οδηγίας, τις προϋποθέσεις που ισχύουν στα νομικά συστήματα των κρατών μελών προκειμένου για φορείς παροχής υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας ή υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, ανεξαρτήτως εάν πρόκειται για γενικές διατάξεις ή για διατάξεις σχεδιασμένες ειδικά για τον τομέα αυτό.

261

Σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο ηʹ, σημείο i, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 2000/31, ο «συντονισμένος τομέας» αφορά απαιτήσεις που συνδέονται με την άσκηση δραστηριότητας υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας, όπως απαιτήσεις σχετικά με τη συμπεριφορά του φορέα παροχής υπηρεσιών, σχετικά με την ποιότητα ή το περιεχόμενο της υπηρεσίας, «συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων για τη διαφήμιση».

262

Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας προβλέπει, άλλωστε, ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν, για λόγους που αφορούν τον συντονισμένο τομέα, να περιορίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας οι οποίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος.

263

Συνακόλουθα, η οδηγία 2000/31 στηρίζεται στην εφαρμογή της αρχής του ελέγχου στο κράτος μέλος καταγωγής και της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης και, ως εκ τούτου, στο πλαίσιο του συντονισμένου τομέα τον οποίο ορίζει το άρθρο 2, στοιχείο ηʹ, της ίδιας οδηγίας, οι υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας ρυθμίζονται μόνο στο κράτος μέλος στου οποίου το έδαφος είναι εγκατεστημένοι οι φορείς που παρέχουν τις υπηρεσίες αυτές (απόφαση της 9ης Νοεμβρίου 2023, Google Ireland κ.λπ., C‑376/22, EU:C:2023:835, σκέψη 42 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

264

Εν προκειμένω, το άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού προβλέπει ότι, «[γ]ια την επίτευξη των στόχων του [εν λόγω] νόμου και τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων του παιδιού, απαγορεύεται η διάθεση σε άτομα ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ ετών πορνογραφικού περιεχομένου, καθώς και περιεχομένου στο οποίο απεικονίζεται η σεξουαλικότητα αυτή καθεαυτήν, ή το οποίο προωθεί ή απεικονίζει την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία».

265

Προκειμένου να εκτιμηθεί αν η διάταξη αυτή εισάγει περιορισμό στην ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας οι οποίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/31, πρέπει να εξακριβωθεί, πρώτον, αν οι παροχές που μνημονεύονται στο άρθρο 6/A εμπίπτουν στην έννοια των «υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας», κατά το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας αυτής.

266

Δεν χωρεί αμφιβολία συναφώς, αφενός, ότι το περιεχόμενο που μνημονεύεται στο άρθρο 6/A μπορεί να παρέχεται εξ αποστάσεως, με ηλεκτρονικά μέσα και κατόπιν συγκεκριμένης παραγγελίας ενός αποδέκτη υπηρεσιών, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο αʹ, ερμηνευόμενου σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/1535.

267

Όσον αφορά, αφετέρου, την προϋπόθεση κατά την οποία το περιεχόμενο αυτό πρέπει να παρέχεται «συνήθως […] έναντι αμοιβής», υπενθυμίζεται ότι οι υπηρεσίες που παρέχονται κανονικά έναντι αμοιβής αποτελούν οικονομικές δραστηριότητες, το δε ουσιώδες χαρακτηριστικό της αμοιβής έγκειται στο γεγονός ότι συνιστά την οικονομική αντιπαροχή της επίμαχης παροχής, χωρίς ωστόσο να απαιτείται να καταβληθεί από τον αποδέκτη της (πρβλ. αποφάσεις της 15ης Σεπτεμβρίου 2016, Mc Fadden, C‑484/14, EU:C:2016:689, σκέψη 41, και της 14ης Ιουλίου 2022, ASADE, C‑436/20, EU:C:2022:559, σκέψη 60 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

268

Επιπροσθέτως, ως οικονομικές δραστηριότητες μπορούν να θεωρηθούν οι υπηρεσίες που παρέχονται έναντι αμοιβής και οι οποίες ενώ δεν περιλαμβάνουν άσκηση δημόσιας εξουσίας, εντούτοις, παρέχονται προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος χωρίς να αποσκοπούν στην επίτευξη κέρδους και είναι ανταγωνιστικές υπηρεσιών παρεχόμενων από φορείς κερδοσκοπικού χαρακτήρα (απόφαση της 14ης Ιουλίου 2022, ASADE, C‑436/20, EU:C:2022:559, σκέψη 63 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

269

Εξάλλου, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 323 των προτάσεών της, η ελευθερία παροχής υπηρεσιών ισχύει τόσο υπέρ του παρέχοντος τις υπηρεσίες όσο και υπέρ του αποδέκτη των υπηρεσιών (βλ., κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 6ης Οκτωβρίου 2009, Επιτροπή κατά Ισπανίας, C‑153/08, EU:C:2009:618, σκέψη 29, και της 2ας Μαρτίου 2023, Recreatieprojecten Zeeland κ.λπ., C‑695/21, EU:C:2023:144, σκέψη 13 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

270

Εν προκειμένω, λαμβανομένου υπόψη του ευρέος φάσματος προσώπων στα οποία μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού, δεν μπορεί να αποκλειστεί, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ουγγαρία, το ενδεχόμενο ορισμένα από αυτά να παρέχουν υπηρεσίες οι οποίες είναι οικονομικής φύσεως στο πλαίσιο δραστηριοτήτων που ασκούνται βάσει του άρθρου 6/A και οι οποίες εμπίπτουν, συνεπώς, στην έννοια των «υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας» κατά την οδηγία 2000/31.

271

Δεν μπορεί, επομένως, να ευδοκιμήσει το επιχείρημα του εν λόγω κράτους μέλους ότι ο νόμος περί προστασίας του παιδιού αφορά επίσης περιεχόμενο που χρησιμοποιείται στο πλαίσιο εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων, το οποίο εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών, σύμφωνα με το άρθρο 165 ΣΛΕΕ.

272

Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται ότι, μολονότι το δίκαιο της Ένωσης δεν θίγει την αρμοδιότητα των κρατών μελών όσον αφορά, αφενός, το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος, καθώς και την πολιτιστική και γλωσσική τους πολυμορφία και, αφετέρου το περιεχόμενο και την οργάνωση της επαγγελματικής εκπαίδευσης, όπως προκύπτει από το άρθρο 165, παράγραφος 1, και το άρθρο 166, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, εντούτοις, τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά την άσκηση της αρμοδιότητάς τους αυτής, να τηρούν το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, τις διατάξεις για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών [πρβλ. και κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 2018, A (Βοήθεια για άτομο με αναπηρία), C‑679/16, EU:C:2018:601, σκέψη 58, και της 7ης Σεπτεμβρίου 2022, Cilevičs κ.λπ., C‑391/20, EU:C:2022:638, σκέψη 59 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

273

Επιπλέον, το άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα να εμποδίζονται τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του από το να χρησιμοποιούν, παραδείγματος χάριν για εκπαιδευτικούς σκοπούς, υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας στο πλαίσιο των παροχών τις οποίες αφορά η διάταξη αυτή, ακόμη και αν δεν παρέχουν τα ίδια τις υπηρεσίες αυτές. Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 269 της παρούσας αποφάσεως, τέτοιου είδους υπηρεσίες πρέπει να θεωρηθούν ως «υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας», κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2000/31, και, ως εκ τούτου, πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτές εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής.

274

Δεύτερον, πρέπει να εξεταστεί αν το άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού εμπίπτει στην έννοια του «συντονισμένου τομέα», κατά το άρθρο 2, στοιχείο ηʹ, της εν λόγω οδηγίας.

275

Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 260 και 261 της παρούσας αποφάσεως, ο συντονισμένος τομέας, κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο ηʹ, της ίδιας οδηγίας, ερμηνευόμενου υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 21, καλύπτει τις προϋποθέσεις που ισχύουν στα νομικά συστήματα των κρατών μελών προκειμένου για φορείς παροχής υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας ή υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, ανεξαρτήτως εάν πρόκειται για γενικές διατάξεις ή για διατάξεις σχεδιασμένες ειδικά για τον τομέα αυτό, εφόσον οι απαιτήσεις αυτές πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού.

276

Σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο ηʹ, σημείο i, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 2000/31, ο «συντονισμένος τομέας» αφορά απαιτήσεις που συνδέονται με την άσκηση δραστηριότητας υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας, όπως απαιτήσεις σχετικά με τη συμπεριφορά του φορέα παροχής υπηρεσιών, σχετικά με την ποιότητα ή το περιεχόμενο της υπηρεσίας.

277

Συναφώς, διευκρινίζεται ότι οι προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού, οι οποίες αποκλείουν την προβολή ορισμένου περιεχομένου στους ανηλίκους και σε σχέση με τις οποίες πρέπει, ως εκ τούτου, να θεωρηθεί ότι επιβάλλουν περιορισμούς στο περιεχόμενο υπηρεσιών δυνάμενων να παρέχονται ως υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, αφορούν την άσκηση δραστηριότητας υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας, όπως οι απαιτήσεις σχετικά με το περιεχόμενο της υπηρεσίας, σύμφωνα με το άρθρο 2, στοιχείο ηʹ, σημείο i, δεύτερη περίπτωση. Επομένως, εμπίπτουν στον συντονισμένο τομέα, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 2, στοιχείο ηʹ.

278

Αφενός, η εκτίμηση αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός το οποίο επικαλείται η Ουγγαρία, ότι δηλαδή ο συγκεκριμένος νόμος δεν αφορά ειδικώς τη ρύθμιση των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας. Πράγματι, το γεγονός αυτό δεν ασκεί επιρροή, λαμβανομένου υπόψη του γενικού χαρακτήρα των απαιτήσεων που προβλέπει ο εν λόγω νόμος, οι οποίες, όπως επισημάνθηκε στην προηγούμενη σκέψη, εμπίπτουν στο ίδιο άρθρο 2, στοιχείο ηʹ.

279

Αφετέρου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ούτε το επιχείρημα που προέβαλε το εν λόγω κράτος μέλος σχετικά με το ότι οι παροχές που καλύπτονται από τον νόμο περί προστασίας του παιδιού δεν περιλαμβάνουν υπηρεσίες που παρέχονται με ηλεκτρονικά μέσα, αλλά υπηρεσίες που παρέχονται μέσω φροντίδας σε είδος και φροντίδας σε προσωπικό επίπεδο, δεδομένου ότι το εν λόγω κράτος μέλος δεν αποδεικνύει ότι, παρά την πολύ ευρεία διατύπωση του άρθρου 6/A του νόμου, οι παροχές αυτές δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να παρέχονται με ηλεκτρονικά μέσα.

280

Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το ευρύ φάσμα των παροχών τις οποίες αφορά η απαγόρευση του εν λόγω άρθρου 6/A μπορεί να εφαρμοστεί και στις υπηρεσίες που παρέχονται με ηλεκτρονικά μέσα.

281

Τρίτον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η απαγόρευση αυτή περιορίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας οι οποίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/31, καθόσον περιορίζει τη δυνατότητα των παρόχων υπηρεσιών που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος να παρέχουν υπηρεσίες που περιέχουν περιεχόμενο καλυπτόμενο από την εν λόγω απαγόρευση στους δυνητικούς πελάτες τους που κατοικούν στην Ουγγαρία και, ως εκ τούτου, καθιστά λιγότερο ελκυστική τη δραστηριότητα που συνίσταται στην προσφορά τέτοιων υπηρεσιών στο τελευταίο αυτό κράτος μέλος.

2) Επί του άρθρου 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης

i) Επιχειρηματολογία των διαδίκων

282

Με το δεύτερο σκέλος της δεύτερης αιτιάσεως, η Επιτροπή προσάπτει στην Ουγγαρία ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/31.

283

Επισημαίνει ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης απαγορεύει τη διάθεση σε άτομα ηλικίας κάτω των 18 ετών διαφημίσεων που προωθούν ή απεικονίζουν την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία.

284

Η διάταξη αυτή επιβάλλει στους υπεύθυνους διαφήμισης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που είναι εγκατεστημένοι σε άλλα κράτη μέλη, νέες υποχρεώσεις που περιορίζουν την ελευθερία τους παροχής υπηρεσιών. Συναφώς, για να στοιχειοθετηθεί περιορισμός κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/31, αρκεί η ρύθμιση να έχει εφαρμογή στις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας και να είναι ικανή να απαγορεύσει, να παρακωλύσει ή να καταστήσει λιγότερο ελκυστική την άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Εθνική ρύθμιση η οποία απαγορεύει ορισμένο περιεχόμενο, ακόμη και αν δεν επιβάλλει απαγόρευση της διαφήμισης, μπορεί, πάντως, να περιορίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών για τους παρόχους και τους αποδέκτες.

285

Εν προκειμένω, αφενός, το άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης έχει εφαρμογή στις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, κατά την έννοια της οδηγίας αυτής.

286

Αφετέρου, δεδομένου ότι το άρθρο 2, στοιχείο ηʹ, σημείο i, δεύτερη περίπτωση, της εν λόγω οδηγίας αφορά ρητώς τις απαιτήσεις «για τη διαφήμιση», το άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης εμπίπτει επίσης στον συντονισμένο τομέα κατά την έννοια της ίδιας οδηγίας.

287

Βεβαίως, η οδηγία 2000/31 εναρμονίζει μόνον ορισμένες πτυχές όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας. Εντούτοις, τυγχάνει εφαρμογής η αρχή της χώρας προέλευσης η οποία διατυπώνεται στο άρθρο 3 της οδηγίας αυτής, συμπεριλαμβανομένων των διαδικαστικών και ουσιαστικών κανόνων της. Τυχόν εφαρμογή της μόνο στους τομείς που καλύπτονται από τα άρθρα 6 έως 8 της εν λόγω οδηγίας, τα οποία αφορούν τις εμπορικές επικοινωνίες, θα ήταν αντίθετη προς το γράμμα, τον σκοπό και το σύστημα της γενικής απαγόρευσης των περιορισμών στην ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 2.

288

Η Ουγγαρία υπενθυμίζει, πρώτον, ότι η οδηγία 2000/31 προβαίνει, όπως προκύπτει από την αιτιολογική της σκέψη 10, σε ελάχιστη μόνον εναρμόνιση, η οποία δεν επηρεάζει το επίπεδο προστασίας των σκοπών γενικού συμφέροντος, ιδίως δε το επίπεδο προστασίας των ανηλίκων στο οποίο αναφέρεται ο νόμος περί εμπορικής διαφήμισης.

289

Το γεγονός ότι η διαφήμιση υπόκειται, σε πολλά κράτη μέλη, σε ειδικούς κανόνες και απαγορεύσεις για τους ανηλίκους καταδεικνύει ότι οι κανόνες αυτοί δεν είναι ικανοί να καταστήσουν λιγότερο ελκυστική τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών στον τομέα της πληροφορίας και της επικοινωνίας, το δε άρθρο 3, παράγραφος 4, της οδηγίας αυτής ενισχύει, κατά τα λοιπά, μια τέτοια ερμηνεία.

290

Δεύτερον, η έννοια του «συντονισμένου τομέα», κατά το άρθρο 2, στοιχείο ηʹ, της εν λόγω οδηγίας, δεν εκτείνεται στις απαιτήσεις σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας οι οποίες δεν έχουν παρεπόμενη και αδιάρρηκτη σχέση με τις υπηρεσίες αυτές. Ως εκ τούτου, η ίδια οδηγία δεν μπορεί να εμποδίσει τα κράτη μέλη να λάβουν μέτρα για την προστασία των ανηλίκων.

ii) Εκτίμηση του Δικαστηρίου

291

Πρώτον, διαπιστώνεται ότι η Ουγγαρία δεν αμφισβητεί, εν προκειμένω, ότι οι υπηρεσίες διαφήμισης που μνημονεύονται στο άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης μπορούν να συνιστούν «υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας», κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2000/31, ερμηνευόμενου σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/1535, και να εμπίπτουν, επομένως, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/31.

292

Δεύτερον, υπογραμμίζεται, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της έννοιας του «συντονισμένου τομέα», κατά το άρθρο 2, στοιχείο ηʹ, σημείο i, δεύτερη περίπτωση, της οδηγίας 2000/31, το οποίο υπομνήσθηκε στη σκέψη 261 της παρούσας αποφάσεως, ότι η απαγόρευση της διάθεσης σε ανηλίκους διαφημίσεων που προωθούν ή απεικονίζουν την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1a, εμπίπτει πράγματι στην έννοια αυτή, δεδομένου ότι αυτή αφορά ρητώς τις «απαιτήσεις […] σχετικά με την ποιότητα ή το περιεχόμενο της υπηρεσίας, συμπεριλαμβανομένων των διατάξεων για τη διαφήμιση».

293

Στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει το επιχείρημα της Ουγγαρίας ότι το εν λόγω άρθρο 8, παράγραφος 1a, δεν αφορά ειδικώς τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας και δεν αποτελεί μέρος του «συντονισμένου τομέα», στο μέτρο που ο τομέας αυτός δεν εκτείνεται στις απαιτήσεις σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας οι οποίες δεν έχουν παρεπόμενη και αδιάρρηκτη σχέση με τις υπηρεσίες αυτές.

294

Ειδικότερα, κατά το γράμμα του άρθρου 2, στοιχείο ηʹ, της οδηγίας 2000/31, στην έννοια του «συντονισμένου τομέα» εμπίπτουν οι προϋποθέσεις που ισχύουν στα νομικά συστήματα των κρατών μελών προκειμένου για φορείς παροχής υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας ή υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας, ανεξαρτήτως εάν πρόκειται για γενικές διατάξεις ή για διατάξεις σχεδιασμένες ειδικά για τον τομέα αυτό.

295

Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι δεν απαιτείται μια απαίτηση να έχει στο σύνολό της ως «συγκεκριμένο σκοπό και αντικείμενο» να ρυθμίσει τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών, αφού αρκεί ορισμένες μόνο διατάξεις της απαίτησης να έχουν τέτοιο σκοπό ή αντικείμενο (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2019, VG Media, C‑299/17, EU:C:2019:716, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

296

Τρίτον, διευκρινίζεται ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης περιορίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας οι οποίες προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, καθόσον η εν λόγω διάταξη καθιστά λιγότερο ελκυστική την άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, απαγορεύοντας τη διάθεση στους ανηλίκους διαφημίσεων που προωθούν ή απεικονίζουν την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία.

β)   Επί της δικαιολόγησης των περιορισμών βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 4, της οδηγίας 2000/31

1) Επιχειρηματολογία των διαδίκων

297

Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η Ουγγαρία δεν μπορεί να παρεκκλίνει, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 4, της οδηγίας 2000/31, από την προβλεπόμενη στην παράγραφο 2 του άρθρου αυτού απαγόρευση της επιβολής περιορισμών στις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας που προέρχονται από άλλα κράτη μέλη.

298

Η απαγόρευση της διάθεσης στους ανηλίκους περιεχομένου ή διαφημίσεων που προωθούν ή απεικονίζουν την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία, όπως προβλέπεται στο άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού, αφενός, και στο άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης, αφετέρου, δεν μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία υπό το πρίσμα των σκοπών γενικού συμφέροντος του άρθρου 3, παράγραφος 4.

299

Μολονότι η προστασία του παιδιού ή η προστασία του δικαιώματος του γονέα στην ανατροφή του τέκνου του αποτελεί θεμιτό σκοπό δημοσίου συμφέροντος, η επίκλησή της δεν αρκεί αφ’ εαυτής για να δικαιολογήσει παρέκκλιση από την απαγόρευση του περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, δεδομένου ότι οι έννοιες «δημόσια τάξη», «δημόσια ασφάλεια» ή «δημόσια υγεία» δεν μπορούν να ορίζονται κατά διακριτική ευχέρεια από τα κράτη μέλη. Υπό το πρίσμα της αποφάσεως της 14ης Φεβρουαρίου 2019, Milivojević (C‑630/17, EU:C:2019:123), πρέπει να αποδεικνύεται συγκεκριμένα και σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της δεδομένης υποθέσεως η ύπαρξη πραγματικής και αρκούντως σοβαρής απειλής, θίγουσας θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας.

300

Η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι η ίδια η Επιτροπή παραδέχθηκε, με το δικόγραφο της προσφυγής της, ότι ο σκοπός της προστασίας των ανηλίκων συγκαταλέγεται ρητώς μεταξύ των σκοπών γενικού συμφέροντος που μπορούν να δικαιολογήσουν περιορισμό στην παροχή υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας προερχόμενων από άλλο κράτος μέλος, ο οποίος κατ’ αρχήν απαγορεύεται από το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/31. Ο σκοπός δε αυτός δεν μπορεί να επιτευχθεί αποτελεσματικά με λιγότερο περιοριστικά μέτρα.

301

Ο νόμος περί προστασίας του παιδιού και ο νόμος περί εμπορικής διαφήμισης είναι απαραίτητοι για την επίτευξη του σκοπού γενικού συμφέροντος που συνίσταται στην προστασία των ανηλίκων και του δικαιώματος των γονέων να είναι σε θέση να λαμβάνουν αποφάσεις σχετικές με τη διαπαιδαγώγηση των παιδιών τους.

302

Όσον αφορά την ύπαρξη πραγματικής και αρκούντως σοβαρής απειλής, θίγουσας θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας, η Ουγγαρία παρατηρεί ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως τόσο ως προς τα μέτρα που λαμβάνουν για την προστασία του επίμαχου σκοπού όσο και ως προς την αυστηρότητα των μέτρων αυτών.

2) Εκτίμηση του Δικαστηρίου

303

Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2000/31, τα κράτη μέλη μπορούν, σε σχέση με συγκεκριμένη υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας, να λαμβάνουν μέτρα κατά παρέκκλιση από την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού, υπό την προϋπόθεση ότι τα οικεία μέτρα, πρώτον, είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της δημόσιας τάξης, την προστασία της δημόσιας υγείας, την προάσπιση της δημόσιας ασφάλειας ή την προστασία των καταναλωτών, δεύτερον, βάλλουν κατά υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας η οποία βλάπτει πράγματι τους ως άνω σκοπούς ή συνιστά σοβαρό κίνδυνο που απειλεί να τους βλάψει και, τρίτον, είναι ανάλογα προς τους εν λόγω σκοπούς (απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2025, Apothekerkammer Nordrhein, C‑517/23, EU:C:2025:122, σκέψη 78 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

304

Κατά το ίδιο το γράμμα του εν λόγω άρθρου 3, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, σημείο i, πρώτη περίπτωση, στην έννοια της «δημόσιας τάξης» που απαντά σε αυτό, μεταξύ άλλων, «περιλαμβάν[ε]ται η προστασία των ανηλίκων», όπερ αντιστοιχεί στον σκοπό που επικαλείται πρωτίστως η Ουγγαρία εν προκειμένω προκειμένου να δικαιολογήσει τους επίμαχους περιορισμούς στην ελεύθερη κυκλοφορία των επίμαχων υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας στο πλαίσιο της δεύτερης αιτιάσεως.

305

Εντούτοις, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 129 έως 133 της παρούσας αποφάσεως, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να στηριχθεί σε ερμηνεία της διατάξεως αυτής της οδηγίας 2000/31 που θα παραβίαζε την απαγόρευση κάθε διάκρισης λόγω φύλου ή γενετήσιου προσανατολισμού, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη, δεδομένου ότι η απαγόρευση αυτή έχει επιτακτικό χαρακτήρα ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης.

306

Για λόγους ανάλογους με εκείνους που εκτίθενται στις σκέψεις 135 έως 162 καθώς και στις σκέψεις 229 έως 233 της παρούσας αποφάσεως, διαπιστώνεται ότι τόσο το άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού όσο και το άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης εισάγουν άμεση διάκριση λόγω φύλου και γενετήσιου προσανατολισμού, δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές θίγουν το βασικό περιεχόμενο του άρθρου 21, παράγραφος 1, του Χάρτη.

307

Επομένως, οι περιορισμοί στην ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας που προέρχονται από άλλο κράτος μέλος, οι οποίοι ορίζονται, αντιστοίχως, στο άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού και στο άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης, δεν μπορούν να θεωρηθούν αναγκαίοι, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, σημείο i, της οδηγίας 2000/31, για τη διασφάλιση της επίτευξης του θεμιτού σκοπού της προστασίας των ανηλίκων.

308

Εξάλλου και εν πάση περιπτώσει, υπογραμμίζεται ότι, όπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, σημείο ii, της οδηγίας 2000/31, στη διάταξη αυτή μπορούν να εμπίπτουν μόνον τα μέτρα «που στρέφονται κατά μιας υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας».

309

Η διάταξη αυτή έχει, πάντως, την έννοια ότι δεν εμπίπτουν στα μέτρα «που στρέφονται κατά μιας υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας», έννοια την οποία αυτή αφορά, γενικά και αφηρημένα μέτρα τα οποία αφορούν μια περιγραφόμενη με γενικούς όρους κατηγορία συγκεκριμένων υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας και εφαρμόζονται αδιακρίτως σε κάθε φορέα παροχής της εν λόγω κατηγορίας υπηρεσιών (απόφαση της 30ής Μαΐου 2024, Airbnb Ireland και Amazon Services Europe, C‑662/22 και C‑667/22, EU:C:2024:432, σκέψη 70 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

310

Εν προκειμένω, το άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού και το άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης αποτελούν γενικά και αφηρημένα μέτρα, οπότε δεν πληρούν την προϋπόθεση του άρθρου 3, παράγραφος 4, στοιχείο αʹ, σημείο ii, της οδηγίας 2000/31.

γ)   Συμπέρασμα

311

Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η δεύτερη αιτίαση είναι βάσιμη.

3.   Επί της τρίτης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται πολλαπλή παράβαση των άρθρων 16 και 19 της οδηγίας 2006/123 καθώς και του άρθρου 56 ΣΛΕΕ

α)   Επί της υπάρξεως περιορισμού κατά την έννοια των άρθρων 16 και 19 της οδηγίας 2006/123 καθώς και του άρθρου 56 ΣΛΕΕ

1) Επί του άρθρου 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού

i) Επιχειρηματολογία των διαδίκων

312

Με το πρώτο σκέλος της τρίτης αιτιάσεως, η Επιτροπή προσάπτει στην Ουγγαρία ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 16 και 19 της οδηγίας 2006/123 καθώς και από το άρθρο 56 ΣΛΕΕ.

313

Υπενθυμίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι το άρθρο 6/A του νόμου για την προστασία των παιδιών προβλέπει την απαγόρευση της διάθεσης σε άτομα ηλικίας κάτω των 18 ετών περιεχομένου το οποίο προωθεί ή απεικονίζει την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία και ότι, ως εκ τούτου, το εν λόγω άρθρο 6/Α μπορεί να επηρεάσει τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών.

314

Το άρθρο 6/A εφαρμόζεται στην παροχή υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας και αφορά όχι μόνον τις υπηρεσίες που παρέχονται από δημόσιους φορείς, αλλά και τις υπηρεσίες που παρέχονται από φυσικά και νομικά πρόσωπα, καθώς και από οργανώσεις που δεν διαθέτουν νομική προσωπικότητα. Συγκεκριμένα, το εν λόγω άρθρο 6/A απευθύνεται στους δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς που συμβάλλουν στην άσκηση των δικαιωμάτων και στην προστασία των νόμιμων συμφερόντων των τέκνων, καθώς και στην εκπλήρωση των γονικών καθηκόντων.

315

Δεδομένου ότι οι εν λόγω υπηρεσίες μπορούν επίσης να παρέχονται έναντι αμοιβής, εμπίπτουν στην έννοια της «υπηρεσίας», κατά τη Συνθήκη ΛΕΕ και την οδηγία 2006/123. Συναφώς, ο μη κερδοσκοπικός χαρακτήρας παροχής η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού, ακόμη και αν αυτή παρέχεται από ιδιωτικούς φορείς, δεν σημαίνει ότι αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «υπηρεσία» κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης. Τούτο προκύπτει επίσης από το σαφές γράμμα του άρθρου 5, στοιχείο s, υποστοιχείο se, του νόμου περί προστασίας του παιδιού, το οποίο αφορά «τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την άσκηση της δραστηριότητας παροχής υπηρεσιών ευημερίας των παιδιών και προστασίας της παιδικής ηλικίας».

316

Συνακόλουθα, οι φορείς παροχής υπηρεσιών που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος δύνανται να προσφέρουν υπηρεσίες παιδικής μέριμνας στην Ουγγαρία σε κάθε πρόσωπο, υπό μορφή παιδικού σταθμού, νηπιαγωγείου, ιδιαίτερων μαθημάτων, οικογενειακής αρωγής με τη βοήθεια εσωτερικών άμισθων βοηθών (au pair) ή μαθημάτων κατάρτισης.

317

Επιπλέον, οι υπήκοοι άλλων κρατών μελών απολαύουν των υπηρεσιών στις οποίες εφαρμόζεται το άρθρο 6/A κατά τη διάρκεια της διαμονής τους στην Ουγγαρία, καθόσον το άρθρο 4, παράγραφος 1, του νόμου περί προστασίας του παιδιού αφορά επίσης τα τέκνα αλλοδαπών υπηκόων οι οποίοι ασκούν το δικαίωμά τους ελεύθερης κυκλοφορίας στο εν λόγω κράτος μέλος για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών μηνών.

318

Ο διασυνοριακός χαρακτήρας των υπηρεσιών αυτών δεν αναιρείται από την αιτιολογική σκέψη 114 της οδηγίας 2014/24/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 2014, σχετικά με τις διαδικασίες σύναψης δημοσίων συμβάσεων και την κατάργηση της οδηγίας 2004/18/ΕΚ (ΕΕ 2014, L 94, σ. 65, και διορθωτικό ΕΕ 2016, L 135, σ. 120), δεδομένου ότι η αιτιολογική αυτή σκέψη δεν σκοπεί στον καθορισμό του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 2006/123 ή του άρθρου 56 ΣΛΕΕ.

319

Άλλωστε, το άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού δεν μπορεί να υπαχθεί σε κάποια από τις εξαιρέσεις δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας 2006/123, στο μέτρο που το άρθρο 6/A περιορίζει τόσο την ελευθερία παροχής όσο και την ελευθερία λήψεως διασυνοριακών υπηρεσιών, κατά την έννοια των άρθρων 16 και 19 της οδηγίας αυτής και του άρθρου 56 ΣΛΕΕ.

320

Ειδικότερα, το εν λόγω άρθρο 6/A δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην προβλεπόμενη στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο ιʹ, της εν λόγω οδηγίας εξαίρεση, σύμφωνα με την οποία δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οι κοινωνικές υπηρεσίες που σχετίζονται με την παιδική μέριμνα, οι οποίες παρέχονται από το κράτος. Η εξαίρεση αυτή δεν ισχύει, αφενός, για τις υπηρεσίες που παρέχονται από ιδιωτικούς φορείς στον τομέα αυτό και, αφετέρου, για την παιδική μέριμνα εν γένει.

321

Η Ουγγαρία αντιτείνει, αφενός, ότι το άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού εφαρμόζεται μόνο στο πλαίσιο του θεσμικού συστήματος προστασίας της παιδικής ηλικίας. Αφετέρου, οι παροχές και τα μέτρα που αποσκοπούν στην προστασία των παιδιών δεν αποτελούν υπηρεσίες οικονομικής φύσεως οι οποίες παρέχονται έναντι αμοιβής και εμπίπτουν, εν πάση περιπτώσει, στην προβλεπόμενη στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο ιʹ, της οδηγίας 2006/123 εξαίρεση.

322

Το γεγονός ότι οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται από φυσικά και νομικά πρόσωπα καθώς και από άλλες οργανώσεις χωρίς νομική προσωπικότητα δεν μεταβάλλει τον μη κερδοσκοπικό χαρακτήρα τους, αφ’ ης στιγμής το άρθρο 5, στοιχείο s, του νόμου περί προστασίας του παιδιού ορίζει τα πρόσωπα και τις οργανώσεις που διαθέτουν άδεια για την άσκηση δραστηριοτήτων προαγωγής της ευημερίας των παιδιών και προστασίας τους.

323

Επομένως, ακόμη και αν οι εν λόγω υπηρεσίες παρέχονταν από παρόχους για λογαριασμό του κράτους ή από φιλανθρωπικές οργανώσεις αναγνωρισμένες από το κράτος, μια τέτοια παροχή θα ενέπιπτε στην προβλεπόμενη στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο ιʹ, της οδηγίας 2006/123 εξαίρεση. Συγκεκριμένα, κατά την Ουγγαρία, η παροχή αυτή είναι ισοδύναμη με εκείνη που αφορά τις κοινωνικές υπηρεσίες στους τομείς της παιδικής μέριμνας και της στήριξης των οικογενειών, κατά την έννοια της οδηγίας αυτής. Το εν λόγω κράτος μέλος προσθέτει ότι το άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού δεν αφορά, επομένως, ιδιωτικές οργανώσεις οι οποίες ασκούν δραστηριότητες κοινωνικής φύσεως εκτός του πλαισίου του νόμου αυτού. Εξάλλου, δεν μπορεί να γίνει λόγος για παράβαση του άρθρου 19 της οδηγίας αυτής, δηλαδή για περιορισμό της χρήσεως μιας υπηρεσίας παρεχόμενης από φορέα εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος, δεδομένου ότι οι παροχές τις οποίες αφορά ο νόμος περί προστασίας του παιδιού μπορούν να παρέχονται μόνο στην Ουγγαρία.

324

Συναφώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη η αιτιολογική σκέψη 114 της οδηγίας 2014/24, η οποία υπενθυμίζει ότι «[ο]ρισμένες κατηγορίες υπηρεσιών εξακολουθούν, λόγω της φύσης τους, να έχουν περιορισμένη διασυνοριακή διάσταση, και συγκεκριμένα οι υπηρεσίες εκείνες που είναι γνωστές ως προσωπικές, όπως ορισμένες κοινωνικές, υγειονομικές και εκπαιδευτικές υπηρεσίες».

325

Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού δεν θίγει την ελευθερία πρόσβασης των παρόχων στην ουγγρική αγορά, αλλά περιορίζει, στο πλαίσιο των παροχών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του, την πρόσβαση των ανηλίκων στο περιεχόμενο το οποίο αφορά η διάταξη αυτή.

ii) Εκτίμηση του Δικαστηρίου

326

Προκαταρκτικώς, όσον αφορά την ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών, την οποία κατοχυρώνει το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, υπενθυμίζεται ότι το περιεχόμενο της ελευθερίας αυτής συγκεκριμενοποιείται, μεταξύ άλλων, με την οδηγία 2006/123 (πρβλ. απόφαση της 30ής Μαΐου 2024, Airbnb Ireland και Amazon Services Europe, C‑662/22 και C‑667/22, EU:C:2024:432, σκέψη 47).

327

Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, αφενός, από την αιτιολογική σκέψη 7 της οδηγίας αυτής προκύπτει, κατ’ ουσίαν, ότι η οδηγία αυτή προβαίνει σε στοχοθετημένη εναρμόνιση προκειμένου να θεσπιστεί γενικό νομικό πλαίσιο το οποίο διέπει μεγάλη ποικιλία υπηρεσιών, ενώ παράλληλα λαμβάνει υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά κάθε είδους δραστηριότητας και το αντίστοιχο σύστημα κανονιστικής ρύθμισης. Αφετέρου, υπενθυμίζεται ότι οποιοδήποτε εθνικό μέτρο σχετικό με τομέα ο οποίος έχει αποτελέσει αντικείμενο πλήρους εναρμονίσεως πρέπει να εκτιμάται με γνώμονα τις διατάξεις του εν λόγω μέτρου εναρμονίσεως [απόφαση της 19ης Ιουνίου 2025, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Διαφήμιση φαρμακείων), C‑200/24, EU:C:2025:459, σκέψη 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

328

Όπως ορίζει το άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/123, αυτή θεσπίζει τις γενικές διατάξεις που διευκολύνουν, μεταξύ άλλων, την άσκηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών, διατηρώντας ταυτόχρονα υψηλό ποιοτικό επίπεδο υπηρεσιών.

329

Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας, αυτή εφαρμόζεται στις υπηρεσίες παρόχων εγκατεστημένων σε κράτος μέλος, η δε έννοια της «υπηρεσίας» ορίζεται στο άρθρο 4, σημείο 1, ως «κάθε μη μισθωτή οικονομική δραστηριότητα, που παρέχεται κατά κανόνα έναντι αμοιβής, κατά το άρθρο [57 ΣΛΕΕ]».

330

Ωστόσο, η παράγραφος 2 του εν λόγω άρθρου 2 εξαιρεί ένα σύνολο δραστηριοτήτων από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2006/123, και ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία αʹ, θʹ και ιʹ της διάταξης αυτής, τις μη οικονομικές υπηρεσίες γενικού ενδιαφέροντος, τις δραστηριότητες που συνδέονται με την άσκηση δημόσιας εξουσίας καθώς και τις κοινωνικές υπηρεσίες που σχετίζονται με την παιδική μέριμνα και τη στήριξη των οικογενειών.

331

Εξάλλου, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, αυτή δεν έχει εφαρμογή αν οι διατάξεις της έρχονται σε σύγκρουση με διάταξη άλλης πράξης της Ένωσης που ρυθμίζει τις ειδικές πτυχές της πρόσβασης και της άσκησης δραστηριότητας παροχής υπηρεσίας σε ειδικούς τομείς ή ειδικά επαγγέλματα (απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2020, Star Taxi App, C‑62/19, EU:C:2020:980, σκέψη 78 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). Επομένως, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 330 των προτάσεών της, η εν λόγω οδηγία ορίζει γενικούς κανόνες που καθιστούν εφικτή την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στον τομέα των λοιπών υπηρεσιών, πέραν των υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων ή εκείνων της κοινωνίας της πληροφορίας.

332

Το άρθρο 16, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας προβλέπει επίσης, στα δύο πρώτα εδάφια του, αφενός, ότι τα κράτη μέλη σέβονται το δικαίωμα των παρόχων υπηρεσιών να παρέχουν υπηρεσίες σε κράτος μέλος διαφορετικό από αυτό στο οποίο εδρεύουν και, αφετέρου, ότι το κράτος μέλος στο οποίο παρέχεται η υπηρεσία εξασφαλίζει, μεταξύ άλλων, την ελεύθερη άσκηση της δραστηριότητας παροχής υπηρεσιών στο έδαφός του. Δυνάμει του άρθρου 16, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, τα κράτη μέλη δεν εξαρτούν την πρόσβαση σε δραστηριότητα παροχής υπηρεσιών ή την άσκησή της στο έδαφός τους από απαιτήσεις που δεν τηρούν τις αρχές της μη εισαγωγής διακρίσεων, της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας.

333

Κατά το άρθρο 16, παράγραφος 3, της ίδιας οδηγίας, το κράτος μέλος στο οποίο μετακομίζει ο πάροχος υπηρεσιών δύναται να επιβάλλει απαιτήσεις που αφορούν τη δραστηριότητα παροχής υπηρεσιών και δικαιολογούνται, μεταξύ άλλων, για λόγους δημόσιας τάξης, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 16.

334

Σύμφωνα με το άρθρο 19 της οδηγίας 2006/123, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επιβάλλουν στους αποδέκτες απαιτήσεις οι οποίες περιορίζουν τη χρήση μιας υπηρεσίας που παρέχεται από φορέα εγκατεστημένο σε άλλο κράτος μέλος, ιδίως δε, δυνάμει του εν λόγω άρθρου 19, στοιχείο αʹ, την υποχρέωση εξασφάλισης άδειας από τις αρμόδιες αρχές ή την υποβολή δήλωσης σε αυτές.

335

Πρώτον, πρέπει να εξακριβωθεί, δυνάμει του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής και υπό το πρίσμα της νομολογίας που απορρέει από την απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 2020, Star Taxi App (C‑62/19, EU:C:2020:980), αν το γεγονός ότι το άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού συνιστά, όπως κρίθηκε στις σκέψεις 266 έως 273 της παρούσας αποφάσεως, ρύθμιση εφαρμοστέα σε «υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας», κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2000/31, σημαίνει ότι αποκλείεται η εφαρμογή, στο εν λόγω άρθρο 6/Α, των απαιτήσεων της οδηγίας 2006/123 και του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι η οδηγία 2000/31 διέπει ειδικώς την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας.

336

Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει από τις ίδιες αυτές σκέψεις της παρούσας αποφάσεως, λαμβανομένου υπόψη του ευρέος φάσματος των προσώπων στα οποία εφαρμόζεται το άρθρο 6/A του νόμου για την προστασία του παιδιού, το οποίο περιλαμβάνει όχι μόνον παρόχους υπηρεσιών, αλλά και αποδέκτες υπηρεσιών που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου αυτού, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, όπως επισήμανε κατ’ ουσίαν η γενική εισαγγελέας στο σημείο 331 των προτάσεών της, η απαγόρευση της διάθεσης του περιεχομένου που μνημονεύεται στο ίδιο άρθρο να επιβάλλεται στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών πέραν των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, κατά την έννοια της οδηγίας 2000/31.

337

Λαμβανομένου υπόψη του άρθρου 4, σημείο 1, της οδηγίας 2006/123, κατά το οποίο η έννοια της «υπηρεσίας» καταλαμβάνει κάθε μη μισθωτή οικονομική δραστηριότητα, που παρέχεται κατά κανόνα έναντι αμοιβής, κατά το άρθρο 57 ΣΛΕΕ, οι υπηρεσίες αυτές θα μπορούσαν να συνίστανται σε βασικές παροχές στον τομέα της προστασίας της παιδικής ηλικίας στην Ουγγαρία, όπως δραστηριότητες φύλαξης παιδιών κατά τη διάρκεια της ημέρας.

338

Βεβαίως, το εν λόγω άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού αφορά επίσης τους δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς που συμβάλλουν στην άσκηση των δικαιωμάτων και στην προστασία των νόμιμων συμφερόντων των τέκνων καθώς και στην εκπλήρωση των γονικών καθηκόντων.

339

Εντούτοις, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, οι υπηρεσίες αυτές μπορούν επίσης να παρέχονται έναντι αμοιβής.

340

Πέραν της νομολογίας του Δικαστηρίου που μνημονεύθηκε στις σκέψεις 267 και 268 της παρούσας αποφάσεως, υπενθυμίζεται, συναφώς, ότι δεν αποκλείεται ένα δημόσιο ίδρυμα να μπορεί να ασκεί περισσότερες δραστηριότητες, τόσο οικονομικές όσο και μη οικονομικές, εφόσον αποκλείεται κάθε κίνδυνος «διασταυρούμενης» επιδοτήσεως των οικονομικών του δραστηριοτήτων μέσω δημοσίων πόρων τους οποίους λαμβάνει για τις μη οικονομικές του δραστηριότητες (πρβλ. απόφαση της 27ης Ιουνίου 2017, Congregación de Escuelas Pías Provincia Betania, C‑74/16, EU:C:2017:496, σκέψη 51).

341

Επομένως, τέτοιες οικονομικές υπηρεσίες, μνημονευόμενες στο άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού, εμπίπτουν στην έννοια της «υπηρεσίας», κατά το άρθρο 4, σημείο 1, της οδηγίας 2006/123.

342

Δεύτερον, πρέπει να εξεταστεί αν οι υπηρεσίες αυτές εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής βάσει του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο ιʹ, αυτής, κατά το οποίο η οδηγία δεν εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στις κοινωνικές υπηρεσίες που σχετίζονται με την παιδική μέριμνα.

343

Βεβαίως, από την προμνησθείσα διάταξη, σε συνδυασμό με την αιτιολογική σκέψη 27 της εν λόγω οδηγίας, συνάγεται ότι εμπίπτουν στην έννοια αυτή μόνον οι «κοινωνικές υπηρεσίες» που πληρούν σωρευτικώς δύο προϋποθέσεις. Η μεν πρώτη προϋπόθεση αφορά το είδος των ασκούμενων δραστηριοτήτων, η δε δεύτερη προϋπόθεση αφορά την ιδιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες, οι οποίες μπορεί να παρέχονται από το ίδιο το κράτος, από φιλανθρωπική οργάνωση αναγνωρισμένη από το κράτος ή από ιδιώτη παρέχοντα υπηρεσίες για λογαριασμό του κράτους (πρβλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 2013, Femarbel, C‑57/12, EU:C:2013:517, σκέψεις 42 έως 44).

344

Συναφώς, γίνεται δεκτό ότι ιδιώτης παρέχων υπηρεσίες έχει εξουσιοδοτηθεί από το κράτος καθόσον υπέχει την «υποχρέωση» να παρέχει τις κοινωνικές υπηρεσίες που του ανατέθηκαν (απόφαση της 11ης Ιουλίου 2013, Richards, C‑57/12, EU:C:2013:517, σκέψη 46).

345

Η Ουγγαρία δεν απέδειξε, ωστόσο, ότι το σύνολο των υπηρεσιών και των ειδικών μέτρων που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου περί προστασίας του παιδιού παρέχεται από το κράτος, από φιλανθρωπική οργάνωση αναγνωρισμένη από το κράτος ή από ιδιώτη παρέχοντα υπηρεσίες για λογαριασμό του κράτους.

346

Τρίτον, πρέπει να εξεταστεί αν η απαγόρευση του άρθρου 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού πρέπει να θεωρηθεί ως απαίτηση ικανή να περιορίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών, κατά την έννοια της οδηγίας 2006/123.

347

Η έννοια της «απαίτησης» ορίζεται στο άρθρο 4, σημείο 7, της οδηγίας, κατά το οποίο η έννοια αυτή καταλαμβάνει κάθε υποχρέωση, απαγόρευση, προϋπόθεση ή όριο που προβλέπεται στις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις των κρατών μελών ή προκύπτει από τη νομολογία, τη διοικητική πρακτική, τους κανόνες επαγγελματικών συλλόγων ή τους συλλογικούς κανόνες επαγγελματικών ενώσεων ή οργανώσεων που εγκρίνονται στο πλαίσιο της άσκησης της νομικής αυτονομίας τους.

348

Ο ορισμός αυτός πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 9 της εν λόγω οδηγίας, κατά την οποία η οδηγία έχει εφαρμογή μόνον στις απαιτήσεις που επηρεάζουν την πρόσβαση σε, ή την άσκηση δραστηριοτήτων παροχής υπηρεσιών, και δεν έχει εφαρμογή, συνεπώς, σε απαιτήσεις οι οποίες δεν ρυθμίζουν ή δεν επηρεάζουν ειδικώς την εν λόγω δραστηριότητα, αλλά απλώς πρέπει να τηρούνται από τους παρόχους τέτοιων υπηρεσιών, ακριβώς όπως και από τα πρόσωπα που ενεργούν ως ιδιώτες (πρβλ. αποφάσεις της 30ής Ιανουαρίου 2018, X και Visser, C‑360/15 και C‑31/16, EU:C:2018:44, σκέψη 123, και της 22ας Σεπτεμβρίου 2020, Cali Apartments, C‑724/18 και C‑727/18, EU:C:2020:743, σκέψη 40).

349

Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, πρέπει να θεωρούνται περιορισμοί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών όλες οι απαιτήσεις οι οποίες απαγορεύουν, κωλύουν ή καθιστούν λιγότερο ελκυστική την άσκηση της ελευθερίας αυτής [πρβλ. απόφαση της 19ης Ιουνίου 2025, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Διαφήμιση φαρμακείων), C‑200/24, EU:C:2025:459, σκέψη 71 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

350

Στην έννοια του «περιορισμού», κατά την οδηγία 2006/123, εμπίπτουν οι απαιτήσεις που λαμβάνει ένα κράτος μέλος οι οποίες, καίτοι εφαρμόζονται αδιακρίτως, επηρεάζουν την πρόσβαση των επιχειρήσεων άλλων κρατών μελών στην αγορά [απόφαση της 19ης Ιουνίου 2025, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Διαφήμιση φαρμακείων), C‑200/24, EU:C:2025:459, σκέψη 72 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία], παρεμποδίζοντας, παρενοχλώντας ή καθιστώντας λιγότερο ελκυστικές τις δραστηριότητες του παρέχοντος υπηρεσίες όταν αυτός είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος μέλος, όπου νομίμως παρέχει ανάλογες υπηρεσίες (απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2013, Κωνσταντινίδης, C‑475/11, EU:C:2013:542,σκέψη 44 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

351

Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 348 έως 350 της παρούσας αποφάσεως, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού όχι μόνον περιορίζει τη δυνατότητα των παρόχων υπηρεσιών που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος να παρέχουν υπηρεσίες που περιλαμβάνουν το περιεχόμενο που μνημονεύεται στο εν λόγω άρθρο στους δυνητικούς πελάτες τους που κατοικούν στην Ουγγαρία, αλλά καθιστά επίσης τη λήψη των υπηρεσιών αυτών λιγότερο ελκυστική για τους αποδέκτες των υπηρεσιών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου αυτού.

352

Επομένως, η απαγόρευση την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή συνιστά απαίτηση ικανή να περιορίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών, κατά την έννοια της οδηγίας 2006/123.

2) Επί του άρθρου 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης

i) Επιχειρηματολογία των διαδίκων

353

Με το δεύτερο σκέλος της τρίτης αιτιάσεως, η Επιτροπή προσάπτει στην Ουγγαρία ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 16 και 19 της οδηγίας 2006/123 καθώς και από το άρθρο 56 ΣΛΕΕ.

354

Επισημαίνει ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης απαγορεύει τη διάθεση σε άτομα ηλικίας κάτω των 18 ετών διαφημίσεων που προωθούν ή απεικονίζουν την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία και, ως εκ τούτου, περιορίζει την ελεύθερη διασυνοριακή παροχή διαφημιστικών υπηρεσιών.

355

Κατά πρώτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 8, παράγραφος 1a, αφορά όχι μόνον τις διαφημιστικές υπηρεσίες εκτός διαδικτύου, όπως είναι ο σχεδιασμός και η δημοσίευση αφισών, αγγελιών στον Τύπο ή φυλλαδίων, αλλά και όλες τις εμπορικές δραστηριότητες εν γένει στο πλαίσιο των οποίων γίνεται χρήση της διαφήμισης για την προώθηση των αγαθών και υπηρεσιών.

356

Το άρθρο 8, παράγραφος 1a, αφορά, επομένως, τόσο την ψηφιακή διαφήμιση όσο και την έντυπη διαφήμιση, καθώς και τη διαφήμιση με άλλα μέσα, όπως είναι η τηλεφωνική διαφήμιση.

357

Ως εκ τούτου, οι υπηρεσίες που μνημονεύονται στο εν λόγω άρθρο 8, παράγραφος 1a, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2006/123 καθώς και του άρθρου 56 ΣΛΕΕ. Συναφώς, ούτε το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής ούτε η εξαίρεση του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχεία γʹ και ζʹ, έχουν εφαρμογή εν προκειμένω.

358

Κατά δεύτερον, όσον αφορά την ύπαρξη περιορισμού της ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών, η Επιτροπή επισημαίνει, πρώτον, ότι, καίτοι το ίδιο άρθρο 8, παράγραφος 1a, δεν απαγορεύει, γενικώς, τη μετάδοση διαφημίσεων που περιλαμβάνουν αναφορές σε ευαίσθητα θέματα, η διάταξη αυτή καταλήγει σε απαγόρευση κάθε διαφήμισης στην οποία γίνεται μνεία ή νύξη σε περιεχόμενο το οποίο προωθεί ή απεικονίζει την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία.

359

Από την απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2013, Κωνσταντινίδης (C‑475/11, EU:C:2013:542, σκέψη 56), προκύπτει όμως ότι εθνική ρύθμιση η οποία απαγορεύει τη διαφήμιση στην οποία εμφανίζεται ορισμένο περιεχόμενο συνιστά εμπόδιο στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.

360

Συναφώς, η ύπαρξη δυνητικών περιοριστικών αποτελεσμάτων αρκεί για τη διαπίστωση της ύπαρξης περιορισμού, αφού η έννοια του περιορισμού περιλαμβάνει επίσης τα μέτρα τα οποία είναι ικανά να αποθαρρύνουν παρόχους ή να καταστήσουν λιγότερο ελκυστική τη διασυνοριακή παροχή υπηρεσιών, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις της 17ης Ιουλίου 2008, Corporación Dermoestética (C‑500/06, EU:C:2008:421, σκέψεις 33 και 34), και της 19ης Δεκεμβρίου 2012, Επιτροπή κατά Βελγίου (C‑577/10, EU:C:2012:814, σκέψη 38).

361

Δεύτερον, το άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης θίγει επίσης διασυνοριακές υπηρεσίες οι οποίες δεν συνιστούν, αυτές καθεαυτές, διαφήμιση, αλλά συνοδεύονται από διαφήμιση η οποία προωθεί ή απεικονίζει την ομοφυλοφιλία, την αλλαγή φύλου ή την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, ήτοι τη λεγόμενη «συνοδευτική διαφήμιση».

362

Η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι ο περιορισμός των διαφημιστικών υπηρεσιών εκτός διαδικτύου, δυνάμει του εν λόγω άρθρου 8, παράγραφος 1a, δεν επιτρέπει, αφ’ εαυτού, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι παρακωλύεται ή καθίσταται λιγότερο ελκυστική η άσκηση εμπορικής δραστηριότητας.

363

Το εν λόγω κράτος μέλος διευκρινίζει ότι σκοπός του άρθρου 8, παράγραφος 1a, δεν είναι η καθιέρωση γενικής απαγόρευσης, αλλά το να περιοριστεί η προσβασιμότητα στη διαφήμιση που προωθεί ή απεικονίζει την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία, για το κοινό-στόχο που αποτελείται από άτομα ηλικίας κάτω των 18 ετών. Τυχόν προώθηση τέτοιου περιεχομένου θα συνεπαγόταν ότι οι εν λόγω μορφές συμπεριφοράς παρουσιάζονται πιο ευνοϊκά ή βρίσκονται σε πλεονεκτικότερη θέση σε σχέση με τα γενικώς αποδεκτά στην οικεία κοινωνία σεξουαλικά πρότυπα. Τούτο θα συνέβαινε, για παράδειγμα, αν η διαφήμιση ενθάρρυνε με ρητό τρόπο τους ανηλίκους να γίνουν ομοφυλόφιλοι ή να αλλάξουν φύλο.

364

Επομένως, το ίδιο άρθρο 8, παράγραφος 1a, προβλέπει απλώς απαγόρευση ορισμένου περιεχομένου για τη διαφήμιση που απευθύνεται σε ανηλίκους, αλλά δεν συνεπάγεται απαγόρευση παραγγελίας, αγοράς ή προσφοράς διασυνοριακών διαφημιστικών υπηρεσιών που προωθούν ή απεικονίζουν την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία.

ii) Εκτίμηση του Δικαστηρίου

365

Πρώτον, υπενθυμίζεται ότι από τη σκέψη 291 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι οι υπηρεσίες διαφήμισης που μνημονεύονται στο άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης μπορούν να συνιστούν «υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας», κατά την έννοια του άρθρου 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2000/31, ερμηνευόμενου σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, της οδηγίας 2015/1535, και ότι τέτοιου είδους υπηρεσίες εμπίπτουν, επομένως, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2000/31.

366

Όπως, όμως, υπογράμμισε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 333 των προτάσεών της, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, λαμβανομένου υπόψη του ιδιαιτέρως ευρέος πεδίου εφαρμογής της απαγόρευσης του εν λόγω άρθρου 8, παράγραφος 1a, η οποία αφορά «διαφημίσεις […] που προωθούν ή απεικονίζουν την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου και την ομοφυλοφιλία», να καλύπτει η διάταξη αυτή και διαφημίσεις που πραγματοποιούνται με άλλο μέσο και όχι με υπηρεσία οπτικοακουστικών μέσων ή με ηλεκτρονικά μέσα, παραδείγματος χάριν μέσω αφισών, καθώς και άλλες μορφές διαφήμισης, όπως η συνοδευτική διαφήμιση.

367

Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/123, οι υπηρεσίες διαφήμισης που μνημονεύονται στο εν λόγω άρθρο 8, παράγραφος 1a, μπορούν, επομένως, να εμπίπτουν στην έννοια της «υπηρεσίας», κατά το άρθρο 4, σημείο 1, της οδηγίας αυτής, στο μέτρο που οι υπηρεσίες αυτές δεν διέπονται από διάταξη άλλης πράξης του δικαίου της Ένωσης η οποία να ρυθμίζει τις ειδικές πτυχές της πρόσβασης και της άσκησης δραστηριότητας παροχής υπηρεσιών σε ειδικούς τομείς ή ειδικά επαγγέλματα και να έρχεται σε σύγκρουση με την εν λόγω οδηγία.

368

Δεύτερον, διευκρινίζεται ότι οι υπηρεσίες διαφήμισης πλην των οπτικοακουστικών υπηρεσιών ή των υπηρεσιών με ηλεκτρονικά μέσα, όπως οι μνημονευόμενες στη σκέψη 366 της παρούσας αποφάσεως, δεν μπορούν να εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχεία γʹ και ζʹ, της ίδιας οδηγίας, οι οποίες αφορούν τις υπηρεσίες και τα δίκτυα ηλεκτρονικών επικοινωνιών καθώς και τις οπτικοακουστικές υπηρεσίες.

369

Τρίτον, πρέπει να εξεταστεί αν η απαγόρευση του άρθρου 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστά απαίτηση ικανή να περιορίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών, κατά την έννοια της οδηγίας 2006/123, και, κατ’ επέκταση, ότι εισάγει περιορισμό στην ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών, κατά την έννοια του άρθρου 56 ΣΛΕΕ.

370

Υπενθυμίζεται ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει, αφενός, ότι εθνική νομοθεσία η οποία απαγορεύει, γενικώς και απολύτως, οποιαδήποτε διαφήμιση για ορισμένη δραστηριότητα είναι ικανή να περιορίσει τη δυνατότητα των προσώπων που ασκούν τη δραστηριότητα αυτή να γίνουν γνωστά στην εν δυνάμει πελατεία τους και να προωθήσουν τις υπηρεσίες τις οποίες προτίθενται να προσφέρουν στην πελατεία αυτή. Συνεπώς, μια τέτοια εθνική νομοθεσία πρέπει να θεωρείται ότι ενέχει περιορισμό της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών [απόφαση της 19ης Ιουνίου 2025, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Διαφήμιση φαρμακείων), C‑200/24, EU:C:2025:459, σκέψη 73 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

371

Αφετέρου, κατά τη νομολογία αυτή, καίτοι μια εθνική ρύθμιση δεν απαγορεύει γενικώς και απολύτως τη διαφήμιση ή μια ειδική μορφή διαφημίσεως, μπορεί να συνιστά εμπόδιο στην ελεύθερη παροχή των σχετικών διαφημιστικών υπηρεσιών (πρβλ. απόφαση της 12ης Σεπτεμβρίου 2013, Κωνσταντινίδης, C‑475/11, EU:C:2013:542, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία)

372

Επομένως, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ουγγαρία, το άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης μπορεί να περιορίσει τη διασυνοριακή παραγγελία, αγορά ή παροχή διαφημιστικών υπηρεσιών.

373

Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 370 και 371 της παρούσας αποφάσεως, η απαγόρευση του άρθρου 8, παράγραφος 1a, συνιστά απαίτηση η οποία περιορίζει την ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών, κατά την έννοια της οδηγίας 2006/123, στο μέτρο που η διάταξη αυτή περιορίζει τη δυνατότητα των προσώπων που παρέχουν διαφημιστικές υπηρεσίες να προωθούν τις υπηρεσίες αυτές στην Ουγγαρία, όταν ανήλικοι θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να δουν ή να ακούσουν τις διαφημίσεις τις οποίες προσφέρουν και οι οποίες περιλαμβάνουν περιεχόμενο όπως αυτό που μνημονεύεται στο εν λόγω άρθρο.

374

Δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, εξάλλου, το επιχείρημα της Ουγγαρίας ότι η διαφήμιση δεν εμπίπτει σε εναρμονισμένο τομέα, λόγος για τον οποίο τα κράτη μέλη διαθέτουν ευρεία εξουσία εκτιμήσεως κατά τον καθορισμό των απαιτήσεων που τίθενται για την προστασία των ανηλίκων.

375

Συγκεκριμένα, από την αιτιολογική σκέψη 7 της οδηγίας 2006/123 προκύπτει, κατ’ ουσίαν, ότι αυτή προβαίνει σε στοχοθετημένη εναρμόνιση προκειμένου να θεσπιστεί γενικό νομικό πλαίσιο το οποίο διέπει μεγάλη ποικιλία υπηρεσιών, ενώ παράλληλα λαμβάνει υπόψη τα ειδικά χαρακτηριστικά κάθε είδους δραστηριότητας και το αντίστοιχο σύστημα κανονιστικής ρύθμισης.

376

Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι η οδηγία αυτή θεσπίζει, όπως προκύπτει από το άρθρο 1, παράγραφος 1, γενικές διατάξεις με σκοπό την εξάλειψη των περιορισμών στην ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών μεταξύ των κρατών μελών με σκοπό τη συμβολή στην πραγμάτωση μιας ελεύθερης και διεπόμενης από τις αρχές του ανταγωνισμού εσωτερικής αγοράς, τα κράτη μέλη υποχρεούνται, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, να ασκούν την εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτουν εντός των ορίων που θέτει η εν λόγω οδηγία.

3) Επί του άρθρου 9, παράγραφος 12, του νόμου περί δημόσιας εκπαίδευσης

i) Επιχειρηματολογία των διαδίκων

377

Με το τρίτο σκέλος της τρίτης αιτιάσεως, η Επιτροπή προσάπτει στην Ουγγαρία ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 16 και 19 της οδηγίας 2006/123 καθώς και από το άρθρο 56 ΣΛΕΕ.

378

Επισημαίνει ότι το άρθρο 9, παράγραφος 12, του νόμου περί δημόσιας εκπαίδευσης προβλέπει ότι οι δραστηριότητες που διοργανώνονται για τους μαθητές και αφορούν τη σεξουαλική κουλτούρα, τη σεξουαλική ζωή, τον γενετήσιο προσανατολισμό και τη σεξουαλική ανάπτυξη δεν πρέπει να αποσκοπούν στην προώθηση της απόκλισης από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, της αλλαγής φύλου ή της ομοφυλοφιλίας.

379

Πρώτον, η Επιτροπή φρονεί ότι οι σχετικές εκπαιδευτικές υπηρεσίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2006/123 και του άρθρου 56 ΣΛΕΕ.

380

Συναφώς, το εν λόγω θεσμικό όργανο επισημαίνει ότι οι υπηρεσίες που παρέχονται από ιδιωτικούς φορείς καλύπτονται από την οδηγία και από το άρθρο αυτό, όπως και οι εκπαιδευτικές υπηρεσίες που παρέχονται από παρόχους εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη. Ομοίως, τα δημόσια εκπαιδευτικά ιδρύματα των οποίων οι κύριες δραστηριότητες δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας μπορούν να ασκούν συμπληρωματικές δραστηριότητες, οι οποίες συνήθως παρέχονται έναντι αμοιβής, όπως η οργάνωση συνεδρίων.

381

Ωστόσο, δεν τίθεται, εν προκειμένω, ζήτημα ως προς την ουγγρική δημόσια εκπαίδευση, αλλά ως προς τις οικονομικές δραστηριότητες που καλύπτονται από τους κανόνες της εσωτερικής αγοράς της Ένωσης, ιδίως στον τομέα της εκπαίδευσης.

382

Στο μέτρο που το άρθρο 9, παράγραφος 12, του νόμου περί δημόσιας εκπαίδευσης εκτείνεται στις δραστηριότητες που αφορούν «τη σεξουαλική κουλτούρα, τη σεξουαλική ζωή, τον γενετήσιο προσανατολισμό και τη σεξουαλική ανάπτυξη», και που διοργανώνονται σε δημόσια εκπαιδευτικά ιδρύματα, η διάταξη αυτή θίγει τους εξωτερικούς, ιδιωτικούς παρόχους υπηρεσιών οι οποίοι συνδέονται με δημόσια ιδρύματα, όπως είναι τρίτοι που οργανώνουν μαθήματα κατάρτισης, συνέδρια ή καλλιτεχνικές παραστάσεις. Επομένως, το πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής δεν περιορίζεται στην εκπαίδευση, αλλά καταλαμβάνει και άλλες δραστηριότητες που διοργανώνονται στα σχολεία.

383

Επ’ ευκαιρία των δραστηριοτήτων αυτών, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών δραστηριοποιούμενες εντός της Ένωσης είναι διατεθειμένες να προσφέρουν, συχνά έναντι αμοιβής, υπηρεσίες στην Ουγγαρία ή προς την Ουγγαρία οι οποίες, κατ’ ουσίαν, απαγορεύονται δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 12.

384

Δεύτερον, το εν λόγω άρθρο 9, παράγραφος 12, είναι δυσανάλογο, δεδομένου ότι δεν είναι κατάλληλο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με τον νόμο περί δημόσιας εκπαίδευσης σκοπού, ήτοι της θέσπισης δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος που να ευνοεί την αρμονική πνευματική, σωματική και διανοητική ανάπτυξη των παιδιών και των νέων, κατά την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 1, του εν λόγω νόμου. Η διάταξη αυτή δεν προάγει την ανάπτυξη όλων των μαθητών, αλλά εισάγει διακρίσεις εις βάρος μέρους του ουγγρικού και ευρωπαϊκού πληθυσμού. Επομένως, το άρθρο 9, παράγραφος 12, θεσπίζοντας μια τόσο γενική απαγόρευση, βαίνει πέραν του αναγκαίου μέτρου.

385

Η Ουγγαρία αντιτείνει, πρώτον, ότι το άρθρο 9, παράγραφος 12, του νόμου περί δημόσιας εκπαίδευσης καλύπτει μόνον τις δραστηριότητες δημόσιας εκπαίδευσης, συμπεριλαμβανομένων των σχολικών δραστηριοτήτων καθώς και άλλων δραστηριοτήτων που προσφέρονται στο πλαίσιο της εκπαίδευσης, συνεπώς δε η διάταξη αυτή δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 56 ΣΛΕΕ και της οδηγίας 2006/123.

386

Επιπλέον, ούτε οι εκπαιδευτικές και πολιτιστικές υπηρεσίες που παρέχονται από ιδιωτικούς φορείς εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου περί δημόσιας εκπαίδευσης, αφού το άρθρο 9, παράγραφος 12, του νόμου αυτού δεν έχει εφαρμογή στις εν λόγω υπηρεσίες.

387

Αντιθέτως, το άρθρο αυτό εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 165, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, αφ’ ης στιγμής η διάταξη αυτή ρυθμίζει το περιεχόμενο της διδασκαλίας, όπερ εμπίπτει ωστόσο στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Συναφώς, το γεγονός ότι ένα σχολείο παρέχει εκπαίδευση σε πολλές γλώσσες δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά το εάν υπάγεται στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα.

388

Δεύτερον, το άρθρο 9, παράγραφος 12, του νόμου περί δημόσιας εκπαίδευσης δεν απαγορεύει την απεικόνιση της απόκλισης από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, της αλλαγής φύλου ή της ομοφυλοφιλίας, αλλά την προώθηση του περιεχομένου αυτού. Επιπλέον, κακώς η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ορισμένες οργανώσεις δεν επιτρέπεται να παρέχουν υπηρεσίες στα σχολεία στην Ουγγαρία. Υπηρεσίες που απεικονίζουν την εν λόγω απόκλιση μπορούν πράγματι να παρέχονται από άλλα πρόσωπα πέραν των υπαλλήλων του εκπαιδευτικού ιδρύματος, υπό την προϋπόθεση ότι τα πρόσωπα αυτά είναι καταχωρισμένα από τον εκ του νόμου ορισθέντα φορέα.

ii) Εκτίμηση του Δικαστηρίου

389

Πρώτον, πρέπει να εξακριβωθεί αν οι υπηρεσίες δημόσιας εκπαίδευσης που μνημονεύονται στο άρθρο 9, παράγραφος 12, του νόμου περί δημόσιας εκπαίδευσης εμπίπτουν στην έννοια της «υπηρεσίας», κατά το άρθρο 4, σημείο 1, της οδηγίας 2006/123 και, σε περίπτωση καταφατικής απάντησης, αν οι διατάξεις της οδηγίας αυτής έρχονται σε σύγκρουση με διάταξη άλλης πράξης του δικαίου της Ένωσης η οποία ρυθμίζει τις ειδικές πτυχές της πρόσβασης και της άσκησης δραστηριότητας παροχής υπηρεσίας, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.

390

Συναφώς, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει, βεβαίως, ότι το ουσιώδες χαρακτηριστικό της εν λόγω έννοιας της «υπηρεσίας», ήτοι η αμοιβή που αποτελεί την οικονομική αντιπαροχή της αντίστοιχης παροχής, ελλείπει όταν η εκπαίδευση παρέχεται στο πλαίσιο του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος, δεδομένου ότι το κράτος δεν ασκεί αμειβόμενες δραστηριότητες για τον σκοπό αυτό (πρβλ. αποφάσεις της 27ης Σεπτεμβρίου 1988, Humbel και Edel, 263/86, EU:C:1988:451, σκέψεις 17 και 18, και της 7ης Δεκεμβρίου 1993, Wirth, C‑109/92, EU:C:1993:916, σκέψη 15 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

391

Αντιθέτως, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι τα μαθήματα που διδάσκονται σε εκπαιδευτικά ιδρύματα τα οποία χρηματοδοτούνται κυρίως από ιδιωτικούς πόρους, και μάλιστα κυρίως από τους σπουδαστές ή τους γονείς τους, αποτελούν «υπηρεσίες» κατά την έννοια του δικαίου της Ένωσης, δεδομένου ότι ο σκοπός τον οποίον επιδιώκουν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα αυτά έγκειται στην προσφορά υπηρεσίας έναντι αμοιβής (απόφαση της 20ής Μαΐου 2010, Zanotti, C‑56/09, EU:C:2010:288, σκέψη 32 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

392

Εμπίπτουν, επομένως, στην έννοια της «υπηρεσίας», κατά το άρθρο 4, σημείο 1, της οδηγίας 2006/123 καθώς και το άρθρο 56 ΣΛΕΕ, οι μη επιχορηγούμενες από το οικείο κράτος μέλος εκπαιδευτικές δραστηριότητες αδελφότητας, που αφορούν την προσχολική και εξωσχολική εκπαίδευση καθώς και την εκπαίδευση η οποία έπεται της υποχρεωτικής (πρβλ. και κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 27ης Ιουνίου 2017, Congregación de Escuelas Pías Provincia Betania, C‑74/16, EU:C:2017:496, σκέψη 57).

393

Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ότι το άρθρο 9, παράγραφος 12, του νόμου περί δημόσιας εκπαίδευσης καταλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα εκπαιδευτικών υπηρεσιών, αφ’ ης στιγμής προβλέπει, με πολύ γενικούς όρους, ότι οι δραστηριότητες που διοργανώνονται για τους μαθητές και αφορούν τη σεξουαλική κουλτούρα, τη σεξουαλική ζωή, τον γενετήσιο προσανατολισμό και τη σεξουαλική ανάπτυξη δεν πρέπει να αποσκοπούν στην προώθηση της απόκλισης από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, της αλλαγής φύλου ή της ομοφυλοφιλίας.

394

Επομένως, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 337 των προτάσεών της, η διάταξη αυτή φαίνεται να έχει εφαρμογή σε εκπαιδευτικές υπηρεσίες, ήτοι εν προκειμένω σε υπηρεσίες εκπαίδευσης ή ενημέρωσης των ανηλίκων σχετικά με τη σεξουαλική κουλτούρα, τη σεξουαλική ζωή, τον γενετήσιο προσανατολισμό ή τη σεξουαλική ανάπτυξη, οι οποίες, όταν παρέχονται έναντι αμοιβής εκτός του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος ή στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, αλλά από εξωτερικούς παρόχους υπηρεσιών, εμπίπτουν στην έννοια της «υπηρεσίας», κατά το άρθρο 4, σημείο 1, της οδηγίας 2006/123.

395

Δεν ασκεί συναφώς επιρροή το επιχείρημα της Ουγγαρίας ότι το άρθρο 9, παράγραφος 12, του νόμου περί δημόσιας εκπαίδευσης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 165, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ, διότι το εν λόγω άρθρο 9 ρυθμίζει το περιεχόμενο της διδασκαλίας.

396

Όπως προκύπτει από τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 272 της παρούσας αποφάσεως, τα κράτη μέλη είναι βεβαίως μεν αρμόδια, δυνάμει του άρθρου 165, παράγραφος 1, όσον αφορά το περιεχόμενο της διδασκαλίας και την οργάνωση των αντίστοιχων εκπαιδευτικών συστημάτων τους, ωστόσο πρέπει να ασκούν την αρμοδιότητα αυτή κατά τρόπο σύμφωνο με το δίκαιο της Ένωσης και, ειδικότερα, με τις διατάξεις της Συνθήκης ΛΕΕ περί ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών, ιδίως δε το άρθρο 56 ΣΛΕΕ.

397

Δεύτερον, επισημαίνεται ότι, στο μέτρο που οι υπηρεσίες αυτές μπορούν να παρέχονται και με άλλον τρόπο, και όχι μόνο μέσω υπηρεσίας οπτικοακουστικών μέσων ή με ηλεκτρονικά μέσα, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2006/123 δεν έχει εφαρμογή.

398

Τρίτον, οι εν λόγω εκπαιδευτικές υπηρεσίες δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι εμπίπτουν στην προβλεπόμενη στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο ιʹ, της εν λόγω οδηγίας εξαίρεση, σύμφωνα με την οποία αυτή δεν εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, στις «κοινωνικές υπηρεσίες» που σχετίζονται με την παιδική μέριμνα.

399

Πράγματι, δεν καλύπτονται από την έννοια των «κοινωνικών υπηρεσιών» εκπαιδευτικές υπηρεσίες οι οποίες παρέχονται συνήθως στους μαθητές, όπως αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 9, παράγραφος 12, του νόμου περί δημόσιας εκπαίδευσης, αφού η εν λόγω έννοια αφορά δραστηριότητες οι οποίες είναι ουσιώδεις για τη διασφάλιση του θεμελιώδους δικαιώματος της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αποτρέποντας τον κίνδυνο περιθωριοποίησης των δικαιούχων, και οι οποίες αποτελούν, υπό την έννοια αυτή, εκδήλωση των αρχών της κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης (αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 2013, Femarbel, C‑57/12, EU:C:2013:517, σκέψη 43, και της 18ης Δεκεμβρίου 2025, Slagelse Almennyttige Boligselskab, Afdeling Schackenborgvænge, C‑417/23, EU:C:2025:1017, σκέψη 64).

400

Τέταρτον, το εν λόγω άρθρο 9, παράγραφος 12, συνιστά απαίτηση ικανή να περιορίσει την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών, την οποία κατοχυρώνουν τα άρθρα 16 και 19 της οδηγίας 2006/123, όταν οι υπηρεσίες αυτές, οι οποίες αφορούν δραστηριότητες που διοργανώνονται για τους μαθητές και αφορούν τη σεξουαλική κουλτούρα, τη σεξουαλική ζωή, τον γενετήσιο προσανατολισμό και τη σεξουαλική ανάπτυξη, παρέχονται έναντι αμοιβής εκτός του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος ή στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, αλλά από εξωτερικούς παρόχους υπηρεσιών.

401

Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας που μνημονεύθηκε στη σκέψη 349 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να θεωρηθεί, επομένως, ότι το άρθρο 9, παράγραφος 12, καθιστά λιγότερο ελκυστική την άσκηση της ελευθερίας αυτής.

β)   Επί της δικαιολόγησης των περιορισμών κατά την έννοια των άρθρων 16 και 19 της οδηγίας 2006/123 καθώς και του άρθρου 56 ΣΛΕΕ

1) Επιχειρηματολογία των διαδίκων

402

Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, τα εθνικά περιοριστικά μέτρα πρέπει να ικανοποιούν επιτακτικούς λόγους γενικού συμφέροντος, να είναι πρόσφορα για την εξασφάλιση της επιτεύξεως του σκοπού τον οποίο επιδιώκουν και να μη βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού μέτρου.

403

Ωστόσο, ούτε το άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού, ούτε το άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης, όπως ούτε και το άρθρο 9, παράγραφος 12, του νόμου περί δημόσιας εκπαίδευσης, μπορούν να θεωρηθούν δικαιολογημένα και αναλογικά.

404

Δεν μπορεί να γίνει επίκληση της δημόσιας τάξης, της δημόσιας υγείας, της δημόσιας ασφάλειας ή της προστασίας του περιβάλλοντος προς δικαιολόγηση των περιορισμών αυτών, δεδομένου ότι η Ουγγαρία δεν απέδειξε την ύπαρξη πραγματικής και αρκούντως σοβαρής απειλής, θίγουσας το θεμελιώδες συμφέρον της κοινωνίας το οποίο επικαλείται, ήτοι την προστασία των ανηλίκων.

405

Ως εκ τούτου, οι διατάξεις περί των οποίων έγινε λόγος στη σκέψη 403 της παρούσας αποφάσεως, αφενός μεν, δεν συνάδουν προς τις αρχές της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας, οι οποίες μνημονεύονται στο άρθρο 16 της οδηγίας 2006/123, και οι οποίες εφαρμόζονται επίσης στις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 19 της οδηγίας αυτής, αφετέρου δε, αντιβαίνουν και στο άρθρο 56 ΣΛΕΕ.

406

Η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι οι διατάξεις αυτές είναι κατάλληλες για την επίτευξη του σκοπού γενικού συμφέροντος που συνίσταται στην προστασία του δικαιώματος των ανηλίκων να έχουν υγιή σωματική, πνευματική, συναισθηματική ή ηθική ανάπτυξη, αφού, ελλείψει κριτικής σκέψης, οι ανήλικοι είναι πολύ πιο επιρρεπείς στο να επηρεαστούν από επιβλαβές περιεχόμενο σε σχέση με τους ενήλικες. Επιπλέον, οι εν λόγω διατάξεις δεν βαίνουν πέραν του αναγκαίου για την επίτευξη του σκοπού της προστασίας των παιδιών μέτρου.

407

Ειδικότερα, το άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης προβλέπει ότι η διαφήμιση που περιλαμβάνει το μνημονευόμενο στη διάταξη αυτή περιεχόμενο μπορεί να εξακολουθεί να μεταδίδεται σε χώρους όπου δεν συχνάζουν παιδιά ή μέσω διαφημίσεων στις οποίες τα παιδιά δεν έχουν πρόσβαση, συνεπώς δε πληρούνται οι προϋποθέσεις που υπομνήσθηκαν, κατ’ ουσίαν, με την απόφαση της 17ης Ιουλίου 2008, Corporación Dermoestética (C‑500/06, EU:C:2008:421, σκέψη 35).

2) Εκτίμηση του Δικαστηρίου

408

Κατά το άρθρο 16, παράγραφος 3, της οδηγίας 2006/123, το κράτος μέλος στο οποίο μετακομίζει ο πάροχος υπηρεσιών δύναται να επιβάλλει απαιτήσεις που αφορούν τη δραστηριότητα παροχής και δικαιολογούνται, μεταξύ άλλων, για λόγο δημόσιας τάξης και δημόσιας ασφάλειας, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 16.

409

Κατά το άρθρο 16, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, στοιχείο γʹ, της οδηγίας αυτής, οι απαιτήσεις αυτές πρέπει να τηρούν την αρχή της αναλογικότητας, όπερ συνεπάγεται ότι πρέπει να είναι κατάλληλες για να εξασφαλίσουν την υλοποίηση του επιδιωκόμενου στόχου και να μην υπερβαίνουν το όριο που είναι απαραίτητο για την επίτευξή του.

410

Εξάλλου, το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος είναι εκείνο που οφείλει να αποδείξει ότι οι σωρευτικές αυτές προϋποθέσεις πληρούνται [πρβλ. απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (Τριτοβάθμια εκπαίδευση), C‑66/18, EU:C:2020:792, σκέψη 179 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

411

Εν προκειμένω, η Ουγγαρία επικαλείται προς τούτο την υγιή σωματική, πνευματική, συναισθηματική και ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων.

412

Ωστόσο, ο σκοπός αυτός δεν μπορεί να δικαιολογήσει τις απαιτήσεις και τους περιορισμούς που διαπιστώθηκαν στις σκέψεις 352, 373 και 400 της παρούσας αποφάσεως.

413

Πράγματι, σύμφωνα με τη νομολογία που υπομνήσθηκε στις σκέψεις 129 έως 133 της παρούσας αποφάσεως, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να στηριχθεί σε ερμηνεία του άρθρου 16, παράγραφος 3, της οδηγίας 2006/123 που θα παραβίαζε την απαγόρευση κάθε διάκρισης λόγω φύλου ή γενετήσιου προσανατολισμού, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη, δεδομένου ότι η απαγόρευση αυτή έχει επιτακτικό χαρακτήρα ως γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης.

414

Όπως, όμως, διαπιστώθηκε στη σκέψη 306 της παρούσας αποφάσεως, τόσο το άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού όσο και το άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης εισάγουν άμεση διάκριση λόγω φύλου και γενετήσιου προσανατολισμού, η οποία δεν συμβιβάζεται με την απαγόρευση αυτή. Συνακόλουθα, οι διατάξεις αυτές θίγουν το βασικό περιεχόμενο του άρθρου 21, παράγραφος 1, του Χάρτη. Επιπλέον, για λόγους ανάλογους με εκείνους οι οποίοι αναφέρονται στην ίδια αυτή σκέψη, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 9, παράγραφος 12, του νόμου περί δημόσιας εκπαίδευσης εισάγει άμεση διάκριση λόγω φύλου και γενετήσιου προσανατολισμού, η οποία είναι επίσης ασύμβατη με το άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη.

415

Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι απαιτήσεις που τίθενται, αντιστοίχως, στο άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού, στο άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης καθώς και στο άρθρο 9, παράγραφος 12, του νόμου περί δημόσιας εκπαίδευσης δεν μπορούν να δικαιολογηθούν με γνώμονα το άρθρο 16, παράγραφος 3, της οδηγίας 2006/123, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 21, παράγραφος 1, του Χάρτη.

γ)   Συμπέρασμα

416

Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η τρίτη αιτίαση είναι βάσιμη, το δε συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί, λαμβανομένων υπόψη των εκτεθέντων στις σκέψεις 326 έως 352, 365 έως 376 και 389 έως 401 της παρούσας αποφάσεως, να τεθεί εν αμφιβόλω από τον ισχυρισμό της Ουγγαρίας ότι η τρίτη αιτίαση δεν πληροί τις απαιτήσεις όσον αφορά τη διεξαγωγή των αποδείξεων που ισχύουν για τις προσφυγές λόγω παραβάσεως.

4.   Επί της πέμπτης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται πολλαπλή παράβαση των άρθρων 1, 7, 11 και 21 του Χάρτη

417

Με την πέμπτη αιτίαση η οποία πρέπει να εξεταστεί τέταρτη κατά σειρά, η Επιτροπή προσάπτει στην Ουγγαρία ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 1, 7, 11 και 21 του Χάρτη.

418

Επισημαίνει ότι το άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού, το άρθρο 8, παράγραφος 1a, του νόμου περί εμπορικής διαφήμισης, το άρθρο 9, παράγραφοι 1 και 6, και το άρθρο 32, παράγραφος 4a, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης, καθώς και το άρθρο 9, παράγραφος 12, του νόμου περί δημόσιας εκπαίδευσης (στο εξής, από κοινού: επίδικες διατάξεις) αντιβαίνουν στα άρθρα 1, 7, 11 και 21 του Χάρτη καθόσον περιορίζουν, για τα άτομα ηλικίας κάτω των 18 ετών, την πρόσβαση στο περιεχόμενο μέσων ενημέρωσης ή στις εμπορικές επικοινωνίες που προωθούν ή απεικονίζουν την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία.

α)   Επί της δυνατότητας εφαρμογής του Χάρτη στο άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού και στο άρθρο 9, παράγραφος 12, του νόμου περί δημόσιας εκπαίδευσης

419

Πρέπει ευθύς εξαρχής να απορριφθεί το επιχείρημα της Ουγγαρίας το οποίο αντλείται από τη νομολογία που απορρέει από την απόφαση της 30ής Απριλίου 2014, Pfleger κ.λπ. (C‑390/12, EU:C:2014:281, σκέψη 34), και κατά το οποίο, αφ’ ης στιγμής ο καθορισμός του περιεχομένου της δημόσιας εκπαίδευσης εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, ο νόμος περί προστασίας του παιδιού και ο νόμος περί δημόσιας εκπαίδευσης δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, με αποτέλεσμα οι νόμοι αυτοί να μην υπόκεινται στην τήρηση του Χάρτη.

420

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το πεδίο εφαρμογής του Χάρτη, όσον αφορά τη δράση των κρατών μελών, ορίζεται στο άρθρο 51, παράγραφος 1, αυτού, το οποίο προβλέπει ότι οι διατάξεις του Χάρτη απευθύνονται στα κράτη μέλη μόνον όταν αυτά εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης. Επ’ αυτού, αρκεί η διαπίστωση ότι, όπως προκύπτει ιδίως από τις σκέψεις 281, 352 και 400 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 6/A του νόμου περί προστασίας του παιδιού, αφενός, και το άρθρο 9, παράγραφος 12, του νόμου περί δημόσιας εκπαίδευσης, αφετέρου, συνιστούν απαιτήσεις ικανές να περιορίσουν την ελεύθερη κυκλοφορία των υπηρεσιών είτε υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/31 είτε υπό την έννοια των άρθρων 16 και 19 της οδηγίας 2006/123.

421

Κατά πάγια νομολογία, όμως, τέτοιου είδους μέτρα πρέπει να συνάδουν προς τον Χάρτη, όπερ προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, να μην επιβάλλουν περιορισμούς στα δικαιώματα και στις ελευθερίες που κατοχυρώνονται στον Χάρτη ή, σε μια τέτοια περίπτωση, να δικαιολογούνται οι εν λόγω περιορισμοί υπό το πρίσμα των απαιτήσεων του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη [απόφαση της 18ης Ιουνίου 2020, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (Διαφάνεια των οργανώσεων), C‑78/18, EU:C:2020:476, σκέψη 103 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

β)   Επί της υπάρξεως παραβάσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 21 του Χάρτη

422

Πρέπει να γίνει ευθύς εξαρχής δεκτή η πέμπτη αιτίαση καθόσον αφορά παράβαση, εκ μέρους της Ουγγαρίας, των υποχρεώσεων που αυτή υπέχει από το άρθρο 21, παράγραφος 1, του Χάρτη. Πράγματι, η εν λόγω παράβαση προκύπτει κατ’ ανάγκην από τις σκέψεις 135 έως 162, 196, 203, 230, 306, 414 και 415 της παρούσας αποφάσεως, όπου διαπιστώνεται, κατ’ ουσίαν, ότι καθεμία από τις διατάξεις της ουγγρικής νομοθεσίας κατά των οποίων βάλλουν οι τρεις πρώτες αιτιάσεις θίγει το βασικό περιεχόμενο της διάταξης αυτής.

γ)   Επί της υπάρξεως περιορισμών στα δικαιώματα και τις ελευθερίες που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 11 του Χάρτη

423

Πρέπει κατ’ αρχάς να εκτιμηθεί αν, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, οι επίδικες διατάξεις περιορίζουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 11 του Χάρτη και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν, όπως υποστηρίζει η Ουγγαρία, οι περιορισμοί αυτοί μπορούν να δικαιολογηθούν υπό το πρίσμα των απαιτήσεων του άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη.

1) Επί της υπάρξεως περιορισμού του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη

i) Επιχειρηματολογία των διαδίκων

424

Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι επίδικες διατάξεις, οι οποίες περιορίζουν, όσον αφορά τα άτομα κάτω των 18 ετών, το περιεχόμενο ή τις διαφημίσεις που προωθούν ή απεικονίζουν την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία, προσβάλλουν το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής των μη ταυτοφυλικών ή μη ετεροφυλόφιλων ατόμων, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη.

425

Δυνάμει του άρθρου 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής που κατοχυρώνεται στο εν λόγω άρθρο 7 πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.

426

Κατά τη νομολογία αυτή, η έννοια της «ιδιωτικής ζωής», κατά το εν λόγω άρθρο 8, η οποία δεν είναι δυνατό να οριστεί με εξαντλητικό τρόπο, πρέπει να ερμηνεύεται ευρέως, ως καλύπτουσα τη σωματική και ηθική ακεραιότητα ενός προσώπου καθώς και το δικαίωμα στην «προσωπική εξέλιξη» ή στον αυτοπροσδιορισμό.

427

Άλλωστε, πάντοτε κατά τη νομολογία αυτή, η σεξουαλική ταυτότητα ή η σεξουαλική ταυτοποίηση, το όνομα, ο γενετήσιος προσανατολισμός και η σεξουαλική ζωή εμπίπτουν επίσης στην προσωπική σφαίρα που προστατεύεται από το εν λόγω άρθρο 8, το οποίο αποσκοπεί, επομένως, κατ’ ουσίαν στην προστασία του ατόμου από τις αυθαίρετες επεμβάσεις των δημοσίων αρχών.

428

Προκειμένου να διαπιστωθεί εάν οι δηλώσεις που αφορούν συγκεκριμένη ομάδα ανταποκρίνονται στο όριο εφαρμογής του ιδίου άρθρου 8, το ΕΔΔΑ λαμβάνει υπόψη, αφενός, τα χαρακτηριστικά των προσώπων που ανήκουν στην ομάδα αυτή και, αφετέρου, το ακριβές περιεχόμενο των αρνητικών δηλώσεων που αφορούν την εν λόγω ομάδα, καθώς και τη μορφή και το περιεχόμενο των δηλώσεων και το γενικό πλαίσιο εντός του οποίου αυτές έγιναν.

429

Υπό το πρίσμα των κριτηρίων αυτών, η Επιτροπή είναι της άποψης ότι οι επίδικες διατάξεις και η απορρέουσα από την εφαρμογή τους κατάργηση της απεικόνισης των μη ταυτοφυλικών ή μη ετεροφυλόφιλων ατόμων καθώς και του τρόπου ζωής τους είναι δυνατό να επιφέρουν, αφ’ εαυτών, στιγματισμό. Ο στιγματισμός αυτός ενισχύεται από το γεγονός ότι ένα νομοθετικό κείμενο προβλέπει ότι τα παιδιά χρήζουν προστασίας έναντι της απεικόνισης της απόκλισης από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, της αλλαγής φύλου ή της ομοφυλοφιλίας. Επιδεινώνεται δε από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται ο τροποποιητικός νόμος, λόγω του οποίου θα μπορούσε να προκύψει συσχετισμός μεταξύ, αφενός, των κινδύνων που ενέχει η παιδοφιλία και, αφετέρου, του κινδύνου που θέτει η απλή ύπαρξη μη ταυτοφυλικών ή μη ετεροφυλόφιλων ατόμων, δεδομένου ότι το έμμεσο μήνυμα είναι ότι τα πρόσωπα αυτά είναι εξίσου επικίνδυνα με τους παιδόφιλους.

430

Κατά την Επιτροπή, οι προμνησθείσες διατάξεις, οι οποίες εισάγουν άμεση δυσμενή διάκριση εις βάρος των μη ταυτοφυλικών ή μη ετεροφυλόφιλων ατόμων, οδηγούν στην περιθωριοποίηση και στον στιγματισμό των προσώπων αυτών, κατά προσβολή του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη.

431

Η Ουγγαρία αντιτείνει ότι οι επίδικες διατάξεις δεν μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι θίγουν το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής των μη ταυτοφυλικών ή μη ετεροφυλόφιλων ατόμων. Κατ’ αυτήν, με τις διατάξεις αυτές ουδόλως επιδιώκεται σκοπός που να συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις ή στιγματισμό, δεν μπορούν δε να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι τα πρόσωπα αυτά πρέπει να θεωρούνται επιβλαβή ή επικίνδυνα για την κοινωνία.

432

Το εν λόγω κράτος μέλος αναγνωρίζει, βεβαίως, ότι η έννοια της «ιδιωτικής ζωής», κατά το άρθρο 7 του Χάρτη, είναι ευρεία και περιλαμβάνει το δικαίωμα στη προσωπική εξέλιξη και στον αυτοπροσδιορισμό.

433

Εντούτοις, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι οι επίδικες διατάξεις προσβάλλουν το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, κατά την έννοια του άρθρου αυτού, των μη ταυτοφυλικών ή μη ετεροφυλόφιλων ατόμων, δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές αφορούν την προστασία των ανηλίκων σε ειδικές περιπτώσεις, χωρίς να έχουν αντίκτυπο σε κοινωνικό επίπεδο.

ii) Εκτίμηση του Δικαστηρίου

434

Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 7 του Χάρτη, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και των επικοινωνιών του.

435

Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να υπογραμμίσει ότι η διάταξη αυτή προστατεύει τη σεξουαλική ταυτότητα και τον γενετήσιο προσανατολισμό ενός προσώπου ως συστατικό στοιχείο και ως μία από τις πιο προσωπικές πτυχές της ιδιωτικής ζωής του. Η διάταξη περιλαμβάνει συγκεκριμένα το δικαίωμα κάθε ατόμου να προσδιορίζει τις λεπτομέρειες της ταυτότητάς του ως ανθρωπίνου όντος, όπερ εμπεριέχει το δικαίωμα των διεμφυλικών (τρανς) ατόμων στην προσωπική ολοκλήρωση και στη σωματική και ηθική ακεραιότητα, καθώς και στον σεβασμό και στην αναγνώριση της σεξουαλικής τους ταυτότητας (πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Mirin, C‑4/23, EU:C:2024:845, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

436

Προς τούτο, το άρθρο 7 του Χάρτη επιβάλλει στα κράτη μέλη, πέραν των αρνητικών υποχρεώσεων που αποσκοπούν στην προστασία των μη ταυτοφυλικών ατόμων, στα οποία περιλαμβάνονται τα διεμφυλικά άτομα, και των μη ετεροφυλόφιλων ατόμων από τις αυθαίρετες επεμβάσεις των δημοσίων αρχών, θετικές υποχρεώσεις, πράγμα που συνεπάγεται επίσης τη θέσπιση αποτελεσματικών και προσβάσιμων διαδικασιών οι οποίες διασφαλίζουν τον πραγματικό σεβασμό του δικαιώματός τους στον προσδιορισμό της σεξουαλικής τους ταυτότητας. Επιπλέον, λαμβανομένης υπόψη της ιδιαίτερης σημασίας του δικαιώματος αυτού, τα κράτη μέλη διαθέτουν περιορισμένο μόνον περιθώριο εκτιμήσεως στον τομέα αυτόν (πρβλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 2024, Mirin, C‑4/23, EU:C:2024:845, σκέψη 65 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

437

Επιπλέον, κατά το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, το οποίο αποσκοπεί στη διασφάλιση της αναγκαίας συνοχής μεταξύ των δικαιωμάτων που περιλαμβάνονται σε αυτόν και των αντίστοιχων δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ χωρίς να θίγεται η αυτονομία του δικαίου της Ένωσης, ιδίως δε χωρίς να εμποδίζεται να παρέχει το δίκαιο της Ένωσης ευρύτερη προστασία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, κατά την ερμηνεία στην οποία προβαίνει όσον αφορά τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 7 του Χάρτη, ιδίως τα αντίστοιχα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, όπως αυτά ερμηνεύονται από το ΕΔΔΑ, ως όριο ελάχιστης προστασίας (πρβλ. αποφάσεις της 8ης Δεκεμβρίου 2022, Orde van Vlaamse Balies κ.λπ., C‑694/20, EU:C:2022:963, σκέψη 26 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία, και της 25ης Νοεμβρίου 2025, Wojewoda Mazowiecki, C‑713/23, EU:C:2025:917, σκέψη 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

438

Συναφώς, από τη νομολογία του ΕΔΔΑ προκύπτει ότι η έννοια της «ιδιωτικής ζωής», κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1, της ΕΣΔΑ, είναι ευρεία και δεν μπορεί να οριστεί με εξαντλητικό τρόπο. Η έννοια αυτή καλύπτει τη σωματική και ηθική ακεραιότητα του προσώπου και ενίοτε περιλαμβάνει πτυχές που άπτονται της σωματικής και κοινωνικής ταυτότητας ενός ατόμου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται το δικαίωμά του να συνάπτει και να αναπτύσσει σχέσεις με τους συμπολίτες του, το δικαίωμα στην «προσωπική εξέλιξη» ή αυτό καθεαυτό το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό. Εξάλλου, και η σεξουαλική ταυτότητα, το όνομα, ο γενετήσιος προσανατολισμός και η σεξουαλική ζωή εμπίπτουν στην προσωπική σφαίρα την οποία προστατεύει το εν λόγω άρθρο 8, παράγραφος 1 (πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 23ης Σεπτεμβρίου 2010, Schüth κατά Γερμανίας, CE:ECHR:2010:0923JUD000162003, § 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

439

Το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ περιλαμβάνει και εγγυάται επίσης το δικαίωμα στην «κοινωνική ιδιωτική ζωή», δηλαδή τη δυνατότητα του ατόμου να αναπτύξει την κοινωνική του ταυτότητα (πρβλ. απόφαση του ΕΔΔΑ της 5ης Σεπτεμβρίου 2017, Bărbulescu κατά Ρουμανίας, CE:ECHR:2017:0905JUD006149608, § 70).

440

Λαμβανομένης υπόψη της μνημονευθείσας νομολογίας του ΕΔΔΑ σχετικά με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη, έχει, επομένως, ιδιαίτερη σπουδαιότητα όσον αφορά την προστασία της σεξουαλικής ταυτότητας καθώς και του γενετήσιου προσανατολισμού, και δη τόσο στην προσωπική όσο και στην κοινωνική σφαίρα (πρβλ. απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2018, F, C‑473/16, EU:C:2018:36, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

441

Εν προκειμένω, οι επίδικες διατάξεις, καθόσον περιορίζουν την πρόσβαση των ανηλίκων στο περιεχόμενο ή στις εμπορικές επικοινωνίες που προωθούν ή απεικονίζουν την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία, εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της έννοιας της «ιδιωτικής ζωής», κατά το άρθρο 7 του Χάρτη.

442

Πράγματι, οι διατάξεις αυτές αφορούν την ανάπτυξη της ατομικής σεξουαλικής ταυτότητας ενός προσώπου ως συστατικού στοιχείου και μίας από τις πιο προσωπικές πτυχές της ιδιωτικής του ζωής, κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύθηκε στη σκέψη 435 της παρούσας αποφάσεως.

443

Λαμβανομένου, όμως, υπόψη του γεγονότος ότι οι εν λόγω διατάξεις περιορίζουν την πρόσβαση των ανηλίκων αποκλειστικά και μόνο στο περιεχόμενο ή στις εμπορικές επικοινωνίες που προωθούν ή απεικονίζουν την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ένας τέτοιος περιορισμός έχει προσβλητικό και στιγματιστικό χαρακτήρα έναντι των μελών της κοινωνίας τα οποία αφορούν οι ίδιες διατάξεις.

444

Πρώτον, ο προσβλητικός και στιγματιστικός χαρακτήρας απορρέει από το γεγονός ότι τα εν λόγω μέλη της κοινωνίας, ήτοι τα μη ταυτοφυλικά άτομα, στα οποία περιλαμβάνονται τα διεμφυλικά άτομα, και τα μη ετεροφυλόφιλα άτομα, θεωρούνται επιβλαβή για τη σωματική, πνευματική και ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων αποκλειστικά και μόνο λόγω της σεξουαλικής ταυτότητάς τους ή του γενετήσιου προσανατολισμού τους.

445

Δεύτερον, ο περιορισμός του περιεχομένου ή των εμπορικών επικοινωνιών που προωθούν ή απεικονίζουν την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία, σύμφωνα με τις επίδικες διατάξεις, όχι μόνον περιθωριοποιεί τα μη ταυτοφυλικά άτομα, στα οποία περιλαμβάνονται τα διεμφυλικά άτομα, και τα μη ετεροφυλόφιλα άτομα, αλλά επίσης ενισχύει στη δημόσια σφαίρα μια στιγματιστική αντίληψη έναντι της σεξουαλικής ταυτότητάς τους ή του γενετήσιου προσανατολισμού τους.

446

Τρίτον, όπως υποστηρίζει κατ’ ουσίαν η Επιτροπή, το γεγονός ότι μια νομοθετική πράξη, όπως είναι ο τροποποιητικός νόμος, ορίζει, σύμφωνα με τον τίτλο της, ότι εισάγει «αυστηρότερα μέτρα κατά των παιδόφιλων εγκληματιών», προβλέποντας συγχρόνως ότι οι ανήλικοι πρέπει να προστατεύονται από απεικονίσεις της απόκλισης από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, της αλλαγής φύλου ή της ομοφυλοφιλίας, είναι επίσης ικανή να ενισχύσει το προσβλητικό και στιγματιστικό αποτέλεσμα των επίδικων διατάξεων, ή ακόμη και να προκαλέσει την εκδήλωση συμπεριφορών μίσους έναντι των μη ταυτοφυλικών ή μη ετεροφυλόφιλων ατόμων, αφού τα πρόσωπα αυτά θα μπορούσαν, κατ’ αυτόν τον τρόπο, να συσχετιστούν με δράστες σεξουαλικών αδικημάτων.

447

Τέταρτον, μολονότι τα κράτη μέλη έχουν θετική υποχρέωση να διασφαλίζουν τον αποτελεσματικό σεβασμό του δικαιώματος κάθε προσώπου στην ανάπτυξη της σεξουαλικής ταυτότητάς του, όπως προκύπτει από τη νομολογία που μνημονεύθηκε στη σκέψη 436 της παρούσας αποφάσεως, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, όπως διαπιστώθηκε ήδη κατ’ ουσίαν στη σκέψη 136 της ίδιας αποφάσεως, προτίμηση για ορισμένους τύπους προσωπικών ή σεξουαλικών ταυτοτήτων, σχέσεων ή οικογενειών σε σχέση με άλλους, κατά τρόπο που συμβάλλει στον στιγματισμό των ταυτοτήτων, των σχέσεων ή των οικογενειών που δεν συγκαταλέγονται στους προτιμητέους τύπους.

448

Κατά συνέπεια, η προβλεπόμενη από τις εν λόγω διατάξεις απαγόρευση της διάθεσης στους ανηλίκους περιεχομένου ή διαφημίσεων που προωθούν ή απεικονίζουν την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου και την ομοφυλοφιλία συνιστά ιδιαιτέρως σοβαρό περιορισμό του δικαιώματος στον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 7 του Χάρτη, των μη ταυτοφυλικών ατόμων, στα οποία περιλαμβάνονται τα διεμφυλικά άτομα, και των μη ετεροφυλόφιλων ατόμων.

2) Επί της υπάρξεως περιορισμού της ελευθερίας έκφρασης, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 του Χάρτη

i) Επιχειρηματολογία των διαδίκων

449

Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι επίδικες διατάξεις, οι οποίες περιορίζουν, όσον αφορά τα άτομα ηλικίας κάτω των 18 ετών, την πρόσβαση στο περιεχόμενο ή τις διαφημίσεις που προωθούν ή απεικονίζουν την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου και την ομοφυλοφιλία, προσβάλλουν το δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 του Χάρτη. Η εν λόγω προσβολή δεν περιορίζεται μόνο στα μη ταυτοφυλικά ή μη ετεροφυλόφιλα άτομα, δεδομένου ότι περιορίζει το δικαίωμα κάθε πολίτη, ανεξαρτήτως φύλου ή γενετήσιου προσανατολισμού, να επικοινωνεί και να λαμβάνει το επίμαχο περιεχόμενο.

450

Ειδικότερα, το εν λόγω θεσμικό όργανο υποστηρίζει ότι οι διατάξεις αυτές περιορίζουν το δικαίωμα των παρόχων υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων, των παρόχων διαφημιστικών υπηρεσιών, των παρόχων που χρησιμοποιούν τη διαφήμιση στο πλαίσιο των εμπορικών δραστηριοτήτων τους, καθώς και των παρόχων εκπαιδευτικών υπηρεσιών, να μεταδίδουν ορισμένο περιεχόμενο ανάλογα με τους στόχους, τις πεποιθήσεις ή τις προσωπικές τους επιλογές.

451

Εξάλλου, οι εν λόγω διατάξεις επιδρούν αρνητικά στην ικανότητα των προσώπων, συμπεριλαμβανομένων των μη ταυτοφυλικών ή μη ετεροφυλόφιλων ατόμων, να εξωτερικεύουν ή να λαμβάνουν πληροφορίες με τον ίδιο τρόπο ως εάν επιθυμούσαν να επικοινωνήσουν αναφορικά με σχέσεις ή ζητήματα που αφορούν ταυτοφυλικά ή ετεροφυλόφιλα άτομα.

452

Οι ίδιες διατάξεις διατυπώθηκαν κατά τρόπο ευρύ και αόριστο, καλύπτοντας έτσι ένα ευρύ φάσμα περιεχομένων και αφήνοντας ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως κατά τη λήψη αποφάσεως σχετικά με το είδος του περιεχομένου που συνιστά προώθηση γενετήσιου προσανατολισμού.

453

Η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι οι επίδικες διατάξεις δεν θίγουν άμεσα το δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης των μη ταυτοφυλικών ή μη ετεροφυλόφιλων ατόμων, δεδομένου ότι τα πρόσωπα αυτά δεν είναι αποδέκτες των εν λόγω διατάξεων και αυτές δεν περιορίζουν παρά μόνον την απεικόνιση ή την προώθηση του οικείου περιεχομένου σε ορισμένους συγκεκριμένους τομείς της ζωής των ανηλίκων.

454

Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι ανήλικοι είναι πιο ευάλωτοι από τους ενήλικες, αφού η ανάπτυξη της προσωπικότητάς τους είναι ακόμη ατελής, και ότι, λόγω της ηλικίας τους, χρήζουν ειδικής προστασίας έναντι της προώθησης ή της απεικόνισης ορισμένου ευαίσθητου περιεχομένου. Επομένως, οι εν λόγω διατάξεις αποσκοπούν στον περιορισμό της λήψης, από ανήλικο, πληροφοριών από πηγές ανεξάρτητες των γονέων του, και χωρίς κανενός είδους έλεγχο εκ μέρους τους.

455

Οι ίδιες διατάξεις δεν μπορούν, ως εκ τούτου, να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι περιορίζουν το δικαίωμα κάθε πολίτη να επικοινωνεί και να λαμβάνει το επίμαχο περιεχόμενο, στο μέτρο που ο περιορισμός της επικοινωνίας αφορά μόνο συγκεκριμένες καταστάσεις και στοχεύει μόνον τους ανηλίκους.

456

Η Ουγγαρία διευκρινίζει ότι η ελευθερία έκφρασης δεν αποτελεί απόλυτο θεμελιώδες δικαίωμα, το δε δικαίωμα αυτό υπόκειται σε πολλούς περιορισμούς, ιδίως όταν πρόκειται για την προστασία των δικαιωμάτων τρίτων, ήτοι, εν προκειμένω, των ανηλίκων, καθώς και των γονέων ή των επιτρόπων, οι οποίοι έχουν το δικαίωμα να αποφασίζουν οι ίδιοι για την εκπαίδευσή τους.

ii) Εκτίμηση του Δικαστηρίου

457

Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά το άρθρο 11, παράγραφος 1, του Χάρτη, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης, το οποίο περιλαμβάνει την ελευθερία γνώμης και την ελευθερία λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, χωρίς την ανάμειξη δημοσίων αρχών και αδιακρίτως συνόρων.

458

Η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού ορίζει ότι η ελευθερία των μέσων μαζικής ενημέρωσης και η πολυφωνία τους είναι σεβαστές.

459

Όπως προκύπτει από τη σκέψη 437 της παρούσας αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 3, του Χάρτη, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, κατά την ερμηνεία στην οποία προβαίνει όσον αφορά τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 11 του Χάρτη, ιδίως, τα αντίστοιχα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ, όπως αυτά ερμηνεύονται στη νομολογία του ΕΔΔΑ, ως όριο ελάχιστης προστασίας.

460

Η ελευθερία έκφρασης συνιστά μία από τις πρωταρχικές προϋποθέσεις προόδου σε μια δημοκρατική κοινωνία και αναπτύξεως για όλους τους πολίτες και προστατεύει, κατ’ αρχήν, όχι μόνον τις «πληροφορίες» ή τις «ιδέες» που γίνονται ευμενώς δεκτές ή θεωρούνται αβλαβείς ή αδιάφορες, αλλά και όλες εκείνες που θίγουν, σκανδαλίζουν ή ενοχλούν, προκειμένου έτσι να εξασφαλίζεται η πολυφωνία, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν νοείται δημοκρατική κοινωνία [πρβλ. απόφαση της 12ης Ιανουαρίου 2023, Migracijos departamentas (Λόγοι δίωξης αναγόμενοι σε πολιτικές πεποιθήσεις), C‑280/21, EU:C:2023:13, σκέψη 30 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

461

Λαμβανομένης υπόψη της νομολογίας του ΕΔΔΑ, η οποία έχει σημασία για την ερμηνεία του εν λόγω άρθρου 11, πρέπει να δοθεί ευρεία ερμηνεία στις έννοιες των «πληροφοριών» ή των «ιδεών», όπως αυτές ορίζονται στη διάταξη αυτή [πρβλ. απόφαση της 12 Ιανουαρίου 2023, Migracijos departamentas (Λόγοι δίωξης στηριζόμενοι σε πολιτικές πεποιθήσεις), C‑280/21, EU:C:2023:13, σκέψη 32].

462

Συγκεκριμένα, κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ κατοχυρώνει την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης για κάθε πρόσωπο και αφορά όχι μόνον το περιεχόμενο των πληροφοριών, αλλά και τα μέσα διάδοσης των πληροφοριών αυτών, κάθε δε περιορισμός των εν λόγω μέσων επηρεάζει το δικαίωμα λήψης και μετάδοσης πληροφοριών (απόφαση της 26ης Απριλίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑401/19, EU:C:2022:297, σκέψη 46 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

463

Η ελευθερία αυτή εφαρμόζεται ειδικότερα στη διάδοση από επιχειρηματία πληροφοριών εμπορικού χαρακτήρα, ιδίως υπό τη μορφή διαφημιστικών μηνυμάτων (απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2021, Fussl Modestraße Mayr, C‑555/19, EU:C:2021:89, σκέψη 81 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

464

Συμπληρωματικά προς τη θεμελιώδη ελευθερία λήψης πληροφοριών, την οποία εγγυάται το άρθρο 11, παράγραφος 1, του Χάρτη, η παράγραφος 2 του ίδιου άρθρου 11 αποσκοπεί στην προώθηση της πολυφωνίας στην παραγωγή και στον προγραμματισμό των πληροφοριών στην Ένωση (απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 2013, Sky Österreich, C‑283/11, EU:C:2013:28, σκέψη 51).

465

Από τη νομολογία προκύπτει, επομένως, ότι εθνικό μέτρο, καθόσον περιορίζει τις δυνατότητες μετάδοσης ή απαγορεύει την πρόσβαση σε ορισμένο περιεχόμενο ή διαφημίσεις που προωθούν ή απεικονίζουν την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου και την ομοφυλοφιλία, συνιστά προσβολή, έναντι των παρόχων τους οποίους αφορά, της ελευθερίας έκφρασης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 του Χάρτη (πρβλ. απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2021, Fussl Modestraße Mayr, C‑555/19, EU:C:2021:89, σκέψη 82 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

466

Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση, πρώτον, ότι οι επίδικες διατάξεις περιορίζουν το δικαίωμα των παρόχων υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων, των παρόχων διαφημιστικών υπηρεσιών, των παρόχων που χρησιμοποιούν τη διαφήμιση στο πλαίσιο των εμπορικών δραστηριοτήτων τους, καθώς και των παρόχων εκπαιδευτικών υπηρεσιών, να μεταδίδουν περιεχόμενο ή διαφημίσεις που προωθούν ή απεικονίζουν την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου και την ομοφυλοφιλία. Οι διατάξεις αυτές περιορίζουν, επομένως, το δικαίωμα μετάδοσης «πληροφοριών» που κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 του Χάρτη και, κατ’ επέκταση, την πολυφωνία στην παραγωγή και στον προγραμματισμό των πληροφοριών στην Ένωση.

467

Δεύτερον, οι εν λόγω διατάξεις έχουν επίσης ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του δικαιώματος κάθε προσώπου, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 του Χάρτη, να λαμβάνει πληροφορίες που προωθούν ή απεικονίζουν την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου και την ομοφυλοφιλία.

468

Συνακόλουθα, οι επίδικες διατάξεις περιορίζουν την ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης όχι μόνον έναντι των ανηλίκων, αλλά και έναντι του ευρέος κοινού που επιθυμεί να λαμβάνει τέτοιου είδους περιεχόμενο, καθώς και έναντι των παρόχων υπηρεσιών που μεταδίδουν το περιεχόμενο αυτό υπό τη μορφή διαφημίσεων, ανακοινώσεων δημόσιου ενδιαφέροντος ή μηνυμάτων ευαισθητοποίησης μεταδιδόμενων στη δημόσια σφαίρα.

469

Τρίτον, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, στο πλαίσιο αυτό, η επιχειρηματολογία της Ουγγαρίας ότι οι διατάξεις αυτές δεν θίγουν άμεσα το δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης των μη ταυτοφυλικών ή μη ετεροφυλόφιλων ατόμων, δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές δεν απευθύνονται στα πρόσωπα αυτά.

470

Πράγματι, το άρθρο 11 του Χάρτη έχει εφαρμογή, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 466 έως 468 της παρούσας αποφάσεως, σε κάθε απαγόρευση ή περιορισμό της μετάδοσης ή λήψης του περιεχομένου το οποίο αφορούν οι ίδιες αυτές διατάξεις, και όχι μόνο στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούν να εκφράζονται τα μη ταυτοφυλικά άτομα, στα οποία περιλαμβάνονται τα διεμφυλικά άτομα, και τα μη ετεροφυλόφιλα άτομα.

471

Κατά συνέπεια, η απαγόρευση διάθεσης στους ανηλίκους περιεχομένου ή διαφημίσεων που προωθούν ή απεικονίζουν την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου και την ομοφυλοφιλία, όπως προβλέπεται στις επίδικες διατάξεις, συνιστά ιδιαιτέρως σοβαρή επέμβαση στην ελευθερία έκφρασης και πληροφόρησης, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 11 του Χάρτη.

δ)   Επί της δικαιολόγησης των περιορισμών στα δικαιώματα και τις ελευθερίες που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 11 του Χάρτη

472

Η Επιτροπή υποστηρίζει, για λόγους κατ’ ουσίαν ανάλογους με εκείνους που εκτέθηκαν στις σκέψεις 96 έως 105 της παρούσας αποφάσεως, ότι οι περιορισμοί στα δικαιώματα και τις ελευθερίες που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 11 του Χάρτη δεν μπορούν να θεωρηθούν δικαιολογημένοι ή αναλογικοί με γνώμονα το άρθρου 52, παράγραφος 1, του Χάρτη. Η δε Ουγγαρία υποστηρίζει, για λόγους κατ’ ουσίαν ανάλογους με εκείνους που εκτέθηκαν στις σκέψεις 115 έως 122 της παρούσας αποφάσεως, ότι οι περιορισμοί αυτοί είναι αναγκαίοι και ανάλογοι προς τους σκοπούς τους οποίους επιδιώκουν, ήτοι, αφενός, το υπέρτερο συμφέρον του παιδιού, στόχος ο οποίος πρέπει να επιδιώκεται σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 2, του Χάρτη, και, αφετέρου, την προστασία του δικαιώματος των γονέων να εξασφαλίζουν την εκπαίδευση των τέκνων τους σύμφωνα με τις θρησκευτικές, φιλοσοφικές και παιδαγωγικές πεποιθήσεις τους, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 14, παράγραφος 3, του Χάρτη.

473

Λαμβανομένων, όμως, υπόψη των διαπιστώσεων που παρατίθενται στις σκέψεις 135 έως 162 της παρούσας αποφάσεως, οι οποίες μπορούν να εφαρμοστούν πλήρως στο πλαίσιο της εξέτασης των ιδιαιτέρως σοβαρών επεμβάσεων στα δικαιώματα και τις ελευθερίες που κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 11 του Χάρτη, όπως αυτές απορρέουν από τις επίμαχες διατάξεις του τροποποιητικού νόμου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι επεμβάσεις αυτές δεν μπορούν να δικαιολογηθούν από την επιδίωξη των σκοπών αυτών.

ε)   Επί της υπάρξεως παραβάσεως του άρθρου 1 του Χάρτη

474

Εναπόκειται ακόμη στο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της εξέτασης της πέμπτης αιτιάσεως, να εκτιμήσει αν οι επίδικες διατάξεις αντιβαίνουν και στο άρθρο 1 του Χάρτη.

1) Επιχειρηματολογία των διαδίκων

475

Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι επίδικες διατάξεις αντιβαίνουν στο άρθρο 1 του Χάρτη, καθόσον οι διατάξεις αυτές όχι μόνο συνιστούν διάκριση λόγω φύλου και γενετήσιου προσανατολισμού, αλλά επίσης υπάγουν την προώθηση ή την απεικόνιση της ομοφυλοφιλίας ή της απόκλισης από το φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση και της αλλαγής φύλου στους ίδιους κανόνες και περιορισμούς με εκείνους που ισχύουν για τη μετάδοση στους ανηλίκους της παιδοφιλίας, της βίας και της πορνογραφίας.

476

Οι εν λόγω διατάξεις προβαίνουν, ωσαύτως, σε συσχετισμό της ομοφυλοφιλίας, της απόκλισης από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση και της αλλαγής φύλου με σοβαρά αδικήματα, περιλαμβανομένων των αδικημάτων που πραγματώνονται με βάναυση συμπεριφορά.

477

Συνεπεία του χαρακτηρισμού αυτού, τα μη ετεροφυλόφιλα άτομα ή τα άτομα των οποίων το φύλο ή η σεξουαλική ταυτότητα δεν αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση «εξομοιώνονται», από ηθικής και νομικής απόψεως, με πρόσωπα που συνιστούν θεμελιώδη απειλή για την κοινωνία.

478

Ο συσχετισμός των μη ταυτοφυλικών και μη ετεροφυλόφιλων ατόμων με την παιδοφιλία, τη βία και την πορνογραφία στο κείμενο νομικών πράξεων που έχουν δεσμευτική ισχύ έχει ως αποτέλεσμα να καθίστανται τα άτομα αυτά «μισητά» από την κοινωνία ή να αντιμετωπίζονται ως άτομα που χρήζουν εξοστρακισμού ή εξορίας.

479

Συναφώς, η προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Χάρτη, επιτείνεται από το πλαίσιο εντός του οποίου θεσπίστηκαν οι επίδικες διατάξεις. Η Επιτροπή υπογραμμίζει, επί του σημείου αυτού, ότι οι διατάξεις αυτές προτάθηκαν και θεσπίστηκαν από τα όργανα κράτους μέλους και έχουν ισχύ νόμου, γεγονός που ενισχύει το αποτέλεσμα εξοστρακισμού και στιγματισμού που επιφέρουν, σύμφωνα με τη νομολογία που απορρέει από την απόφαση του ΕΔΔΑ της 23ης Ιανουαρίου 2023, Macatė κατά Λιθουανίας (CE:ECHR:2023:0123JUD006143519).

480

Επιπλέον, το επιχείρημα της Ουγγαρίας ότι ο τίτλος του τροποποιητικού νόμου, ήτοι ο «νόμος LXXIX του 2021, περί λήψεως αυστηρότερων μέτρων κατά των παιδόφιλων εγκληματιών και περί τροποποιήσεως ορισμένων νόμων για την προστασία των ανηλίκων)», αποτελεί απλώς έναν συνοπτικό τίτλο σύμφωνο προς τις ουγγρικές απαιτήσεις που διέπουν τη νομοπαρασκευαστική διαδικασία, ο οποίος αναφέρει τους τομείς και τα νομοθετικά κείμενα στα οποία επέρχονται οι σχετικές τροποποιήσεις, συνιστά παραπλανητική αντίρρηση. Συγκεκριμένα, οι διατάξεις του εν λόγω νόμου επικεντρώνονται στη ρύθμιση και τον περιορισμό του περιεχομένου που αφορά τα μη ταυτοφυλικά ή μη ετεροφυλόφιλα άτομα καθώς και τον τρόπο ζωής τους.

481

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω εκτιμήσεων, η λήψη μέτρων που εισάγουν διακρίσεις και στιγματίζουν ένα πρόσωπο για έναν ή περισσότερους από τους λόγους που απαριθμούνται στο άρθρο 21 του Χάρτη θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως προσβολή της αξιοπρέπειας του προσώπου αυτού.

482

Η Ουγγαρία αμφισβητεί, αφενός, ότι το περιεχόμενο το οποίο αφορούν οι επίδικες διατάξεις υπόκειται στους ίδιους περιορισμούς με εκείνους που ισχύουν για τη μετάδοση της βίας και της πορνογραφίας στους ανηλίκους. Συγκεκριμένα, η εν λόγω μετάδοση δεν εμπίπτει στην κατηγορία V, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 9, παράγραφος 6, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης, αλλά στην κατηγορία VI, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου αυτού.

483

Αφετέρου, το εν λόγω κράτος μέλος υποστηρίζει, παραπέμποντας στο επιχείρημα που αντλείται από τον τίτλο του τροποποιητικού νόμου ο οποίος εκτέθηκε στη σκέψη 480 της παρούσας αποφάσεως, ότι δεν υφίσταται βάση ώστε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το δυνητικά επιβλαβές για τους ανηλίκους περιεχόμενο, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο των επίδικων διατάξεων, αντικατοπτρίζει αρνητική αξιολογική κρίση της Ουγγαρίας, ούτε στιγματιστική πρόθεση ή αντίληψη, ή βούληση προσβολής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

484

Επιπλέον, όσον αφορά την απόφαση του ΕΔΔΑ της 23ης Ιανουαρίου 2023, Macatė κατά Λιθουανίας (CE:ECHR:2023:0123JUD006143519), το εν λόγω κράτος μέλος αντιτείνει ότι από την απόφαση αυτή δεν μπορεί να συναχθεί κανένα συμπέρασμα επί της ουσίας όσον αφορά τη συμβατότητα των επίδικων διατάξεων με τον Χάρτη, δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές δεν απαγορεύουν το να τίθενται στη διάθεση των ανηλίκων ορισμένες πληροφορίες, κατά γενικό τρόπο, αλλά μόνον εντός ειδικού πλαισίου και για συγκεκριμένους λόγους. Επομένως, το πεδίο εφαρμογής τους είναι πολύ πιο περιορισμένο σε σχέση με τον επίμαχο στην τελευταία αυτή απόφαση εθνικό κανόνα.

2) Εκτίμηση του Δικαστηρίου

485

Κατά το άρθρο 1 του Χάρτη, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι απαραβίαστη. Πρέπει να είναι σεβαστή και να προστατεύεται.

486

Από τις επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη προκύπτει ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 1, δεν είναι μόνο θεμελιώδες δικαίωμα αυτή καθεαυτήν, αλλά αποτελεί την ίδια τη βάση των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Συναφώς, στις επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη γίνεται μνεία, μεταξύ άλλων, στην Οικουμενική Διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου, η οποία υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 10 Δεκεμβρίου 1948, και η οποία κατοχυρώνει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια στο προοίμιό της, διευκρινίζοντας ότι «η αναγνώριση της αξιοπρέπειας, που είναι σύμφυτη σε όλα τα μέλη της ανθρώπινης οικογένειας, καθώς και των ίσων και αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων τους, αποτελεί το θεμέλιο της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης στον κόσμο». Από τα ανωτέρω συνάγεται, σύμφωνα με τις επεξηγήσεις σχετικά με τον Χάρτη, ότι κανένα από τα δικαιώματα που ορίζει ο Χάρτης δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την προσβολή της αξιοπρέπειας άλλου προσώπου και ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια ανήκει καθ’ υπόσταση στα δικαιώματα που αυτός ορίζει. Δεν μπορεί ως εκ τούτου να θιγεί ούτε κατά τον περιορισμό δικαιώματος.

487

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 444 και 445 της παρούσας αποφάσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι επίδικες διατάξεις έχουν ως συνέπεια τον στιγματισμό και την περιθωριοποίηση των μη ταυτοφυλικών ατόμων, στα οποία περιλαμβάνονται τα διεμφυλικά άτομα, και των μη ετεροφυλόφιλων ατόμων, που αποτελούν μειονοτική ομάδα, λόγω και μόνον της γενετήσιας ταυτότητάς τους ή του γενετήσιου προσανατολισμού τους.

488

Για τους ίδιους λόγους με εκείνους που εκτέθηκαν στη σκέψη 446 της παρούσας αποφάσεως, από τον τίτλο του τροποποιητικού νόμου, σε συνδυασμό με το αποτέλεσμα στιγματισμού και περιθωριοποίησης που επιφέρουν οι επίδικες διατάξεις, προκύπτει, επιπλέον, ότι η Ουγγαρία συσχέτισε, στο πλαίσιο νομοθετικής πράξεως με δεσμευτική ισχύ, το να μην είναι κάποιος ταυτοφυλικό ή ετεροφυλόφιλο άτομο με την εγκληματικότητα που σχετίζεται με την παιδοφιλία. Ένας τέτοιος συσχετισμός, με το προσβλητικό και στιγματιστικό αποτέλεσμα που επιφέρει για τα μη ταυτοφυλικά άτομα, στα οποία περιλαμβάνονται τα διεμφυλικά άτομα, και τα μη ετεροφυλόφιλα άτομα, ο οποίος είναι, επιπλέον, ικανός να ενθαρρύνει την εκδήλωση συμπεριφορών μίσους απέναντι στα πρόσωπα αυτά, θίγει την ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Χάρτη.

489

Όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, ο εν λόγω συσχετισμός και ο εν λόγω στιγματισμός οδηγούν στη μεταχείριση μιας ομάδας ατόμων, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος μιας κοινωνίας που διαπνέεται από την αξία του πλουραλισμού, ως απειλής για την εν λόγω κοινωνία, χρήζουσας ιδιαίτερης νομικής μεταχείρισης που οδηγεί στην εδραίωση, τη διατήρηση ή την ενίσχυση της κοινωνικής τους «αορατότητας», κατά παράβαση του άρθρου 1 του Χάρτη.

490

Οι διαπιστώσεις αυτές δεν αναιρούνται από το επιχείρημα της Ουγγαρίας ότι η μετάδοση της βίας και της πορνογραφίας στους ανηλίκους, δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 6, του νόμου για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης, δεν εμπίπτει στην κατηγορία V, αλλά στην κατηγορία VI, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του άρθρου αυτού.

491

Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι η διάκριση αυτή μεταξύ των κατηγοριών μετάδοσης δεν θίγει τη διαπίστωση ότι ο συσχετισμός των μη ταυτοφυλικών ατόμων, στα οποία περιλαμβάνονται τα διεμφυλικά άτομα, και των μη ετεροφυλόφιλων ατόμων με τους δράστες παιδοφιλίας απορρέει από τον τίτλο του τροποποιητικού νόμου, σε συνδυασμό με το αποτέλεσμα στιγματισμού και περιθωριοποίησης των επίδικων διατάξεων.

492

Κατά συνέπεια, η απαγόρευση διάθεσης στους ανηλίκους περιεχομένου ή διαφημίσεων που προωθούν ή απεικονίζουν την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου και την ομοφυλοφιλία, όπως προβλέπεται από τις επίδικες διατάξεις, προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η οποία προστατεύεται από το άρθρο 1 του Χάρτη, των μη ταυτοφυλικών ή μη ετεροφυλόφιλων ατόμων.

στ)   Συμπέρασμα

493

Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, συνάγεται το συμπέρασμα ότι η πέμπτη αιτίαση είναι βάσιμη, το δε συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί, λαμβανομένων υπόψη των εκτεθέντων στις σκέψεις 434 έως 448, 457 έως 471 και 485 έως 492 της παρούσας αποφάσεως, να τεθεί εν αμφιβόλω από τον ισχυρισμό της Ουγγαρίας ότι η πέμπτη αιτίαση δεν πληροί τις απαιτήσεις όσον αφορά τη διεξαγωγή των αποδείξεων που ισχύουν για τις προσφυγές λόγω παραβάσεως.

Β. Επί της δεύτερης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται παράβαση του άρθρου 2 ΣΕΕ

1.   Επιχειρηματολογία των διαδίκων

494

Με την έκτη αιτίασή της, η οποία πρέπει να εξεταστεί πέμπτη κατά σειρά, η Επιτροπή προσάπτει στην Ουγγαρία ότι, θεσπίζοντας τον τροποποιητικό νόμο, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 2 ΣΕΕ, δεδομένου ότι οι διατάξεις του νόμου κατά των οποίων βάλλουν οι τρεις πρώτες αιτιάσεις καθώς και η πέμπτη αιτίαση παραβιάζουν τις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ισότητας και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων οι οποίες μνημονεύονται στο άρθρο αυτό.

495

Ο τροποποιητικός νόμος απηχεί και αποτελεί έκφραση μιας εσκεμμένης και συντονισμένης πολιτικής η οποία αποσκοπεί στην περιθωριοποίηση και τον αποκλεισμό μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ουγγρικής και της ευρωπαϊκής κοινωνίας, ήτοι των μη ταυτοφυλικών ή μη ετεροφυλόφιλων ατόμων, σε ευθεία αντίθεση με τις θεμελιώδεις αξίες της Ένωσης, οι οποίες μνημονεύονται στο εν λόγω άρθρο 2, οι δε διαπραχθείσες παραβάσεις είναι ιδιαιτέρως σοβαρές, πολυάριθμες και κατάφωρες.

496

Λαμβανομένου υπόψη του εύρους της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης, ιδίως δε των συνδυασμένων παραβάσεων των άρθρων 1, 7, 11 και 21 του Χάρτη, η Επιτροπή εκτιμά ότι αυτές αντικατοπτρίζουν σαφή πρόθεση στιγματισμού των προσώπων που ανήκουν στην εν λόγω κοινωνική ομάδα, γεγονός που δεν συνάδει με τις εν λόγω αξίες.

497

Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι τα κράτη μέλη οφείλουν, σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας η οποία προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, ΣΕΕ, να διασφαλίζουν την εφαρμογή και την τήρηση του δικαίου της Ένωσης στο έδαφός τους και να λαμβάνουν, προς τον σκοπό αυτό, κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο ικανό να διασφαλίσει την εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις Συνθήκες ή προκύπτουν από πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης.

498

Το άρθρο 49 ΣΕΕ, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα κάθε ευρωπαϊκού κράτους να ζητήσει να γίνει μέλος της Ένωσης, διευκρινίζει επίσης ότι η Ένωση απαρτίζεται από κράτη τα οποία προσχώρησαν ελεύθερα και οικειοθελώς στις μνημονευόμενες στο άρθρο 2 ΣΕΕ κοινές αξίες, σέβονται τις αξίες αυτές και αναλαμβάνουν την υποχρέωση να τις προωθούν.

499

Δεδομένου ότι οι εν λόγω αξίες διαμορφώνουν την ίδια την ταυτότητα της Ένωσης ως κοινής έννομης τάξης, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η Ένωση πρέπει, επομένως, να είναι σε θέση, εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων της, όπως αυτές προβλέπονται στις Συνθήκες, να προασπίζεται τις εν λόγω αξίες.

500

Πάντως, η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 7 ΣΕΕ δεν αποτελεί το μόνο μέσο προστασίας των αξιών αυτών.

501

Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι, πέραν της διαδικασίας αυτής, πολλές διατάξεις των Συνθηκών, οι οποίες συχνά συγκεκριμενοποιούνται με πράξεις του παράγωγου δικαίου, απονέμουν στα θεσμικά όργανα της Ένωσης την αρμοδιότητα να εξετάζουν, να διαπιστώνουν και, ενδεχομένως, να επιβάλλουν κυρώσεις για παραβιάσεις των αξιών αυτών διαπραχθείσες σε κράτος μέλος.

502

Επιπλέον, η εν λόγω διαδικασία διαφέρει από τις προσφυγές λόγω παραβάσεως υπό την έννοια ότι, πρώτον, οι απαιτήσεις τις οποίες προβλέπουν οι σχετικές διατάξεις των Συνθηκών της Ένωσης δεν συμπίπτουν, δεδομένου ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, ΣΕΕ προβλέπει, για την εφαρμογή του, την ύπαρξη «σοβαρής και διαρκούς» παραβίασης των αξιών του άρθρου 2 ΣΕΕ διαπραχθείσας από κράτος μέλος. Δεύτερον, το άρθρο 7 ΣΕΕ επιτρέπει την αναστολή των δικαιωμάτων τα οποία απορρέουν από την εφαρμογή των Συνθηκών, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων ψήφου στο Συμβούλιο, ενώ η κύρωση αυτή δεν μπορεί να επιβληθεί από το Δικαστήριο με απόφαση διαπιστώνουσα παράβαση δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ.

503

Το Δικαστήριο θα πρέπει, επομένως, να είναι αρμόδιο να διασφαλίζει τον σεβασμό, εκ μέρους των κρατών μελών, των αξιών που κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ. Ελλείψει ειδικής και ρητής διάταξης συναφώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτός περιορισμός της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου.

504

Η Επιτροπή φρονεί επίσης ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ προκειμένου να υπάρξει παρέκκλιση από την εφαρμογή του άρθρου 2 ΣΕΕ. Η «εθνική ταυτότητα», κατά την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 2, δεν συνιστά γενικό λόγο προκειμένου να χωρεί παρέκκλιση από τις θεμελιώδεις αρχές και τα θεμελιώδη δικαιώματα που ισχύουν στην έννομη τάξη της Ένωσης.

505

Επομένως, το εν λόγω θεσμικό όργανο υποστηρίζει, παραπέμποντας στη νομολογία του Δικαστηρίου, ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να επικαλεστεί το άρθρο 4, παράγραφος 2, μόνον αν είναι σε θέση να αποδείξει ότι η εθνική του ταυτότητα διακυβεύεται πράγματι και ότι οι κανόνες του στηρίζονται σε αντικειμενικές εκτιμήσεις, είναι δεόντως αιτιολογημένοι και αναλογικοί και σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη και τις γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης.

506

Η Επιτροπή προσθέτει ότι ο τροποποιητικός νόμος, επισημαίνοντας ότι οι ανήλικοι πρέπει να προστατεύονται από την απεικόνιση και την προώθηση των μη ταυτοφυλικών ή μη ετεροφυλόφιλων ατόμων καθώς και του τρόπου ζωής τους, εκκινεί από την παραδοχή ότι τέτοιου είδους περιεχόμενο είναι επιβλαβές και συνιστά, ως εκ της φύσεως και της υπάρξεώς του, κίνδυνο για την κοινωνία. Η επίκληση της αρχής της προφυλάξεως αντικατοπτρίζει την προσέγγιση σύμφωνα με την οποία η ποικιλομορφία του φύλου ισοδυναμεί με δυνητικά επικίνδυνο «προϊόν».

507

Εξάλλου, όσον αφορά τις νομικές υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 2 ΣΕΕ, το εν λόγω θεσμικό όργανο είναι της άποψης ότι τίποτε στο γράμμα του άρθρου δεν υποδηλώνει ότι αυτό δεν είναι νομικά δεσμευτικό.

508

Κατ’ αρχάς, από το προοίμιο της Συνθήκης ΕΕ προκύπτει ότι το εν λόγω άρθρο 2 δεν έχει χαρακτήρα αμιγώς προγραμματικό. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι το άρθρο 2 ΣΕΕ δεν συνιστά απλή διατύπωση κατευθύνσεων ή προθέσεων πολιτικής φύσεως, αλλά περιέχει αξίες οι οποίες αποτελούν μέρος της ίδιας της ταυτότητας της Ένωσης ως κοινής έννομης τάξης.

509

Ακολούθως, οι γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης ορίζονται κατά τρόπο γενικό και συχνά συγκεκριμενοποιούνται με άλλες διατάξεις του πρωτογενούς ή του παράγωγου δικαίου, χωρίς να στερούνται δεσμευτικής ισχύος ή σαφήνειας.

510

Επιπλέον, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο νομικά δεσμευτικός χαρακτήρας του άρθρου 2 ΣΕΕ συνάδει με την αμοιβαία εμπιστοσύνη που πρέπει να υφίσταται μεταξύ των κρατών μελών, καθένα από τα οποία μοιράζεται με όλα τα άλλα κράτη μέλη τις κοινές αξίες στις οποίες στηρίζεται η Ένωση, όπως διευκρινίζεται στο εν λόγω άρθρο 2.

511

Περαιτέρω, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η Ουγγαρία, το εν λόγω άρθρο 2 της επιτρέπει μόνο να διαπιστώνει παραβάσεις των κανόνων του δικαίου της Ένωσης που έχουν ορισμένη σοβαρότητα ή είναι οριζόντιου χαρακτήρα, ήτοι, όπως εν προκειμένω, τις παραβάσεις των άρθρων 1, 7, 11 και 21 του Χάρτη.

512

Όσον αφορά την προβαλλόμενη παραβίαση της αρχής ne bis in idem, την οποία επίσης επικαλείται η Ουγγαρία, η Επιτροπή επισημαίνει ότι δεν τίθεται ζήτημα επιβολής κυρώσεως εν προκειμένω, δεδομένου ότι η απόφαση με την οποία διαπιστώνεται παράβαση κράτους μέλους δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ είναι αμιγώς αναγνωριστική. Εν πάση περιπτώσει, το εν λόγω θεσμικό όργανο υποστηρίζει, παραπέμποντας στη νομολογία του Δικαστηρίου, ότι το ευεργέτημα της αρχής αυτής παρέχεται μόνο στους ιδιώτες.

513

Η Ουγγαρία αντιτείνει ότι το άρθρο 2 ΣΕΕ είναι διάταξη γενικής φύσεως η οποία δεν μπορεί να χρησιμεύσει ως νομική βάση για προσφυγή λόγω παραβάσεως, δεδομένου ότι απαριθμεί τις κοινές αξίες της Ένωσης. Ούτε απονέμει το άρθρο αυτό στην Επιτροπή αρμοδιότητα που να της επιτρέπει να ελέγχει απεριόριστα τις έννομες τάξεις των κρατών μελών.

514

Το γεγονός ότι το άρθρο αυτό έχει δεσμευτική ισχύ δεν σημαίνει ότι η παράβασή του μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ. Η διαδικασία του άρθρου 7 ΣΕΕ αποτελεί τον κύριο δίαυλο για τη διασφάλιση της τήρησης των αξιών που κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ.

515

Από την απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου (C‑156/21, EU:C:2022:97, σκέψεις 157 και 158), προκύπτει ότι ορισμένες διατάξεις του Χάρτη και της Συνθήκης ΛΕΕ διευκρινίζουν το περιεχόμενο των αξιών που κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, οι δε διατάξεις αυτές μπορούν, κατά περίπτωση, να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής λόγω παραβάσεως, σε αντίθεση με το εν λόγω άρθρο 2 θεωρούμενο μεμονωμένα. Ως εκ τούτου, μόνον το άρθρο 7 ΣΕΕ αφορά τις σοβαρές παραβιάσεις των αξιών που μνημονεύονται στο άρθρο 2 ως τέτοιες.

516

Επιπλέον, η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι δεν επικαλέστηκε τον σεβασμό της εθνικής της ταυτότητας προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των Συνθηκών της Ένωσης, δεδομένου ότι ο τροποποιητικός νόμος δεν παραβιάζει ούτε τις Συνθήκες της Ένωσης ούτε τις διατάξεις του παράγωγου δικαίου της Ένωσης. Υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι τα κράτη μέλη διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως για τον καθορισμό του επιπέδου προστασίας των θεμελιωδών συμφερόντων της κοινωνίας όσον αφορά τα ζητήματα που συνδέονται στενά με την εθνική τους ταυτότητα, περιθώριο εκτιμήσεως το οποίο ανέδειξε ο γενικός εισαγγελέας A. M. Collins στις προτάσεις του στην υπόθεση Commune d’Ans (C‑148/22, EU:C:2023:378, σημείο 45).

517

Τέλος, το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος καταδικάζεται για προσβολή τόσο των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη όσο και του άρθρου 2 ΣΕΕ ενδέχεται να αντιβαίνει στην αρχή ne bis in idem.

518

Εν πάση περιπτώσει, ο τροποποιητικός νόμος δεν αποσκοπεί στον στιγματισμό των μη ταυτοφυλικών ή μη ετεροφυλόφιλων ατόμων ούτε στον αποκλεισμό τους από την κοινωνία.

519

Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, κατά την Ουγγαρία, η έκτη αιτίαση είναι απαράδεκτη ή, επικουρικώς, αβάσιμη.

2.   Εκτίμηση του Δικαστηρίου

α)   Επί του δεσμευτικού χαρακτήρα του άρθρου 2 ΣΕΕ

520

Κατά πρώτον, όσον αφορά το επιχείρημα της Ουγγαρίας ότι το άρθρο 2 ΣΕΕ δεν περιέχει συγκεκριμένες απαιτήσεις οι οποίες θα μπορούσαν, αυτές καθεαυτές, να αποτελέσουν τη βάση προσφυγής λόγω παραβάσεως, υπενθυμίζεται, προκαταρκτικώς, ότι η Ένωση διαθέτει δικό της συνταγματικό πλαίσιο. Στο πλαίσιο αυτό εμπίπτουν οι θεμελιώδεις αξίες που ορίζονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ, κατά το οποίο η Ένωση «βασίζεται στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες», οι γενικές αρχές του δικαίου της Ένωσης, οι διατάξεις του Χάρτη, καθώς και οι διατάξεις των Συνθηκών ΕΕ και ΛΕΕ [πρβλ. γνωμοδότηση 1/17 (Συμφωνία ΣΟΕΣ-Καναδά), της 30ής Απριλίου 2019, EU:C:2019:341, σκέψη 110 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

521

Σύμφωνα με το άρθρο 49 ΣΕΕ, ο σεβασμός των αξιών αυτών αποτελεί προϋπόθεση για την προσχώρηση στην Ένωση κάθε ευρωπαϊκού κράτους που ζητεί να γίνει μέλος της Ένωσης, ως εκ τούτου δε η Ένωση περιλαμβάνει κράτη τα οποία προσχώρησαν ελευθέρως και οικειοθελώς στις εν λόγω αξίες και αναλαμβάνουν την υποχρέωση να τις προωθούν διαρκώς (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 124· της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 142, και της 29ης Μαρτίου 2022, Getin Noble Bank, C‑132/20, EU:C:2022:235, σκέψη 104 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

522

Ειδικότερα, όταν ένα υποψήφιο κράτος γίνει κράτος μέλος, εντάσσεται σε ένα νομικό μόρφωμα που εδράζεται στη θεμελιώδη παραδοχή ότι κάθε κράτος μέλος αποδέχεται από κοινού με τα λοιπά κράτη μέλη –και αναγνωρίζει ότι τα εν λόγω κράτη μέλη αποδέχονται από κοινού με αυτό– τις ίδιες κοινές αξίες του άρθρου αυτού, επί των οποίων στηρίζεται η Ένωση. Η εν λόγω παραδοχή αφορά τα σχετικά με αυτή καθεαυτήν τη φύση του δικαίου της Ένωσης ιδιαίτερα και ουσιώδη χαρακτηριστικά του, τα οποία απορρέουν από την αυτονομία της οποίας απολαύει το δίκαιο της Ένωσης έναντι των δικαίων των κρατών μελών καθώς και του διεθνούς δικαίου. Συνεπάγεται δε και δικαιολογεί την ύπαρξη αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών ως προς την αναγνώριση των εν λόγω αξιών και, επομένως, ως προς την τήρηση του δικαίου της Ένωσης που υλοποιεί τις αξίες αυτές (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 125, και της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 143 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

523

Εξ αυτών προκύπτει ότι ο σεβασμός από κράτος μέλος των αξιών που περιέχονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση όλων των δικαιωμάτων που απορρέουν από την εφαρμογή των Συνθηκών στο οικείο κράτος μέλος. Ειδικότερα, ο σεβασμός των αξιών αυτών δεν μπορεί να συνίσταται απλώς σε μια υποχρέωση την οποία υποχρεούται να τηρεί ένα υποψήφιο κράτος προκειμένου να προσχωρήσει στην Ένωση και από την οποία θα μπορούσε να απαλλαγεί μετά την προσχώρησή του (αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 126, και της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 144 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

524

Εξάλλου, ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να τροποποιήσει τη νομοθεσία του κατά τρόπο που να επιφέρει αποδυνάμωση της προστασίας των αξιών που κατοχυρώνονται στο εν λόγω άρθρο 2. Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη έχουν την υποχρέωση να μεριμνούν ώστε να αποτρέπεται οποιασδήποτε μορφής αποδυνάμωση, υπό το πρίσμα των αξιών αυτών (πρβλ. απόφαση της 20ής Απριλίου 2021, Repubblika, C‑896/19, EU:C:2021:311, σκέψεις 63 και 64 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

525

Επομένως, το εν λόγω άρθρο 2 δεν συνιστά απλή διατύπωση κατευθύνσεων ή προθέσεων πολιτικής φύσεως, αλλά περιέχει αξίες οι οποίες αποτελούν μέρος της ίδιας της ταυτότητας της Ένωσης ως κοινής έννομης τάξης, και τις οποίες οφείλουν να διαφυλάσσουν και να προάγουν τα κράτη μέλη. Οι αξίες αυτές συγκεκριμενοποιούνται μέσω αρχών και διατάξεων οι οποίες συνεπάγονται πιο συγκεκριμένες νομικά δεσμευτικές υποχρεώσεις για τα κράτη μέλη (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 232, και της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 264).

526

Βεβαίως, το προοίμιο του Χάρτη υπενθυμίζει, μεταξύ άλλων, ότι η Ένωση ερείδεται στις αρχές της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου και αναγνωρίζει τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και τις αρχές που ορίζονται σε αυτόν. Τα άρθρα 1, 6, 7, 10, 11, 20, 21 και 23 του Χάρτη συγκεκριμενοποιούν, ιδίως, το περιεχόμενο των αξιών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της ισότητας, του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της απαγόρευσης των διακρίσεων και της ισότητας μεταξύ γυναικών και ανδρών, οι οποίες περιέχονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ (πρβλ. απόφαση της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 157).

527

Εντούτοις, το γεγονός το οποίο επικαλείται η Ουγγαρία, ότι δηλαδή οι αξίες που διατυπώνονται στο εν λόγω άρθρο 2 συγκεκριμενοποιούνται μέσω άλλων αρχών και διατάξεων του δικαίου της Ένωσης οι οποίες συνεπάγονται πιο συγκεκριμένες νομικά δεσμευτικές υποχρεώσεις για τα κράτη μέλη, κατά την έννοια της νομολογίας που μνημονεύθηκε στη σκέψη 525 της παρούσας αποφάσεως, δεν μπορεί να κλονίσει τον νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα των αξιών αυτών για τα κράτη μέλη.

528

Η ανωτέρω ερμηνεία του άρθρου 2 ΣΕΕ απορρέει όχι μόνον από το γράμμα του, αλλά και από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται καθώς και από το ιστορικό θεσπίσεώς του.

529

Πρώτον, όσον αφορά το γράμμα του άρθρου 2 ΣΕΕ, υπενθυμίζεται ότι από αυτό προκύπτει ότι η Ένωση βασίζεται στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες. Οι αξίες αυτές είναι κοινές στα κράτη μέλη εντός κοινωνίας που χαρακτηρίζεται από τον πλουραλισμό, την απαγόρευση των διακρίσεων, την ανοχή, τη δικαιοσύνη, την αλληλεγγύη και την ισότητα μεταξύ γυναικών και ανδρών.

530

Διαπιστώνεται, επομένως, ότι το άρθρο 2 ΣΕΕ οριοθετεί τις θεμελιώδεις αξίες της Ένωσης τις οποίες τα κράτη μέλη, συνδεόμενα μέσω των αξιών αυτών λόγω της ιδιότητάς τους ως μελών της Ένωσης, δεσμεύονται αμοιβαίως να τηρούν, να διαφυλάσσουν και να προάγουν.

531

Δεύτερον, όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 2, η γενική οικονομία της Συνθήκης ΕΕ συνηγορεί επίσης υπέρ του δεσμευτικού χαρακτήρα των αξιών που κατοχυρώνονται στο εν λόγω άρθρο.

532

Συναφώς, στο προοίμιο της Συνθήκης ΕΕ γίνεται ήδη μια γενική αναφορά στις «παγκόσμιες αξίες των απαράβατων και αναφαίρετων δικαιωμάτων του ανθρώπου, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας και του κράτους δικαίου», με αποτέλεσμα οι αξίες αυτές να συμπίπτουν, τουλάχιστον εν μέρει, με τις κοινές αξίες που κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ. Ωστόσο, το προοίμιο δεν έχει δεσμευτική νομική ισχύ. Αντιστρόφως, η προσθήκη του εν λόγω άρθρου 2 στο ίδιο το σώμα της Συνθήκης ΕΕ, υπό τον τίτλο I «Κοινές διατάξεις», προσφέρεται προς υποστήριξη της διαπίστωσης σχετικά με τον δεσμευτικό χαρακτήρα της συγκεκριμένης διάταξης.

533

Το άρθρο 49 ΣΕΕ συνηγορεί επίσης, ως στοιχείο του γενικότερου πλαισίου, υπέρ μιας ερμηνείας του εν λόγω άρθρου 2 υπό την έννοια ότι η διάταξη αυτή έχει νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα για τα κράτη μέλη. Πράγματι, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 521 της παρούσας αποφάσεως, το άρθρο 49 ΣΕΕ συνεπάγεται ότι ο σεβασμός των αξιών που κατοχυρώνονται στο εν λόγω άρθρο 2 αποτελεί προϋπόθεση για την προσχώρηση στην Ένωση κάθε ευρωπαϊκού κράτους που ζητεί να γίνει μέλος της Ένωσης, ως εκ τούτου δε η Ένωση περιλαμβάνει κράτη τα οποία προσχώρησαν ελευθέρως και οικειοθελώς στις ίδιες αξίες και αναλαμβάνουν την υποχρέωση να τις προωθούν διαρκώς.

534

Το ίδιο ισχύει και για τις λοιπές διατάξεις της Συνθήκης ΕΕ οι οποίες αναφέρονται ρητώς στις αξίες της Ένωσης και οι οποίες, ως εκ τούτου, επιβεβαιώνουν τον νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα του άρθρου 2 ΣΕΕ, ήτοι το άρθρο 3, παράγραφοι 1 και 5, το άρθρο 7, παράγραφοι 1 και 2, το άρθρο 8, παράγραφος 1, το άρθρο 13, παράγραφος 1, το άρθρο 21, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, το άρθρο 32, πρώτο εδάφιο, καθώς και το άρθρο 42, παράγραφος 5, ΣΕΕ.

535

Τρίτον, οι προπαρασκευαστικές εργασίες του εν λόγω άρθρου 2 επιρρωννύουν την ερμηνεία αυτή. Όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 169 των προτάσεών της, στη Συνθήκη ΕΕ, όπως ίσχυε πριν από τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, δεν γινόταν λόγος για «αξίες», αλλά για «αρχές» που μνημονεύονται στο εν λόγω άρθρο 2. Η έννοια των «αξιών» εισήχθη με τη Συνθήκη αυτή, καθ’ υιοθέτηση της διατύπωσης που είχε προκριθεί από τη Συνέλευση για το μέλλον της Ευρώπης, κατά την οποία οι ευρωπαϊκές θεμελιώδεις αξίες «πρέπει να έχουν βασικό νομικό περιεχόμενο σαφές και μη αμφισβητούμενο, ούτως ώστε τα κράτη μέλη να μπορούν να διακρίνουν τις υποχρεώσεις τις οποίες συνεπάγονται, η παραβίαση των οποίων μπορεί να επισύρει κυρώσεις» (Γραμματεία της Ευρωπαϊκής Συνέλευσης, CONV 528/03, σ. 11).

536

Επομένως, οι αξίες που κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ έχουν, αυτές καθεαυτές, νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα, εκ του οποίου απορρέει η υποχρέωση τόσο των κρατών μελών όσο και των θεσμικών οργάνων της Ένωσης να σέβονται τις αξίες αυτές καθώς και η υποχρέωσή τους να τις διαφυλάσσουν και να τις προωθούν.

537

Κατά δεύτερον, όσον αφορά το επιχείρημα της Ουγγαρίας ότι τυχόν παράβαση των εν λόγω υποχρεώσεων βάσει του άρθρου 2 ΣΕΕ δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, δεδομένου ότι μόνον η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 7 ΣΕΕ καθιστά δυνατή τη διαπίστωση της μη τήρησης των αξιών που κατοχυρώνονται στο εν λόγω άρθρο 2, υπενθυμίζεται ότι από τη νομολογία προκύπτει ότι η Ένωση πρέπει να είναι σε θέση, εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων της, όπως αυτές προβλέπονται στις Συνθήκες, να προασπίζεται τις αξίες που διατυπώνονται στο άρθρο 2 (αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 127, και της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 145).

538

Συναφώς, το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι, ως εχέγγυο για τη θεμελιώδη παραδοχή στην οποία βασίζεται η κοινή έννομη τάξη που δημιουργήθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι Συνθήκες εγκαθίδρυσαν ένα δικαιοδοτικό σύστημα το οποίο προορίζεται να διασφαλίσει τη συνοχή και την ενότητα της ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης. Κατά το άρθρο 19, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, ΣΕΕ, το Δικαστήριο εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των Συνθηκών στο πλαίσιο των διαδικασιών που αυτές προβλέπουν, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η προσφυγή λόγω παραβάσεως η οποία διέπεται από τα άρθρα 258 έως 260 ΣΛΕΕ [πρβλ. γνωμοδότηση 1/17 (Συμφωνία ΣΟΕΣ-Καναδά), της 30ής Απριλίου 2019, EU:C:2019:341, σκέψη 111 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

539

Σκοπός της προσφυγής λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ είναι η αντικειμενική διαπίστωση της μη τήρησης από κράτος μέλος των υποχρεώσεων που υπέχει από το δίκαιο της Ένωσης [απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2020, Επιτροπή κατά Ουγγαρίας (Τριτοβάθμια εκπαίδευση), C‑66/18, EU:C:2020:792, σκέψη 56 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

540

Ελλείψει παρεκκλίσεως από τον κανόνα της γενικής αρμοδιότητας την οποία το άρθρο 19 ΣΕΕ απονέμει στο Δικαστήριο προκειμένου να εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή των Συνθηκών, το Δικαστήριο παραμένει αρμόδιο για τον έλεγχο της τήρησης, από τα κράτη μέλη, στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως δυνάμει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ, των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 2 ΣΕΕ.

541

Συνακόλουθα, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει το επιχείρημα της Ουγγαρίας ότι μόνον η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 7 ΣΕΕ επιτρέπει τη διαπίστωση της παραβίασης των αξιών του άρθρου 2 ΣΕΕ.

542

Πρέπει να υπομνησθεί επ’ αυτού ότι το Δικαστήριο έχει κρίνει, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει το εν λόγω κράτος μέλος, ότι, πέραν της διαδικασίας του άρθρου 7 ΣΕΕ, πολλές διατάξεις των Συνθηκών, οι οποίες συχνά συγκεκριμενοποιούνται με διάφορες πράξεις παράγωγου δικαίου, απονέμουν στα θεσμικά όργανα της Ένωσης την αρμοδιότητα να εξετάζουν, να διαπιστώνουν και, ενδεχομένως, να επιβάλλουν κυρώσεις για παραβιάσεις των αξιών του άρθρου 2 ΣΕΕ που διαπράττονται σε κράτος μέλος (αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 159, και της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 195).

543

Εκ των ανωτέρω συνάγεται, κατ’ ανάγκην, ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι εν λόγω αξίες μπορούν να προστατευθούν από την Ένωση μόνο στο πλαίσιο της διαδικασίας του άρθρου 7 ΣΕΕ (πρβλ. αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 163, και της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 199).

β)   Επί της παραβάσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 2 ΣΕΕ

544

Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι, πέραν των παραβάσεων των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης οι οποίες διαπιστώθηκαν στις σκέψεις 163, 204, 235, 311 και 416 της παρούσας αποφάσεως, η Ουγγαρία, θεσπίζοντας τον τροποποιητικό νόμο, παρέβη επίσης τα άρθρα 1, 7, 11 και 21 του Χάρτη, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 422 και 493 της παρούσας αποφάσεως.

545

Στο Δικαστήριο απόκειται, επομένως, να εκτιμήσει αν μπορεί να θεμελιωθεί παράβαση του άρθρου 2 ΣΕΕ επί του συνόλου των επιμέρους αυτών παραβάσεων.

546

Πρώτον, όπως προκύπτει κατ’ ουσίαν από τις εκτιμήσεις που εκτίθενται στη σκέψη 536 της παρούσας αποφάσεως, οι αξίες που διατυπώνονται στο εν λόγω άρθρο 2 επιβάλλουν νομικά δεσμευτικές υποχρεώσεις οριζόντιου χαρακτήρα εντός της Ένωσης και καθορίζουν την ίδια την ταυτότητα της Ένωσης ως κοινής έννομης τάξης.

547

Εντούτοις, από τον νομικώς δεσμευτικό χαρακτήρα του άρθρου 2 ΣΕΕ δεν προκύπτει ότι κάθε παράβαση διατάξεως του δικαίου της Ένωσης η οποία συγκεκριμενοποιεί άμεσα ή έμμεσα τις αξίες αυτές συνεπάγεται κατ’ ανάγκην παράβαση αυτού καθεαυτού του άρθρου 2 ΣΕΕ.

548

Βεβαίως, η προσβολή πλειόνων θεμελιωδών δικαιωμάτων τα οποία διασφαλίζονται στον Χάρτη και συγκεκριμενοποιούν τις αξίες που κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ μπορεί να αποτελεί ένδειξη παραβίασης των εν λόγω αξιών.

549

Πράγματι, η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών στηρίζεται στην αναγνώριση των αξιών που κατοχυρώνονται στο εν λόγω άρθρο 2, όπερ συνεπάγεται ότι, από της προσχωρήσεώς τους, κανένα από τα κράτη αυτά δεν ασκεί τις αρμοδιότητές του κατά τρόπο που θα αντέβαινε στις αξίες αυτές που καθορίζουν την ίδια την ταυτότητα της Ένωσης ως κοινής έννομης τάξης, την οποία τα κράτη μέλη αποδέχθηκαν με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας [πρβλ. και κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 29ης Απριλίου 2025, Επιτροπή κατά Μάλτας (Χορήγηση ιθαγένειας σε επενδυτές), C‑181/23, EU:C:2025:283, σκέψεις 93 και 95]. Υπογραμμίζεται, στο πλαίσιο αυτό, ότι η Ένωση απαρτίζεται από κράτη που, όπως υπομνήσθηκε στη σκέψη 521 της παρούσας αποφάσεως, έχουν αποδεχθεί ελεύθερα και οικειοθελώς τις εν λόγω αξίες, ιδίως τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη, τις σέβονται και δεσμεύονται να τις προάγουν [πρβλ. απόφαση της 5ης Ιουνίου 2023, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Ανεξαρτησία και ιδιωτική ζωή των δικαστών), C‑204/21, EU:C:2023:442, σκέψη 66 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

550

Εντούτοις, τυχόν ερμηνεία του εν λόγω άρθρου 2 η οποία θα έβαινε πέραν εκείνης που εκτίθεται στη σκέψη 547 της παρούσας αποφάσεως θα ενείχε τον κίνδυνο να στερήσει κάθε αποτελεσματικότητα από τα όρια που επιβάλλονται στο πεδίο εφαρμογής των λοιπών διατάξεων του δικαίου της Ένωσης και, ειδικότερα, των διατάξεων του Χάρτη, οι οποίες απευθύνονται στα κράτη μέλη μόνον όταν εφαρμόζουν το δίκαιο της Ένωσης, κατά την έννοια του άρθρου 51, παράγραφος 1, του Χάρτη.

551

Συνεπώς, μόνον πρόδηλες και ιδιαιτέρως σοβαρές παραβιάσεις μίας ή περισσοτέρων εκ των κοινών εντός των κρατών μελών αξιών είναι δυνατόν να οδηγήσουν στη διαπίστωση, στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως, της εκ μέρους κράτους μέλους παραβάσεως των νομικώς δεσμευτικών υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 2 ΣΕΕ, δεδομένου ότι τέτοιου είδους παραβάσεις είναι ασυμβίβαστες με την ίδια την ταυτότητα της Ένωσης ως κοινής έννομης τάξης μιας κοινωνίας όπου επικρατεί ο πλουραλισμός.

552

Δεδομένου ότι η διαπίστωση παράβασης του άρθρου 2 ΣΕΕ υπόκειται σε ειδικές προϋποθέσεις που απορρέουν από το ίδιο το περιεχόμενο της διάταξης αυτής και από τις απορρέουσες από αυτήν υποχρεώσεις, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει το επιχείρημα της Ουγγαρίας ότι τυχόν παράβαση συνιστάμενη συγχρόνως τόσο σε προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται στον Χάρτη όσο και σε παράβαση του εν λόγω άρθρου 2 θα είχε ως αποτέλεσμα να της επιβληθεί διπλή κύρωση για μία και μόνον παράβαση, αφ’ ης στιγμής τίποτε δεν εμποδίζει το Δικαστήριο, οσάκις επιλαμβάνεται προσφυγής λόγω παραβάσεως, να διαπιστώσει διακριτές παραβάσεις των υποχρεώσεων που απορρέουν για τα κράτη μέλη από τον Χάρτη, αφενός, και από το εν λόγω άρθρο 2, αφετέρου.

553

Δεύτερον, υπογραμμίζεται ότι, εν προκειμένω, όπως επισήμανε κατ’ ουσίαν η γενική εισαγγελέας στο σημείο 258 των προτάσεών της, ο τροποποιητικός νόμος θεσπίζει ένα συντονισμένο σύνολο μέτρων που εισάγουν διακρίσεις, το οποίο αντικατοπτρίζει την αντίληψη του Ούγγρου νομοθέτη ότι κάθε περιεχόμενο που προάγει ή απεικονίζει την απόκλιση από την προσωπική ταυτότητα η οποία αντιστοιχεί στο φύλο που αποδόθηκε κατά τη γέννηση, την αλλαγή φύλου ή την ομοφυλοφιλία είναι επιβλαβές για τη σωματική, πνευματική και ηθική ανάπτυξη των ανηλίκων, όπερ δικαιολογεί τον περιορισμό ή την απαγόρευση της πρόσβασης των ανηλίκων σε τέτοιου είδους περιεχόμενο.

554

Επομένως, ο τροποποιητικός νόμος οδηγεί, όπως προκύπτει από τις σκέψεις 487 έως 491 της παρούσας αποφάσεως, στον στιγματισμό και την περιθωριοποίηση των μη ταυτοφυλικών ή μη ετεροφυλόφιλων ατόμων, απλώς και μόνο λόγω της σεξουαλικής ταυτότητας ή του γενετήσιου προσανατολισμού τους, οι συνέπειες δε αυτές επιτείνονται από τον συσχετισμό στον οποίο προβαίνει, επιπλέον, ο εν λόγω νόμος μεταξύ του να μην είναι κάποιος ταυτοφυλικό ή ετεροφυλόφιλο άτομο και της παιδοφιλίας, υπονοώντας ότι τα μη ταυτοφυλικά ή μη ετεροφυλόφιλα άτομα αποτελούν θεμελιώδη απειλή για την ουγγρική και την ευρωπαϊκή κοινωνία, αφού ο συσχετισμός αυτός μπορεί να προκαλέσει την εκδήλωση συμπεριφορών μίσους απέναντι στα άτομα αυτά.

555

Ένας τέτοιος στιγματισμός και μια τέτοια περιθωριοποίηση, που ισοδυναμούν με τη δημιουργία, τη διατήρηση ή την ενίσχυση κλίματος κοινωνικής «αορατότητας» έναντι μέρους των μελών της κοινωνίας, αντιβαίνουν στις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ισότητας και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες, κατά την έννοια του άρθρου 2 ΣΕΕ.

556

Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο τροποποιητικός νόμος προσβάλλει, κατά τρόπο πρόδηλο και ιδιαιτέρως σοβαρό, τα δικαιώματα των μη ταυτοφυλικών ατόμων, στα οποία περιλαμβάνονται τα διεμφυλικά άτομα, και των μη ετεροφυλόφιλων ατόμων, καθώς και τις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ισότητας και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 2, με αποτέλεσμα να αντιβαίνει στην ίδια την ταυτότητα της Ένωσης ως κοινής έννομης τάξης εντός μιας πλουραλιστικής κοινωνίας.

557

Το ανωτέρω συμπέρασμα δεν αναιρείται, τρίτον, από την επιχειρηματολογία της Ουγγαρίας κατά την οποία τα κράτη μέλη διαθέτουν, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ, περιθώριο εκτιμήσεως για τον καθορισμό του επιπέδου προστασίας των θεμελιωδών συμφερόντων της κοινωνίας όσον αφορά τα ζητήματα που συνδέονται στενά με την εθνική τους ταυτότητα.

558

Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ, η Ένωση σέβεται, μεταξύ άλλων, την ισότητα των κρατών μελών ενώπιον των Συνθηκών καθώς και την εθνική τους ταυτότητα που είναι συμφυής με τη θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική τους δομή, στην οποία συμπεριλαμβάνεται η περιφερειακή και τοπική αυτοδιοίκηση.

559

Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, μολονότι η Ένωση υποχρεούται να σέβεται την εθνική ταυτότητα των κρατών μελών, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 4, παράγραφος 2, με αποτέλεσμα τα κράτη μέλη να διαθέτουν ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως όσον αφορά τη διασφάλιση της εφαρμογής των αξιών του άρθρου 2 ΣΕΕ και των αρχών του δικαίου της Ένωσης που τις συγκεκριμενοποιούν, εντούτοις ουδόλως συνάγεται εξ αυτού ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από το εν λόγω άρθρο 2 είναι δυνατό να διαφέρουν από το ένα κράτος μέλος στο άλλο (πρβλ. και κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 233, και της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 265).

560

Ειδικότερα, παρά το γεγονός ότι διαθέτουν διακριτές εθνικές ταυτότητες, συμφυείς με τη θεμελιώδη πολιτική και συνταγματική τους δομή, τις οποίες σέβεται η Ένωση, τα κράτη μέλη αποδέχονται κοινές αξίες τις οποίες συμμερίζονται, δυνάμει του άρθρου 2 ΣΕΕ, και τις οποίες δεσμεύονται να σέβονται σε μόνιμη βάση (πρβλ. και κατ’ αναλογίαν, αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Ουγγαρία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑156/21, EU:C:2022:97, σκέψη 234, και της 16ης Φεβρουαρίου 2022, Πολωνία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, C‑157/21, EU:C:2022:98, σκέψη 266).

561

Επιπλέον, το άρθρο 4, παράγραφος 2, ΣΕΕ πρέπει να ερμηνεύεται λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων της ίδιας τυπικής ισχύος, ιδίως του άρθρου 2 ΣΕΕ, και δεν μπορεί να απαλλάσσει τα κράτη μέλη από την υποχρέωση σεβασμού των απαιτήσεων που απορρέουν από τις διατάξεις αυτές [πρβλ. αποφάσεις της 19ης Νοεμβρίου 2024, Επιτροπή κατά Τσεχικής Δημοκρατίας (Δικαίωμα του εκλέγεσθαι και ιδιότητα μέλους πολιτικού κόμματος), C‑808/21, EU:C:2024:962, σκέψη 158, και της 19ης Νοεμβρίου 2024, Επιτροπή κατά Πολωνίας (Δικαίωμα του εκλέγεσθαι και ιδιότητα μέλους πολιτικού κόμματος), C‑814/21, EU:C:2024:963, σκέψη 155 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

562

Ως εκ τούτου, το άρθρο 4, παράγραφος 2, προστατεύει μόνο μια αντίληψη των εθνικών ταυτοτήτων, κατά την έννοια του άρθρου αυτού, η οποία συνάδει με τις αξίες που κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 ΣΕΕ.

563

Όπως, όμως, προκύπτει από τη σκέψη 556 της παρούσας αποφάσεως, δεδομένου ότι ο τροποποιητικός νόμος παραβιάζει τις αξίες του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ισότητας και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες, κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου 2, η Ουγγαρία δεν μπορεί βασίμως να επικαλεστεί την εθνική της ταυτότητα προκειμένου να δικαιολογήσει τη θέσπιση του νόμου αυτού.

564

Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η έκτη αιτίαση είναι βάσιμη.

Γ. Επί της πέμπτης αιτιάσεως, με την οποία προβάλλεται πολλαπλή παράβαση του άρθρου 10 του ΓΚΠΔ και του άρθρου 8, παράγραφος 2, του Χάρτη

1.   Επιχειρηματολογία των διαδίκων

565

Με την πέμπτη αιτίασή της, η οποία πρέπει να εξεταστεί τελευταία κατά σειρά, η Επιτροπή προσάπτει στην Ουγγαρία ότι παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10 του ΓΚΠΔ και το άρθρο 8, παράγραφος 2, του Χάρτη.

566

Επισημαίνει ότι το άρθρο 67, παράγραφος 1, στοιχεία a έως d, του νόμου περί συστήματος ποινικού μητρώου προβλέπει την υποχρέωση της αρμόδιας για την τήρηση του ποινικού μητρώου υπηρεσίας να παρέχει σε κάθε «εξουσιοδοτημένο πρόσωπο» άμεση πρόσβαση στα καταχωρισμένα δεδομένα, να διαβιβάζει τα δεδομένα στο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο βάσει σχετικού αιτήματος, να επικυρώνει δεδομένα κατόπιν αιτήματος του εξουσιοδοτημένου προσώπου και να θέτει στη διάθεση του εξουσιοδοτημένου προσώπου, με ηλεκτρονικά μέσα, τα καταχωρισμένα δεδομένα σχετικά με πρόσωπα που έχουν διαπράξει εγκλήματα κατά της σεξουαλικής ελευθερίας ή εγκλήματα κατά των σεξουαλικών ηθών σε βάρος παιδιών.

567

Το εν λόγω θεσμικό όργανο υποστηρίζει, πρώτον, ότι το άρθρο 67, παράγραφος 1, στοιχείο d, του νόμου περί συστήματος ποινικού μητρώου δεν παρέχει επαρκείς εγγυήσεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων όσον αφορά τις προϋποθέσεις πρόσβασης στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή δεν διευκρινίζει ποιος «επιτρέπεται» να έχει πρόσβαση στα δεδομένα ποινικού μητρώου με ηλεκτρονικά μέσα («διεπαφή»).

568

Συναφώς, ένας ορισμός τόσο ευρύς και ασαφής όσο ο προβλεπόμενος στο άρθρο 67, παράγραφος 1, στοιχεία a έως d, δημιουργεί ανασφάλεια δικαίου όσον αφορά τα πρόσωπα που έχουν πρόσβαση στα μητρώα, κατά παράβαση του άρθρου 10 του ΓΚΠΔ.

569

Συγκεκριμένα, δυνάμει του εν λόγω άρθρου 10, η πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να πραγματοποιείται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και μόνο στον βαθμό που η πρόσβαση αυτή είναι δικαιολογημένη και αναγκαία. Όσον αφορά, όμως, το άρθρο 75/B, παράγραφος 3, στοιχείο a, περίπτωση ab, του νόμου περί συστήματος ποινικού μητρώου, ακόμη και τα πρόσωπα που ασκούν μόνον προσωρινά την επιμέλεια ανηλίκου θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι συνδέονται στενά με τον ανήλικο και, ως εκ τούτου, ότι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής.

570

Υπό το πρίσμα του κριτηρίου της αναγκαιότητας της πρόσβασης στα οικεία δεδομένα δυνάμει της παραγράφου 1 του άρθρου 75/B, τα πρόσωπα αυτά θα μπορούσαν θεμιτώς να επιθυμούν να διασφαλίσουν την προστασία των παιδιών και να αποτρέψουν τα εγκλήματα κατά της σεξουαλικής ελευθερίας ή των σεξουαλικών ηθών που διαπράττονται εις βάρος παιδιών ή μέσω της εκμετάλλευσης παιδιών.

571

Εντούτοις, από την απόφαση της 22ας Ιουνίου 2021, Latvijas Republikas Saeima (Βαθμοί ποινής) (C‑439/19, EU:C:2021:504, σκέψη 110 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία), προκύπτει ότι το κριτήριο της αναγκαιότητας δεν πληρούται όταν ο σκοπός γενικού συμφέροντος μπορεί εύλογα να επιτευχθεί κατά τρόπο εξίσου αποτελεσματικό με άλλα λιγότερο περιοριστικά μέσα.

572

Δεύτερον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι τα κριτήρια πρόσβασης στα δεδομένα που είναι καταχωρισμένα στο ποινικό μητρώο, στο πλαίσιο του νόμου περί συστήματος ποινικού μητρώου, δεν παρέχουν «επαρκείς εγγυήσεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων», κατά την έννοια του άρθρου 10 του ΓΚΠΔ, δεδομένου ότι τα κριτήρια αυτά δεν μπορούν να διασφαλίσουν ότι η επεξεργασία των ποινικών δεδομένων πληροί τις γενικές απαιτήσεις περί αναγκαιότητας και αναλογικότητας.

573

Διευκρινίζει συναφώς ότι, σύμφωνα με τα άρθρα 5 και 6 του ΓΚΠΔ, η πρόσβαση του κοινού στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στα επίσημα έγγραφα μπορεί να επιτραπεί μόνον εφόσον αποδεικνύεται η αναγκαιότητα της γνωστοποίησης. Εν προκειμένω, όμως, δεν έχει θεσπιστεί κανένας μηχανισμός για την εκτίμηση της αναγκαιότητας της πρόσβασης βάσει αντικειμενικών κριτηρίων.

574

Τρίτον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ούτε το άρθρο 86 του ΓΚΠΔ, το οποίο αφορά την κοινολόγηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται σε επίσημα έγγραφα που κατέχει δημόσια αρχή ή δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον, προβλέπει εξαιρέσεις και παρεκκλίσεις από τους κανόνες που διέπουν την προστασία των δεδομένων.

575

Η Ουγγαρία αντιτείνει ότι οι εγγυήσεις που απαιτούν τα άρθρα 10 και 86 του ΓΚΠΔ διασφαλίζονται με το άρθρο 67, παράγραφος 1, στοιχεία a έως d, του νόμου περί συστήματος ποινικού μητρώου και ενισχύονται με μέτρα ασφάλειας των δεδομένων τα οποία αντιστοιχούν στο επίπεδο προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο στʹ, καθώς και στο άρθρο 24 του ΓΚΠΔ.

576

Το άρθρο 67, παράγραφος 1, στοιχείο d, του νόμου περί συστήματος ποινικού μητρώου καθορίζει με επαρκή ακρίβεια τα πρόσωπα στα οποία επιτρέπεται η πρόσβαση στα δεδομένα των προσώπων που έχουν διαπράξει εγκλήματα κατά της σεξουαλικής ελευθερίας ή κατά των σεξουαλικών ηθών σε βάρος παιδιών.

577

Από το άρθρο 75/B, παράγραφος 3, του νόμου περί συστήματος ποινικού μητρώου προκύπτει ότι η διαδικασία πρόσβασης στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που άπτονται του ποινικού μητρώου του υποκειμένου των δεδομένων μπορεί να κινηθεί μόνον από ενήλικο ο οποίος είναι μέλος της ίδιας οικογένειας ή στον οποίο έχει ανατεθεί η εκπαίδευση, η επιμέλεια ή η ανατροφή του ανηλίκου.

578

Η Ουγγαρία υποστηρίζει ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 8:1, παράγραφος 1, σημείο 2, του ουγγρικού Αστικού Κώδικα, η έννοια του «μέλους της ίδιας οικογένειας» περιλαμβάνει τους συζύγους, τους ανιόντες σε ευθεία γραμμή, τα θετά τέκνα, τα τέκνα των συζύγων και των ανάδοχα τέκνα, τους θετούς γονείς, τους γονείς του/της συζύγου και τους ανάδοχους γονείς, και τα αδέλφια, καθώς και τους συντρόφους, τους συζύγους των ανιόντων σε ευθεία γραμμή, τους ανιόντες σε ευθεία γραμμή και τα αδέλφια των συζύγων, και τους συζύγους των αδελφών.

579

Εξάλλου, από το άρθρο 4:146, παράγραφος 1, και από το άρθρο 4: 224 του ουγγρικού Αστικού Κώδικα προκύπτει ότι το ανήλικο τέκνο τελεί υπό τη γονική μέριμνα ή υπό επιτροπεία, όπου συγκαταλέγεται, μεταξύ άλλων, η διαχείριση της περιουσίας του και η διασφάλιση της νόμιμης εκπροσώπησής του, όπερ προϋποθέτει το δικαίωμα του γονέα να ζητεί πρόσβαση σε δεδομένα δυνάμει του νόμου περί συστήματος ποινικού μητρώου.

580

Δυνάμει του άρθρου 75/B, παράγραφος 1, του νόμου συστήματος ποινικού μητρώου, η πρόσβαση στα επίμαχα δεδομένα πρέπει να είναι αναγκαία, συνεπώς δε η αναγκαιότητα και η αναλογικότητα της πρόσβασης στα δεδομένα που είναι καταχωρισμένα στο ποινικό μητρώο βασίζονται τόσο σε αντικειμενικά όσο και σε υποκειμενικά κριτήρια.

581

Η Ουγγαρία προσθέτει ότι η λειτουργία της ηλεκτρονικής διεπαφής που χρησιμοποιείται στο πλαίσιο της πρόσβασης στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του ποινικού μητρώου του υποκειμένου των δεδομένων παρέχει επαρκείς εγγυήσεις, σύμφωνα με το άρθρο 10 του ΓΚΠΔ. Προτού ζητήσει δεδομένα σχετικά με το ποινικό μητρώο, ο αιτών θα πρέπει να υποβάλει δήλωση όσον αφορά τους στόχους της αίτησης, βάσει «αυστηρών όρων αναζήτησης».

582

Από την αιτιολογική σκέψη 4 του ΓΚΠΔ προκύπτει επίσης ότι το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι απόλυτο δικαίωμα, αλλά πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τη λειτουργία του στην κοινωνία και να σταθμίζεται με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Η διασφάλιση των δικαιωμάτων του παιδιού που κατοχυρώνονται στο άρθρο 24 του Χάρτη θα πρέπει να υπερισχύει του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ο σκοπός αυτός δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί ούτε με άλλα εύλογα και εξίσου αποτελεσματικά μέσα με τον αναγκαίο και αναλογικό περιορισμό του δικαιώματος στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

583

Όσον αφορά την κοινολόγηση δεδομένων ποινικού χαρακτήρα, δυνάμει του άρθρου 86 του ΓΚΠΔ, η Ουγγαρία επισημαίνει ότι, εν προκειμένω, δεν πρόκειται ούτε περί κοινολόγησης ούτε περί αποκάλυψης του περιεχομένου επίσημου εγγράφου.

2.   Εκτίμηση του Δικαστηρίου

584

Προκαταρκτικώς, υπενθυμίζεται ότι ο σκοπός τον οποίο επιδιώκει ο ΓΚΠΔ, όπως απορρέει από το άρθρο του 1 καθώς και από τις αιτιολογικές του σκέψεις 1 και 10, συνίσταται, μεταξύ άλλων, στη διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας των θεμελιωδών ελευθεριών και δικαιωμάτων των φυσικών προσώπων, και ειδικότερα του δικαιώματός τους στην ιδιωτική ζωή έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, του Χάρτη και στο άρθρο 16, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ (απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2025, Mousse, C‑394/23, EU:C:2025:2, σκέψη 21 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

585

Σύμφωνα με τον σκοπό αυτόν, κάθε επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει, μεταξύ άλλων, να είναι σύμφωνη με τις αρχές που διέπουν την επεξεργασία τέτοιων δεδομένων, οι οποίες διατυπώνονται στο άρθρο 5 του ΓΚΠΔ και να πληροί τις προϋποθέσεις νομιμότητας που απαριθμούνται στο άρθρο 6 του ΓΚΠΔ (απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2025, Mousse, C‑394/23, EU:C:2025:2, σκέψη 22 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

586

Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του ΓΚΠΔ ορίζει ότι η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να είναι σύννομη, θεμιτή και διαφανής έναντι του υποκειμένου των δεδομένων.

587

Όσον αφορά τις προϋποθέσεις νομιμότητας της επεξεργασίας, όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο, το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του ΓΚΠΔ προβλέπει εξαντλητικό και περιοριστικό κατάλογο των περιπτώσεων στις οποίες η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να θεωρηθεί σύννομη. Συνεπώς, για να μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη, η επεξεργασία πρέπει να εμπίπτει σε μία από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στη διάταξη αυτήν (απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2025, Mousse, C‑394/23, EU:C:2025:2, σκέψη 25 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

588

Όπως έχει αποφανθεί το Δικαστήριο, όταν χωρεί η διαπίστωση ότι μια επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι αναγκαία βάσει ενός εκ των δικαιολογητικών λόγων που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχεία βʹ έως στʹ, του ΓΚΠΔ, δεν είναι απαραίτητο να εξεταστεί αν η ίδια επεξεργασία καλύπτεται και από κάποιον άλλον εκ των δικαιολογητικών αυτών λόγων [απόφαση της 4ης Ιουλίου 2023, Meta Platforms κ.λπ. (Γενικοί όροι χρήσης κοινωνικού δικτύου), C‑252/21, EU:C:2023:537, σκέψη 94 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

589

Στο πλαίσιο αυτό, οι δικαιολογητικοί λόγοι που προβλέπονται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχεία βʹ έως στʹ, πρέπει να ερμηνεύονται στενά, δεδομένου ότι η επίκλησή τους μπορεί να καταστήσει νόμιμη μια επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα η οποία γίνεται ελλείψει συγκατάθεσης του υποκειμένου των δεδομένων (απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2025, Mousse, C‑394/23, EU:C:2025:2, σκέψη 27 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

590

Κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ, η επεξεργασία είναι σύννομη μόνον εάν και εφόσον είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας.

591

Επισημαίνεται ακόμη ότι, όσον αφορά την πρόσβαση του κοινού σε επίσημα έγγραφα, το άρθρο 86 του ΓΚΠΔ προβλέπει ότι τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε επίσημα έγγραφα που κατέχει δημόσια αρχή ή δημόσιος ή ιδιωτικός φορέας για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον μπορούν να κοινοποιούνται από την εν λόγω αρχή ή τον εν λόγω φορέα, σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης ή του οικείου κράτους μέλους, προκειμένου να συμβιβάζεται η πρόσβαση του κοινού σε επίσημα έγγραφα με το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

592

Το ως άνω άρθρο πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα, πρώτον, της αιτιολογικής σκέψης 4 του ΓΚΠΔ, η οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι απόλυτο δικαίωμα, και, δεύτερον, της αιτιολογικής σκέψης 154 του ΓΚΠΔ, από την οποία προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι η πρόσβαση του κοινού σε επίσημα έγγραφα μπορεί να θεωρηθεί ως δημόσιο συμφέρον [πρβλ. απόφαση της 3ης Απριλίου 2025, Ministerstvo zdravotnictví (Δεδομένα που αφορούν τον εκπρόσωπο νομικού προσώπου), C‑710/23, EU:C:2025:231, σκέψη 39 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

593

Εν προκειμένω, το άρθρο 67, παράγραφος 1, του νόμου περί συστήματος ποινικού μητρώου ορίζει ότι η αρμόδια για την τήρηση του ποινικού μητρώου υπηρεσία, μέσω του συστήματος πληροφοριών ποινικού μητρώου και σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, παρέχει, σύμφωνα με το στοιχείο a, στο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο άμεση πρόσβαση στα καταχωρισμένα δεδομένα· διαβιβάζει, σύμφωνα με το στοιχείο b, τα δεδομένα στο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο βάσει σχετικού αιτήματος· επικυρώνει, σύμφωνα με το στοιχείο c, τα δεδομένα κατόπιν αιτήματος του εξουσιοδοτημένου προσώπου και θέτει, σύμφωνα με το στοιχείο d, στη διάθεση του εξουσιοδοτημένου προσώπου, με ηλεκτρονικά μέσα, τα καταχωρισμένα δεδομένα σχετικά με πρόσωπα που έχουν διαπράξει εγκλήματα κατά της σεξουαλικής ελευθερίας ή σεξουαλικά εγκλήματα κατά των ηθών σε βάρος παιδιών.

594

Πλην όμως, η επεξεργασία δεδομένων που αφορούν ποινικές καταδίκες, η οποία προβλέπεται ειδικότερα στο άρθρο 67, παράγραφος 1, στοιχείο d, του νόμου αυτού, ενδέχεται να εμπίπτει στο άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ.

595

Ωστόσο, όσον αφορά τα δεδομένα σχετικά με ποινικές καταδίκες και αδικήματα, το άρθρο 10 του ΓΚΠΔ επιβάλλει πρόσθετους περιορισμούς στην επεξεργασία τους. Κατά το εν λόγω άρθρο, η επεξεργασία των εν λόγω δεδομένων «μπορεί να διενεργείται μόνο υπό τον έλεγχο επίσημης αρχής», εκτός εάν «επιτρέπεται από το δίκαιο της Ένωσης ή το δίκαιο κράτους μέλους το οποίο προβλέπει επαρκείς εγγυήσεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων». Πλήρες ποινικό μητρώο τηρείται μόνον υπό τον έλεγχο επίσημης αρχής (απόφαση της 7ης Μαρτίου 2024, Endemol Shine Finland, C‑740/22, EU:C:2024:216, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

596

Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ούτε το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο εʹ, ούτε το άρθρο 10 του ΓΚΠΔ απαγορεύουν κατά τρόπο γενικό και απόλυτο να έχει μια δημόσια αρχή την εξουσία ή και την υποχρέωση να κοινολογήσει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στα πρόσωπα που υποβάλλουν σχετική αίτηση (απόφαση της 7ης Μαρτίου 2024, Endemol Shine Finland, C‑740/22, EU:C:2024:216, σκέψη 48 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

597

Επομένως, ο ΓΚΠΔ δεν αντιτίθεται κατ’ αρχήν στο να τίθενται στη διάθεση του εξουσιοδοτημένου προσώπου δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα όταν η διάθεση είναι αναγκαία για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού αυτού. Τούτο ισχύει ακόμη και όταν τα επίμαχα δεδομένα εμπίπτουν στο άρθρο 10 του ΓΚΠΔ, υπό την προϋπόθεση ότι η νομοθεσία που επιτρέπει την εν λόγω διάθεση προβλέπει επαρκείς εγγυήσεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων (απόφαση της 7ης Μαρτίου 2024, Endemol Shine Finland, C‑740/22, EU:C:2024:216, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

598

Εν προκειμένω, εναπόκειται στο Δικαστήριο να εξακριβώσει αν το άρθρο 67, παράγραφος 1, στοιχείο d, του νόμου περί συστήματος ποινικού μητρώου, ιδίως δε ο ορισμός του «εξουσιοδοτημένου προσώπου», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 10, υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, σταθμίζοντας το δικαίωμα πρόσβασης στα δεδομένα του εν λόγω «εξουσιοδοτημένου προσώπου» και το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 του Χάρτη.

599

Ως προς το τελευταίο αυτό ζήτημα, υπενθυμίζεται ότι τα θεμελιώδη δικαιώματα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι απόλυτα, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική σκέψη 4 του ΓΚΠΔ, αλλά πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε σχέση με τη λειτουργία τους στην κοινωνία και να σταθμίζονται με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα. Επομένως, επιτρέπεται η επιβολή περιορισμών, υπό την προϋπόθεση ότι, σύμφωνα με το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη, προβλέπονται από τον νόμο και είναι σύμφωνοι με το βασικό περιεχόμενο των θεμελιωδών δικαιωμάτων καθώς και με την αρχή της αναλογικότητας. Βάσει της εν λόγω αρχής, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε σκοπούς γενικού συμφέροντος τους οποίους αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. Οι περιορισμοί αυτοί πρέπει να μην υπερβαίνουν τα όρια του απολύτως αναγκαίου, ενώ η ρύθμιση που συνεπάγεται την επέμβαση πρέπει να προβλέπει σαφείς και ακριβείς κανόνες που να διέπουν την έκταση και την εφαρμογή του επίμαχου μέτρου (απόφαση της 7ης Μαρτίου 2024, Endemol Shine Finland, C‑740/22, EU:C:2024:216, σκέψη 52 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

600

Συναφώς, το άρθρο 8, παράγραφος 2, του Χάρτη διευκρινίζει ότι η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει, μεταξύ άλλων, να γίνεται νομίμως, «για καθορισμένους σκοπούς και με βάση τη συγκατάθεση του ενδιαφερομένου ή για άλλους θεμιτούς λόγους που προβλέπονται από το νόμο».

601

Προκειμένου να κριθεί αν η διάθεση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν ποινικές καταδίκες είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ, και αν η εθνική ρύθμιση που επιτρέπει μια τέτοια διάθεση προβλέπει επαρκείς εγγυήσεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων, κατά την έννοια του άρθρου 10 του ΓΚΠΔ, πρέπει να εκτιμηθεί ιδίως αν, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας της επεμβάσεως στα θεμελιώδη δικαιώματα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα την οποία συνεπάγεται η επίμαχη επεξεργασία, αυτή δικαιολογείται, και ιδίως αν τελεί σε αναλογία, χάριν επιτεύξεως των επιδιωκόμενων σκοπών (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 7ης Μαρτίου 2024, Endemol Shine Finland, C‑740/22, EU:C:2024:216, σκέψη 53 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

602

Όσον αφορά τη σοβαρότητα της επεμβάσεως στα δικαιώματα αυτά, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η επεξεργασία δεδομένων σχετικών με ποινικές καταδίκες και αδικήματα ή σχετικά μέτρα ασφαλείας μπορεί, λόγω του ιδιαιτέρως ευαίσθητου χαρακτήρα των δεδομένων αυτών, να συνιστά ιδιαιτέρως σοβαρή επέμβαση στα θεμελιώδη δικαιώματα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία κατοχυρώνονται στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη. Συγκεκριμένα, εφόσον τα δεδομένα αυτά αφορούν συμπεριφορές που προκαλούν την κοινωνική αποδοκιμασία, η παροχή προσβάσεως στα ίδια αυτά δεδομένα ενδέχεται να οδηγήσει σε στιγματισμό του υποκειμένου των δεδομένων και να αποτελέσει, ως εκ τούτου, σοβαρή επέμβαση στην ιδιωτική ή επαγγελματική ζωή του (απόφαση της 7ης Μαρτίου 2024, Endemol Shine Finland, C‑740/22, EU:C:2024:216, σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

603

Υπό το πρίσμα της νομολογίας που μνημονεύθηκε στη σκέψη 601 της παρούσας αποφάσεως, διαπιστώνεται, κατά πρώτον, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 348 των προτάσεών της, ότι ο σκοπός τον οποίο επιδιώκει το άρθρο 67, παράγραφος 1, στοιχείο d, του νόμου περί συστήματος ποινικού μητρώου, ήτοι η προστασία των ανηλίκων και η πρόληψη των εγκλημάτων κατά της σεξουαλικής ελευθερίας ή κατά των σεξουαλικών ηθών σε βάρος παιδιών ή μέσω της εκμετάλλευσής τους, συνιστά σκοπό γενικού συμφέροντος αναγνωρισμένο από την Ένωση, κατά την έννοια της νομολογίας που υπομνήσθηκε στη σκέψη 599 της παρούσας αποφάσεως, ικανό να υπαχθεί στην εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον δυνάμει του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ.

604

Τούτου λεχθέντος, μολονότι η πρόσβαση του κοινού στα επίσημα έγγραφα, κατά την έννοια του άρθρου 86 του ΓΚΠΔ, όπως το σύστημα ποινικού μητρώου που διέπεται εν προκειμένω από τον νόμο περί συστήματος ποινικού μητρώου, στο οποίο καταχωρούνται οι ποινικές καταδίκες, συνιστά, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 154 του ΓΚΠΔ, δημόσιο συμφέρον ικανό να νομιμοποιήσει τη γνωστοποίηση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται σε τέτοια έγγραφα, εντούτοις η πρόσβαση σε αυτά πρέπει να συμβιβάζεται με τα θεμελιώδη δικαιώματα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως εξάλλου επιτάσσει ρητώς το άρθρο 86 του ΓΚΠΔ (απόφαση της 7ης Μαρτίου 2024, Endemol Shine Finland, C‑740/22, EU:C:2024:216, σκέψη 55 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία).

605

Πρέπει, συνεπώς, να εξεταστεί, κατά δεύτερον, εάν η διάθεση των λόγω δεδομένων, επί τη βάσει του άρθρου 67, παράγραφος 1, στοιχείο d, του νόμου περί συστήματος ποινικού μητρώου, είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ, δηλαδή εάν η εν λόγω διάθεση φαίνεται δικαιολογημένη, και ιδίως αναλογική.

606

Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 67, παράγραφος 1, στοιχείο d, δεν παρέχει επαρκείς εγγυήσεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων, όσον αφορά τις προϋποθέσεις πρόσβασης στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τα αφορούν, δεδομένου ότι η διάταξη αυτή δεν διευκρινίζει με σαφήνεια τα πρόσωπα στα οποία επιτρέπεται η πρόσβαση στα δεδομένα ποινικού μητρώου.

607

Η Ουγγαρία είναι, εντούτοις, της γνώμης ότι η εν λόγω διάταξη καθορίζει με επαρκή ακρίβεια τα εν λόγω εξουσιοδοτημένα πρόσωπα.

608

Όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, εθνική ρύθμιση με βάση την οποία χορηγείται πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να προβλέπει, προκειμένου να πληροί την απαίτηση αναλογικότητας, σαφείς και ακριβείς κανόνες που να διέπουν την έκταση και την εφαρμογή του επίμαχου μέτρου και να επιβάλλουν έναν ελάχιστο αριθμό απαιτήσεων, έτσι ώστε τα πρόσωπα των οποίων τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα αποτελούν αντικείμενο του μέτρου αυτού να έχουν επαρκείς εγγυήσεις δυνάμενες να προστατεύσουν αποτελεσματικά τα δεδομένα αυτά από κινδύνους κατάχρησης. Η ρύθμιση αυτή πρέπει να ορίζει υπό ποιες περιστάσεις και υπό ποιες συνθήκες μπορεί να ληφθεί μέτρο το οποίο προβλέπει την επεξεργασία τέτοιων δεδομένων, προκειμένου να διασφαλίζεται κατά τον τρόπο αυτόν ότι η επέμβαση θα περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο [πρβλ. αποφάσεις της 2ας Μαρτίου 2021, Prokuratuur (Προϋποθέσεις πρόσβασης σε δεδομένα σχετιζόμενα με ηλεκτρονικές επικοινωνίες), C‑746/18, EU:C:2021:152, σκέψη 48, και της 5ης Απριλίου 2022, Commissioner of An Garda Síochána κ.λπ., C‑140/20, EU:C:2022:258, σκέψη 54 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία].

609

Ωστόσο, πρώτον, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το άρθρο 67, παράγραφος 1, στοιχείο d, του νόμου περί συστήματος ποινικού μητρώου προβλέπει τέτοιους σαφείς και ακριβείς κανόνες. Ειδικότερα, η έννοια του «εξουσιοδοτημένου προσώπου», κατά τη διάταξη αυτή, η οποία αφορά τα πρόσωπα που δικαιούνται να υποβάλουν αίτηση πρόσβασης δυνάμει της διάταξης αυτής, δεν ορίζεται κατά τρόπο αρκούντως οριοθετημένο ούτε στον νόμο περί συστήματος ποινικού μητρώου ούτε στον ουγγρικό Αστικό Κώδικα.

610

Πράγματι, οι νόμοι αυτοί δεν μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι οριοθετούν με αρκούντως ακριβή τρόπο το πρόσωπο που μπορεί να χαρακτηριστεί ως «εξουσιοδοτημένο πρόσωπο», κατά το άρθρο 67, παράγραφος 1, στοιχείο d.

611

Κατά το άρθρο 75/B, παράγραφος 3, στοιχείο a, του νόμου περί συστήματος ποινικού μητρώου, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 8:1, παράγραφος 1, σημείο 2, του ουγγρικού Αστικού Κώδικα, η διαδικασία για τη διάθεση των δεδομένων μπορεί να κινηθεί από ενήλικο ο οποίος είναι μέλος της ίδιας οικογένειας ή στον οποίο έχει ανατεθεί η εκπαίδευση, η επιμέλεια ή η ανατροφή ανηλίκου.

612

Πλην όμως, ο ορισμός αυτός δεν συνάδει με την απαίτηση περιορισμού της επέμβασης στα θεμελιώδη δικαιώματα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο απολύτως αναγκαίο, όπως προκύπτει από τη νομολογία που μνημονεύθηκε στη σκέψη 608 της παρούσας αποφάσεως, αφού ο κύκλος των προσώπων που εν δυνάμει δικαιούνται να υποβάλουν αίτηση πρόσβασης στα δεδομένα δυνάμει του άρθρου 67, παράγραφος 1, στοιχείο d, του νόμου περί συστήματος ποινικού μητρώου είναι υπερβολικά ευρύς, όσον αφορά ειδικότερα τους ενήλικες που είναι υπεύθυνοι για την εκπαίδευση, την επιμέλεια ή την ανατροφή ανηλίκου, κατά την έννοια του άρθρου 75/B, παράγραφος 3, στοιχείο a, του νόμου αυτού.

613

Όπως υπογράμμισε, κατ’ ουσίαν, η γενική εισαγγελέας στο σημείο 354 των προτάσεών της, επισημαίνεται ότι η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα, δυνάμει του άρθρου 10 του ΓΚΠΔ, πρέπει να είναι προβλέψιμη. Πλην όμως, η απαίτηση αυτή δεν πληρούται εν προκειμένω, λαμβανομένου υπόψη του τρόπου με τον οποίο ορίζεται η έννοια του «εξουσιοδοτημένου προσώπου», κατά το άρθρο 67, παράγραφος 1, στοιχείο d, στην εφαρμοστέα εθνική ρύθμιση.

614

Δεύτερον, ούτε οι ουσιαστικές προϋποθέσεις πρόσβασης στα δεδομένα αυτά μπορούν να θεωρηθούν αρκούντως ακριβείς ώστε να πληρούται η απαίτηση περί «επαρκ[ών] εγγυήσ[εων] για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων», δυνάμει του άρθρου 10 του ΓΚΠΔ, λόγω του ότι οι εγγυήσεις αυτές πληρούν τις γενικές απαιτήσεις περί αναγκαιότητας και αναλογικότητας.

615

Εν προκειμένω, το άρθρο 75/B, παράγραφος 3, στοιχείο b, του νόμου περί συστήματος ποινικού μητρώου, σε συνδυασμό με την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού, προβλέπει τη διάθεση των εν λόγω δεδομένων όταν η πρόσβαση είναι αναγκαία για την προστασία των παιδιών και για την πρόληψη των αδικημάτων κατά της ελευθερίας και των σεξουαλικών ηθών που διαπράττονται εις βάρος των παιδιών ή μέσω της εκμετάλλευσής τους.

616

Διαπιστώνεται επομένως, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 357 των προτάσεών της, ότι το άρθρο 75/B, παράγραφος 3, στοιχείο b, αναθέτει αποκλειστικά και μόνο στον αιτούντα πρόσβαση, μέσω απλής δήλωσης, την εκτίμηση της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας μιας τέτοιας πρόσβασης και όχι στην αρμόδια αρχή που ελέγχει την πρόσβαση στο ποινικό μητρώο.

617

Λαμβανομένης, όμως, υπόψη της ευαισθησίας των δεδομένων που αφορούν τις ποινικές καταδίκες και της σοβαρότητας της επεμβάσεως στα θεμελιώδη δικαιώματα του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των υποκειμένων των δεδομένων, η οποία προξενείται από την κοινολόγηση των δεδομένων αυτών, πρέπει να γίνει δεκτό ότι μια τέτοια υπεύθυνη δήλωση του αιτούντος όσον αφορά την αναγκαιότητα της αίτησης πρόσβασης στα εν λόγω δεδομένα προδήλως δεν είναι ικανή να περιορίσει την επέμβαση αυτή στο απολύτως αναγκαίο.

618

Υπό τις συνθήκες αυτές, το άρθρο 67, παράγραφος 1, στοιχείο d, ερμηνευόμενο σε συνδυασμό με το άρθρο 75/B, παράγραφος 3, στοιχείο b, του νόμου περί ποινικού μητρώου, δεν προβλέπει επαρκείς εγγυήσεις για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων, κατά την έννοια του άρθρου 10 του ΓΚΠΔ, και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να δικαιολογήσει την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται στο ποινικό μητρώο των ενδιαφερόμενων προσώπων για τον λόγο ότι είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον, κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, στοιχείο εʹ, του ΓΚΠΔ.

619

Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι η τέταρτη αιτίαση είναι βάσιμη.

Επί των δικαστικών εξόδων

620

Κατά το άρθρο 138, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η Ουγγαρία ηττήθηκε, πρέπει να φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων της, και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας.

621

Κατά το άρθρο 140, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη και τα όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Κατά συνέπεια, το Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο της Δανίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Δημοκρατία της Εσθονίας, η Ιρλανδία, η Ελληνική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Γαλλική Δημοκρατία, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, η Δημοκρατία της Μάλτας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Δημοκρατία της Αυστρίας, η Πορτογαλική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Σλοβενίας, η Δημοκρατία της Φινλανδίας, το Βασίλειο της Σουηδίας, καθώς και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

 

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (ολομέλεια) αποφασίζει:

 

1)

Εισάγοντας το άρθρο 6/Α στον a gyermekek védelméről és a gyámügyi igazgatásról szóló 1997. évi XXXI. törvény (νόμο XXXI του 1997 περί προστασίας του παιδιού και περί ανάθεσης της επιτροπείας), της 8ης Μαΐου 1997, η Ουγγαρία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά («οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο»), από τα άρθρα 16 και 19 της οδηγίας 2006/123/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 2006, σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά, και από τα άρθρα 1, 7, 11 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

2)

Εισάγοντας το άρθρο 8, παράγραφος 1a, στον gazdasági reklámtevékenység alapvető feltételeiről és egyes korlátairól szóló 2008. évi XLVIII. törvény (νόμο XLVIII του 2008 σχετικά με τους βασικούς όρους άσκησης δραστηριοτήτων εμπορικής διαφήμισης και με την επιβολή ορισμένων συναφών περιορισμών), της 28ης Ιουνίου 2008, η Ουγγαρία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, σημείο ii, της οδηγίας 2010/13/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 10ης Μαρτίου 2010, για τον συντονισμό ορισμένων νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την παροχή υπηρεσιών οπτικοακουστικών μέσων (οδηγία για τις υπηρεσίες οπτικοακουστικών μέσων), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία (ΕΕ) 2018/1808 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 14ης Νοεμβρίου 2018, από το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2000/31, από τα άρθρα 16 και 19 της οδηγίας 2006/123 καθώς και από τα άρθρα 1, 7, 11 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.

 

3)

Εισάγοντας το άρθρο 9, παράγραφος 6, στον a médiaszolgáltatásokról és a tömegkommunikációról szóló 2010. évi CLXXXV. törvény (νόμο CLXXXV του 2010 για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας), της 31ης Δεκεμβρίου 2010, και θεσπίζοντας το άρθρο 32, παράγραφος 4a, του νόμου αυτού, η Ουγγαρία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 6α, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13 καθώς και από τα άρθρα 1, 7, 11 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.

 

4)

Τροποποιώντας το άρθρο 179, παράγραφος 2, του νόμου CLXXXV του 2010 για τις υπηρεσίες μέσων ενημέρωσης και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας, η Ουγγαρία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρο 2 και από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2010/13.

 

5)

Τροποποιώντας το άρθρο 9, παράγραφος 12, του a nemzeti köznevelésről szóló 2011. évi CXC. törvény (νόμου CXC του 2011 περί εθνικής δημόσιας εκπαίδευσης), της 29ης Δεκεμβρίου 2011, η Ουγγαρία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 16 και 19 της οδηγίας 2006/123 καθώς και από τα άρθρα 1, 7, 11 και 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.

 

6)

Θεσπίζοντας τις διατάξεις του a pedofil bűnelkövetőkkel szembeni szigorúbb fellépésről, valamint a gyermekek védelme érdekében egyes törvények módosításáról szóló 2021. évi LXXIX. törvény (νόμου LXXIX του 2021, περί λήψεως αυστηρότερων μέτρων κατά των παιδόφιλων εγκληματιών και περί τροποποιήσεως ορισμένων νόμων για την προστασία των ανηλίκων), της 15ης Ιουνίου 2021, οι οποίες επέφεραν τις νομοθετικές τροποποιήσεις που μνημονεύθηκαν στα σημεία 1 έως 5 του παρόντος διατακτικού, η Ουγγαρία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 2 ΣΕΕ.

 

7)

Τροποποιώντας το άρθρο 67, παράγραφος 1, στοιχεία a έως d, του a bűnügyi nyilvántartási rendszerről, az Európai Unió tagállamainak bíróságai által magyar állampolgárokkal szemben hozott ítéletek nyilvántartásáról, valamint a bűnügyi és rendészeti biometrikus adatok nyilvántartásáról szóló 2009. évi XLVII. törvény (νόμου XLVII του 2009 περί του συστήματος ποινικού μητρώου, του μητρώου αποφάσεων που έχουν εκδοθεί από δικαστήρια των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης εις βάρος Ούγγρων υπηκόων, και περί καταγραφής βιομετρικών δεδομένων ποινικού και αστυνομικού ενδιαφέροντος), της 19ης Ιουνίου 2009, η Ουγγαρία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων), καθώς και από το άρθρο 8, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων.

 

8)

Η Ουγγαρία φέρει, πέραν των δικαστικών εξόδων της, και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

 

9)

Το Βασίλειο του Βελγίου, το Βασίλειο της Δανίας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η Δημοκρατία της Εσθονίας, η Ιρλανδία, η Ελληνική Δημοκρατία, το Βασίλειο της Ισπανίας, η Γαλλική Δημοκρατία, το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, η Δημοκρατία της Μάλτας, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, η Δημοκρατία της Αυστρίας, η Πορτογαλική Δημοκρατία, η Δημοκρατία της Σλοβενίας, η Δημοκρατία της Φινλανδίας, το Βασίλειο της Σουηδίας, καθώς και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους.

 

(υπογραφές)


( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ουγγρική.

Το Eureka προσθέτει συνδέσμους…