ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 3ης Ιουλίου 2025 ( *1 )
«Αίτηση αναιρέσεως – Θεσμικό δίκαιο – Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο – Διατάξεις που αφορούν τα έξοδα και τις αποζημιώσεις των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου – Αποζημίωση βουλευτικής επικουρίας – Ανάκτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών – Άρθρο 41, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης – Δικαίωμα ακροάσεως – Δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο – Κανονισμός (ΕΕ) 2018/1725 – Προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ελεύθερης κυκλοφορίας των δεδομένων αυτών – Άρθρο 9 – Διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς εγκατεστημένους στην Ένωση αποδέκτες που δεν είναι θεσμικά και λοιπά όργανα της Ένωσης – Άρθρο 26 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης»
Στην υπόθεση C‑529/23 P,
με αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως δυνάμει του άρθρου 56 του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που ασκήθηκε στις 17 Αυγούστου 2023,
Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εκπροσωπούμενο από τη M. Ecker, καθώς και από τους N. Görlitz, J.-C. Puffer και S. Toliušis,
αναιρεσείον,
όπου ο έτερος διάδικος είναι ο:
TC, εκπροσωπούμενος από την D. Aukštuolytė-Kapp, advokatė,
προσφεύγων πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους M. L. Arastey Sahún, πρόεδρο τμήματος, Δ. Γρατσία (εισηγητή), E. Regan, J. Passer και B. Smulders, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: L. Medina
γραμματέας: M. Aleksejev, προϊστάμενος μονάδας,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 28ης Νοεμβρίου 2024,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 30ής Ιανουαρίου 2025,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
|
1 |
Με την αίτηση αναιρέσεως, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 7ης Ιουνίου 2023, TC κατά Κοινοβουλίου (T‑309/21, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, EU:T:2023:315), με την οποία το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την προσφυγή του TC και ακύρωσε την απόφαση του Γενικού Γραμματέα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 16ης Μαρτίου 2021, βάσει της οποίας διαπιστώθηκε η ύπαρξη απαιτήσεως του Κοινοβουλίου έναντι του TC, λόγω αχρεωστήτως καταβληθέντος ποσού για έξοδα βουλευτικής επικουρίας και διατάχθηκε η ανάκτηση του εν λόγω ποσού (στο εξής: επίμαχη απόφαση), καθώς και το χρεωστικό σημείωμα αριθ. 7010000523, της 31ης Μαρτίου 2021 (στο εξής: χρεωστικό σημείωμα), κατά το μέρος που με αυτά διατάσσεται η ανάκτηση των καταβληθέντων στον TC αμοιβών, κοινωνικών εξόδων και εξόδων ταξιδίου που σχετίζονται με την εργασία του διαπιστευμένου κοινοβουλευτικού του βοηθού A κατά το χρονικό διάστημα από τις 22 Μαΐου 2015 έως τις 31 Μαρτίου 2016, ύψους 50754,54 ευρώ. |
Το νομικό πλαίσιο
Η εκλογική πράξη
|
2 |
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της πράξεως περί εκλογής των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με άμεση και καθολική ψηφοφορία, η οποία προσαρτάται στην απόφαση 76/787/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ (ΕΕ 1976, L 278, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 2002/772/ΕΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουνίου 2002 και της 23ης Σεπτεμβρίου 2002 (ΕΕ 2002, L 283, σ. 1) (στο εξής: εκλογική πράξη), ορίζει τα εξής: «Τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ψηφίζουν ατομικώς και προσωπικώς. Δεν δεσμεύονται από οδηγίες, ούτε δέχονται δεσμευτική εντολή.» |
Το καθεστώς των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
|
3 |
Το άρθρο 2 της αποφάσεως 2005/684/ΕΚ, Ευρατόμ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 28ης Σεπτεμβρίου 2005, για τη θέσπιση του καθεστώτος των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ΕΕ 2005, L 262, σ. 1) (στο εξής: καθεστώς των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου), ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής: «Οι βουλευτές είναι ελεύθεροι και ανεξάρτητοι.» |
|
4 |
Κατά το άρθρο 4 του καθεστώτος των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, «[έ]γγραφα και ηλεκτρονικές εγγραφές που έλαβε, συνέταξε ή απέστειλε βουλευτής δεν εξομοιώνονται προς έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκτός αν έχουν κατατεθεί σύμφωνα με τον κανονισμό». |
|
5 |
Το άρθρο 21 του καθεστώτος των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ορίζει τα ακόλουθα: «1. Οι βουλευτές δικαιούνται υποστήριξης από προσωπικούς συνεργάτες, τους οποίους επιλέγουν ελεύθερα. 2. Το Κοινοβούλιο καταβάλλει τις εκ της απασχολήσεώς τους προκύπτουσες πραγματικές δαπάνες. 3. Το Κοινοβούλιο ορίζει τις προϋποθέσεις άσκησης του δικαιώματος αυτού.» |
Τα μέτρα εφαρμογής
|
6 |
Το άρθρο 33, παράγραφοι 1 και 2, της αποφάσεως του Προεδρείου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 19ης Μαΐου και 9ης Ιουλίου 2008 σχετικά με τα μέτρα εφαρμογής του καθεστώτος των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (ΕΕ 2009, C 159, σ. 1, στο εξής: μέτρα εφαρμογής), προβλέπει τα εξής: «1. Οι βουλευτές δικαιούνται να επικουρούνται από προσωπικούς συνεργάτες τους οποίους επιλέγουν ελεύθερα. Το Κοινοβούλιο αναλαμβάνει τα πραγματικά έξοδα που προκύπτουν εξ ολοκλήρου και αποκλειστικά από την πρόσληψη ενός ή περισσοτέρων βοηθών ή τη χρήση υπηρεσιών συμφώνως προς τα παρόντα μέτρα εφαρμογής και υπό τις προϋποθέσεις που έχει ορίσει το Προεδρείο. 2. Μπορούν να αναληφθούν μόνο τα έξοδα που αντιστοιχούν στην επικουρία που είναι αναγκαία και άμεσα συνδεδεμένη με την άσκηση της βουλευτικής εντολής των βουλευτών. Οι εν λόγω δαπάνες δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να καλύψουν έξοδα που συνδέονται με την ιδιωτική ζωή των βουλευτών.» |
|
7 |
Το άρθρο 68 των μέτρων εφαρμογής ορίζει τα ακόλουθα: «1. Κάθε ποσό που καταβάλλεται αχρεωστήτως στο πλαίσιο των παρόντων μέτρων εφαρμογής αναζητείται. Ο Γενικός Γραμματέας δίνει οδηγίες για την ανάκτηση αυτών των ποσών από τον ενδιαφερόμενο βουλευτή. 2. Κάθε απόφαση σχετικά με την ανάκτηση λαμβάνεται μεριμνώντας για την πραγματική άσκηση της εντολής του βουλευτή και την εύρυθμη λειτουργία του Κοινοβουλίου, αφού ο Γενικός Γραμματέας ακούσει προηγουμένως τον ενδιαφερόμενο βουλευτή. 3. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται επίσης στους πρώην βουλευτές και τους τρίτους.» |
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2016/679
|
8 |
Η αιτιολογική σκέψη 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (ΕΕ 2016, L 119, σ. 1), έχει ως εξής: «Η επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα θα πρέπει να προορίζεται να εξυπηρετεί τον άνθρωπο. Το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι απόλυτο δικαίωμα· πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τη λειτουργία του στην κοινωνία και να σταθμίζεται με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. […]» |
|
9 |
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού ορίζει τα εξής: «Η επεξεργασία είναι σύννομη μόνο εάν και εφόσον ισχύει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: […]
Το στοιχείο στ) του πρώτου εδαφίου δεν εφαρμόζεται στην επεξεργασία που διενεργείται από δημόσιες αρχές κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.» |
Ο κανονισμός (ΕΕ) 2018/1725
|
10 |
Οι αιτιολογικές σκέψεις 5 και 22 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ (ΕΕ 2018, L 295, σ. 39), έχουν ως εξής:
[…]
|
|
11 |
Το άρθρο 4 του εν λόγω κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο «Αρχές που διέπουν την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», ορίζει στην παράγραφο 1 τα εξής: «Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα: […]
[…]
[…]». |
|
12 |
Το άρθρο 9 του κανονισμού 2018/1725, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προς εγκατεστημένους στην Ένωση αποδέκτες που δεν είναι όργανα και οργανισμοί της Ένωσης», ορίζει τα ακόλουθα: «1. Με την επιφύλαξη των άρθρων 4 έως 6 και του άρθρου 10, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διαβιβάζονται σε εγκατεστημένους στην Ένωση αποδέκτες που δεν είναι όργανα και οργανισμοί της Ένωσης, μόνο εάν:
2. Όταν ο υπεύθυνος επεξεργασίας προβαίνει στη διαβίβαση βάσει του παρόντος άρθρου, αποδεικνύει ότι η διαβίβαση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι αναγκαία και αναλογική για τους σκοπούς της διαβίβασης, εφαρμόζοντας τα κριτήρια που προβλέπονται στην παράγραφο 1 στοιχείο α) ή β). 3. Τα όργανα και οι οργανισμοί της Ένωσης μεριμνούν ώστε το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα να είναι συμβατό με το δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα σύμφωνα με το δίκαιο της Ένωσης.» |
Ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως
|
13 |
Το άρθρο 26 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση διαφοράς (στο εξής: ΚΥΚ), ορίζει τα εξής: «Ο ατομικός φάκελος του υπαλλήλου πρέπει να περιέχει:
Κάθε έγγραφο πρέπει να καταχωρίζεται, να αριθμείται και να ταξινομείται, χωρίς να διακόπτεται η συνέχεια· το όργανο δεν δύναται ούτε να αντιτάξει στον υπάλληλο ούτε να επικαλεσθεί εναντίον του έγγραφα, τα οποία αναφέρονται στην ανωτέρω περίπτωση α), αν δεν του έχουν κοινοποιηθεί πριν από την ταξινόμησή τους. Η κοινοποίηση κάθε εγγράφου επιβεβαιώνεται με την υπογραφή του υπαλλήλου ή ελλείψει υπογραφής με συστημένη επιστολή στην τελευταία δηλωθείσα από τον υπάλληλο διεύθυνση. Ο ατομικός φάκελος του υπαλλήλου δεν δύναται να περιέχει καμία αναφορά στις πολιτικές, συνδικαλιστικές, φιλοσοφικές ή θρησκευτικές δραστηριότητες και πεποιθήσεις ή στη φυλετική ή εθνοτική καταγωγή του ή τον γενετήσιο προσανατολισμό του. Το προηγούμενο εδάφιο, ωστόσο, δεν απαγορεύει την εισαγωγή στο φάκελο διοικητικών πράξεων και εγγράφων των οποίων έχει γνώση ο υπάλληλος και τα οποία είναι αναγκαία για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Ένας μόνο φάκελος δύναται να υπάρχει για κάθε υπάλληλο. Κάθε υπάλληλος έχει το δικαίωμα ακόμη και μετά τη λήξη των καθηκόντων του να λαμβάνει γνώση του συνόλου των εγγράφων που περιέχονται στο φάκελλό του και να λαμβάνει αντίγραφά τους. Ο ατομικός φάκελος έχει εμπιστευτικό χαρακτήρα και δύναται να αναγνωσθεί μόνο στα γραφεία της διοικήσεως ή από ασφαλές ηλεκτρονικό μέσο. Διαβιβάζεται εντούτοις στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε περίπτωση προσφυγής που αφορά τον υπάλληλο.» |
Το Καθεστώς που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού
|
14 |
Το άρθρο 1 του Καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του Λοιπού Προσωπικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση διαφοράς (στο εξής: ΚΛΠ), προβλέπει τα εξής: «Το παρόν καθεστώς εφαρμόζεται σε κάθε υπάλληλο ο οποίος έχει προσληφθεί με σύμβαση από την Ένωση. Ο υπάλληλος αυτός έχει την ιδιότητα: […]
[…]» |
|
15 |
Το άρθρο 5α του ΚΛΠ ορίζει τα ακόλουθα: «Για τους σκοπούς του παρόντος καθεστώτος, ως “διαπιστευμένοι κοινοβουλευτικοί βοηθοί” νοούνται τα πρόσωπα που επιλέγονται από έναν ή περισσότερους βουλευτές και προσλαμβάνονται με απευθείας σύμβαση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την άμεση επικουρία, στους χώρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σε έναν από τους τρεις τόπους εργασίας του, ενός ή περισσοτέρων βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην εκτέλεση των κοινοβουλευτικών καθηκόντων τους, υπό τις οδηγίες και την επίβλεψή τους και με σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης που απορρέει από την ελευθερία επιλογής, κατά την έννοια του άρθρου 21 [του καθεστώτος των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου].» |
|
16 |
Από το άρθρο 127, πρώτη περίοδος, του ΚΛΠ προκύπτει ότι τα άρθρα 11 έως 26α του ΚΥΚ έχουν κατ’ αναλογίαν εφαρμογή στην περίπτωση των διαπιστευμένων κοινοβουλευτικών βοηθών. |
Το ιστορικό της διαφοράς
|
17 |
Το ιστορικό της διαφοράς εκτίθεται στις σκέψεις 2 έως 26 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως. |
|
18 |
Στις 22 Μαΐου 2015 το Κοινοβούλιο συνήψε με τον A, βάσει του άρθρου 5α του ΚΛΠ, σύμβαση προσλήψεως διαπιστευμένου κοινοβουλευτικού βοηθού πλήρους απασχόλησης στις Βρυξέλλες (Βέλγιο) για την επικουρία του TC, βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, μέχρι τη λήξη της έβδομης κοινοβουλευτικής περιόδου. |
|
19 |
Στις 25 Φεβρουαρίου 2016 ο TC ζήτησε από την αρμόδια για τη σύναψη των συμβάσεων προσλήψεως αρχή του Κοινοβουλίου (στο εξής: ΑΣΣΠΑ) να καταγγείλει την ως άνω σύμβαση για διάφορους λόγους συνεπαγόμενους απώλεια εμπιστοσύνης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν οι αδικαιολόγητες απουσίες και η μη τήρηση των κανόνων που διέπουν την έγκριση ασκήσεως εξωτερικών δραστηριοτήτων. |
|
20 |
Κατόπιν της ανεπιτυχούς εκβάσεως της διαδικασίας διευθετήσεως, η ΑΣΣΠΑ κοινοποίησε στον Α, στις 24 Ιουνίου 2016, την απόφασή της να καταγγείλει την εν λόγω σύμβαση βουλευτικής επικουρίας λόγω κλονισμού της σχέσεως εμπιστοσύνης, με την αιτιολογία της μη τηρήσεως των κανόνων που διέπουν την έγκριση ασκήσεως εξωτερικών δραστηριοτήτων. |
|
21 |
Στις 14 Απριλίου 2017 ο A άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της αποφάσεως της 24ης Ιουνίου 2016. |
|
22 |
Με την απόφαση της 7ης Μαρτίου 2019, L κατά Κοινοβουλίου (T‑59/17, στο εξής: απόφαση L κατά Κοινοβουλίου, EU:T:2019:140), το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την εν λόγω απόφαση. Στην απόφασή του, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας προέκυπτε όχι μόνον ότι ο TC είχε γνώση των εξωτερικών δραστηριοτήτων του Α, αλλά και ότι στον TC ανήκε η άμεση πρωτοβουλία για τις δραστηριότητες αυτές. Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε μη πειστικό τον λόγο που παρέθεσε η ΑΣΣΠΑ προς αιτιολόγηση της αποφάσεως περί καταγγελίας της συμβάσεως, ήτοι την απώλεια εμπιστοσύνης. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, η ΑΣΣΠΑ υπέπεσε, επομένως, σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως δεχόμενη την αίτηση καταγγελίας της συμβάσεως του Α, την οποία είχε υποβάλει ο TC επικαλούμενος τον ανωτέρω λόγο. Ο TC δεν ήταν διάδικος στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου. |
|
23 |
Με έγγραφο της 8ης Ιουνίου 2020, το οποίο είχε συνταχθεί στην αγγλική γλώσσα και το οποίο απεστάλη στον TC με επιστολή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 30 Ιουλίου 2020, ο Γενικός Γραμματέας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου γνωστοποίησε στον TC την κίνηση διαδικασίας ανακτήσεως αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών, βάσει του άρθρου 68 των μέτρων εφαρμογής, συνολικού ύψους 78838,21 ευρώ, όσον αφορά τη βουλευτική επικουρία που παρέσχε ο A στον TC. Ο Γενικός Γραμματέας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου κάλεσε τον TC να υποβάλει, εντός προθεσμίας δύο μηνών, παρατηρήσεις και να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία προς αντίκρουση των προκαταρκτικών συμπερασμάτων του Κοινοβουλίου σχετικά με τις εξωτερικές δραστηριότητες τις οποίες είχε ασκήσει ο A, εν γνώσει του TC και υπό τη διεύθυνσή του, από τις 22 Μαΐου 2015 έως τις 22 Νοεμβρίου 2016, καθώς και να αποδείξει ότι, κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα, ο A είχε ασκήσει πράγματι καθήκοντα διαπιστευμένου κοινοβουλευτικού βοηθού. |
|
24 |
Από τη σκέψη 13 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, με ηλεκτρονική επιστολή της 4ης Αυγούστου 2020, ο TC ζήτησε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να του διαβιβάσει:
|
|
25 |
Στις 4 Σεπτεμβρίου 2020 ο Γενικός Γραμματέας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου απηύθυνε στον TC έγγραφο, συνταχθέν στη λιθουανική γλώσσα και με ημερομηνία 3 Σεπτεμβρίου 2020, του οποίου το περιεχόμενο ήταν κατ’ ουσίαν πανομοιότυπο με εκείνο του εγγράφου της 8ης Ιουνίου 2020 που μνημονεύεται στη σκέψη 23 της παρούσας αποφάσεως. Στο ως άνω έγγραφο της 3ης Σεπτεμβρίου 2023 επισυνάφθηκε αντίγραφο της αποφάσεως L κατά Κοινοβουλίου, καθώς και ο υπολογισμός των ποσών τα οποία είχε καταβάλει το Κοινοβούλιο στον A. |
|
26 |
Στις 22 Σεπτεμβρίου 2020 ο TC υπενθύμισε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο την προμνημονευθείσα στη σκέψη 24 της παρούσας αποφάσεως αίτηση και, επιπλέον, ζήτησε τα πρακτικά της διαδικασίας διευθετήσεως μεταξύ του ιδίου και του A στη λιθουανική γλώσσα, καθώς και αντίγραφο «όλων των ηλεκτρονικών επιστολών των ετών 2015, 2016 και 2019». |
|
27 |
Με ηλεκτρονική επιστολή της 29ης Οκτωβρίου 2020, ο TC υπέβαλε στο Κοινοβούλιο τις προκαταρκτικές παρατηρήσεις του, καθώς και ορισμένα έγγραφα, ζητώντας παράλληλα να του επιτραπεί να κοινοποιήσει μεταγενέστερα συμπληρωματικές πληροφορίες και συμπληρωματικά αποδεικτικά στοιχεία. |
|
28 |
Με ηλεκτρονική επιστολή της 20ής Νοεμβρίου 2020, ο TC ζήτησε εκ νέου από το Κοινοβούλιο τα στοιχεία που είχε ζητήσει στις 4 Αυγούστου και στις 22 Σεπτεμβρίου 2020 με ηλεκτρονικές επιστολές, ιδίως δε τα δεδομένα σχετικά με την πρόσβαση του A στο Κοινοβούλιο και τα αντίγραφα των ηλεκτρονικών επιστολών των ετών 2015, 2016 και 2019. |
|
29 |
Με ηλεκτρονική επιστολή της 24ης Νοεμβρίου 2020 ο TC διαβίβασε στο Κοινοβούλιο παρατηρήσεις και αποδεικτικά στοιχεία προς συμπλήρωση όσων είχε αποστείλει με την από 29ης Οκτωβρίου 2020 ηλεκτρονική επιστολή. |
|
30 |
Με ηλεκτρονική επιστολή της 27ης Νοεμβρίου 2020, ο γενικός διευθυντής οικονομικών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (στο εξής: γενικός διευθυντής οικονομικών) ενημέρωσε τον TC ότι η προθεσμία που του τάχθηκε για την υποβολή παρατηρήσεων και την προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων στο πλαίσιο της διαδικασίας ανακτήσεως κατά το άρθρο 68 των μέτρων εφαρμογής είχε λήξει στις 4 Νοεμβρίου 2020, πλην όμως, εάν επιθυμούσε να λάβει πληροφορίες σχετικά με τον Α, μπορούσε να απευθυνθεί σε δύο πρόσωπα, των οποίων γνωστοποιούσε την ηλεκτρονική διεύθυνση, χωρίς οι αιτήσεις αυτές να επηρεάζουν την εν λόγω διαδικασία. |
|
31 |
Με ηλεκτρονική επιστολή την οποία απέστειλε στο Κοινοβούλιο την 1η Δεκεμβρίου 2020, ο TC αμφισβήτησε τα μνημονευόμενα στην ως άνω ηλεκτρονική επιστολή της 27ης Νοεμβρίου 2020. Επιπλέον, υπέβαλε τα αιτήματά του περί παροχής εγγράφων στα πρόσωπα που μνημονεύονταν στην εν λόγω επιστολή. |
|
32 |
Με έγγραφο της 8ης Ιανουαρίου 2021 (στο εξής: έγγραφο της 8ης Ιανουαρίου 2021), ο γενικός διευθυντής οικονομικών διαβίβασε στον TC το μνημονευόμενο στη σκέψη 26 της παρούσας αποφάσεως πρακτικό, πλην όμως αρνήθηκε να του παράσχει πρόσβαση στα λοιπά έγγραφα που είχαν ζητηθεί. Επιπλέον, ο γενικός διευθυντής οικονομικών έταξε στον TC προθεσμία 15 ημερών για να την υποβολή συμπληρωματικών παρατηρήσεων, κάτι το οποίο έπραξε ο TC στις 21 Ιανουαρίου 2021. |
|
33 |
Με την επίμαχη απόφαση, ο Γενικός Γραμματέας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έκρινε ότι ποσό ύψους 78838,21 ευρώ είχε αναληφθεί αχρεωστήτως από το εν λόγω θεσμικό όργανο στο πλαίσιο της απασχολήσεως του ΔΚΒ για το χρονικό διάστημα από τις 22 Μαΐου 2015 έως τις 22 Νοεμβρίου 2016 και ότι το Κοινοβούλιο έπρεπε να ανακτήσει το ποσό αυτό από τον TC κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 68, παράγραφος 1, των μέτρων εφαρμογής. Ως εκ τούτου, στις 31 Μαρτίου 2021 ο γενικός διευθυντής οικονομικών, υπό την ιδιότητα του κύριου διατάκτη, εξέδωσε το χρεωστικό σημείωμα, διατάσσοντας την ανάκτηση του ποσού των 78838,21 ευρώ που είχε καταβληθεί στον TC, τον οποίον κάλεσε να καταβάλει το συγκεκριμένο ποσό το αργότερο έως τις 30 Μαΐου 2021. Στις 31 Μαρτίου 2021 ο γενικός διευθυντής οικονομικών κοινοποίησε στον TC την επίμαχη απόφαση και το χρεωστικό σημείωμα. |
Η προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
|
34 |
Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Γενικού Δικαστηρίου στις 24 Μαΐου 2021, ο TC άσκησε προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της επίμαχης αποφάσεως και του χρεωστικού σημειώματος. Προς στήριξη της ως άνω προσφυγής, προέβαλε πέντε λόγους ακυρώσεως. |
|
35 |
Κατά πρώτον, από τις σκέψεις 27 και 28 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η εν λόγω απόφαση, το Κοινοβούλιο διαπίστωσε ότι, τον Μάρτιο του 2016, είχε αποφασίσει να αναστείλει την καταβολή της αμοιβής και των εξόδων ταξιδίου του Α από 1ης Απριλίου 2016. Κατά συνέπεια, στις 8 Νοεμβρίου 2022, ο Γενικός Γραμματέας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προέβη σε μερική ανάκληση ex tunc της επίμαχης αποφάσεως, στο μέτρο που αυτή αφορούσε συνολικό ποσό 28083,67 ευρώ. Στις 15 Νοεμβρίου 2022 εκδόθηκε πιστωτικό σημείωμα για το ίδιο ποσό. |
|
36 |
Από τις σκέψεις 32 και 36 έως 42 καθώς και από το σημείο 1 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει επίσης ότι, υπό τις ανωτέρω συνθήκες, κατόπιν αιτήματος του Κοινοβουλίου και κατόπιν της εξετάσεως των παρατηρήσεων του TC, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η προσφυγή κατέστη άνευ αντικειμένου και ότι παρήλκε η έκδοση αποφάσεως επί της νομιμότητας της επίμαχης αποφάσεως και του χρεωστικού σημειώματος, στο μέτρο που αφορούσαν τις αμοιβές, τα κοινωνικά έξοδα και τα έξοδα ταξιδίου που σχετίζονται με την εργασία του A κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Απριλίου έως τις 22 Νοεμβρίου 2016, όσον αφορά το συγκεκριμένο ποσό ύψους 28083,67 ευρώ. |
|
37 |
Κατά δεύτερον, το Γενικό Δικαστήριο, αφού υπενθύμισε, στις σκέψεις 45 έως 53 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τους κανόνες περί αναλήψεως των εξόδων βουλευτικής επικουρίας και περί ανακτήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων προς τον σκοπό αυτόν ποσών, εξέτασε, στις σκέψεις 54 έως 66 της εν λόγω αποφάσεως, τον πρώτο λόγο ακυρώσεως ο οποίος προβαλλόταν με την προσφυγή, περί παραβιάσεως της αρχής της τηρήσεως εύλογης προθεσμίας, και τον οποίο απέρριψε ως αβάσιμο. |
|
38 |
Τέλος, κατά τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τον δεύτερο λόγο της προσφυγής με τον οποίο προβαλλόταν προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως και του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο, καθώς και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, κατά το άρθρο 41, παράγραφος 2, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης). Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε επίσης ορισμένα επιχειρήματα τα οποία συνοψίζονται στις σκέψεις 70 και 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και τα οποία προέβαλε ο TC στο πλαίσιο του πρώτου λόγου της προσφυγής του. |
|
39 |
Στις σκέψεις 74 έως 79 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε το επιχείρημα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου το οποίο συνοψίζεται στη σκέψη 73 της ίδιας αποφάσεως και κατά το οποίο ο TC δεν μπορούσε να στραφεί κατά της απαντήσεως που του έδωσε ο γενικός διευθυντής οικονομικών με το από 8ης Ιανουαρίου 2021 έγγραφο, δεδομένου ότι είχε εκπνεύσει η δίμηνη προθεσμία του άρθρου 263, έκτο εδάφιο, ΣΛΕΕ για την άσκηση προσφυγής κατά της περιεχόμενης στο εν λόγω έγγραφο αποφάσεως. |
|
40 |
Όπως προκύπτει από τις σκέψεις 78 έως 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο περιείχε την απάντηση του Κοινοβουλίου στο αίτημα του TC για κοινοποίηση των εγγράφων που αυτός θεωρούσε αναγκαία προκειμένου να αποδείξει ότι ο A είχε πράγματι ασκήσει καθήκοντα διαπιστευμένου κοινοβουλευτικού βοηθού κατά το χρονικό διάστημα από τις 22 Μαΐου 2015 έως τις 22 Νοεμβρίου 2016. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι η συγκεκριμένη απάντηση εντασσόταν στο πλαίσιο διαδικασίας ανακτήσεως αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών. Ως εκ τούτου, έκρινε ότι ο TC είχε τη δυνατότητα να προβάλει, στο πλαίσιο της προσφυγής του κατά της επίμαχης αποφάσεως και του χρεωστικού σημειώματος, τις παρατυπίες που ενείχε το εν λόγω έγγραφο, οπότε τα σχετικά με αυτό επιχειρήματα του TC μπορούσαν να προβληθούν παραδεκτώς. |
|
41 |
Στο πλαίσιο της επί της ουσίας εξετάσεως του δευτέρου λόγου της προσφυγής και ορισμένων επιχειρημάτων που προβάλλονταν στο πλαίσιο του πρώτου λόγου της, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 87 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, με τις ηλεκτρονικές επιστολές της 4ης Αυγούστου, της 22ας Σεπτεμβρίου και της 20ής Νοεμβρίου 2020, ο TC είχε ζητήσει από το Κοινοβούλιο τη γνωστοποίηση πλειόνων εγγράφων, συγκεκριμένα δε:
|
|
42 |
Στη σκέψη 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το Κοινοβούλιο είχε διαβιβάσει στον TC το ως άνω πρακτικό και τα έγγραφα σχετικά με τη λύση της συμβάσεως του A. Αντιθέτως, κατά το Γενικό Δικαστήριο, με το έγγραφο της 8ης Ιανουαρίου 2021 το Κοινοβούλιο αρνήθηκε να διαβιβάσει στον TC τα λοιπά έγγραφα που μνημονεύονταν στην προηγούμενη σκέψη της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. |
|
43 |
Στη σκέψη 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι, σε περίπτωση κατά την οποία βουλευτής καλείται να αποδείξει στο Κοινοβούλιο ότι ένας διαπιστευμένος κοινοβουλευτικός βοηθός εργάσθηκε για αυτόν σε συνάρτηση με την άσκηση των κοινοβουλευτικών καθηκόντων του, ο συγκεκριμένος βουλευτής δύναται, βάσει του δικαιώματος ακροάσεως, να ζητήσει από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και από τους οργανισμούς της Ένωσης τη γνωστοποίηση των στοιχείων τα οποία έχουν στη διάθεσή τους και τα οποία εκείνος θεωρεί κρίσιμα. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, σε περίπτωση υποβολής τέτοιας αιτήσεως, το Κοινοβούλιο δεν μπορεί να αρνηθεί τη γνωστοποίηση των ζητούμενων στοιχείων χωρίς να προσβάλει το δικαίωμα ακροάσεως, εκτός αν στηρίξει την άρνησή του σε λόγους που μπορούν να θεωρηθούν δικαιολογημένοι υπό το πρίσμα, αφενός, των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως και, αφετέρου, των εφαρμοστέων κανόνων. |
|
44 |
Συνεπώς, όπως προκύπτει από τη σκέψη 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε να εξετάσει αν οι λόγοι τους οποίους επικαλέσθηκε το Κοινοβούλιο με το έγγραφο της 8ης Ιανουαρίου 2021, προκειμένου να μη γνωστοποιήσει στον TC τα στοιχεία που είχε ζητήσει, μπορούσαν να θεωρηθούν δικαιολογημένοι. |
|
45 |
Πρώτον, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τους λόγους που παρέθεσε το Κοινοβούλιο προκειμένου να απορρίψει το αίτημα του προσφεύγοντος περί γνωστοποιήσεως «όλων των ηλεκτρονικών επιστολών των ετών 2015, 2016 και 2019» και της αλληλογραφίας του με τις αρμόδιες υπηρεσίες του Κοινοβουλίου σχετικά με την εργασία του A. |
|
46 |
Στη σκέψη 92 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το Κοινοβούλιο είχε απορρίψει το σχετικό αίτημα για τον λόγο ότι, κατά την πολιτική του, η αποθήκευση ηλεκτρονικών μηνυμάτων περιορίζεται στις 90 ημέρες και, κατ’ εξαίρεση, στο ένα έτος. Το Κοινοβούλιο προσέθεσε ότι οι μεταγενέστερες του 2019 ηλεκτρονικές επιστολές μπορούσαν μεν να γνωστοποιηθούν, πλην όμως δεν σχετίζονταν με την υπόθεση, δεδομένου ότι δεν αφορούσαν το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο A φέρεται να εργαζόταν για τον TC. |
|
47 |
Συναφώς, στη σκέψη 95 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι, από τις αρχές του 2016, το Κοινοβούλιο είχε λάβει γνώση της υπάρξεως προστριβών μεταξύ του TC και του A όσον αφορά το ζήτημα αν ο δεύτερος ασκούσε τις δραστηριότητές του τηρώντας τους κανόνες που διέπουν τη βουλευτική επικουρία. Συνεπώς, κατά το Δικαστήριο, το Κοινοβούλιο όφειλε ήδη από εκείνο το χρονικό εκείνο να διασφαλίσει την αποθήκευση των ηλεκτρονικών επιστολών που μπορούσαν να αποδείξουν την ακριβή φύση των δραστηριοτήτων του A κατά τη διάρκεια της διαδικασίας απολύσεως και, αν η συγκεκριμένη διαδικασία είχε ως αποτέλεσμα να κινηθούν άλλες δικαστικές ή διοικητικές διαδικασίες, όπως είναι η διαδικασία ανακτήσεως, για όσο χρονικό διάστημα εξακολουθούσαν να εκκρεμούν οι λοιπές αυτές διαδικασίες. |
|
48 |
Με τις σκέψεις 100 και 101 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα του Κοινοβουλίου ότι οι βουλευτές οφείλουν να μεριμνούν για την αποθήκευση των ηλεκτρονικών επιστολών τους, δημιουργώντας προσωπικούς φακέλους που καθιστούν δυνατή την αρχειοθέτησή τους, όπως άλλωστε το Κοινοβούλιο είχε καλέσει τους βουλευτές να πράξουν με τρεις ανακοινώσεις τις οποίες τους είχε απευθύνει στις 14 Ιουνίου 2014, 13 Οκτωβρίου 2014 και 30 Μαρτίου 2015. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η δυνατότητα προσωπικής αρχειοθετήσεως δεν μπορούσε να απαλλάξει το Κοινοβούλιο από την υποχρέωση να διασφαλίζει την αποθήκευση κάθε κρίσιμης ηλεκτρονικής επιστολής και να γνωστοποιεί τις ηλεκτρονικές επιστολές που αποθηκεύονται κατ’ αυτόν τον τρόπο, σε περίπτωση κατά την οποία, κατ’ εφαρμογήν του δικαιώματος ακροάσεως, υποβάλλει στο Κοινοβούλιο τέτοιο αίτημα ο ενδιαφερόμενος βουλευτής εις βάρος του οποίου έχει κινηθεί διαδικασία ανακτήσεως λόγω παράτυπης χρήσεως των εξόδων βουλευτικής επικουρίας. |
|
49 |
Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, αφενός, στη σκέψη 102 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το Κοινοβούλιο δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι οι ως άνω ανακοινώσεις είχαν περιέλθει σε γνώση του TC. Ειδικότερα, όσον αφορά την ανακοίνωση της 14ης Ιουνίου 2014, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι απευθυνόταν στους «νεοαφιχθέντες», μεταξύ των οποίων δεν καταλεγόταν ο TC, δεδομένου ότι ήταν βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου πριν από την εν λόγω ημερομηνία. |
|
50 |
Αφετέρου, στη σκέψη 103 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι το Κοινοβούλιο δεν είχε παραθέσει κανέναν λόγο δυνάμενο να δικαιολογήσει την άρνησή του να διαβιβάσει στον TC την αλληλογραφία του με τις αρμόδιες υπηρεσίες του Κοινοβουλίου. |
|
51 |
Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 104 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν είναι βάσιμοι οι λόγοι τους οποίους παρέθεσε το Κοινοβούλιο προκειμένου να απορρίψει το αίτημα του TC περί γνωστοποιήσεως «όλων των ηλεκτρονικών επιστολών των ετών 2015, 2016 και 2019», καθώς και της αλληλογραφίας του με τις αρμόδιες υπηρεσίες του Κοινοβουλίου σχετικά με την εργασία του A. |
|
52 |
Δεύτερον, στις σκέψεις 105 έως 124 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε τους λόγους που παρέθεσε το Κοινοβούλιο προκειμένου να απορρίψει το αίτημα του TC περί γνωστοποιήσεως του ατομικού φακέλου του A, περιλαμβανομένων όλων των εγγράφων σχετικά με την πρόσληψη και την εργασία του, καθώς και των πληροφοριών σχετικά με τον αριθμό των περιπτώσεων κατά τις οποίες ζητήθηκε η προστασία του Κοινοβουλίου για τον A και των δεδομένων σχετικά με τις παρουσίες του, τα οποία μπορούσαν να αντληθούν από το δελτίο προσβάσεώς του στο Κοινοβούλιο. |
|
53 |
Στη σκέψη 105 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο επισημαίνει ότι το Κοινοβούλιο αιτιολόγησε την άρνησή του να γνωστοποιήσει τον φάκελο, τα έγγραφα, τις πληροφορίες και τα στοιχεία που μνημονεύονται ανωτέρω επειδή η διαβίβασή τους αντέβαινε, αφενός, στον κανονισμό 2018/1725 και, αφετέρου, στο άρθρο 26 του ΚΥΚ. Επιπλέον, στη σκέψη 106 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι ο γενικός διευθυντής οικονομικών είχε επισημάνει στον TC ότι οι επεμβάσεις των υπαλλήλων ασφαλείας του Κοινοβουλίου δεν καταγράφονταν επισήμως και ότι τα δεδομένα σχετικά με τη χρήση των δελτίων προσβάσεως στο Κοινοβούλιο διατηρούνταν για μέγιστο χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών. |
|
54 |
Το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε, κατ’ αρχάς, στις σκέψεις 107 έως 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τον λόγο που αφορά τον κανονισμό 2018/1725. Επισήμανε συναφώς, στις σκέψεις 110 και 111 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα στοιχεία που είχε ζητήσει ο TC, δεδομένου ότι επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν προς άμυνά του στο πλαίσιο της διαδικασίας ανακτήσεως, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν εμπίπτοντα στο πεδίο εφαρμογής 9, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ ή βʹ, του εν λόγω κανονισμού. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε, πάντως, στη σκέψη 113 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, «[δ]εδομένης της σημασίας που αναγνωρίζεται στο δικαίωμα ακρόασης στην έννομη τάξη της Ένωσης, το γεγονός ότι τέτοια στοιχεία ενδέχεται να περιλαμβάνονται στον “ατομικό φάκελο” του [A] δεν μπορεί, αφ’ εαυτού, να εμποδίσει την κοινοποίησή τους στον [TC] προκειμένου να του παρασχεθεί η δυνατότητα να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του, όπως απαιτεί η νομολογία, κατά τρόπο λυσιτελή και αποτελεσματικό, στο πλαίσιο της άσκησης του εν λόγω δικαιώματος». |
|
55 |
Επισήμανε επίσης, στις σκέψεις 114 έως 116 της εν λόγω αποφάσεως, ότι το δικαίωμα στην προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν είναι απόλυτο, αλλά πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με τη λειτουργία του εντός της κοινωνίας και να σταθμίζεται, ως εκ τούτου, με άλλα θεμελιώδη δικαιώματα, στο πλαίσιο μιας προσέγγισης που προσδίδει σε καθένα από τα εμπλεκόμενα δικαιώματα τη θέση που του αναλογεί, υπό το πρίσμα των πραγματικών περιστατικών της υπό κρίση υποθέσεως, στην έννομη τάξη της Ένωσης, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, η ανάγκη διασφαλίσεως της σταθμίσεως αυτής επισημαίνεται από τον νομοθέτη της Ένωσης στην αιτιολογική σκέψη 4 του κανονισμού 2016/679, «αντίστοιχος» του οποίου είναι ο κανονισμός 2018/1725 όσον αφορά την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης, όπως μνημονεύεται στην αιτιολογική σκέψη 5 του δεύτερου αυτού κανονισμού. |
|
56 |
Το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε εκ των ανωτέρω, στη σκέψη 117 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το Κοινοβούλιο δύναται να καλέσει τον TC να τοποθετηθεί λυσιτελώς και αποτελεσματικώς επί στοιχείων που περιλαμβάνονται, ενδεχομένως, στον φάκελο του A, χωρίς να του παράσχει πρόσβαση στα στοιχεία αυτά, αφού σταθμίσει, αφενός, το συμφέρον του A να μη διαβιβασθούν σε τρίτους τα δεδομένα που τον αφορούν και, αφετέρου, το συμφέρον του TC να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του λυσιτελώς και αποτελεσματικώς στο πλαίσιο της κινηθείσας εις βάρος του διαδικασίας ανακτήσεως. Στη σκέψη 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, όμως, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι, στην περίπτωση του TC, το Κοινοβούλιο δεν προέβη σε τέτοιες ενέργειες. |
|
57 |
Εν συνεχεία, όσον αφορά τον λόγο που αφορά το άρθρο 26 του ΚΥΚ, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 121 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, κατά το αναγκαίο μέτρο για την εκ μέρους του TC άσκηση του δικαιώματός του ακροάσεως, ο εμπιστευτικός χαρακτήρας των εγγράφων που περιλαμβάνονται στον φάκελο του A δεν μπορούσε να αντιταχθεί στον TC, ο οποίος, άλλωστε, ήταν ο συντάκτης ορισμένων από τα συγκεκριμένα έγγραφα, ως ιεραρχικώς προϊστάμενος του A. Στη σκέψη 122 της εν λόγω αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο προσέθεσε ότι το Κοινοβούλιο, στηριζόμενο στο ως άνω άρθρο 26, κακώς δεν έλαβε υπόψη το συμφέρον του TC να έχει πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα εκ του ατομικού φακέλου του A προκειμένου να διατυπώσει λυστιτελώς τις παρατηρήσεις του στο πλαίσιο της κινηθείσας εις βάρος του διαδικασίας ανακτήσεως. |
|
58 |
Τέλος, όσον αφορά τον λόγο που αφορά τα δεδομένα που προέρχονται από τη χρήση του δελτίου προσβάσεως του A στο Κοινοβούλιο, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στη σκέψη 123 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, για λόγους παρόμοιους με εκείνους οι οποίοι μνημονεύονταν στις σκέψεις 100 και 101 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και οι οποίοι συνοψίζονται στη σκέψη 48 της παρούσας αποφάσεως, το Κοινοβούλιο όφειλε να λάβει τα αναγκαία μέτρα ώστε τα εν λόγω δεδομένα να διατηρηθούν για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, δεδομένου ότι η απόλυση του A είχε οδηγήσει σε ένδικη διαδικασία και ότι είχε κινηθεί διαδικασία για την ανάκτηση των εξόδων βουλευτικής επικουρίας κατά του βουλευτή για λογαριασμό του οποίου το Κοινοβούλιο είχε προσλάβει τον A. |
|
59 |
Κατά συνέπεια, στη σκέψη 124 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν μπορούσαν να κριθούν βάσιμοι οι λόγοι τους οποίους επικαλέσθηκε το Κοινοβούλιο προκειμένου να απορρίψει το αίτημα του TC σχετικά με τον «ατομικό φάκελο του [A] (όλα τα έγγραφα σχετικά με την πρόσληψη και την εργασία του)», συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων σχετικά με τον αριθμό των περιπτώσεων στις οποίες ζητήθηκε η προστασία του Κοινοβουλίου για τον A, καθώς και των δεδομένων σχετικά με τις παρουσίες του, τα οποία μπορούσαν να αντληθούν από το δελτίο προσβάσεώς του στο Κοινοβούλιο. |
|
60 |
Τρίτον, το Γενικό Δικαστήριο εξέτασε, στις σκέψεις 126 έως 128 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τους λόγους που παρέθεσε το Κοινοβούλιο προκειμένου να απορρίψει το αίτημα του TC περί κοινοποιήσεως της δικογραφίας της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση L κατά Κοινοβουλίου. Το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε συναφώς, στη σκέψη 125 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το ως άνω αίτημα είχε απορριφθεί από το Κοινοβούλιο επειδή μια τέτοια κοινοποίηση ήταν αντίθετη προς το άρθρο 9 του κανονισμού 2018/1725 και επειδή, στο πλαίσιο της ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασίας, είχε τηρηθεί η ανωνυμία του A, όπως αυτός είχε ζητήσει. |
|
61 |
Όσον αφορά τον λόγο που αφορά το άρθρο 9 του κανονισμού 2018/1725, το Γενικό Δικαστήριο παρέπεμψε στις σκέψεις 112 έως 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, οι οποίες συνοψίζονται στις σκέψεις 54 έως 56 της παρούσας αποφάσεως. Επιπλέον, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι τήρηση της ανωνυμίας, όπως συνέβη στην περίπτωση του A στο πλαίσιο της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση L κατά Κοινοβουλίου, έχει ως σκοπό να απαλειφθεί το όνομα διαδίκου ή άλλων προσώπων μνημονευόμενων στο πλαίσιο της οικείας διαδικασίας, ή ακόμη και άλλα δεδομένα περιεχόμενα στα σχετικά με την υπόθεση έγγραφα στα οποία έχει πρόσβαση το κοινό και δεν αφορά τον εμπιστευτικό χαρακτήρα τον εγγράφων που περιλαμβάνονται στη δικογραφία της συγκεκριμένης υποθέσεως εκτός της διαδικασίας αυτής, στο πλαίσιο των σχέσεων μεταξύ των διαδίκων και τρίτων. Στη σκέψη 129 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το Γενικό Δικαστήριο συνήγαγε εκ των ανωτέρω ότι η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου περί τηρήσεως ανωνυμίας στο πλαίσιο της διαδικασίας επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση L κατά Κοινοβουλίου δεν απαγόρευσε στο Κοινοβούλιο να κοινοποιήσει στον TC τα έγγραφα τα οποία αντηλλάγησαν στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής και τα οποία είναι δυνατόν να αποδειχθούν κρίσιμα για την εκ μέρους του TC άσκηση του δικαιώματος ακροάσεως. |
|
62 |
Εν κατακλείδι, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε, στις σκέψεις 130 και 131 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι λόγοι που εξέθεσε το Κοινοβούλιο στο έγγραφό του της 8ης Ιανουαρίου 2021 ήταν αβάσιμοι ή ανεπαρκείς και ότι, καθόσον το Κοινοβούλιο δεν αιτιολόγησε προσηκόντως την άρνησή του να γνωστοποιήσει στον TC τα έγγραφα που ήταν ικανά να του παράσχουν τη δυνατότητα λυσιτελούς και αποτελεσματικής ασκήσεως του δικαιώματός του ακροάσεως, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Χάρτη, στο πλαίσιο της κινηθείσας εις βάρος του διαδικασίας ανακτήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών για έξοδα βουλευτικής επικουρίας, δεν μπορούσε να αποκλεισθεί ότι ο TC στερήθηκε τη δυνατότητα να οργανώσει καλύτερα την άμυνά του. Κατά συνέπεια, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε τον δεύτερο λόγο, περί προσβολής του δικαιώματος ακροάσεως, και, χωρίς να εξετάσει τους λοιπούς λόγους και επιχειρήματα που προέβαλε ο TC, ακύρωσε την επίμαχη απόφαση και το χρεωστικό σημείωμα κατά το μέρος που αφορούν τις αμοιβές, τα κοινωνικά έξοδα και τα έξοδα ταξιδίου που σχετίζονταν με την εργασία του A κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 22ας Μαΐου 2015 και της 31ης Μαρτίου 2016. |
Τα αιτήματα των διαδίκων στην αναιρετική διαδικασία
|
63 |
Το Κοινοβούλιο ζητεί από το Δικαστήριο:
|
|
64 |
Ο TC ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει το Κοινοβούλιο στα δικαστικά έξοδα. |
Επί της αιτήσεως αναιρέσεως
|
65 |
Προς στήριξη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, το Κοινοβούλιο προβάλλει πέντε λόγους. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται μη προσήκουσα εκτίμηση του αντικειμένου της πρωτοδίκως αχθείσας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαφοράς και του προπαρασκευαστικού χαρακτήρα του εγγράφου της 8ης Ιανουαρίου 2021, προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως και μη τήρηση της νομολογίας σχετικά με τα αποτελέσματα των διαδικαστικών παρατυπιών. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος αποτελείται από τρία σκέλη, αφορά τις κρίσεις του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τις ηλεκτρονικές επιστολές του TC κατά τα έτη 2015, 2016 και 2019, καθώς και την αλληλογραφία του με τις υπηρεσίες του Κοινοβουλίου, οι οποίες συνεπάγονται προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος αποτελείται από τέσσερα σκέλη, αφορά τις κρίσεις του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τον ατομικό φάκελο του A, με τα δεδομένα χρήσεως του δελτίου του προσβάσεως στο Κοινοβούλιο και με τα στοιχεία σχετικά με τον αριθμό των περιπτώσεων στις οποίες ζητήθηκε η επέμβαση των υπηρεσιών ασφαλείας σε σχέση με τον A. Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως αφορά τις κρίσεις του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με τη δικογραφία της υποθέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση L κατά Κοινοβουλίου, οι οποίες συνεπάγονται προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως. Ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως αφορά την κρίση του Γενικού Δικαστηρίου ότι ο TC μπορούσε να ζητήσει, απλώς και μόνον βάσει του δικαιώματος ακροάσεως, τη γνωστοποίηση από το Κοινοβούλιο των αναγκαίων στοιχείων ώστε να μπορέσει να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του. |
|
66 |
Πρέπει να εξετασθούν κατά πρώτον και από κοινού το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, καθώς και ο τρίτος και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως. |
Επί του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, καθώς και επί του τρίτου και του πέμπτου λόγου αναιρέσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
|
67 |
Με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, το Κοινοβούλιο βάλλει κατά του σκεπτικού το οποίο παρατίθεται στις σκέψεις 2, 92 έως 104, 130 και 131 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και βάσει του οποίου το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το Κοινοβούλιο υπέπεσε σε προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως του TC, παραλείποντας να αποθηκεύσει τις ηλεκτρονικές επιστολές του δευτέρου των ετών 2015 και 2016. Κατά το Κοινοβούλιο, το Γενικό Δικαστήριο στηρίχθηκε σε υπέρμετρα ευρεία ερμηνεία της έννοιας του δικαιώματος ακροάσεως και παραβίασε την αρχή της ελεύθερης εντολής των βουλευτών, όπως αυτή προκύπτει από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εκλογικής πράξεως και από το άρθρο 2 του καθεστώτος των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αρχή η οποία αντιτίθεται σε οποιαδήποτε ανάμειξη ή παρέμβαση των υπηρεσιών του Κοινοβουλίου στο προστατευόμενο πεδίο δραστηριοτήτων των βουλευτών. Επιπλέον, κατά το Κοινοβούλιο, το Γενικό Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη την αρχή της ελαχιστοποιήσεως των δεδομένων, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του κανονισμού 2018/1725. |
|
68 |
Το Κοινοβούλιο επισημαίνει επίσης ότι το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, κρίνοντας, στη σκέψη 95 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το Κοινοβούλιο, καθόσον είχε λάβει γνώση των προστριβών μεταξύ του TC και του A, όφειλε να αποθηκεύσει τις ηλεκτρονικές επιστολές που μπορούσαν να καταδείξουν την ακριβή φύση των δραστηριοτήτων του A. Το Κοινοβούλιο βάλλει επίσης κατά της διαπιστώσεως του Γενικού Δικαστηρίου κατά την οποία η ανακοίνωση της 14ης Ιουνίου 2014, που μνημονεύεται στις σκέψεις 98 και 102 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προοριζόταν για τους «νεοαφιχθέντες», μεταξύ των οποίων δεν καταλεγόταν ο TC. |
|
69 |
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, το Κοινοβούλιο βάλλει κατά των σκέψεων 105 έως 124, 130 και 131 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Με το πρώτο σκέλος του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι το σκεπτικό σχετικά με το άρθρο 9 του κανονισμού 2018/1725, το οποίο παρατίθεται στις σκέψεις 107 έως 118 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ενέχει ασυνέπειες. Κατά το Κοινοβούλιο, το Γενικό Δικαστήριο, αφενός, διαπίστωσε ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 2018/1725 αντιτίθεται σε διαβίβαση των δεδομένων του A προς τον TC και, αφετέρου, έκρινε ότι το Κοινοβούλιο μπορούσε να διαβιβάσει τα εν λόγω δεδομένα στον TC. Ως εκ τούτου, το Κοινοβούλιο περιήλθε σε κατάσταση όπου του ήταν αδύνατο να συμμορφωθεί προς την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως επιτάσσει το άρθρο 266 ΣΛΕΕ. |
|
70 |
Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, το Κοινοβούλιο βάλλει κατά του σκεπτικού που παρατίθεται στις σκέψεις 119 έως 122, 124, 130 και 131 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σχετικά με την άρνηση του Κοινοβουλίου να διαβιβάσει στον TC τον ατομικό φάκελο του A. Το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι το άρθρο 26, τελευταίο εδάφιο, πρώτη περίοδος, του ΚΥΚ αντιτίθεται σε οποιανδήποτε διαβίβαση στοιχείων που περιέχονται στον ατομικό φάκελο του A, καθόσον ο συγκεκριμένος φάκελος μπορεί να αναγνωσθεί μόνο στα γραφεία της διοικήσεως ή από ασφαλές ηλεκτρονικό μέσο. Εν πάση περιπτώσει, κατά το Κοινοβούλιο, ο εν λόγω φάκελος δεν μπορούσε να περιέχει έγγραφα παρέχοντα τη δυνατότητα να καταδειχθεί το υποστατό της εργασίας που παρέσχε ο A και τη σχέση μεταξύ της εργασίας αυτής και της ασκήσεως της κοινοβουλευτικής εντολής του TC. |
|
71 |
Με το τρίτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, το Κοινοβούλιο βάλλει κατά του σκεπτικού που παρατίθεται στις σκέψεις 123, 124, 130 και 131 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με τις οποίες το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το δικαίωμα ακροάσεως υποχρέωνε το Κοινοβούλιο να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη διατήρηση των δεδομένων σχετικά με τη χρήση του δελτίου προσβάσεως του A στο Κοινοβούλιο. Το Κοινοβούλιο προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι στηρίχθηκε σε υπέρμετρα ευρεία ερμηνεία της έννοιας του δικαιώματος ακροάσεως και ότι δεν έλαβε υπόψη το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο εʹ, του κανονισμού 2018/1725. |
|
72 |
Με το τέταρτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, το Κοινοβούλιο βάλλει κατά του σκεπτικού που παρατίθεται στις σκέψεις 124, 130 και 131 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προς αιτιολόγηση του συμπεράσματος του Γενικού Δικαστηρίου ότι το Κοινοβούλιο υπέπεσε σε προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως του TC, καθόσον δεν του παρέσχε τις πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό των περιπτώσεων στις οποίες ζητήθηκε η προστασία του Κοινοβουλίου για τον A. Το Κοινοβούλιο προσάπτει στο Γενικό Δικαστήριο ότι δεν έλαβε υπόψη το ότι, όπως διευκρινίσθηκε με το έγγραφο της 8ης Ιανουαρίου 2021, τέτοιου είδους πληροφορίες δεν καταγράφονταν από τη γενική διεύθυνση «Ασφάλειας και Προστασίας» του Κοινοβουλίου. Εν πάση περιπτώσει, κατά το Κοινοβούλιο, οι εν λόγω πληροφορίες δεν ήταν κρίσιμες. |
|
73 |
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι οι σκέψεις 90 και 91 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ενέχουν πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο TC, απλώς και μόνον βάσει του δικαιώματος ακροάσεως κατά το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Χάρτη, μπορούσε να ζητήσει τη γνωστοποίηση στοιχείων που φαίνονται κρίσιμα προκειμένου να καταδειχθεί το νομότυπο της χρήσεως των οικείων εξόδων βουλευτικής επικουρίας. |
|
74 |
Κατά το Κοινοβούλιο, η ως άνω κρίση του Γενικού Δικαστηρίου θεμελιώνει ένα νέο δικαίωμα προσβάσεως στα στοιχεία που έχει στην κατοχή του το Κοινοβούλιο, πέραν του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο το οποίο προβλέπεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη. Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν παρέθεσε συναφώς το σκεπτικό για την αναγνώριση τέτοιου δικαιώματος, η οποία δεν έχει κανένα έρεισμα στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Χάρτη. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο, άλλωστε, θα αντέβαινε στην εν γένει οικονομία του εν λόγω άρθρου 41, παράγραφος 2, το οποίο, στο στοιχείο βʹ, προβλέπει σαφώς καθορισμένη και πλήρη διαδικασία, η οποία παρέχει στον ενδιαφερόμενο τη δυνατότητα προσβάσεως σε όλα τα στοιχεία του φακέλου τα οποία τον αφορούν. |
|
75 |
Προς αντίκρουση του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, σχετικά με τις ηλεκτρονικές επιστολές των ετών 2015 και 2016, ο TC υποστηρίζει ότι από τις σκέψεις 94 έως 102 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις εξαιρετικές περιστάσεις της υπό κρίση υποθέσεως, χαρακτηριστικό των οποίων ήταν το γεγονός ότι, ήδη από τις αρχές του 2016, το Κοινοβούλιο είχε λάβει γνώση της υπάρξεως προστριβών μεταξύ του TC και του A, καθώς και της μη τηρήσεως εκ μέρους του A των κανόνων που διέπουν τη δραστηριότητά του. Κατά τον TC, η εν λόγω ύπαρξη προστριβών αποτέλεσε το στοιχείο που δικαιολόγησε την κίνηση της εις βάρος του διαδικασίας ανακτήσεως. Ο TC προσάπτει στο Κοινοβούλιο ότι δεν τον ενημέρωσε για την πρόθεσή του να διαγράψει τις ηλεκτρονικές επιστολές του, οι οποίες κατεδείκνυαν την εργασία που παρέσχε ο A. Ο TC φρονεί, άλλωστε, ότι τα επιχειρήματα που αντλεί το Κοινοβούλιο από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της εκλογικής πράξεως και από το άρθρο 2 του καθεστώτος των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αποτελούν επιχειρήματα που προβάλλονται για πρώτη φορά, δεδομένου ότι δεν είχαν προβληθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει, τα επιχειρήματα αυτά δεν μπορούν, κατά τον TC, να γίνουν δεκτά, στο μέτρο που, αφενός, απλώς η αποθήκευση των ηλεκτρονικών επιστολών βουλευτή από το Κοινοβούλιο, το οποίο αποτελεί τον διαχειριστή του δικού του συστήματος ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, δεν δύναται να χαρακτηρισθεί ως «επέμβαση» και, αφετέρου, το Κοινοβούλιο διατηρεί τις ηλεκτρονικές επιστολές των βουλευτών επί 90 ημέρες. |
|
76 |
Όσον αφορά τα επιχειρήματα τα οποία αντλεί το Κοινοβούλιο από τον κανονισμό 2018/1725, ο TC ισχυρίζεται ότι το Κοινοβούλιο δεν παρέσχε λεπτομερείς πληροφορίες ως προς τον τρόπο με τον οποίο επεξεργάζεται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και ότι δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους η διατήρηση των ηλεκτρονικών επιστολών για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα θα μπορούσε να είναι ασύμβατη με το καθεστώς που θέτει σε εφαρμογή ο εν λόγω κανονισμός. Επιπλέον, η αρχή της ελαχιστοποιήσεως των δεδομένων, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γʹ, του συγκεκριμένου κανονισμού, αφορά τον όγκο των υπό επεξεργασία δεδομένων, και όχι τη χρονική διάρκεια της διατηρήσεώς τους. |
|
77 |
Επίσης, μολονότι κλήθηκε προς τούτο από το Γενικό Δικαστήριο, το Κοινοβούλιο δεν προσκόμισε, ώστε να περιληφθεί στη δικογραφία της πρωτοδίκως εξετασθείσας υποθέσεως, κανένα στοιχείο το οποίο να καταδεικνύει ότι ο TC είχε λάβει γνώση των ανακοινώσεων σχετικά με την πολιτική αποθηκεύσεως των ηλεκτρονικών επιστολών, ανακοινώσεις οι οποίες, άλλωστε, είχαν συνταχθεί σε γλώσσες τις οποίες δεν κατανοεί ο TC. Συνεπώς, κατά τον TC, το ζήτημα αν το 2014 έπρεπε να θεωρηθεί «νεοαφιχθείς» βουλευτής στερείται σημασίας. |
|
78 |
Προς αντίκρουση του πρώτου σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως, ο TC υποστηρίζει ότι το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε σαφώς, στις σκέψεις 115 και 116 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το Κοινοβούλιο όφειλε να τηρεί τους κανονισμούς 2016/679 και 2018/1725 και να επεξεργάζεται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα κατά τρόπον ώστε να του παρέχει τη δυνατότητα ασκήσεως του δικαιώματός του ακροάσεως. Όσον αφορά το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο σκέλος του υπό κρίση λόγου αναιρέσεως, ο TC επισημαίνει ότι όλα τα στοιχεία τα οποία είχε ζητήσει και τα οποία το Κοινοβούλιο αρνήθηκε να του παράσχει μπορούσαν να χρησιμεύσουν άμεσα ή έμμεσα προς απόδειξη της εργασίας που παρείχε ο A. |
|
79 |
Προς αντίκρουση του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, ο TC επισημαίνει ότι το Κοινοβούλιο δεν αμφισβήτησε το δικαίωμα του TC σε λήψη πληροφοριών ούτε με το έγγραφο της 8ης Ιανουαρίου 2021 ούτε κατά την ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου διαδικασία και ότι απλώς επικαλέσθηκε το άρθρο 9 του κανονισμού 2018/1725. Ως εκ τούτου, κατά τον TC, με τον υπό κρίση λόγο το Κοινοβούλιο προβάλλει νέα επιχειρήματα επί των οποίων το Γενικό Δικαστήριο δεν είχε τη δυνατότητα να αποφανθεί. |
|
80 |
Εν πάση περιπτώσει, ο TC φρονεί ότι δεν χωρεί διάκριση μεταξύ του «δικαιώματος πληροφόρησης» και του «δικαιώματος ακροάσεως». Τα συγκεκριμένα δικαιώματα αποτελούν, κατ’ ουσίαν, απλώς συνιστώσες του γενικού δικαιώματος χρηστής διοικήσεως, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 41 του Χάρτη. Κατά τον TC, όμως, το Κοινοβούλιο θεώρησε ότι δεν υπείχε καμία υποχρέωση στο πλαίσιο της διαδικασίας ανακτήσεως των εξόδων βουλευτικής επικουρίας. Καταστρέφει τα κρίσιμα στοιχεία που έχει στην κατοχή του και, εν συνεχεία, ζητεί από τους βουλευτές να προσκομίσουν τα ίδια στοιχεία, για τον λόγο ότι αυτοί φέρουν το βάρος αποδείξεως. |
|
81 |
Ο TC επισημαίνει, επίσης, ότι από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η πρόσβαση στον διοικητικό φάκελο δεν μπορεί να προϋποθέτει αίτηση του ενδιαφερομένου. Φρονεί ότι, εν προκειμένω, το Κοινοβούλιο περιόρισε ουσιωδώς το δικαίωμά του προσβάσεως στον φάκελο και υποβολής των παρατηρήσεών του κατά αποτελεσματικό τρόπο. Η λυσιτελής άσκηση του δικαιώματος ακροάσεως προϋποθέτει τη δυνατότητα υποβολής παρατηρήσεων που τεκμηριώνονται βάσει αποδεικτικών στοιχείων, εκ των οποίων τουλάχιστον ορισμένα βρίσκονταν στην κατοχή του Κοινοβουλίου. Κατά τον TC, το Κοινοβούλιο δεν μπορεί απλώς να τον καλέσει να υποβάλει τις παρατηρήσεις του, σεβόμενο κατ’ αυτόν τον τρόπο τυπικώς και μόνον το δικαίωμά του ακροάσεως, χωρίς να του παράσχει τα μέσα για την αποτελεσματική άσκηση του συγκεκριμένου δικαιώματος. |
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
|
82 |
Κατ’ αρχάς, στο μέτρο που ο TC υποστηρίζει ότι το Κοινοβούλιο προβάλλει, στο πλαίσιο, αφενός, του πρώτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως και, αφετέρου, του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, νέα επιχειρήματα τα οποία δεν είχαν προβληθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, ο αναιρεσείων μπορεί να ασκήσει παραδεκτώς αναίρεση προβάλλοντας λόγους αντλούμενους από την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με τους οποίους αμφισβητείται το νόμω βάσιμό της (απόφαση της 6ης Σεπτεμβρίου 2018, Τσεχική Δημοκρατία κατά Επιτροπής, C‑4/17 P, EU:C:2018:678, σκέψη 24 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
83 |
Με το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, πάντως, το Κοινοβούλιο βάλλει κατά του σκεπτικού που παρατίθεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προς αιτιολόγηση της διαπιστώσεως η οποία μνημονεύεται στη σκέψη 131 της εν λόγω αποφάσεως και κατά την οποία το Κοινοβούλιο δεν αιτιολόγησε ορθώς την άρνησή του να κοινοποιήσει στον TC, μεταξύ άλλων, τις ηλεκτρονικές επιστολές του των ετών 2015 και 2016. |
|
84 |
Εξάλλου, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, το Κοινοβούλιο αμφισβητεί, κατ’ ουσίαν, το βάσιμο του σκεπτικού το οποίο παρατίθεται στη σκέψη 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και κατά το οποίο, οσάκις βουλευτής ο οποίος καλείται να δικαιολογήσει την εργασία του κοινοβουλευτικού βοηθού του ζητεί από το Κοινοβούλιο να του γνωστοποιήσει στοιχεία που έχει στην κατοχή του και φαίνονται κρίσιμα, το Κοινοβούλιο δεν μπορεί να απορρίψει το συγκεκριμένο αίτημα, διότι άλλως θα υποπέσει σε προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως του ενδιαφερόμενου βουλευτή, εκτός αν στηρίξει την άρνησή του σε λόγους που μπορούν να θεωρηθούν δικαιολογημένοι υπό το πρίσμα, αφενός, των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως και, αφετέρου, των εφαρμοστέων κανόνων. |
|
85 |
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις πρόκειται για λόγους και επιχειρήματα που αντλούνται από την ίδια την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και, σύμφωνα με τη νομολογία που μνημονεύθηκε στη σκέψη 82 της παρούσας αποφάσεως, προβάλλονται παραδεκτώς. |
|
86 |
Επί της ουσίας, κατά πρώτον, όσον αφορά το σκεπτικό το οποίο παρατίθεται στη σκέψη 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και κατά του οποίου βάλλει το Κοινοβούλιο στο πλαίσιο του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, υπενθυμίζεται ότι ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, του Χάρτη, αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της έννομης τάξεως της Ένωσης. Το εν λόγω δικαίωμα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα κάθε προσώπου σε προηγούμενη ακρόαση πριν να ληφθεί ατομικό μέτρο εις βάρος του και το δικαίωμα κάθε προσώπου να έχει πρόσβαση στον φάκελό του, τηρουμένων των νομίμων συμφερόντων που άπτονται της εμπιστευτικότητας (πρβλ. απόφαση της 18ης Ιουλίου 2013, Επιτροπή κ.λπ. κατά Kadi, C‑584/10 P, C‑593/10 P και C‑595/10 P, EU:C:2013:518, σκέψεις 98 και 99). |
|
87 |
Ειδικότερα, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το δικαίωμα ακροάσεως, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Χάρτη, πρέπει να γίνεται σεβαστό στο πλαίσιο κάθε διαδικασίας δυνάμενης να καταλήξει στην έκδοση βλαπτικής αποφάσεως, διασφαλίζει δε σε κάθε πρόσωπο τη δυνατότητα να γνωστοποιεί λυσιτελώς και αποτελεσματικώς την άποψή του, κατά τη διάρκεια διοικητικής διαδικασίας και πριν από την έκδοση οποιασδήποτε αποφάσεως δυνάμενης να επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντά του (πρβλ. απόφαση της 18ης Ιουνίου 2020, Επιτροπή κατά RQ, C‑831/18 P, EU:C:2020:481, σκέψη 67 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
88 |
Όσον αφορά το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 41, παράφραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη, αυτό συνεπάγεται την παροχή στον ενδιαφερόμενο της δυνατότητας εξετάσεως όλων των εγγράφων τα οποία περιλαμβάνονται στον φάκελο έρευνας και τα οποία ενδέχεται να είναι κρίσιμα για την άμυνα του ενδιαφερομένου. Στα έγγραφα αυτά καταλέγονται τόσο τα επιβαρυντικά όσο και τα απαλλακτικά στοιχεία, με εξαίρεση τα έγγραφα που καλύπτονται από το επιχειρηματικό απόρρητο, τα εσωτερικά έγγραφα του οικείου θεσμικού οργάνου και άλλες εμπιστευτικές πληροφορίες (πρβλ. απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2011, Solvay κατά Επιτροπής,C‑110/10 P, EU:C:2011:687, σκέψη 49 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
89 |
Ως εκ τούτου, από το άρθρο 41, παράγραφος 2, του Χάρτη και από τη νομολογία που μνημονεύεται στις σκέψεις 86 έως 88 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι ο ενδιαφερόμενος, πριν διατυπώσει τις παρατηρήσεις του στο πλαίσιο της ασκήσεως του δικαιώματός του ακροάσεως, κατά το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, δύναται, στο πλαίσιο της ασκήσεως του δικαιώματος που του παρέχεται βάσει του εν λόγω άρθρου 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, να ζητήσει και να αποκτήσει, τηρουμένων των νόμιμων συμφερόντων που άπτονται της εμπιστευτικότητας και του επαγγελματικού και επιχειρηματικού απορρήτου, πρόσβαση σε όλα τα στοιχεία τα οποία περιλαμβάνονται στον φάκελο που συνέταξε η οικεία διοικητική αρχή. |
|
90 |
Αντιθέτως, το δικαίωμα ακροάσεως πρέπει να διακρίνεται από το δικαίωμα να ζητείται και να αποκτάται πρόσβαση σε κάθε έγγραφο το οποίο, μολονότι δεν περιλαμβάνεται στον φάκελο, βρίσκεται στην κατοχή του οικείου θεσμικού οργάνου και θεωρείται από τον ενδιαφερόμενο ενδεχομένως κρίσιμο για την άμυνά του. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη προβλέπει ειδικό δικαίωμα που διασφαλίζει στον ενδιαφερόμενο την πρόσβαση στον φάκελο ο οποίος τον αφορά. |
|
91 |
Οι ιδιαιτερότητες της περιπτώσεως βουλευτή ο οποίος καλείται να δικαιολογήσει τα έξοδα βουλευτικής επικουρίας στα οποία υποβλήθηκε το Κοινοβούλιο για λογαριασμό του δεν δικαιολογούν διαφορετική ερμηνεία των δικαιωμάτων άμυνας του βουλευτή, τα οποία κατοχυρώνονται στο άρθρο 41 του Χάρτη. |
|
92 |
Όπως υπενθύμισε το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 89 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, από το άρθρο 33, παράγραφοι 1 και 2, των μέτρων εφαρμογής προκύπτει ότι απόκειται στους βουλευτές οι οποίοι ζητούν την εκ μέρους του Κοινοβουλίου οικονομική ανάληψη των εξόδων βουλευτικής επικουρίας των προσωπικών συνεργατών τους να αποδείξουν ότι τα εν λόγω έξοδα καταβλήθηκαν πράγματι και αντιστοιχούν στην αναγκαία επικουρία που συνδέεται άμεσα με την άσκηση της βουλευτικής εντολής τους (απόφαση της 4ης Ιουλίου 2024, SN κατά Κοινοβουλίου,C‑430/23 P, EU:C:2024:576, σκέψη 47 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
93 |
Δεν μπορεί, όμως, να αποκλεισθεί ότι τα αναγκαία για την απόδειξη αυτή στοιχεία δεν βρίσκονται στην κατοχή του ενδιαφερόμενου βουλευτή, αλλά σε εκείνην του Κοινοβουλίου. Σε τέτοια περίπτωση, ενδέχεται ο εν λόγω βουλευτής να μην μπορέσει να αποκτήσει πρόσβαση στα στοιχεία αυτά αποκλειστικώς βάσει του δικαιώματός του, κατά το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη, περί προσβάσεως στον φάκελο ο οποίος τον αφορά και ο οποίος βρίσκεται στην κατοχή του Κοινοβουλίου. |
|
94 |
Πράγματι, όπως επισήμανε, κατ’ ουσίαν, η γενική εισαγγελέας στο σημείο 67 των προτάσεών της, στο μέτρο που απόκειται στον οικείο βουλευτή να προβεί στην εν λόγω απόδειξη, ο φάκελος τον οποίο συνέταξε το Κοινοβούλιο θα περιέχει, τουλάχιστον αρχικώς, μόνον τα στοιχεία βάσει των οποίων απεστάλη η αίτηση προς τον βουλευτή, ιδίως δε αναλυτική καταγραφή των εξόδων βουλευτικής επικουρίας στα οποία υποβλήθηκε το Κοινοβούλιο για λογαριασμό του βουλευτή. |
|
95 |
Πάντως, κάθε βουλευτής γνωρίζει την εργασία που παρέχει ο κοινοβουλευτικός συνεργάτης του και, ως εκ τούτου, μπορεί να την περιγράψει, ακόμη και αν δεν έχει στη διάθεσή του όλα τα αποδεικτικά στοιχεία προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του. |
|
96 |
Συνεπώς, όπως επισήμανε επίσης η γενική εισαγγελέας στο σημείο 69 των προτάσεών της, βουλευτής από τον οποίο ζητήθηκε να δικαιολογήσει τα έξοδα βουλευτικής επικουρίας που καταβλήθηκαν για λογαριασμό του και ο οποίος δεν έχει στη διάθεσή του όλα τα αναγκαία προς τούτο αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία έχει στην κατοχή του το Κοινοβούλιο, δύναται, κατ’ αρχάς, απλώς να εκθέσει, στις παρατηρήσεις που υποβάλλει στο Κοινοβούλιο σε απάντηση του αιτήματος δικαιολογήσεως των εξόδων, την εργασία που παρέχει ο βοηθός του, προσκομίζοντας τα αποδεικτικά στοιχεία που έχει στη διάθεσή του και παραπέμποντας στα αποδεικτικά στοιχεία που ενδέχεται να έχει στην κατοχή του το Κοινοβούλιο. |
|
97 |
Επισημαίνεται, όμως, όπως έπραξε και η γενική εισαγγελέας στο σημείο 70 των προτάσεών της, ότι με την ανωτέρω παραπομπή πρέπει να μνημονεύονται με επαρκή ακρίβεια τόσο τα οικεία αποδεικτικά στοιχεία όσο και τα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με το υποστατό της εργασίας του οικείου βοηθού καθώς και με τη σχέση μεταξύ της εν λόγω εργασίας και της εντολής του βουλευτή, τα οποία μπορούν να αποδειχθούν βάσει των συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων. Πράγματι, από τις ενδείξεις αυτές εξαρτάται η δυνατότητα του Κοινοβουλίου να προσδιορίσει τα εν λόγω στοιχεία και να τα εξετάσει προκειμένου να ελέγξει αν αποδεικνύουν ό,τι ζητήθηκε από τον βουλευτή. |
|
98 |
Εάν το Κοινοβούλιο, κατόπιν εξετάσεως των επίμαχων στοιχείων, εκτιμά ότι αυτά δεν συνιστούν απόδειξη του υποστατού της εργασίας που παρέσχε ο κοινοβουλευτικός βοηθός του οικείου βουλευτή ή της σχέσης μεταξύ της συγκεκριμένης εργασίας και της ασκήσεως της εντολής του βουλευτή, στο εν λόγω θεσμικό όργανο απόκειται, προκειμένου να διασφαλισθεί πλήρως ο σεβασμός των δικαιωμάτων άμυνας του βουλευτή, να περιλάβει στον φάκελο τα συγκεκριμένα στοιχεία, να παράσχει στον βουλευτή πρόσβαση στον φάκελο, τηρουμένων των απαιτήσεων, μεταξύ άλλων, περί εμπιστευτικότητας, και να του παράσχει τη δυνατότητα να συμπληρώσει τις παρατηρήσεις του, εφόσον εκείνος το επιθυμεί. |
|
99 |
Κατά συνέπεια, λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων στις σκέψεις 86 έως 98 της παρούσας αποφάσεως, διαπιστώνεται ότι η σκέψη 90 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ενέχει πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι το Κοινοβούλιο, εκτός και αν επικαλεσθεί λόγους που μπορούν να θεωρηθούν δικαιολογημένοι υπό το πρίσμα των περιστάσεων της συγκεκριμένης υποθέσεως και των εφαρμοστέων κανόνων, πρέπει, σε περίπτωση κατά την οποία το ζητεί βουλευτής που καλείται να αποδείξει το υποστατό της εργασίας του κοινοβουλευτικού βοηθού του και τη σχέση μεταξύ της εργασίας αυτής και της ασκήσεως της βουλευτικής εντολής, να γνωστοποιήσει στον ενδιαφερόμενο βουλευτή όλα τα στοιχεία που έχει στην κατοχή του και «φαίνονται κρίσιμα», χωρίς να απαιτεί να εκτίθενται στη σχετική αίτηση, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που μνημονεύονται στις σκέψεις 96 και 97 της παρούσας αποφάσεως, με επαρκή ακρίβεια τόσο τα αποδεικτικά στοιχεία που ενδέχεται να έχει στην κατοχή του το Κοινοβούλιο όσο και τα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με το υποστατό της εργασίας του βοηθού καθώς και με τη σχέση μεταξύ της εν λόγω εργασίας και της εντολής του βουλευτή, τα οποία μπορούν να αποδειχθούν βάσει των συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων, προκειμένου το Κοινοβούλιο να έχει τη δυνατότητα να τα προσδιορίσει με σκοπό τη διακρίβωσή τους. |
|
100 |
Ως εκ τούτου, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτός. |
|
101 |
Κατά δεύτερον, όσον αφορά το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως καθώς και το τρίτο και το τέταρτο σκέλος του τρίτου λόγου, με τα οποία το Κοινοβούλιο βάλλει κατά του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με την ύπαρξη προσβολής των δικαιωμάτων άμυνας του TC, λόγω του ότι δεν του κοινοποιήθηκαν οι ηλεκτρονικές επιστολές του των ετών 2015 και 2016, τα δεδομένα σχετικά με τη χρήση του δελτίου προσβάσεως του A στο Κοινοβούλιο, καθώς και οι πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό των περιπτώσεων στις οποίες ζητήθηκε η προστασία του Κοινοβουλίου για τον A, επισημαίνεται ότι δεν μπορεί να απαιτείται από θεσμικό όργανο να περιλάβει στον φάκελο κινηθείσας διοικητικής διαδικασίας στοιχεία ανύπαρκτα ή στοιχεία τα οποία δεν υφίσταντο πλέον κατά τον χρόνο κινήσεως της εν λόγω διαδικασίας. |
|
102 |
Η ανωτέρω κρίση δεν σημαίνει ότι η παράλειψη καταχωρίσεως ορισμένων πληροφοριών ή αποθηκεύσεως ορισμένων στοιχείων δεν μπορεί να επηρεάσει την έκβαση της οικείας διαδικασίας. Ωστόσο, το συγκεκριμένο ζήτημα δεν αφορά το δικαίωμα προσβάσεως στον φάκελο, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη. Είναι κρίσιμο για την εκτίμηση των διαθέσιμων αποδεικτικών στοιχείων και για την εκτίμηση του βασίμου, στην πράξη, της αποφάσεως που εκδίδει το οικείο θεσμικό όργανο κατά το πέρας της επίμαχης διαδικασίας. |
|
103 |
Ειδικότερα, σε περίπτωση κατά την οποία, όπως εν προκειμένω, απόκειται στον διοικούμενο, εν προκειμένω σε βουλευτή ή πρώην βουλευτή του Κοινοβουλίου, να αποδείξει το υποστατό ορισμένων περιστατικών, διότι άλλως το οικείο θεσμικό όργανο, εν προκειμένω το Κοινοβούλιο, δύναται να εκδώσει απόφαση με συγκεκριμένο περιεχόμενο, θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι ο εν λόγω διοικούμενος εκπλήρωσε το βάρος αποδείξεως που φέρει, μολονότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε φαίνονται εκ πρώτης όψεως ανεπαρκή, εφόσον καταδεικνύεται ότι κακώς το θεσμικό όργανο δεν διατήρησε ορισμένα άλλα στοιχεία βάσει των οποίων θα μπορούσε να παρασχεθεί πληρέστερη απόδειξη. |
|
104 |
Αντιστρόφως, θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι ο εν λόγω διοικούμενος δεν εκπλήρωσε το βάρος αποδείξεως, εάν τα στοιχεία που προσκόμισε είναι ανεπαρκή και εφόσον δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία τα οποία έπρεπε να διατηρήσει και να προσκομίσει κατόπιν σχετικού αιτήματος. |
|
105 |
Εν προκειμένω, από τις σκέψεις 85, 86, 92 και 96 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, στις 8 Ιουνίου 2020, ημερομηνία κινήσεως της εις βάρος του TC διαδικασίας ανακτήσεως, οι ηλεκτρονικές επιστολές του των ετών 2015 και 2016 είχαν ήδη διαγραφεί από το σύστημα του Κοινοβουλίου, σύμφωνα με την πολιτική αποθηκεύσεως των ηλεκτρονικών επιστολών την οποία εφαρμόζει το εν λόγω θεσμικό όργανο και κατά την οποία οι ηλεκτρονικές επιστολές διαγράφονται, κατ’ αρχήν, κατόπιν 90 ημερών ή, κατ’ εξαίρεση, κατόπιν της παρελεύσεως ενός έτους. |
|
106 |
Επιπλέον, από τη σκέψη 106 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι τα δεδομένα σχετικά με τη χρήση των δελτίων προσβάσεως στο Κοινοβούλιο διατηρούνταν για μέγιστο χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών και ότι οι επεμβάσεις των υπαλλήλων ασφαλείας του Κοινοβουλίου δεν αποτελούσαν αντικείμενο επίσημης καταγραφής. |
|
107 |
Με τις σκέψεις 130 και 131 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε το Κοινοβούλιο με το έγγραφο της 8ης Ιανουαρίου 2021 για να δικαιολογήσει τη μη γνωστοποίηση στον TC, μεταξύ άλλων, των δεδομένων σχετικά με τη χρήση του δελτίου προσβάσεως του A στο Κοινοβούλιο καθώς και των στοιχείων σχετικά με τις περιπτώσεις στις οποίες ζητήθηκε η προστασία του Κοινοβουλίου για τον A ήταν αβάσιμοι ή ανεπαρκείς και ότι, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να αποκλεισθεί ότι ο TC είχε στερηθεί δυνατότητας να οργανώσει καλύτερα την άμυνά του, ασκώντας λυσιτελώς και αποτελεσματικώς το δικαίωμά του ακροάσεως, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, του Χάρτη. |
|
108 |
Πρώτον, όμως, από τα προεκτεθέντα στις σκέψεις 101 έως 104 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι το Γενικό Δικαστήριο, κρίνοντας κατ’ ουσίαν ότι, προκειμένου να σεβασθεί τα δικαιώματα άμυνας του TC, το Κοινοβούλιο έπρεπε να παράσχει στον TC πρόσβαση σε στοιχεία ανύπαρκτα ή σε στοιχεία τα οποία δεν υφίσταντο πλέον κατά τον χρόνο κινήσεως της διαδικασίας που κατέληξε στη λήψη της επίμαχης αποφάσεως και σχηματισμού του σχετικού με τη διαδικασία αυτή φακέλου, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο. |
|
109 |
Δεύτερον, χωρίς να απαιτείται να κριθεί αν η εκ μέρους του Κοινοβουλίου αποθήκευση των ηλεκτρονικών επιστολών των βουλευτών για χρονικό διάστημα αόριστο ή μεγαλύτερο των 90 ημερών που προβλέπει η πολιτική του Κοινοβουλίου περί αποθηκεύσεως την ηλεκτρονικών επιστολών η οποία ίσχυε κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως θα μπορούσε να θίξει την ελευθερία και την ανεξαρτησία των βουλευτών, αρκεί να επισημανθεί, όπως έπραξε και το Γενικό Δικαστήριο στη σκέψη 93 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το Κοινοβούλιο μπορούσε κάλλιστα να προβλέψει, κατά το πέρας του εν λόγω χρονικού διαστήματος, την αυτόματη διαγραφή των ηλεκτρονικών επιστολών τις οποίες δεν είχαν ειδικώς αποθηκεύσει οι βουλευτές και οι λοιποί χρήστες του συστήματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του Κοινοβουλίου. |
|
110 |
Το Γενικό Δικαστήριο, όμως, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας, στη σκέψη 95 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, καθόσον από τις αρχές του 2016 το Κοινοβούλιο γνώριζε τις «προστριβές ανάμεσα στον [TC και τον A] σχετικά με το αν ο [A] ασκούσε τις δραστηριότητές του για λογαριασμό του [TC] σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τη βουλευτική επικουρία», το Κοινοβούλιο όφειλε να διασφαλίσει «τη διατήρηση των ηλεκτρονικών μηνυμάτων που θα μπορούσαν να αποδείξουν την ακριβή φύση των δραστηριοτήτων του [A] κατά τη διάρκεια της διαδικασίας απόλυσης και, αν η διαδικασία αυτή οδηγούσε σε άλλες δικαστικές ή διοικητικές διαδικασίες, όπως είναι η διαδικασία ανάκτησης, για όσο διάστημα οι λοιπές αυτές διαδικασίες εκκρεμούσαν». |
|
111 |
Συγκεκριμένα, από τις σκέψεις 86, 92 και 96 έως 98 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Κοινοβούλιο δεσμεύθηκε να τηρεί διαδικασία αποθηκεύσεως των ηλεκτρονικών επιστολών κατά την οποία, μετά την παρέλευση χρονικού διαστήματος 90 ημερών, οι ηλεκτρονικές επιστολές διαγράφονται αυτομάτως, εκτός αν τις είχαν αποθηκεύσει οι ίδιοι οι ενδιαφερόμενοι. Η γνώση εκ μέρους του Κοινοβουλίου της υπάρξεως «προστριβών» μεταξύ ενός βουλευτή και του κοινοβουλευτικού βοηθού του δεν δικαιολογεί απόκλιση του Κοινοβουλίου από την εν λόγω δέσμευση. |
|
112 |
Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο αν ληφθεί υπόψη ότι, για να αποθηκεύσει τις ηλεκτρονικές επιστολές που ήταν δυνητικώς κρίσιμες όσον αφορά τις προστριβές μεταξύ του TC και του A, το Κοινοβούλιο θα έπρεπε να προβεί σε διαλογή των ηλεκτρονικών επιστολών τους, κάτι που θα συνιστούσε μείζονος σημασίας αδικαιολόγητη παρέμβαση στην ιδιωτική σφαίρα του βουλευτή και του κοινοβουλευτικού βοηθού του. Συναφώς, επισημαίνεται, άλλωστε, όπως τόνισε και η γενική εισαγγελέας στο σημείο 87 των προτάσεών της, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 του καθεστώτος των βουλευτών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, οι ηλεκτρονικές επιστολές που αποστέλλει ή λαμβάνει βουλευτής δεν αποτελούν έγγραφα του Κοινοβουλίου και, ως εκ τούτου, ανήκουν στον ίδιο τον βουλευτή. |
|
113 |
Επιπλέον, προκειμένου το Κοινοβούλιο να αποφανθεί επί διαδικασιών που ενδεχομένως θα προκαλούσε η ως άνω ύπαρξη προστριβών, ουδόλως απαιτούνταν να αποθηκεύει, προληπτικώς και με δική του πρωτοβουλία, την ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ TC και A. Το Κοινοβούλιο μπορούσε να στηριχθεί προς τούτο στις δηλώσεις των ενδιαφερομένων και στα προσκομιζόμενα από αυτούς αποδεικτικά στοιχεία, περιλαμβανομένων, ενδεχομένως, των ηλεκτρονικών επιστολών τις οποίες αποθήκευσε και προσκόμισε ο ένας ή ο άλλος εξ αυτών. |
|
114 |
Στο συγκεκριμένο πλαίσιο, υπενθυμίζεται ότι, όπως διευκρινίσθηκε στη σκέψη 92 της παρούσας αποφάσεως, οι βουλευτές φέρουν το βάρος αποδείξεως των εξόδων επικουρίας που αφορούν τους προσωπικούς συνεργάτες τους. |
|
115 |
Τρίτον, για λόγους αντίστοιχους εκείνων που εκτίθενται στις σκέψεις 112 έως 114 της παρούσας αποφάσεως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, αντιθέτως προς όσα έκρινε, κατ’ ουσίαν, το Γενικό Δικαστήριο, το Κοινοβούλιο δεν όφειλε ούτε να διατηρεί τα δεδομένα σχετικά με τη χρήση του δελτίου προσβάσεως του A στο Κοινοβούλιο, πέραν της συνήθους περιόδου διατηρήσεως, ούτε να καταγράφει τις επεμβάσεις των υπαλλήλων του ασφαλείας όσον αφορά τον A. |
|
116 |
Από τα προεκτεθέντα στις σκέψεις 101 έως 115 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι πρέπει να γίνουν δεκτά και το πρώτο σκέλος του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, καθώς και το τρίτο και το τέταρτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως. |
|
117 |
Κατά τρίτον, όσον αφορά το σκεπτικό το οποίο παρατίθεται στις σκέψεις 109 έως 118 της αναιρεσιβαλομένης αποφάσεως, σχετικά με την εκ μέρους του Κοινοβουλίου επίκληση, στο έγγραφο της 8ης Ιανουαρίου 2021, του κανονισμού 2018/1725, και κατά του οποίου βάλλει το Κοινοβούλιο με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, ορθώς επισήμανε το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 110 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα στοιχεία που είχε ζητήσει ο TC δεν μπορούσαν να θεωρηθούν «αναγκαία για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον αποδέκτη», κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, του εν λόγω κανονισμού. |
|
118 |
Αντιθέτως, όπως επισήμανε η γενική εισαγγελέας στα σημεία 97 και 98 των προτάσεών της, η συνέχιση διαδικασίας ανακτήσεως εξόδων βουλευτικής επικουρίας τα οποία αχρεωστήτως ανέλαβε το Κοινοβούλιο για λογαριασμό βουλευτή, υπό συνθήκες σεβασμού των δικαιωμάτων άμυνας του βουλευτή, πρέπει να γίνει δεκτό ότι επιδιώκει «συγκεκριμένο σκοπό δημοσίου συμφέροντος», κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2018/1725. |
|
119 |
Συνεπώς, εάν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα περιλαμβάνονται στον φάκελο της οικείας διαδικασίας ανακτήσεως, ο ως άνω κανονισμός δεν αντιτίθεται στη δυνατότητα του Κοινοβουλίου, προκειμένου αυτό να συμμορφωθεί προς την υποχρέωση που υπέχει από το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, του Χάρτη, να παράσχει στον ενδιαφερόμενο βουλευτή πρόσβαση στα συγκεκριμένα δεδομένα, τηρώντας τις προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτά μια τέτοια πρόσβαση το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του εν λόγω κανονισμού, υπενθυμιζομένου ότι, σύμφωνα με το συγκεκριμένο άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο βʹ, η πρόσβαση στον φάκελο πρέπει να παρέχεται τηρουμένων, μεταξύ άλλων, «των νομίμων συμφερόντων της εμπιστευτικότητας». |
|
120 |
Ως εκ τούτου, η προβαλλόμενη από το Κοινοβούλιο έλλειψη συνέπειας ως προς το σκεπτικό οφείλεται σε πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον κακώς έκρινε το Γενικό Δικαστήριο, στη σκέψη 111 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η διαβίβαση των εν λόγω δεδομένων δεν ανταποκρινόταν σε «συγκεκριμένο σκοπό δημοσίου συμφέροντος», κατά την έννοια του άρθρου 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2018/1725. |
|
121 |
Πάντως, μολονότι έκρινε, στις σκέψεις 110 και 111 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 2018/1725 δεν δικαιολογεί τη διαβίβαση προσωπικών δεδομένων σε βουλευτή από τον οποίο ζητείται να δικαιολογήσει τα αναληφθέντα για λογαριασμό του έξοδα βουλευτικής επικουρίας, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε, στη σκέψη 117 της ίδιας αποφάσεως, ότι, εν προκειμένω, το Κοινοβούλιο όφειλε να παράσχει στον TC πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονταν στον φάκελο του A «αφού σταθμίσει, αφενός, το συμφέρον του εν λόγω [κοινοβουλευτικού βοηθού] να μη διαβιβαστούν σε τρίτους τα δεδομένα που τον αφορούν και, αφετέρου, το συμφέρον του [TC] να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του λυσιτελώς και αποτελεσματικώς στο πλαίσιο της κινηθείσας εις βάρος του διαδικασίας ανάκτησης». |
|
122 |
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Γενικό Δικαστήριο δέχθηκε εν τέλει ότι το Κοινοβούλιο όφειλε να παράσχει στον TC πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του εν λόγω κοινοβουλευτικού βοηθού, τηρουμένων προϋποθέσεων οι οποίες είναι κατ’ ουσίαν οι ίδιες με εκείνες που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο βʹ, του κανονισμού 2018/1725. |
|
123 |
Συνεπώς, το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί, εν πάση περιπτώσει, να επιφέρει αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελές. |
|
124 |
Τέλος, κατά τέταρτον, όσον αφορά τον ατομικό φάκελο του A, όπως υποστηρίζει το Κοινοβούλιο στο πλαίσιο του δευτέρου σκέλους του τρίτου λόγου αναιρέσεως, από το άρθρο 26, τελευταίο εδάφιο, του ΚΥΚ, το οποίο εφαρμόζεται στους διαπιστευμένους κοινοβουλευτικούς βοηθούς δυνάμει του άρθρου 127, πρώτη περίοδος, του ΚΛΠ, προκύπτει ότι ο ατομικός φάκελος τέτοιου βοηθού δύναται να αναγνωσθεί μόνον στα γραφεία του Κοινοβουλίου ή από ασφαλές ηλεκτρονικό μέσο, δύναται δε να διαβιβασθεί στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής που αφορά τον οικείο κοινοβουλευτικό βοηθό. |
|
125 |
Εν προκειμένω, από τη σκέψη 87, τελευταία περίπτωση, της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι ο TC δεν είχε ζητήσει από το Κοινοβούλιο να παρασχεθεί δυνατότητα αναγνώσεως του ατομικού φακέλου του A, στα γραφεία του Κοινοβουλίου ή από ασφαλές ηλεκτρονικό μέσο, αλλά να του διαβιβασθεί ο συγκεκριμένος φάκελος. Η ως άνω διαβίβαση, όμως, θα ήταν αντίθετη προς το άρθρο 26 του ΚΥΚ. |
|
126 |
Ως εκ τούτου, το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο καθόσον έκρινε κατ’ ουσίαν, στις σκέψεις 121 και 122 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι το Κοινοβούλιο δεν μπορούσε να επικαλεσθεί βασίμως κατά νόμον το άρθρο 26 του ΚΥΚ προκειμένου να απορρίψει το συγκεκριμένο αίτημα του TC, για τον λόγο ότι ο εμπιστευτικός χαρακτήρας των περιλαμβανομένων στον φάκελο εγγράφων δεν μπορούσε να αντιταχθεί στον TC κατά το μέτρο που ήταν αναγκαία για την εκ μέρους του άσκηση του δικαιώματος ακροάσεως, επισημαινομένου, άλλωστε, ότι ο TC ήταν ο συντάκτης ορισμένων εκ των περιλαμβανομένων στον εν λόγω φάκελο εγγράφων, υπό την ιδιότητα του ιεραρχικώς προϊσταμένου του A. |
|
127 |
Κατά συνέπεια, και το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτό. |
|
128 |
Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθούν τα σημεία 2 και 3 του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. |
|
129 |
Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, παρέλκει η εξέταση του πρώτου και του τετάρτου λόγου αναιρέσεως, καθώς και του δευτέρου και του τρίτου σκέλους του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, καθόσον βάλλουν κατά του σκεπτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το οποίο στηρίζεται σε παραδοχή που, όπως καταδείχθηκε στο πλαίσιο της εξετάσεως του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, ενέχει πλάνη περί το δίκαιο. |
|
130 |
Αντιθέτως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν βάλλει κατά του σημείου 1 του ως άνω διατακτικού, με το οποίο το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η προσφυγή ακυρώσεως κατέστη άνευ αντικειμένου και με το οποίο κατάργησε τη δίκη σχετικά με τη νομιμότητα της επίμαχης αποφάσεως και του χρεωστικού σημειώματος στο μέτρο που αφορούσαν τις αμοιβές, τα κοινωνικά έξοδα και τα έξοδα ταξιδίου που σχετίζονται με την εργασία του A κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 1ης Απριλίου και της 22ας Νοεμβρίου 2016, ύψους 28083,67 ευρώ, δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο δεν είχε ηττηθεί ως προς αυτό το μέρος της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. |
Επί της ασκηθείσας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγής
|
131 |
Σύμφωνα με το άρθρο 61, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Δικαστήριο, σε περίπτωση αναιρέσεως της αποφάσεως του Γενικού Δικαστηρίου, μπορεί είτε το ίδιο να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση, είτε να την αναπέμψει στο Γενικό Δικαστήριο για να την κρίνει. |
|
132 |
Εν προκειμένω, η διαφορά είναι ώριμη προς εκδίκαση όσον αφορά τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο της προσφυγής. |
|
133 |
Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως προβάλλεται τυπικώς παραβίαση της αρχής της ευλόγου προθεσμίας, κατά το άρθρο 41, παράγραφος 1, του Χάρτη. Τα επιχειρήματα που προέβαλε ο TC προς στήριξη του υπό κρίση λόγου εκτέθηκαν συνοπτικώς στις σκέψεις 54 και 55 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και απορρίφθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο για τους λόγους οι οποίοι παρατίθενται στις σκέψεις 57 έως 66 της ίδιας αποφάσεως και οι οποίοι δεν τίθενται εν αμφιβόλω, δεδομένου ότι ο TC δεν άσκησε ανταναίρεση κατά του συγκεκριμένου μέρους της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (πρβλ. απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2021, Συμβούλιο κατά Hamas, C‑833/19 P, EU:C:2021:950, σκέψη 81 και εκεί μνημονευόμενη νομολογία). |
|
134 |
Ωστόσο, στο πλαίσιο του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως, ο TC είχε προβάλει και επιχειρήματα σχετικά με την περιεχόμενη στο έγγραφο της 8ης Ιανουαρίου 2021 άρνηση του Κοινοβουλίου να του διαβιβάσει τα στοιχεία τα οποία εκείνος είχε ζητήσει. Τα εν λόγω επιχειρήματα, τα οποία εκτίθενται συνοπτικώς στις σκέψεις 70 και 71 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εξετάσθηκαν από το Γενικό Δικαστήριο από κοινού με τον δεύτερο λόγο της προσφυγής, περί προσβολής του δικαιώματος ακροάσεως και του δικαιώματος προσβάσεως στον φάκελο, καθώς και περί παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, κατά το άρθρο 41, παράγραφος 2, του Χάρτη, τον οποίο έκανε δεκτό το Γενικό Δικαστήριο. Δεδομένης της αναιρέσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να εξετασθούν από κοινού τα εν λόγω επιχειρήματα και ο δεύτερος λόγος της προσφυγής. |
|
135 |
Ο TC υποστηρίζει ότι το Κοινοβούλιο προσέβαλε το δικαίωμά του ακροάσεως και το δικαίωμά του προσβάσεως στον φάκελο της υποθέσεως, τα οποία κατοχυρώνονται στο άρθρο 41, παράγραφος 2, του Χάρτη, για τον λόγο ότι στην επίμαχη απόφαση μνημονεύονταν οι διαπιστώσεις της αποφάσεως L κατά Κοινοβουλίου, χωρίς να του έχουν κοινοποιηθεί τα αποδεικτικά στοιχεία, ιδίως δε σημείωμα του A της 9ης Μαΐου 2016, που τεκμηρίωναν τις διαπιστώσεις αυτές. Επιπλέον, ο TC φρονεί ότι, λόγω της πολιτικής του Κοινοβουλίου όσον αφορά την αποθήκευση των ηλεκτρονικών επιστολών, την οποία ο πρωτοδίκως προσφεύγων θεωρεί ασυμβίβαστη με την αιτιολογική σκέψη 22 του κανονισμού 2018/1725 και της οποίας, όπως διατείνεται, δεν είχε λάβει γνώση, στερήθηκε τη δυνατότητα προσκομίσεως αποδεικτικών στοιχείων προς αντίκρουση των ισχυρισμών του Κοινοβουλίου. Προσάπτει επίσης στο εν λόγω θεσμικό όργανο ότι κακώς επικαλέσθηκε το άρθρο 9 του συγκεκριμένου κανονισμού προκειμένου να αρνηθεί να του παράσχει πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία είχε ζητήσει. |
|
136 |
Όπως, όμως, προκύπτει από το σκεπτικό που παρατίθεται στις σκέψεις 86 έως 116 και 124 έως 126 της παρούσας αποφάσεως, η περιεχόμενη στο έγγραφο της 8ης Ιανουαρίου 2021 άρνηση του Κοινοβουλίου να διαβιβάσει στον TC τα στοιχεία που εκείνος είχε ζητήσει δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι συνιστά προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας του πρωτοδίκως προσφεύγοντος και, ειδικότερα, του δικαιώματός του ακροάσεως. |
|
137 |
Πρώτον, με τις από 4ης Αυγούστου και 22ας Σεπτεμβρίου 2020 αιτήσεις του, που μνημονεύονται, αντιστοίχως, στις σκέψεις 24 και 26 της παρούσας αποφάσεως, ο TC είχε απλώς ζητήσει τη γνωστοποίηση σειράς στοιχείων τα οποία μνημονεύονταν ως σύνολα, χωρίς να προσδιορίζονται τα προς απόδειξη πραγματικά περιστατικά ή τα στοιχεία που μπορούσαν να καταδείξουν τα εν λόγω περιστατικά. Ειδικότερα, ο TC δεν προσδιόρισε τη φύση της εργασίας που του παρείχε ο A, τη σχέση μεταξύ της εργασίας αυτής και της ασκήσεως της κοινοβουλευτικής εντολής του TC, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο τα ζητηθέντα στοιχεία, τα οποία βρίσκονταν στην κατοχή του Κοινοβουλίου, μπορούσαν να αποδείξουν την εν λόγω εργασία και την εν λόγω σχέση. |
|
138 |
Δεύτερον, ορισμένα από τα στοιχεία που είχαν ζητηθεί, συγκεκριμένα δε οι ηλεκτρονικές επιστολές του TC των ετών 2015 και 2016, τα δεδομένα σχετικά με τη χρήση του δελτίου προσβάσεως του A στο Κοινοβούλιο και οι πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό των περιπτώσεων στις οποίες είχε ζητηθεί η προστασία του Κοινοβουλίου για τον A, ουδέποτε είχαν υπάρξει ή, εν πάση περιπτώσει, δεν υπήρχαν κατά τον χρόνο κινήσεως της επίσημης διαδικασίας και, ως εκ τούτου, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως του TC. |
|
139 |
Τρίτον, η γνωστοποίηση στον TC του ατομικού φακέλου του A απαγορευόταν βάσει του άρθρου 26 του ΚΥΚ. |
|
140 |
Όσον αφορά το επιχείρημα του TC περί προβαλλόμενης μνείας εκ μέρους του Κοινοβουλίου, στην επίμαχη απόφαση, των διαπιστώσεων της αποφάσεως L κατά Κοινοβουλίου, αρκεί να υπομνησθεί ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 25 της παρούσας αποφάσεως, το Κοινοβούλιο διαβίβασε στον TC αντίγραφο της αποφάσεως L κατά Κοινοβουλίου, οπότε δεν μπορεί να προσαφθεί στο Κοινοβούλιο ότι έλαβε υπόψη, στην επίμαχη απόφαση, στοιχεία στα οποία δεν είχε πρόσβαση ο TC. |
|
141 |
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος ακυρώσεως που προβλήθηκαν με την ασκηθείσα ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προσφυγή. |
|
142 |
Κατά τα λοιπά, η διαφορά δεν είναι ώριμη προς εκδίκαση, δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο δεν εξέτασε τον τρίτο, τον τέταρτο και τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως που είχε προβάλει ο TC προς στήριξη της προσφυγής του. |
|
143 |
Συνεπώς, η υπόθεση πρέπει να αναπεμφθεί ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου προκειμένου αυτό να αποφανθεί επί των ανωτέρω λόγων ακυρώσεως. |
Επί των δικαστικών εξόδων
|
144 |
Δεδομένης της αναπομπής της υποθέσεως ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, το Δικαστήριο επιφυλάσσεται ως προς τα σχετικά με την παρούσα αναιρετική διαδικασία δικαστικά έξοδα. |
|
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (πέμπτο τμήμα) αποφασίζει: |
|
|
|
|
|
(υπογραφές) |
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η λιθουανική.